Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

Χάνουμε θησαυρούς, αλλά κάνουμε φιέστες

Χάνουμε θησαυρούς, αλλά κάνουμε φιέστες
Αρχαιοκαπηλία, λαθρανασκαφές, βανδαλισμοί σε έξαρση, ενώ το ΥΠΠΟ δεν διαθέτει κονδύλια για φύλαξη μνημείων

Της Γιωτας Συκκα

Χρειάζονται πρωτοβουλίες όπως η χθεσινή διημερίδα στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών από την παράνομη διακίνηση και τη διεκδίκησή τους, για να δούμε την εικόνα μας. Είμαστε στις αρχές του 21ου αιώνα και η αρχαιοκαπηλία αυξάνεται αντί να μειώνεται. Στο Γκετί και τα μουσεία του εξωτερικού υπάρχουν χιλιάδες δικές μας αρχαιότητες. Οι λαθρανασκαφές στη Μακεδονία δεν έχουν τέλος, η Ηπειρος και η Θεσσαλία είναι πρώτες στη λίστα των κλοπών των εκκλησιαστικών μνημείων από το 2000 έως σήμερα, ενώ τα παράνομα κυκλώματα σε αυτές τις περιοχές προτιμούν συνήθως τμήματα τέμπλων, δεσποτικές εικόνες κι όπου τα καταφέρνουν ξηλώνουν και ολόκληρο τον άμβωνα. Τρανό παράδειγμα η Αγία Παρασκευή στα Τρίκαλα…

Οι δράστες «χτυπούν» κυρίως το φθινόπωρο και το χειμώνα, ενώ η Αρχαιολογική Υπηρεσία (ελλείψει προσωπικού και χρημάτων) καταγράφει τις απώλειες την άνοιξη και το καλοκαίρι. Θα περίμενε κανείς, η πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟ, ενήμερη για τα προβλήματα και τις αγκυλώσεις, να βάλει το χέρι βαθιά στην τσέπη προκειμένου να λυθούν όλα αυτά: λαθρανασκαφές, κλοπές, παράνομη διακίνηση, εντοπισμός και διεκδίκηση. Αυτή ακριβώς ήταν η έκπληξη χθες. Ολοι γνωρίζουν, αλλά οι προτεραιότητες είναι άλλες. Την ίδια ώρα που αυξάνονται τα κρούσματα αρχαιοκαπηλίας, το υπουργείο Πολιτισμού αυξάνει τα κονδύλια που δίνει σε γιορτές. Διαθέτει 6 εκατ. ευρώ για την προβολή των εγκαινίων του νέου Μουσείου της Ακρόπολης, αλλά τσιγκουνεύεται εκεί που πρέπει να βοηθήσει. Αποφεύγει την πολιτική και προτιμά τα πυροτεχνήματα.

Στόχος τα Ξωκλήσια

Το πρόβλημα όπως φάνηκε από τις χθεσινές ομιλίες δεν είναι μόνο οι λαθρανασκαφές και οι κλοπές. Οι βανδαλισμοί εκκλησιαστικών μνημείων, που επισήμανε η Ιωάννα Κολτσίδα - Μακρή (διευθύντρια Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων), είναι «δυσάρεστο φαινόμενο».

Τα απομακρυσμένα μοναστήρια και τα απροστάτευτα ξωκλήσια είναι επίσης εύκολοι στόχοι των δραστών, εν αντιθέσει με εκείνα στα αστικά κέντρα.

Η ευθύνη είναι κοινή. «Βαραίνει» και το χώρο της Εκκλησίας, της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, της Πολιτείας και της τοπικής κοινωνίας. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος ήταν χθες και αποκαλυπτικός και ανθρώπινος. Η θητεία του 40 χρόνια στη Βοιωτία και οι σπουδές του στην αρχαιολογία του έδωσαν το δικαίωμα να μιλήσει για «άγνοια και απληστία» που διακρίνει τους παραπάνω. Και «έλλειψη εκπαίδευσης», πρόσθεσε. Ετσι ερμήνευσε την καχυποψία των ανθρώπων της επαρχίας απέναντι στους εκπροσώπους της Αρχαιολογικής και της Δασικής Υπηρεσίας, αλλά και την προτίμηση των τοπικών αρχών να φτιάξουν λ.χ. ένα καινούργιο τσιμεντένιο ναό, αντί να δώσουν τα ίδια χρήματα για τη διάσωση του παλαιότερου.

Η έλλειψη παιδείας είναι υπεύθυνη και για τα διάφορα γραφικά περιστατικά που γνώρισε. Κάποτε, είπε, για να αποκαταστήσουν σημαντικές εικόνες μοναστηριού στη Βοιωτία, συγκρότησαν επιτροπή της οποίας μέλος ήταν και οι διοικητής Χωροφυλακής, για να σταλούν στην Αθήνα. Οι εικόνες επιστράφηκαν συντηρημένες, αλλά οι κακές γλώσσες οργίασαν: «Τις πούλησε ο δεσπότης» αποφάνθηκαν οι χωρικοί.

«Οι εικόνες σώθηκαν, αλλά υπέφεραν πολλοί άνθρωποι», είπε ο Αρχιεπίσκοπος. Οπως ο διοικητής της Χωροφυλακής που πήρε δυσμενή μετάθεση στο Γύθειο.

Ο Μακαριώτατος συνέστησε άμεση καταγραφή και φωτογράφιση των εκκλησιαστικών θησαυρών, που βέβαια δεν είναι μόνο εικόνες αλλά και εκδόσεις, όπως αυτές της Βενετίας που είδε με τα μάτια του να γίνονται προσάναμμα χρόνια πριν, στη Μονή Σαγματά. «Οταν έβαλα τις φωνές μού είπαν «μα δεν διαβάζονται». Ο Αρχιεπίσκοπος έκανε και μια ενδιαφέρουσα πρόταση: συνεργασία μεταξύ στελεχών της Εκκλησίας με την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Για «να πέσει το τείχος» όπως είπε.

Οι αριθμοί αποκαλύπτουν

Η δουλειά της Διεύθυνσης Μουσείων, του Τμήματος Μη Δημοσίων Αρχαιολογικών Μουσείων και Συλλογών και Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, φάνηκε από τους αριθμούς που έδωσε ο αρχαιολόγος Βασίλης Σακελλιάδης. Από το 1967 έως σήμερα έχουμε 1.352 κλοπές εκκλησιαστικών αντικειμένων, εκ των οποίων οι περισσότερες είναι σε ναούς και μονές. Την τελευταία οκταετία καταγράφονται 69 κρούσματα, με περισσότερα το 2005 και 2006 όπου σημειώθηκαν 13 και 11 κλοπές αντίστοιχα με κλοπιμαία 88 και 108 αντικείμενα. Οι υποθέσεις το 2007 ανέρχονται σε πέντε μόνο με επτά αντικείμενα, ενώ την τρέχουσα περίοδο φτάσαμε αισίως τις 8 υποθέσεις, με 138 έργα.

Εντονα είναι τα προβλήματα και στο βυθό. Η αδυναμία φύλαξης των χώρων απαιτεί γερές χρηματοδοτήσεις, όπως τα προγράμματα για υποθαλάσσιες έρευνες. «Η έρευνα των νερών θα είναι η αποτελεσματικότερη προστασία» είπε η επίτιμος Διευθύντρια Εναλίων Καλλιόπη Πρέκα- Αλεξανδρή, ενώ ο αντιπλοίαρχος Ιωάννης Χόρτης έδωσε τη διάσταση από την πλευρά της Διεύθυνσης Ασφάλειας. Το πρόβλημα διογκώνεται διότι ανατολικά δεν υπάρχουν διεθνή ύδατα, ο αριθμός των σκαφών που διαπλέει είναι μεγάλος, οι πληροφοριοδότες κοστίζουν, ο χώρος είναι συντεχνιακός.

«Πώς σχηματίζονται οι ιδιωτικές συλλογές, πού βρίσκουν θησαυρούς τα διεθνή μουσεία;» αναρωτήθηκε με νόημα. Ολοι γνωρίζουν τι φταίει. Οπως, ότι χρειάζονται μεγάλα κονδύλια για την καταγραφή, την προστασία και τη διεκδίκηση. Αυτό πρέπει να δει σοβαρά η πολιτεία και ειδικότερα η ηγεσία του ΥΠΠΟ.

ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

25.9.08

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis