Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Βιβλιοπροτάσεις : Η "ανάσταση" μιας μεγάλης επανάστασης (Μακρυγιάννης-Απομνημονεύματα)

Εκατόν τέσσερα χρόνια ύστερα από την πρώτη τους έκδοση, από τον Γιάννη Βλαχογιάννη, τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη κυκλοφόρησαν, σε τρεις τόμους, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο το ερώτημα: είναι αυτό το έργο σήμερα για μας ζωντανό κείμενο ή είναι ένα πολιτισμικό «τοτέμ» του εθνικού και αισθητικού παρελθόντος;

Τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη κυκλοφόρησαν, σε τρεις τόμους. Η επανέκδοση είναι ασφαλώς καλοδεχούμενη, καθώς μας προσφέρει μια έγκυρη και εύχρηστη μορφή του μνημειακού κειμένου, που όμως, τις τελευταίες δεκαετίες, ταλαιπωρήθηκε αρκετά στην εκδοτική αγορά. Εξίσου καλοδεχούμενα είναι τα συνοδευτικά τεκμήρια που συγκεντρώνονται στον τρίτο τόμο της πρόσφατης έκδοσης: όλα τα σχετικά κείμενα του Βλαχογιάννη (βιογραφία του Μακρυγιάννη, εισαγωγή στα «Απομνημονεύματα», πρόλογος στη δεύτερη έκδοση, που ετοίμαζε το 1945), μια επιλογή από τα πρώτα σχόλια για το έργο (ως το 1930) και, κυρίως, η εισαγωγή του Σπύρου Ασδραχά στη δυσεύρετη πια έκδοση του 1957. Η έκδοση συμπληρώνεται με χρονολόγιο, βασική βιβλιογραφία, ενιαίο ευρετήριο ονομάτων και τοπωνυμίων και γλωσσάρι.

Η επανέκδοση της Εστίας ξαναφέρνει στο προσκήνιο τα ερωτήματα που ακολουθούν αυτό το μυστηριώδες κείμενο από τον καιρό της πρώτης του εμφάνισης. Τι είναι ο Μακρυγιάννης; Ο συγγραφέας ενός «κειμηλίου της δημοτικής γλώσσας, και χωρίς καμιά καλλιτεχνική αξίωση», όπως τον ήθελε ο Παλαμάς; «Ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας ελληνικής λογοτεχνίας», όπως υποστήριζε αργότερα ο Σεφέρης; Το κείμενό του ανήκει στην αρμοδιότητα της ιστορικής επιστήμης ή της λογοτεχνικής κριτικής; Και ακόμα, είναι τα «Απομνημονεύματα» σήμερα για μας κείμενο τέτοιο που να μπορεί να ενεργοποιήσει νέες ενδιαφέρουσες αναγνώσεις; Ή είναι ένα πολιτισμικό «τοτέμ» του εθνικού και αισθητικού παρελθόντος, ένα παλίμψηστο που δεν έχει άλλο να μας προσφέρει, πέρα από τη συναρπαστική ιστορία των αλλεπάλληλων χρήσεων και οικειοποιήσεών του;

Εμπορος- δανειστής
«Το έργο του Μακρυγιάννη στην αρχή δίνει την εντύπωση αυτοβιογραφίας, σύντομα όμως το ίδιο το υλικό του το καθιστά γενικότερη ανιστόρηση», αναφέρει στην εισαγωγή του Γ΄ τόμου ο Σπύρος Ασδραχάς. «Αρχίζει από το έτος 1797 (έτος γέννησης του Μ.) και τελειώνει στα 1850. [...] Οι προθέσεις του συγγραφέα δηλούνται εξαρχής: εξιστόρηση του δικού του βίου, ιδιωτικού και κοινωνικού, αιτιολόγηση και δικαίωσή του, έλεγχος και ηθικό μάθημα (τ. Α΄, σ. 19-23). Η τάση γι΄ αντικειμενικότητα δηλώνεται ρητά: «Θα σημειώσω γυμνή την αλήθεια και χωρίς πάθος. Αλλά η αλήθεια είναι πικρή και όσοι κάμαμεν το κακόν μας κακοφαίνεται, ότι και το κακό το θέλομε και το νιτερέσιον να το κάνομε και καλούς πατριώτες θέλομε να μας λένε» (τ. Α΄, σ. 21). Ας γίνει όμως από τώρα η διασάφηση: για τον Μακρυγιάννη αλήθεια είναι η δική του αλήθεια. Σ΄ όλη του την αφήγηση δε θα βρει ένα λόγο κατανόησης- ή κι ανθρώπινης συμπάθειας- για μορφές ιστορικά δικαιωμένες ή τουλάχιστον αναγνωρισμένες, που μαζί τους συγκρούσθηκε.

Εμπορος και δανειστής ήδη κατά την Τουρκοκρατία, χωρίς καπεταναίικη ή κοτζαμπασήδικη προέλευση, γόνος κατεστραμμένων μικροϊδιοκτητών, σημειώνει την πορεία του ρωμιού από την αγροτικήν οικονομία σε μια μικροεμπορευματική- τοκογλυφική. Από το άλλο μέρος δέχεται τον ηρωικόν άνεμο του αρματολισμού, χωρίς όμως τις οικονομικές εκείνες συναρτήσεις που τον ορίζουν. [...] Η συνύπαρξη αυτών των ιδιοτήτων είναι εκφραστική: από τη μια το νοικοκύρεμα που αποτελεί στοιχειώδες αίτημα του νεοελληνικού αστισμού, από την άλλη το πνεύμα το ηρωικό, ίσως σε μιαν ιδανική αφαίρεση».

Φυλετική συνείδηση
Η περιπέτεια των «Απομνημονευμάτων» αρχίζει με την ανακάλυψη των χειρογράφων του Μακρυγιάννη, το 1901, από τον γιο του Κίτσο· σύμφωνα με τον Βλαχογιάννη, τα χειρόγραφα βρέθηκαν στα υπόγεια του σπιτιού, «μέσα σ΄ ένα τενεκέ, μισοσαπισμένα». Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, ο Κίτσος Μακρυγιάννης φέρεται να κατέθεσε το χειρόγραφο τωνΑπομνημονευμάτων , μαζί με άλλα αντικείμενα του πατέρα του, στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. Από τότε το χειρόγραφο λανθάνει. Ετσι, κάθε μεταγενέστερη επανέκδοση βασίζεται αναγκαστικά στη μεταγραφή και στις άλλες επιλογές του Βλαχογιάννη, στην έκδοση δηλαδή του 1907.

Ριζωμένη στον μαχόμενο δημοτικισμό και στον εθνορομαντικό λαογραφισμό των αρχών του 20ού αιώνα, η ιδρυτική ανάγνωση του Μακρυγιάννη από τον Βλαχογιάννη πληροφορεί, σε κάποιο βαθμό, και όλες τις μεταγενέστερες μυθογραφικές προσεγγίσεις. Αντιπροσωπευτικός κάτοικος ενός οριστικά χαμένου λαογραφικού παραδείσου, ο Μακρυγιάννης του Βλαχογιάννη γράφει «τρόπον τινά διά της σπάθης και ουχί διά της γραφίδος» αλλά συγχρόνως, ως «εκ φύσεως προορισμένος καλλιτέχνης», αναπαριστά τον κόσμο και τα χρόνια του «όχι μόνον εν πραγματικότητι, αλλά και εν ποιητική δυνάμει σημαντική». Το κείμενό του είναι «εξόχως ποιητικό έργο» και μαζί «το γνησιώτατον και καθαρότατον κάτοπτρον των χρόνων εις ους αναφέρεται». Κυρίως, όμως, ο αγράμματος πεζογράφος είναι αυθεντικός φορέας της φυλετικής συνείδησης, «έμπνουν, ένθεον όργανον της εθνικής ψυχής». Οπως γράφει ο Βλαχογιάννης, «η διά της γραφίδος αυτού ρέουσα πηγή ζωής ήρχετο μακρόθεν, λίαν μακρόθεν, εκ των βαθυρρίζων θεμελίων της φυλής και του έθνους εις ο ανήκεν». Και αλλού: «ίσως αυτή η φωνή της εθνικής ψυχής είναι η ψιθυρίσασα εις το ους του Μακρυγιάννη την ιεράν παραγγελίαν της συγγραφής του παρόντος έργου». Με αυτή τη θεολογική μεταφορά, που παραπέμπει βέβαια στον εθνορομαντισμό του Χέρντερ, ο Βλαχογιάννης αποδίδει μεταφυσικές ιδιότητες τόσο στο έθνος όσο και στο κείμενο των «Απομνημονευμάτων», το οποίο εφεξής δεν μεταφέρει αυθεντικά μόνο την αλήθεια του αγωνιστή, αλλά και τα «άνωθεν υπαγορευθέντα».

Στα πρώτα είκοσι περίπου χρόνια της κυκλοφορίας τους, πάντως, η πρόσληψη των «Απομνημονευμάτων» περιορίζεται σε λίγες, σποραδικές και συντομότατες αναφορές, οι οποίες τα συστήνουν ως ιστορικό τεκμήριο, εξαίρουν την «ειλικρίνεια» της μαρτυρίας του στρατηγού και εγκωμιάζουν την αφέλεια, τη χάρη και τη δραματική ένταση του λόγου του. Κατά τα άλλα, η αξία του κειμένου εμφανίζεται περισσότερο λαογραφική παρά λογοτεχνική και συνοψίζεται στη γοητεία «μιας ασυνείδητης τέχνης φυσικής, που δεν της λείπουν ομορφιές» (Κ. Παλαμάς). Στο διάστημα αυτό, εξάλλου, τα «Απομνημονεύματα» διαβάζονται από πολύ λίγους.

Πηγή : ΤΑ ΝΕΑ
19.2.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis