Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Τα ζυμαρικά αντέχουν στη κρίση

O κλάδος των ζυμαρικών αποτελεί μία από τις ιδιομορφίες της ελληνικής αγοράς τροφίμων. Για περίπου δύο δεκαετίες παρατηρείται ένα ιδιότυπο μπρα ντε φερ μεταξύ των μεγάλων βιομηχανιών, της ιταλικής Βarilla, στην οποία ανήκει η Μisko, και της Κίκιζας ΑΕ, στην οποία ανήκει το εμπορικό σήμα Μέλισσα. Ο μεταξύ τους ανταγωνισμός ίσως έχει και συμβολική σημασία. Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η οικογένεια Κίκιζα, στην τρίτη γενιά πλέον, «στέκεται» απέναντι στον ανταγωνισμό επί «ίσοις όροις» δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εξαγωγική δραστηριότητα- ήδη διαθέτει θυγατρική εταιρεία στην Πολωνία- με στόχο στα επόμενα τρία χρόνια το 50% των πωλήσεων να προέρχεται από τις ξένες αγορές. Το 2010- έτος κατά το οποίο η εταιρεία κλείνει 60 χρόνια ως βιομηχανία ζυμαρικών- ήταν μια δύσκολη χρονιά, και οι πρώτοι μήνες ήταν εξαιρετικά απαισιόδοξοι. Η οικονομική κρίση άφησε εμφανώς το «αποτύπωμά» της στα ράφια των σουπερμάρκετ. Ωστόσο τα ζυμαρικά, ένα κατά τεκμήριο φθηνό προϊόν και με ισχυρή παρουσία των προϊόντων «ιδιωτικής ετικέτας»- στο σύνολο της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων και των discount stores, κατέχουν το 40%- κατόρθωσαν να αντισταθούν.  
 
Διατήρηση της κερδοφορίας
Γι΄ αυτό και, όπως αναφέρει μιλώντας προς «Το Βήμα» ο κ. Αλ. Κίκιζας, αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, οι πωλήσεις της εφέτος θα είναι αυξημένες. Ο ίδιος εκτιμά ότι θα διαμορφωθούν πάνω από τα 65 εκατ. ευρώ- πέρυσι ήταν 62,3 εκατ. ευρώ- και οι ενοποιημένες πωλήσεις θα υπερβούν τα 70 εκατ. ευρώ, αλλά βεβαίως ευελπιστεί ότι τα κέρδη της θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα. Μάλιστα, όπως σημειώνει ο ίδιος χαρακτηριστικά, στο σύνολο της αγοράς ο όγκος των πωλήσεων είναι αυξημένος κατά 2%, ενώ αντιθέτως η αξία του είναι μειωμένη κατά 3%. Τούτο πρακτικά σημαίνει- λαμβάνοντας υπόψη και την ελαφρά μείωση των πωλήσεων στα προϊόντα «ιδιωτικής ετικέτας», ένας από τους λίγους κλάδους όπου έχει παρατηρηθεί αυτή η τάση- ότι οι εταιρείες των επωνύμων προϊόντων με πάσης φύσεως εκπτώσεις κατά τη διάρκεια του χρόνου κατόρθωσαν να μη χάσουν μερίδιο αγοράς, ενώ παράλληλα η κατανάλωση αυξήθηκε. Η Βιομηχανία Κίκιζας- δημιουργήθηκε περίπου 30 χρόνια μετά την εμφάνιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, η οποία ήταν πολυσχιδής και εντυπωσιακή στο διάστημα 1920-1940- κατόρθωσε, με αρκετές καμπές αλλά και ανατάσεις σε διάστημα 60 χρόνων, όχι μόνο να επιβιώσει αλλά να αποτελεί και το αντίπαλο δέος της ιταλικής Βarilla στην ελληνική αγορά. Η ιστορία της αρχίζει στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Το 1947 οι αδελφοί Κίκιζαπρόκειται για την πρώτη επιχειρηματική γενιά της οικογένειας- αποφασίζουν να χωρίσουν τις δραστηριότητές τους. Η κοινή τους δραστηριότητα αφορούσε έναν κυλινδρόμυλο, το γνωστό εμπορικό κατάστημα που «βάφτισε» την περιοχή ως «γειτονιά του Κίκιζα», και μια ποτοποιία. Στη διανομή ο Αθανάσιος ανέλαβε τον κυλινδρόμυλο, ο Δημήτριος το κατάστημα και την ποτοποιία, ενώ οι Αλέξανδρος και Γρηγόριος δημιούργησαν μονάδα παραγωγής ζυμαρικών στην περιοχή της Κολοκυνθούς με την επωνυμία ΒΕΖΑΚ (Βιομηχανία Εκλεκτών Ζυμαρικών Αδελφών Κίκιζα). Η βιομηχανία συγκροτήθηκε το 1950.

Τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην ελληνική αγορά λειτουργούσαν 120 εργοστάσια ζυμαρικών, από τα οποία τα 39 ήταν στην περιοχή της Αττικής. Ο όγκος παραγωγής του κλάδου από το 1949 ως και το 1952 κυμαίνεται από 31.000 ως και 35.500 τόνους και το σύνολο σχεδόν των επιχειρήσεων ήταν τοπικής εμβέλειας. Τα δύο αδέλφια, λίγα χρόνια αργότερα, ακολούθησαν χωριστούς δρόμους. Το 1954 ο Γρηγόριος Κίκιζας αποχώρησε από την επιχείρηση, η οποία πλέον πέρασε εξ ολοκλήρου στα χέρια του Αλέξανδρου και, δύο χρόνια αργότερα, το 1956, η εταιρεία μετονομάστηκε σε Μέλισσα και άρχισε ο εκσυγχρονισμός της.

Ετσι έγινε η πρώτη παραγγελία για την τοποθέτηση αυτόματης πρέσας παραγωγής από την Ιταλία και τρία χρόνια αργότερα, το 1959, εγκαταστάθηκε νέα υπερσύγχρονη αυτόματη γραμμή παραγωγής και ξήρανσης ζυμαρικών, από τις πρώτες που τοποθετήθηκαν στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα η κατανάλωση άρχισε να αυξάνεται. Ωστόσο το δίκτυο της εταιρείας παρέμενε περιορισμένο. Τα προϊόντα της δεν διακινούνταν πέραν της Αττικής και της Πελοποννήσου. Παρ΄ όλα αυτά, βρισκόταν στην έβδομη θέση τόσο το 1957 (2.422 τόνοι) όσο και το 1958 (3.246 τόνοι). Το 1959 πέρασε στην έκτη θέση με 3.700 τόνους. Οι καταγεγραμμένες επιχειρήσεις ανά την Ελλάδα έφταναν τις 31. Υστερα από δύο χρόνια, το 1961, η Μέλισσα ανέβηκε στην πέμπτη θέση με 4.760

τόνους παραγωγής. Η εντυπωσιακή άνοδος των πωλήσεων αναγκάζει τον Αλ. Κίκιζα τον επόμενο χρόνο, το 1962, να εγκαταστήσει δεύτερη γραμμή παραγωγής και να επεκτείνει το εργοστάσιο για τρίτη φορά. Το 1965 ο Αλ. Κίκιζας απεβίωσε και τη γενική διεύθυνση ανέλαβε η σύζυγός του.

Το 1972 έγιναν οι πρώτες εξαγωγές
Η εταιρεία, κερδίζοντας όλο και μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης στην ελληνική αγορά, εκσυγχρονίζεται και επεκτείνει τις εγκαταστάσεις της, ενώ το 1972 εξάγει τους πρώτους 32 τόνους στην άκρως απαιτητική αμερικανική αγορά με την επωνυμία Κrinos Foods και δύο χρόνια αργότερα, το 1974 προχωρά στην καθετοποίηση της επιχείρησης, δημιουργώντας τον κυλινδρόμυλο ΜυλΜελ στη Λάρισα. Το 1975 η γενική διεύθυνση της εταιρείας περνά πλέον στα χέρια του κ. Γ. Κίκιζα.

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 η Μέλισσα έχει σταθεροποιηθεί στις πρώτες θέσεις του κλάδου, αλλά ο κλάδος συρρικνώνεται - λειτουργούν λιγότερες από 20 επιχειρήσεις. Το 1977 η βιομηχανία ζυμαρικών Ντεβέτα του Βόλου κλείνει, και το σήμα της, μαζί με το δίκτυο πωλήσεων, εξαγοράζεται από την Α. Κίκιζας ΑΕ, γεγονός που σηματοδοτεί τη συγκρότηση πανελλαδικού δικτύου πωλήσεων. Καθ΄ όλη τη δεκαετία του 1980 η θέση της εταιρείας στον κλάδο «παίζει» μεταξύ της τρίτης και της τέταρτης θέσης, ενώ η παραγωγή της πλησιάζει το 1990 τις 10.000 τόνους ετησίως.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 τα πράγματα είναι αρκετά δύσκολα, η Μisko έχει ήδη πωληθεί στους Ιταλούς και ο ανταγωνισμός έχει «αλλάξει πίστα». Τότε, λοιπόν, η Μέλισσα-Κίκιζας ΑΕ παραχωρεί το 25% στον ως τότε συνεργάτη της, την ιταλική Star, και λίγους μήνες αργότερα όταν εξαγοράζεται από κοινού η εταιρεία «Πελαργός», το ποσοστό των Ιταλών αυξάνεται στο 45%. Λίγο έλειψε, δηλαδή, η Μέλισσα να αλλάξει χέρια. Η εταιρεία αναδιοργανώνεται και αυξάνει την παραγωγή της πλησιάζοντας τις 12.000 τόνους ετησίως. Βεβαίως, αναδιαρθρώνοντας την παραγωγική της δραστηριότητα (πουλάει στη Unilever τον κλάδο των τοματικών προϊόντων, εξαγοράζει από τη Star τη συμμετοχή των Ιταλών, ώστε η οικογένεια Κίκιζα να ελέγχει πλέον το 100% της επιχείρησης και εξαγοράζει την παραπαίουσα Stella) καθετοποιεί πλήρως την επιχείρηση. Το 2007 αγοράζει το σήμα των ζυμαρικών ΑΒΕΖ και επενδύει περίπου 15 εκατ. ευρώ αυξάνοντας κατά 30% την παραγωγική της δυναμικότητα. Πλέον, η Κίκιζας ΑΕ πραγματοποιεί το 25% των πωλήσεών της στο εξωτερικό.

Από το Ελαιοχώρι στο Μεταξουργείο
Ηεπιχειρηματική ιστορία της οικογένειας Κίκιζα αρχίζει από το Ελαιοχώρι της Αρκαδίας όταν τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του Γ. Κίκιζα ανοίγουν ένα μικρό εμπορικό κατάστημα με ψιλικά και τρόφιμα δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό. Το 1925 ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια, ο Αθανάσιος Κίκιζας, έρχεται στην Αθήνα και ανοίγει κατάστημα τροφίμων στην οδό Λένορμαν και Παλαμηδίου, στο Μεταξουργείο, και το 1931 ανεβαίνει και ο Αλέξανδρος Κίκιζας. Δεν πέρασαν παρά μόνο λίγα χρόνια, και το εμπορικό κατάστημα του Μεταξουργείου απέκτησε τέτοια φήμη, που έδωσε το όνομά του στη γειτονιά («η γειτονιά του Κίκιζα»). Τότε, μάλιστα, έφθασε να απασχολεί προσωπικό 35 ατόμων, είχε τέσσερα ταμεία, φέρνοντας μάλιστα από την Αμερική τις πρώτες ταμειακές μηχανές. Ενα στοιχείο που δείχνει και την επιτυχία του για την εποχή ήταν ότι δεν είχε «βερεσέδια»... Την ίδια περίοδο οι δουλειές επεκτείνονται και η οικογένεια Κίκιζα δημιουργεί και ποτοποιία, ενώ διαθέτει και κυλινδρόμυλο. Λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια αποκτά την πρώτη σχέση της με τη μακαρονοποιία και παράγονται τα πρώτα «ιδιωτικής ετικέτας» ζυμαρικά. Απέναντι από το Φιξ, στη λεωφόρο Συγγρού, λειτουργούσε το μακαρονοποιείο Δήμητρα. Η πρώτη, λοιπόν, συμφωνία ήταν η παραγωγή ζυμαρικών με την επωνυμία Κίκιζας, τα οποία και πωλούνταν στο κατάστημα. Το 1938 όμως συνεταιρίζονται και ο Αλέξανδρος Κίκιζας αναλαμβάνει τη διεύθυνση του μακαρονοποιείου, το οποίο βέβαια κλείνει κατά τη διάρκεια της Κατοχής, εν αντιθέσει με το κατάστημα που υπολειτουργεί.

Του Δ. Χαροντάκη
Πηγή Το Βήμα
28.11.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis