Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

Ξεμείναμε από σπόρους

Ξεμείναμε από σπόρους. Εξαφανίζονται οι παραδοσιακές καλλιέργειες καθώς το 98%-99% των ντόπιων ποικιλιών λαχανικών δεν καλλιεργείται πια. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχει εκλείψει το 92% των ελληνικών ειδών σιταριού

ΕΝΑ ΤΟΥΡΛΟΥ λαχανικών,φτιαγμένο με κόκκινη πατάτα και κομμάτια από γιγάντιο κολοκύθι,το οποίο ακαθάριστο φτάνει το ένα μέτρο,προκαλεί ενδιαφέρον.Αν μάλιστα συνοδευτεί με σαλάτα από «κουτσίν»,τότε το γεύμα... ακούγεται μάλλον εξωτικό. Για τελική «πινελιά», μια πιατέλα φρούτων με κομμάτια από «καντόνι» και «τζέρτζελα» θα κάνει
το μενού ακόμη πιο ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδομένα. Και όμως όλα τα υλικά για την παρασκευή των συγκεκριμένων πιάτων προέρχονται από εντόπιες ποικιλίες παραδοσιακής καλλιέργειας,που στο πέρασμα των χρόνων «εξορίστηκαν» από τα χωράφια και εκχώρησαν τη θέση τους σε ξένες, πιο παραγωγικές ποικιλίες που δίνουν προϊόντα ελκυστικά στην όψη,αλλά όχι στη γεύση.Η πατάτα με την κόκκινη φλούδα και το γιγάντιο κολοκύθι παράγονται
ακόμη και σήμερα σε παραδοσιακές καλλιέργειες στη Ροδόπη,το «κουτσίν» (βουνίσιο παντζάρι) καλλιεργείται αποκλειστικά στους νομούς Ξάνθης και Ροδόπης,ενώ ελάχιστα δέντρα με «τζέρτζελα» (βερίκοκκα) και «καντόνια» (ροδάκινα) υπάρχουν ακόμη στο Πήλιο και στη Νάουσα, αντίστοιχα. Ωστόσο,σύμφωνα με τους ειδικούς, το 98% ως 99% των ντόπιων ποικιλιών λαχανικών δεν καλλιεργείται πλέον στην Ελλάδα.

Με την τεχνολογική και οικονομική επανάσταση που επικράτησε μετά τον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο, δόθηκαν τεράστιες δυνατότητες στον άνθρωπο να επηρεάσει το φυτικό περιβάλλον. Η γενίκευση της μονοκαλλιέργειας και η απελευθέρωση των εσωτερικών και διεθνών αγορών δημιούργησαν ένα νέο οικονομικό και τεχνικό πλαίσιο, που προωθούσε την τυποποίηση και ομοιομορφία. Η προπαγάνδα των πολυεθνικών εταιρειών- που εκμεταλλεύτηκαν ένα ευνοϊκό για εκείνες νομικό πλαίσιο προστασίας, το οποίο επικράτησε διεθνώς μετά το 1960, και οι οποίες στηρίχθηκαν σε ένα πολύ καλά οργανωμένο marketing- κατάφερε να επιβάλει στους παραγωγούς συγκεκριμένα υβρίδια (τελευταία και γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς), με συνέπεια οι περισσότερες παραδοσιακές ποικιλίες να έχουν σήμερα εξαφανιστεί.

Παγιδευμένοι στα δίχτυα των εταιρειών
Στην προσπάθειά τους, μάλιστα, να δημιουργήσουν γρήγορα βελτιωμένες ποικιλίες, σύμφωνα με την καθηγήτρια Γενετικής και Βελτίωσης Φυτών του ΑΠΘ κυρία Μεταξία Κούτσικα-Σωτηρίου , οδηγήθηκαν στην υπερχρησιμοποίηση ως «γονέων» πολύ λίγων, συχνά συγγενών μεταξύ τους, επίλεκτων ποικιλιών, που ανακυκλώνονται. Ετσι, μικρό μόνο τμήμα από το μεγάλο γονιδιακό εύρος μιας καλλιέργειας συμμετείχε στο γενότυπο των νέων ποικιλιών. Δηλαδή, βαθμιαία, συγκεντρωνόταν το εγχώριο γενετικό υλικό και αυτό οδηγούσε στη γενετική υποβάθμιση, διότι στένευε η γενετική παραλλακτικότητα και έφερνε ομοιομορφία. Σήμερα, δεν χρησιμοποιείται στη βελτίωση περισσότερο από το 5-10% της διαθέσιμης παραλλακτικότητας. Οι νέες ποικιλίες ανταποκρίνονται πλήρως στις σύγχρονες απαιτήσεις της τυποποίησης, της συσκευασίας και της μεταποίησης. Και οι αγρότες βρίσκονται πλέον παγιδευμένοι στα δίχτυα των συγκεκριμένων εταιρειών, οι οποίες διατηρούν την εμπορική εκμετάλλευση των ποικιλιών και καθορίζουν τις συνθήκες πώλησής τους.

Οταν γίνεται αναφορά για εντόπιες ποικιλίες, σημαίνει τοπικές ποικιλίες-πληθυσμοί παραδοσιακής καλλιέργειας, οι οποίες εξελίχθηκαν σε συγκεκριμένες περιοχές στη διάρκεια πολλών αιώνων, με την επίδραση της φυσικής επιλογής- δηλαδή της ικανότητας προσαρμογής και αναπαραγωγής στις συνθήκες περιβάλλοντος- καθώς και της τεχνητής επιλογής που εφάρμοσε ο γεωργός διατηρώντας τα φυτά που συγκέντρωναν απόδοση, ποιότητα και ανθεκτικότητα στους εχθρούς και ασθένειες. Τέτοιες ποικιλίες κυριαρχούσαν ως τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η γεωργία ήταν οικολογική, χωρίς λιπάσματα, πολύ νερό, φυτοφάρμακα και άλλες εισροές.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας Σπόρων Αιγαίου, έχει εκλείψει το 92% των ελληνικών ποικιλιών σιταριού. Πριν από λίγα χρόνια, στη χώρα μας καλλιεργούνταν 111 εντόπιες ποικιλίες μαλακού σιταριού, 139 εντόπιες ποικιλίες σκληρού σιταριού, 99 ελληνικές ποικιλίες κριθαριού, 294 καλαμποκιού και 39 βρώμης. Στην Ελλάδα του 1950, όπως αναφέρει ο κ. Π.Σαϊνατούδης από την Εναλλακτική Κοινότητα «Πελίτι», δεν χρησιμοποιούνταν καθόλου υβρίδια καλαμποκιού, ενώ σήμερα δεν καλλιεργούνται πουθενά εντόπιες ποικιλίες παρά μόνο υβρίδια. Οσον αφορά το σιτάρι, το 1927, η καλλιέργειά του περιελάμβανε 100% εντόπιες ποικιλίες, το 1969 10%, τελευταία όμως κυριολεκτικά έχει εκτοπιστεί από την καλλιέργεια το σύνολο των παλιών ποικιλιών. Οι ειδικοί επιστήμονες υπολογίζουν ότι σήμερα καλλιεργούνται μόνο το 1% των εντόπιων ποικιλιών σιταριού και το 2-3% των ποικιλιών λαχανικών, που υπήρχαν πριν από 50 χρόνια στη χώρα μας.

Η Τράπεζα Γενετικού Υλικού, που εδρεύει στο Κέντρο Γεωργικής Ερευνας Βόρειας Ελλάδας (ΚΓΕΒΕ) του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Ερευνας (ΕΘΙΑΓΕ) έχει κάνει επανειλημμένες εξερευνήσεις στον ελλαδικό χώρο για συλλογή γενετικού υλικού εγχώριων ποικιλιών φυτικών ειδών. Συνολικά, έχει συλλέξει, περιγράψει, ταξινομήσει και αναπαραγάγει περίπου 14.000 εγχώρια υλικά καλλιεργούμενων φυτών και άγριων συγγενικών τους ειδών. Στα συγκεκριμένα δείγματα περιλαμβάνονται σιτηρά, όσπρια, κτηνοτροφικά φυτά, κηπευτικά, αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά, καθώς και 300 ποικιλίες αμπελιού. Για να γίνει όμως αξιοποίηση αυτού του γενετικού υλικού, απαιτούνται χρόνος, κόπος και πολλά κονδύλια.

Σύμφωνα με την τακτική ερευνήτρια στο Κέντρο Γεωργικής Ερευνας Βόρειας Ελλάδας κυρία Αικατερίνη Τράκα-Μαυρωνά, για να διακινηθούν επίσημα σπόροι κάποιας ποικιλίας, θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένη στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών και να έχει παραχωρηθεί σε σποροπαραγωγική επιχείρηση για την εμπορική της εκμετάλλευση. Το Τμήμα Λαχανοκομίας του ΚΓΕΒΕ, σε συνεργασία με το Εργαστήριο Γενετικής και Βελτίωσης Φυτών του ΑΠΘ, εφάρμοσε ειδικό βελτιωτικό πρόγραμμα δημιουργίας ελληνικών ποικιλιών με αξιοποίηση τοπικών πληθυσμών και πέτυχε την εγγραφή στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών του «θρακιώτικου» πεπονιού, του πεπονιού «Λευκό Αμυνταίου», του καρότου «Νέας Μαγνησίας», της πιπεριάς «Πλατίκα Φλωρίνης», ενώ ολοκληρώνονται οι διαδικασίες για το άνυδρο «τοματάκι Σαντορίνης» και τη «φάβα Σαντορίνης».

Πιο ανθεκτικές οι παλιές ποικιλίες
Συγχρόνως, με στόχο την αξιοποίηση του εγχώριου υλικού σε βιολογικές καλλιέργειες (ή σε μια περιβαλλοντικά φιλική γεωργία), πραγματοποιείται επιλογή για δημιουργία ποικιλιών τομάτας, κολοκυθιού, πεπονιού κ.ά., που να είναι ανθεκτικές σε ξηρασία, χαμηλές ή υψηλές θερμοκρασίες, χαμηλή γονιμότητα, αλατότητα, ασθένειες και εχθρούς. Τέτοιες ποικιλίες απαιτούν λιγότερες εισροές σε φυτοφάρμακα, λιπάσματα, ορμόνες, νερό κ.ά. Πρόσφατη έρευνα των Εργαστηρίων Γενετικής Βελτίωσης Φυτών των Πανεπιστημίων Θεσσαλίας, Θεσσαλονίκης και Αθηνών σχετικά με την αξιολόγηση παλιών εντόπιων ποικιλιών σιταριού, συγκριτικά με εμπορικές ποικιλίες, σε βιολογικές καλλιέργειες ανέδειξε έξι εγχώριες ποικιλίες που είχαν σημαντική απόδοση σε σχέση με τις εμπορικές ποικιλίες.

Σβήνει γεωργικός πολιτισμός 10.000 ετών

Συγκομιδή πατάτας στη Λάρισα
ΗΕλλάδα θεωρείται μια από τις σημαντικότερες χώρες στον πλανήτη όσον αφορά το φυτικό καλλιεργήσιμο γενετικό υλικό, καθώς η γεωργία στην περιοχή μας ξεκίνησε πριν από περίπου 10.000 χρόνια. Επίσης, γεωγραφικά, βρίσκεται στο σημείο εξάπλωσης των ποικιλιών, ενώ τα διαφορετικά μικροκλίματα της χώρας βοήθησαν την ανάπτυξη χιλιάδων ποικιλιών.

Σύμφωνα με τον κ. Σαϊνατούδη από την Εναλλακτική Κοινότητα «Πελίτι», οι εντόπιες ποικιλίες έχουν ορισμένα ανεκτίμητα φυσικά χαρακτηριστικά. Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά, αν μια ασθένεια πλήξει σήμερα μια καλλιέργεια, μπορεί να αποβεί μοιραία για την παραγωγή ολόκληρης της χώρας, καθώς οι σύγχρονες ποικιλίες, όπως προαναφέρθηκε, έχουν περιορισμένη γενετική βάση. «Κάποιες όμως παραδοσιακές καλλιέργειες θα μπορούσαν να αντεπεξέλθουν καλύτερα στις δύσκολες συνθήκες» επισημαίνει. Και αυτό διότι, όπως λέει η κυρία Αικατερίνη Τράκα-Μαυρωνά, ερευνήτρια στο Κέντρο Γεωργικής Ερευνας Βόρειας Ελλάδας, οι παλιές εγχώριες ποικιλίες αποτελούν τεράστια πηγή γενετικής παραλλακτικότητας που υπάρχει στη φύση, και συνεπώς εξασφαλίζουν όχι μόνο υψηλοαποδοτικές ποικιλίες όταν διασταυρώνονται ποικιλίες απομακρυσμένες γενετικά (από διάφορες περιοχές), αλλά και βελτίωση των ποιοτικών γνωρισμάτων.

«Οι τοπικές ποικιλίες μπορούν να αναπτύσσονται έχοντας καλή απόδοση,περιορισμένες ανάγκες σε νερό και θρεπτικά συστατικά,ενώ μπορούν να αμύνονται στους φυσικούς τους εχθρούς. Δηλαδήμπορούν να καλλιεργούνται χωρίς να χρειάζονται χημικά λιπάσματα ή φυτοφάρμακα» λέει ο κ. Μιχάλης Χαβαράνης από την Τράπεζα Σπόρων Αιγαίου. Παρ΄ όλα αυτά πλέον στις καλλιέργειες κυριαρχούν οι υβριδικοί σπόροι, οι οποίοι απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού και χημικά. Ωστόσο ο μεγάλος κίνδυνος, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι κατά τη γονιμοποίησή τους (με τον αέρα ή τα έντομα) οι υβριδικοί σπόροι μπορούν να επιμολύνουν γειτονικές τοπικές ποικιλίες. Οπως εξηγεί «όταν μία τοπική ποικιλία επιμολυνθεί,ο επόμενός της σπόρος θα αποκτήσει χαρακτηριστικά του υβριδίου και το κυριότερο,θα εξασθενίσει η δυνατότητά του να σχηματίζει παραγωγικούς σπόρους.Δηλαδή μία ποικιλία που χρειάστηκε αιώνες για να εξελιχθεί,μπορεί να εξαφανιστεί ακόμα και σε μία μόνο καλλιεργητική περίοδο».

Της Μάχης Τράτσα

ΠΗΓΗ ΤΟ ΒΗΜΑ
11.1.09

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis