Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Το κίνημα "δεν πληρώνω" από το ελληνικό Δημόσιο

Το «δεν πληρώνω» του ελληνικού Δημοσίου στους προμηθευτές του δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ ελληνικών και ξένων επιχειρήσεων. Αμερικανικές, γερμανικές, γαλλικές επιχειρήσεις συμπάσχουν ισότιμα από την άρνηση του κράτους να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του. Υπολογίζεται ότι οι οφειλές του ελληνικού Δημοσίου στις θυγατρικές αμερικανικών πολυεθνικών επιχειρήσεων στη χώρα μας φτάνουν κοντά στο ένα δισ. ευρώ. Και το ποσό αυτό, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου κ. Γιάννο Γραμματίδη, αφορά μόνον προμήθειες για το έτος 2010.

Για τις οφειλές προηγούμενων ετών (2007-2009), οι αμερικανικές επιχειρήσεις που έχουν συναλλαγές με το Δημόσιο εξοφλήθηκαν με ελληνικά ομόλογα - ομόλογα «σκουπίδια» όπως τα χαρακτήρισε ο κ. Γραμματίδης, με βάση την αξιολόγησή τους. Για τη συγκεκριμένη περίοδο, δεν είναι σαφής η εικόνα των οφειλών, αλλά εκτιμάται ότι μόνον για τις επιχειρήσεις του φαρμακευτικού τομέα ανήλθαν σε 750 εκατ. δολάρια.

Σε ό, τι αφορά το 2010, οι οφειλές προς τις αμερικανικές επιχειρήσεις με δραστηριότητες στην Ελλάδα που προσφέρουν ιατρικό εξοπλισμό ανέρχονται σε 500 εκατ. δολάρια. Για την ίδια περίοδο, το ελληνικό Δημόσιο χρωστάει περισσότερο από 600 εκατ. δολ. στις αμερικανικές φαρμακευτικές και άλλα 120 εκατ. δολάρια στις επιχειρήσεις αμυντικού εξοπλισμού. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου, στα ποσά αυτά δεν περιλαμβάνονται διαφιλονικούμενες συμβάσεις, όπως για παράδειγμα αυτή της αμερικανικής SAIC που αφορά στο σύστημα C4I η οποία έχει παραπεμφθεί στη διαιτησία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου, τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ οφειλών του ελληνικού Δημοσίου αφορούν στη συντριπτική τους πλειονότητα λίγες δεκάδες επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, το 90% των οφειλών του Δημοσίου σε αμερικανικές επιχειρήσεις ιατρικού εξοπλισμού αφορά σε περίπου 15 επιχειρήσεις. Ακόμη λιγότερες είναι οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις αμυντικού εξοπλισμού που διεκδικούν τις οφειλές που προαναφέρθηκαν.

Παρά τις όποιες υπέρογκες οφειλές, μέχρι στιγμής δεν τίθεται θέμα νομικών προσφυγών, τουλάχιστον από την αμερικανική πλευρά, αναφέρει ο κ. Γραμματίδης.

Γάλλοι και Γερμανοί
Το ίδιο ισχύει και για τις γαλλικές και γερμανικές επιχειρήσεις, στις οποίες επίσης το ελληνικό κράτος οφείλει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Μόνο στη Siemens το Δημόσιο οφείλει 200 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με δηλώσεις του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας κ. Πάνου Ξυνή. Ο τελευταίος θεωρεί ότι οι υπέρογκες οφειλές του ελληνικού Δημοσίου προς την εταιρεία είναι αποτέλεσμα της απραξίας πολιτικών και κρατικών αξιωματούχων εξαιτίας του σκανδάλου των «μαύρων ταμείων», η οποία όμως βολεύει ταμειακά το ελληνικό κράτος. Ανάλογες εκτιμάται ότι είναι και οι οφειλές του ελληνικού Δημοσίου σε ξένες επιχειρήσεις άλλων χωρών της Ευρώπης. 

Ο πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου κ. Μιχ. Μαΐλλης, παρ' όλο που έχει ενημερωθεί από τα μέλη του Eπιμελητηρίου, αρνήθηκε να δώσει στοιχεία οφειλών στην «Κ». Από την άλλη πλευρά, η γενική διευθύντρια του Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίου κ. Κατερίνα Μανάλη ανέφερε ότι δεν διαθέτει στοιχεία. 

Πάντως και οι δύο είναι ενήμεροι για το πρόβλημα των γερμανικών και γαλλικών θυγατρικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα σχετικά με τις οφειλές του Δημοσίου.

Μεγαλύτερο το όφελος για τις εγχώριες επιχειρήσεις
O συμψηφισμός οφειλών μεταξύ επιχειρήσεων και κράτους, όπως την προανήγγειλε ο υπουργός Οικονομικών, κ. Γ. Παπακωνσταντίνου, μιλώντας πρόσφατα σε παραγωγικούς φορείς, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, μπορεί ν’ απαλύνει την κατάσταση, αλλά δεν θα λύσει το πρόβλημα των οφειλών του Δημοσίου προς τους προμηθευτές του. Ειδικά για τις θυγατρικές πολυεθνικών εταιρειών που κατά κανόνα είναι τυπικές με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, εκτιμάται ότι το μέτρο θα έχει μικρή επίπτωση στη μείωση του δημοσίου χρέους προς αυτές. Το μέτρο που προβλέπει συμψηφισμό κυρίως φορολογικών υποχρεώσεων μεταξύ των δύο πλευρών, θα ευνοήσει κυρίως τις εγχώριες επιχειρήσεις με φορολογικές υποχρεώσεις και κατά δεύτερο λόγο τις εξαγωγικές (λόγω επιστροφής ΦΠΑ). Ως συνέπεια, δεν αναμένεται να ευνοήσει ιδιαίτερα τις ξένες επιχειρήσεις, που συνήθως υποστηρίζουν τις πωλήσεις της μητρικής στην ελληνική αγορά. Εξάλλου, ο συμψηφισμός θ’ αφορά αποκλειστικά οφειλές του στενού δημοσίου φορέα και όχι ΔΕΚΟ, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων και άλλων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που λειτουργούν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Οι φορείς αυτοί -κυρίως δημόσια νοσοκομεία- είναι οι μεγαλύτεροι οφειλέτες του δημοσίου τομέα, αφού δημιουργούν περίπου το 50% του δημοσίου χρέους προς επιχειρήσεις. Τον περασμένο Οκτώβριο οι συνολικές οφειλές του Δημοσίου προς επιχειρήσεις εκτιμήθηκαν σε περισσότερο από 8 δισ. ευρώ.

Προσβλέπουν στον συμψηφισμό των χρεών
Οι γερμανικές επιχειρήσεις ενοχλούνται ιδιαιτέρως από τις συνεχείς αλλαγές στη φορολογία, την αναμονή επιστροφής ΦΠΑ, αλλά και εξαιτίας των χρεών του δημόσιου τομέα προς αυτές. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, κ. Μιχ. Μαΐλλη, η Γερμανία παραμένει ο καλύτερος πελάτης των ελληνικών εξαγωγών και ταυτόχρονα κατέχει την πρώτη θέση στις άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και η ελληνική πολιτεία «πρέπει να δώσει προσοχή στις σχέσεις της με τις επιχειρήσεις που ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία».
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, δύο είναι οι βασικές κατηγορίες γερμανικών επιχειρήσεων που μαστίζονται από τις ανακολουθίες του δημόσιου τομέα. Εκείνες που δραστηριοποιούνται στα τεχνικά έργα κι εκείνες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της Yγείας. «Στις μεν τεχνικές εταιρείες, στο πρόβλημα των πληρωμών από το κράτος προστίθεται τώρα και το θέμα της λεγόμενης “ανυπακοής”», λέει, σημειώνοντας ότι «αν δεν σταματήσει γρήγορα αυτή η ανοησία, δεν θα βλέπουμε πια δημόσια έργα στην Ελλάδα για πολλές δεκαετίες».
Στον τομέα Yγείας, σύμφωνα με τον κ. Μαΐλλη, τόσο γερμανικές όσο και οι άλλες επιχειρήσεις - προμηθευτές Yγείας έχουν υποστεί ήδη, όχι ένα, αλλά τρία «κουρέματα» (haircuts) του δημόσιου χρέους προς αυτές. «Οι εταιρείες», εξηγεί, «για πρώτη φορά “κουρεύτηκαν” με την αναμονή. Περίμεναν μέχρι και πέντε χρόνια να πληρωθούν, με όλες τις απώλειες που συνεπάγεται αυτό. Στον μεν ιατρικό εξοπλισμό και στα αναλώσιμα, οι προμηθευτές μπορούσαν να συνυπολογίσουν τον πιθανό χρόνο καθυστέρησης από την αρχή, με αποτέλεσμα να κατηγορούνται από τα Mέσα Eνημέρωσης για αισχροκέρδεια, πράγμα που δεν αποκλείεται, βέβαια, να συντρέχει σε ορισμένες περιπτώσεις. Το δε φάρμακο βρίσκεται στη διατίμηση, οπότε η απώλεια από την καθυστέρηση της πληρωμής βαρύνει τον προμηθευτή.
Τελευταία τους πλήρωσαν με ομόλογα, που δεν είναι μόνον άτοκα, αλλά έφεραν ένα επιπλέον haircut της τάξεως των 20%. Το τρίτο «κούρεμα» το υφίστανται οι εταιρείες άμα θελήσουν να εξαργυρώσουν τα ομόλογα. Oποιος τα αγοράζει θέλει να κερδίσει κάτι, άρα τα παίρνει φθηνότερα».
Σύμφωνα με τον κ. Μαΐλλη, πολλές επιχειρήσεις –ιδίως εκείνες που οφείλεται ΦΠΑ– προσβλέπουν στον συμψηφισμό των χρεών τους προς την εφορία. Αν και μέχρι τώρα δεν έχει γίνει τίποτε, εν τούτοις, θεωρεί ότι οι περισσότεροι κάνουν υπομονή. «Εκτός της ALDI, καμία ακόμα (επιχείρηση) δεν ανακοίνωσε ότι αναχωρεί, πράγμα που μας ανακουφίζει», λέει χαρακτηριστικά.

13.2.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis