Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

«Λες και τα ’λεγα για να χορτάσω» - (οι ανεκτέλεστες συνταγές/μαγειρικές να πιάσουνε τόπο)


Δεν πληθαίνουν μόνο τα αδιάβαστα βιβλία στη βιβλιοθήκη μας ή οι αριθμοί τηλεφώνου στη μνήμη του κινητού μας, αριθμοί που ποτέ δεν θα καλέσουμε. 

Πληθαίνουν και οι ανεκτέλεστες συνταγές που έχουμε συγκεντρώσει σε μπλοκάκια, κουτιά και ντοσιέ, πληθαίνουν και βελτιώνονται τα βιβλία, τα περιοδικά μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής, όπως και οι σχετικές εκπομπές στην τηλεόραση. Θα έλεγε κανείς ότι όλη η Ελλάδα δεν μαγειρεύει απλώς, αλλά πειραματίζεται, αναζητεί νέες γεύσεις κι εμπειρίες, επιστρέφει στις ρίζες της και ταυτόχρονα απλώνει νέες.

Πριν από λίγα χρόνια, είχα ακούσει ότι η κουζίνα του μέλλοντος θα είναι ένα τηλεφωνικό κέντρο ή μια οθόνη υπολογιστή μέσω των οποίων θα παραγγέλνουμε το γεύμα μας, όμως η πρόβλεψη αυτή δεν έχει επιβεβαιωθεί. Αν και πολλοί καταφεύγουν, λόγω έλλειψης χρόνου και διάθεσης, στην εύκολη (αλλά όχι φθηνή) λύση του delivery, φαίνεται ότι δυναμώνει το ενδιαφέρον και των δύο φύλων, καθώς και των νεότερων ηλικιών για τη μαγειρική, για το σπιτικό και υγιεινό φαγητό – παρά την κρίση, ίσως και εξαιτίας της κρίσης.

Σε μια συνέντευξη, που έδωσε το 1979, ο καραγκιοζοπαίκτης Μίμαρος μιλάει για τις παραστάσεις που έδινε στην Αθήνα επί Κατοχής. «Παίζαμε δύο μήνες κωμωδίες, ηρωικά, ερωτοδραματικά. Η πείνα, όμως, είχε επιδράσει ακόμα και στον Καραγκιόζη. Μετά τις πρώτες δέκα παραστάσεις, μου σύστησε ο ιδιοκτήτης της μάντρας να σταματήσω τον “Καραγκιόζη Φούρναρη / Μάγειρα / Γιαουρτά” κι ό, τι είχε σχέση με φαΐ γιατί ο κόσμος –μόλο που γελούσε– υπέφερε σαν άκουγε για ζεστές φραντζόλες και φασουλάδες… Είχε δίκιο. Αφού ο ίδιος που τα ’λεγα αιστανόμουνα τα σάλια μου να τρέχουν… Λες και τα ’λεγα για να χορτάσω. Δράμα». 
 (Κώστας Στέφ. Τσίπηρας, «Ο ήχος του Καραγκιόζη»)

Αλλος τα ’λεγε για να χορτάσει, άλλος τα διάβαζε για να χορτάσει. 

Ο Αρθουρ Κέσλερ, ανταποκριτής μιας βρετανικής εφημερίδας στον Ισπανικό Εμφύλιο, βρέθηκε το 1937 κρατούμενος στη Σεβίλλη, σε μια φυλακή που διέθετε βιβλιοθήκη. Οπως γράφει στην «Ισπανική διαθήκη», εκεί καταβροχθίζει βιβλία, όμως αποφεύγει τα «πολεμικά» που τον αναστατώνουν και προτιμά να διαβάζει για γεύματα και, όταν του φέρνουν ένα καινούργιο βιβλίο, ψάχνει να βρει τις παραγράφους που μιλούν για φαγητό, «όπως οι έφηβοι ψάχνουν να βρουν τις ερωτικές περιγραφές».

Οι εκδόσεις και οι εκπομπές για τη μαγειρική, όπως και τα μαγειρικά sites στο Διαδίκτυο, που συχνά είναι γραμμένα με μεράκι και ζωντάνια, δεν καλύπτουν μόνο το κενό που έχει δημιουργήσει η έλλειψη της γειτονιάς ή της διευρυμένης οικογένειας, που επέτρεπαν τη μετάδοση της μαγειρικής πείρας από γενιά σε γενιά. Ο περί μαγειρικής λόγος ή η εικόνα δεν μας χορταίνει με τη βιολογική έννοια, αλλά τρέφει φαντασιώσεις που έχουν κοινωνική αναφορά. 

Για τον εαυτό μας θα μαγειρεύαμε τα στοιχειώδη, όμως οι πιο σύνθετες και χρονοβόρες συνταγές παραπέμπουν σε γιορτές και σχόλες, σε τραπέζια με φίλους και συγγενείς, στη συντροφικότητα που φέρνει το καλό κρασί που δεν πίνεται ξεροσφύρι. «Το χρήμα (και τον χρόνο) δεν τα λογαριάζω» –ούτε τα τσουμπλέκια που πρέπει να πλυθούν μετά– σκέφτεται κανείς σαν βλέπει τις περίτεχνες φωτογραφίες στα περιοδικά ή τα «ατμοσφαιρικά» πλάνα στις ταξιδιωτικές εκπομπές μαγειρικής ή τις αστραφτερές, ατσαλάκωτες κουζίνες στο στούντιο.

Σε μια εποχή ανασφάλειας και αβεβαιότητας, είναι ενθαρρυντική η ιδέα ότι μπορούμε να κάνουμε πράγματα με τα χέρια μας και να φτάνουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. 

«Πετυχαίνει πάντα», όπως έλεγε μέσα σε παρένθεση, πλάι στον τίτλο, η συνταγή στα τετράδια της μαμάς μας. 

Για πόσες σχέσεις και εγχειρήματα μπορούμε να πούμε το ίδιο;

Tης Mαριαννας Tζιαντζη
18.7.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis