Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Τα Ιδρύματα των κοινοβουλευτικών πρωθυπουργών

Τα τελευταία χρόνια ιδρύθηκαν και στη χώρα μας επιστημονικά Ιδρύματα που φέρουν τα ονόματα διακεκριμένων πολιτικών προσωπικοτήτων. Με τη συγκέντρωση, τη συστηματική οργάνωση και το άνοιγμα των αρχείων αυτών των ιδρυμάτων στους ερευνητές και στη κοινωνία, συντελείται σήμερα σημαντική πρόοδος στην κατεύθυνση της διεύρυνσης της ιστορικής έρευνας. Εμπλουτίστηκαν οι αρχειακές πηγές και διευκολύνθηκε η πρόσβαση σ’ αυτές τόσο των επιστημόνων, Ελλήνων και ξένων, όσο και των μη ειδικών που ενδιαφέρονται για την Ιστορία του τόπου μας.

Μέχρι πρότινος, ελάχιστα ήταν τα συγκροτημένα αρχεία κομμάτων και πολιτικών προσωπικοτήτων. Οι πρωτογενείς πηγές κείτονταν κατακερματισμένες και παρέμεναν αναξιοποίητες, υπό την απειλή της φθοράς του χρόνου, καλά κρυμμένες στο ιερό άβατο της κομματικής εσωστρέφειας. Αλλωστε, η διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων πολιτών βασίστηκε κατά κανόνα είτε σε πατριωτικές εξάρσεις είτε σε κομματικά πάθη και ιδεολογικές προκαταλήψεις. Η βιαιότητα των ιστορικών γεγονότων και των πολιτικών αντιπαραθέσεων, στο μεγαλύτερο τμήμα του 20ού αιώνα δεν άφησε περιθώρια για νηφάλιες προσεγγίσεις, οι οποίες υπερβαίνουν τους αφορισμούς και προχωρούν στην αναζήτηση τεκμηρίων. Ηταν αυτή η βιαιότητα που καθήλωσε την ερμηνεία των γεγονότων στην ένδεια της μονομέρειας και περιόρισε την εμβέλεια της Ιστορίας στα στενά όρια της ιδεολογικής της χρήσης. Επρεπε η ίδια η Ιστορία να ανοίξει τον δρόμο στους ιστορικούς, δημιουργώντας τις απαραίτητες προϋποθέσεις, με την αποκατάσταση και διεύρυνση της Δημοκρατίας και το οριστικό τέλος του Εμφυλίου.

Ετσι, το 1983 ιδρύεται το Ιδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, το 1989 το Πνευματικό Ιδρυμα Γεωργίου Παπανδρέου, το 1996 το Ιδρυμα Ανδρέα Γ. Παπανδρέου, το 2000 το Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος, το 2001 το Ιδρυμα Κωνσταντίνος Κ. Μητσοτάκης και το 2008 το Ιδρυμα Κωνσταντίνος Σημίτης. Πρόκειται για νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που με αφετηρία και άξονα τη ζωή και το έργο των προσωπικοτήτων, το όνομα των οποίων φέρουν στον τίτλο τους, ιδρύθηκαν με σκοπό να συμβάλουν στην επιστημονική έρευνα και γενικότερα στα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας.

Είναι γνωστό ότι τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, με πιθανή εξαίρεση την Αριστερά, με τα ΑΣΚΙ και τα αρχεία του ΚΚΕ, υπήρξαν και είναι ακόμα προσωποπαγή. Ηταν επόμενο λοιπόν να αναζητήσουν τη διάσωση της ιστορίας τους στις αρχειακές συλλογές των ηγετών τους και να εκχωρήσουν την ευθύνη αυτών των συλλογών στα Ιδρύματα που συστάθηκαν για τον σκοπό αυτό. Το βάρος των ονομάτων που φέρουν τα Ιδρύματα είναι μια πολύτιμη, προς αυτά, δωρεά που τους προσδίδει μια ανθεκτική ταυτότητα, εφόδιο σημαντικό στη σημερινή απρόσωπη νεωτερική εποχή. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος κάθε Ιδρύματος είναι συμπληρωματικός των άλλων σε μια συνολική προσπάθεια, σε εθνικό επίπεδο, με στόχο το άνοιγμα ενός γόνιμου διαλόγου που έλειψε τόσο από τον ακαδημαϊκό χώρο όσο, κυρίως, από τα πολιτικά μας δρώμενα.

Στην κατεύθυνση αυτή, τα τελευταία δύο χρόνια, το Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, ανέλαβε την πρωτοβουλία να οργανώσει κοινές δράσεις των Ιδρυμάτων των Κοινοβουλευτικών Πρωθυπουργών. Ο συντονιστικός αυτός ρόλος του Ιδρύματος της Βουλής είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Οπως το Κοινοβούλιο, έτσι και τα Ιδρύματα πρέπει να είναι ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης, διαφάνειας και σύνθεσης.

Η ύπαρξη προσωποπαγών αρχείων δημοσίων ανδρών, με την εγγενή εσωτερική αντίφαση που τα χαρακτηρίζει, δυσχεραίνει την όποια απόπειρα οριοθέτησης ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο. Χάριν της ενότητος και της συνοχής ενός τέτοιου αρχείου είναι απαραίτητη, η συνύπαρξη, σ’ αυτό, τεκμηρίων τόσο ιδιωτικού όσο και δημόσιου χαρακτήρα. Είναι η διττή διάσταση μιας τέτοιας οντότητας που καθορίζει και το είδος του προϊόντος που παράγεται, αλλά και τον τρόπο πρόσβασης σ’ αυτό όπου το πλεονέκτημα του ιδιωτικού έναντι του δημοσίου είναι σαφές λόγω της μεγαλύτερης διαφάνειας και της έλλειψης αναστολών και αγκυλώσεων.

Τα ιδιωτικά αρχεία των πολιτικών προσώπων περιλαμβάνουν όλες τις κατηγορίες τεκμηρίων όπως έγγραφα, φωτογραφίες, ηχητικά αρχεία, αρχεία κινουμένων εικόνων, προσωπικά χρηστικά αντικείμενα και άλλα. Στη διαδικασία ταξινόμησης και αξιοποίησής τους οφείλουμε να επιστρατεύσουμε τις αυξημένες τεχνολογικές δυνατότητες της εποχής, έτσι ώστε στην εργαστηριακή επανάληψη του ιστορικού γεγονότος οι απώλειες να είναι κατά το δυνατόν λιγότερες. Αλλωστε το ζητούμενο δεν είναι η ουτοπία μιας πιστής αναπαράστασης ενός παρελθόντος που, ούτως ή άλλως χάθηκε, αλλά η απελευθέρωση του χειμάρρου των δυνάμει ερμηνειών. Και αντί να ακυρώσουμε αυτό που προσφέρει η υποκειμενική ιδιαιτερότητα των προσώπων ας αντλήσουμε από την πολυπλοκότητα της υποκειμενικότητάς τους ό,τι περισσότερο μπορούμε.

Στην εμβάθυνση και διεύρυνση της ιστορικής έρευνας βρίσκεται το διακύβευμα της ενασχόλησης με την Ιστορία που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια δημιουργική, πολιτισμική πρακτική που σχετίζεται με το τώρα και το αύριο των κοινωνιών, με τους φόβους και τις ελπίδες τους. Στη σημερινή συγκυρία, με απαξιωμένη την πολιτική και βραχυκυκλωμένη την οικονομική επιστήμη, η συσσωρευμένη εμπειρία του παρελθόντος δεν είναι πολυτέλεια. Φτάνει να μην λειτουργεί μόνο ως ανάμνηση, αλλά καταφάσκοντας δημιουργικά στο παρόν να γονιμοποιεί το μέλλον.

*Ο κ. Παντελής Βιρβιδάκης είναι γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Κωνσταντίνος Κ. Μητσοτάκης.

13,7,2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis