Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Προς οριστικό «διαζύγιο» τράπεζες - κατασκευαστικές ελλείψει πόρων και παύσης πληρωμών από το κράτος



Δυσκολότερες γίνονται μέρα με τη μέρα οι συνθήκες για τις κατασκευαστικές εταιρείες των δημοσίων έργων, με τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ακόμη και οι μεγαλύτερες του κλάδου να μεγεθύνονται, λόγω της αδυναμίας του Δημοσίου να καλύψει τις οφειλές του προς αυτές. Πλέον, δεν είναι λίγες οι τράπεζες που φέρονται να γυρνούν την πλάτη τους στον κλάδο, είτε μέσω της άρνησής τους να χορηγήσουν νέα δάνεια είτε, κυρίως, μέσω της απροθυμίας τους να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση μεγάλων έργων.

Σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, τουλάχιστον μία από τις πέντε μεγάλες τράπεζες φέρεται να έχει διακόψει κάθε σχέση με τα δημόσια έργα, καθώς δεν παρέχει ούτε καν εγγυητικές επιστολές, απαραίτητες για τη συμμετοχή εταιρειών σε διαγωνισμούς. Η στάση αυτή καταδεικνύει πλέον την αποστροφή των τραπεζών προς κλάδους οι οποίοι χαρακτηρίζονται από ευθεία σχέση και συνδιαλλαγή με το Δημόσιο και αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι, αν αναλογιστεί κανείς την κατάσταση των ταμείων του κράτους.

Οι οφειλές από δημόσια έργα υπολογίζεται ότι προσεγγίζουν το 1,5 δισ. ευρώ, ένα ποσό που δύσκολα θα αποπληρωθεί σύντομα υπό την παρούσα δύσκολη συγκυρία, μια και οι προτεραιότητες του οικονομικού επιτελείου στρέφονται σε άλλες ακόμη πιο επείγουσες ανάγκες. Επιπλέον, το Δημόσιο έχει και «βεβαρημένο» παρελθόν, αν κρίνει κανείς από την κατάληξη του πολύκροτου έργου της υποθαλάσσιας αρτηρίας Θεσσαλονίκης, το οποίο ποτέ δεν ξεκίνησε, παρά την ανάθεση του διαγωνισμού σε κοινοπραξία με επικεφαλής την Ελλάκτωρ. Πλέον, το ζήτημα βρίσκεται στη διαδικασία της διαιτησίας, καθώς η ομάδα των 15 τραπεζών που είχαν συνάψει τα σχετικά δάνεια με την κοινοπραξία «Θερμαϊκή Οδός», αποτελούμενη από τις Ακτωρ Παραχωρήσεις (50%), Αrchirodon Group (32,5%) και Boscalis (17,5%), έπειτα από αρκετές προειδοποιήσεις και παρατάσεις, εν τέλει κατήγγειλε τη σύμβαση του έργου, σε συνεννόηση με την κοινοπραξία. Η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε η αρχή του τέλους για τις σχέσεις πολλών τραπεζών με τον κατασκευαστικό κλάδο, έστω κι αν η ευθύνη στην περίπτωση αυτή δεν ήταν των εταιρειών.

Σημαντικά προβλήματα που σίγουρα «τραυμάτισαν» τη σχέση τους με τις κατασκευαστικές εταιρείες αντιμετώπισαν και τράπεζες, όπως η Alpha Bank, η Εμπορική και η Τράπεζα Πειραιώς, από τη χρηματοδότηση της ΑΕΓΕΚ. Λόγω των προβλημάτων της τελευταίας, οι τράπεζες έφτασαν να ελέγχουν σημαντικό ποσοστό των μετοχών της, ταυτόχρονα με το σύνολο σχεδόν της ακίνητης περιουσίας της κι ένα μέρος των παγίων της, όπως για παράδειγμα το λιμάνι του Αστακού, που αποκτήθηκε ύστερα από συμφωνία με την πρώην διοίκηση, σε αντάλλαγμα για τη διαγραφή μέρους των χρεών. Παρά τις κινήσεις αυτές η εισηγμένη δεν ανέκαμψε, με αποτέλεσμα τελικά οι τράπεζες να υποχρεωθούν να αναλάβουν προσωρινά τη διοίκηση της εταιρείας και να αναζητήσουν στρατηγικό επενδυτή στο πρόσωπο του Ιωάννη Μαρούλη, ώστε να απεμπλακούν από την ΑΕΓΕΚ.

Οπως επισημαίνουν φορείς της αγοράς, το γεγονός ότι σήμερα δεν δημοπρατούνται νέα έργα, ναι μεν πλήττει τον κλάδο, ωστόσο, μπορεί να θεωρηθεί και θετικό. «Αν η κυβέρνηση προχωρούσε αυτήν τη στιγμή σε δημοπρατήσεις, θα προέκυπταν σοβαρά προβλήματα από τις υπέρογκες εκπτώσεις που θα δίνονταν από τις εταιρείες, στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν νέα έργα. Μακροπρόθεσμα, αυτό θα προκαλούσε ακόμη περισσότερα προβλήματα», τονίζει στέλεχος με μεγάλη εμπειρία στον κλάδο. Ταυτόχρονα, οι τράπεζες δύσκολα θα στήριζαν αυτήν την περίοδο τις εταιρείες στην προσπάθειά τους να λάβουν χρηματοδότηση για τα νέα έργα, καθώς βλέπουν ότι οι οφειλές του Δημοσίου παραμένουν δυσεπίλυτο πρόβλημα, επομένως, το ρίσκο που καλούνται να αναλάβουν είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Μπορεί λοιπόν συγχρηματοδοτούμενα έργα που προκηρύχθηκαν με προχειρότητα, όπως οι επεκτάσεις της Αττικής Οδού ή το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλλι, να αναβλήθηκαν τουλάχιστον έως τα τέλη του έτους, ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν ενόχλησε κανένα, μια και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν αμφότερα τα έργα ήταν από καιρό γνωστά. Οταν, όμως, έρθει η στιγμή της δημοπράτησής τους, πιθανώς στις αρχές του 2011, και δεν έχουν βελτιωθεί οι συνθήκες στον κλάδο, αλλά και στα δημόσια οικονομικά, οι ελληνικοί όμιλοι που θα συμμετάσχουν θα βρεθούν αίφνης να διαδραματίζουν ρόλο κομπάρσου απέναντι στους ξένους εταίρους τους. 

Εχοντας μειωμένη δυνατότητα χρηματοδότησης και με μειωμένη κερδοφορία –αλλά και ζημίες– δύσκολα θα μπορέσουν να διεκδικήσουν υψηλά ποσοστά συμμετοχής στα σχήματα που θα δημιουργηθούν, επιστρέφοντας στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, όταν η διαπραγματευτική τους ισχύ ήταν μικρή.

Του Νικου Χ. Ρουσανογλου
14.3.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis