Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Ευρύτερη πολιτισμική η κρίση της Ελλάδας

Καθυστερημένη δημοσίευση...

Ενας Σκωτσέζος που αγάπησε την Ελλάδα, τη λογοτεχνία της και τη μουσική της. Ο Ρόντερικ Μπίτον, κάτοχος της Εδρας Κοραή στο King’s College του Λονδίνου, ενός εκ των σημαντικότερων κέντρων νεοελληνικών σπουδών, ήρθε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1965, την ερωτεύθηκε και όπως μας είπε στο «Ιντεάλ», όπου και συμφάγαμε, «από τότε, δεν έστρεψα ποτέ το βλέμμα μου μακριά από την Ελλάδα».
Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, ο Μπίτον βρέθηκε στη χώρα μας ως τουρίστας στα μέσα της δεκαετίας του ’60. «Είχαμε έρθει οικογενειακώς για καλοκαιρινές διακοπές. Μείναμε δύο εβδομάδες στην Ελλάδα και ήταν μια αποκάλυψη». Το σύντομο ελληνικό καλοκαίρι άφησε στον έφηβο Σκωτσέζο ένα βαθύ αποτύπωμα. «Συμπτωματικά, τη χρονιά εκείνη στο γυμνάσιο, στη Σκωτία, ξεκινήσαμε λατινικά και αρχαία ελληνικά (ήταν υποχρεωτικά τότε). Τα λατινικά δεν με ενδιέφεραν, τα αρχαία όμως πολύ. Πιο πολύ όμως με απασχολούσε η άμεση εμπειρία της σύγχρονης Ελλάδας, η υπαρκτή Ελλάδα, οι άνθρωποι, τα τοπία, η μουσική. Θυμάμαι στα τζουκ μποξ των ελληνικών καφενείων άκουσα για πρώτη φορά Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Ερχόμασταν από την Αγγλία, όπου είχαμε τους Beatles αλλά η ελληνική μουσική ήταν για μένα κάτι το πρωτοφανές. Αρχισα να μαζεύω δίσκους ελληνικής μουσικής και το 1967 διάβασα για πρώτη φορά Σεφέρη, σε μια δίγλωσση έκδοση που κυκλοφόρησε τότε».
Αυτό ήταν. Ο Μπίτον πήγε για σπουδές αγγλικής φιλολογίας στο Κέιμπριτζ, πήρε το πτυχίο αλλά στράφηκε γρήγορα στα νέα ελληνικά. «Παράλληλα με την αγγλική φιλολογία, στο Κέιμπριτζ παρακολούθησα κι ένα μάθημα νεοελληνικής γλώσσας, εκτός πτυχίου. Κάποια στιγμή, πλησίασα τον καθηγητή των νεοελληνικών και του ζήτησα να με δεχθεί για διδακτορικό. Ηταν ένας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος, ο αείμνηστος Σταύρος Παπασταύρου. Το μόνο που θέλω, του είπα, είναι να ζήσω στην Ελλάδα, να τελειοποιήσω τη γλώσσα, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Το τελευταίο πολύ τον χαροποίησε και τότε μόνο με δέχθηκε, διότι στην αρχή με κοίταζε μάλλον φοβισμένα».
Ετσι, ο νεαρός Ρόντερικ Μπίτον κατέφτασε σε μια Ελλάδα στρατοκρατούμενη. «Ηρθα το 1973, λίγο πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Εμεινα όλη εκείνη την περίοδο, έζησα και την εισβολή στην Κύπρο, έζησα όλα εκείνα τα γεγονότα από κοντά, όσο μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο ένας ξένος, ο οποίος όμως είχε και τα προνόμια ενός ξένου φοιτητή που ζει σε μια χώρα με δικτατορικό καθεστώς».
Πλούσια μουσική παράδοση
Η διατριβή του αφορούσε μεν τη στιχουργική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, ωστόσο, αυτό που μάγεψε τον Σκωτσέζο φοιτητή ήταν η ίδια η μουσική. «Ηξερα κλασικό βιολί από μικρός, στην Ελλάδα όμως προσαρμόστηκα στην πολύ διαφορετική πραγματικότητα του λαϊκού βιολιού κι έπαιξα και λίγη κρητική λύρα. Μαζί με Αγγλους φοιτητές, ερασιτέχνες μουσικοί όλοι, αρχίσαμε να παίζουμε ελληνική μουσική σε ταβέρνες και να μαζεύουμε λίγα χρήματα. Αγοράζαμε δίσκους ελληνικής παραδοσιακής μουσικής και μαθαίναμε από εκεί, όμως φτάσαμε μέχρι και την Ηπειρο, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Είχαμε μαζί μας μαγνητόφωνο και ηχογραφούσαμε τους ντόπιους μουσικούς για να μαθαίνουμε. Είχα γνωρίσει και κάποιους εξαιρετικούς Ελληνες μουσικούς, πρόσφυγες από τη Σμύρνη, έμαθα κι απ’ αυτούς.
»Στην Ελλάδα, κάθε χωριό, κάθε νησί, κάθε βουνό έχει τη δική του μουσική. Μοναδική ποικιλία. Προσωπικά, ξεχώρισα τη μουσική της Κρήτης, τα Ριζίτικα και τις μαντινάδες, αλλά και τη μουσική της Ηπείρου – δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Στην Ηπειρο, έχουν μια παράξενη πολυφωνία, άνισους ρυθμούς που δεν έχουν καμία σχέση με τη δυτική μουσική».
Ο Ρόντερικ Μπίτον μιλάει για την ελληνική παραδοσιακή μουσική με μεγάλο ενθουσιασμό. Κάποια στιγμή, κάνει μια παύση (η επιλογή του ήταν μπιφτέκι αϊβαλιώτικο, ίσως όχι τυχαία) και σχολιάζει: «Στην Ηπειρο, οι άνθρωποι έχουν κάτι αυστηρό, είναι κάπως μελαγχολικοί και ο ουρανός είναι κι αυτός βαρύς – μοιάζει πολύ με την πατρίδα μου, τη Σκωτία. Η Σκωτία είναι και τόπος φαντασμάτων, έτσι όπως δεν είναι η Ελλάδα. Ωστόσο, εμείς έχουμε τα φαντάσματα αλλά εσείς έχετε τους βρικόλακες! Ξέρετε, ο Λόρδος Βύρωνας, όταν ήταν εδώ στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα, είχε καταγράψει θρύλους και παραδόσεις περί βρικολάκων από τα ελληνικά νησιά. Εχω ενδείξεις ότι ανάμεσα στους αρχικούς πυρήνες του «Φρανκενστάιν» της Μέρι Σέλεϊ, ήταν οι ιστορίες του Βύρωνα».
Το γόητρο της χώρας σας έχει πληγεί βαθιά, διεθνώς
Δεν είναι τυχαία η αναφορά του Μπίτον στη σχέση του Λόρδου Βύρωνα με την Ελλάδα. Γι’ αυτόν τον λόγο πέρασε τέσσερις μήνες στην Αθήνα, κι έτσι βρήκαμε την ευκαιρία να τον συναντήσουμε. «Ολα έγιναν χάρη σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα τον Λόρδο Βύρωνα και το 1821. Χάρη σε αυτό, θα απέχω για τρία χρόνια από τη διδασκαλία και τα διοικητικά καθήκοντα στο πανεπιστήμιο, μέχρι δηλαδή να ολοκληρώσω μια μελέτη πάνω στο θέμα που σας είπα. Διορίστηκα Visiting Fellow στη Βρετανική Σχολή Αθηνών (πρώην Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή), η οποία και με φιλοξένησε, ενώ είχα τη χαρά να συμμετάσχω στους Αθηναϊκούς Διαλόγους της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, μια προσπάθεια να αναβιώσει ο πλατωνικός διάλογος».
Ο Μπίτον την ξέρει καλά την Αθήνα και τα ελληνικά του είναι εξαιρετικά. Τον ρωτάω αν διακρίνει τα ίχνη της οικονομικής κρίσης σε σχέση με παλαιότερες επισκέψεις του. «Πρέπει να σας πω, πώς δεν έχει σχέση αυτό που έζησα εδώ με την αποκαρδιωτική εικόνα που είχαμε στην Αγγλία για την Ελλάδα. Βεβαίως, επί της ουσίας στην Αγγλία έχουμε ελάχιστη πληροφόρηση σχετικά με τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Μόνον όταν έχετε νεκρούς και δακρυγόνα σε διαδηλώσεις, γίνεστε πρώτη είδηση ή όπως το περασμένο καλοκαίρι όταν έγιναν οι μεγάλες απεργίες και δεν υπήρχε βενζίνη, κι αυτό διότι μέσα στο πρόβλημα βρέθηκαν πολλοί Βρετανοί τουρίστες. Ομως, ακόμα και τότε, δεν μας ενημέρωσαν πώς λύθηκε το πρόβλημα, μόνο το ότι υπήρξε πρόβλημα. Δεν ξέρω, ίσως να μη μιλούν πολύ στην Αγγλία για την κρίση σας διότι είναι κι άλλες χώρες με πρόβλημα – όπως επίσης και εμείς, οι Βρετανοί, βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας ανάλογης οικονομικής κρίσης. Εχουμε κυβέρνηση συνασπισμού αλλά οι Φιλελεύθεροι είναι ένα μάλλον διακοσμητικό στοιχείο, οι Συντηρητικοί κυβερνούν στην ουσία, και η στάση που ακολουθεί η κυβέρνηση, με τις περικοπές, θυμίζει εκείνη της κυβέρνησης Παπανδρέου. Βέβαια, η τρομερή ειρωνεία είναι ότι εμείς έχουμε συντηρητική κυβέρνηση, ενώ εσείς υποτίθεται ότι έχετε σοσιαλιστική. Το βέβαιο είναι ότι έχει πληγεί βαθιά το γόητρο της Ελλάδας. Πραγματική κρίση όμως η Ελλάδα είχε το 1973-74, ίσως γι’ αυτό η σημερινή δεν με τρομάζει. Το πιο ανησυχητικό για μένα είναι η ευρύτερη πολιτισμική κρίση που περνάει η Ελλάδα, από την άλλη όμως, ολόκληρη η νεοελληνική ιστορία δεν είναι μια σειρά κρίσεων, με εξαίρεση ίσως το διάστημα από το 1974 έως σήμερα;»
Η Εδρα Κοραή στο King’s College χρειάζεται επειγόντως κονδύλια
«Επί χούντας, η Ελλάδα ήταν της μόδας στην Ευρώπη! Είναι τρομερό αυτό που λέω αλλά είναι αλήθεια», λέει κάποια στιγμή, χαμογελώντας. Και συμπληρώνει: «Η αλήθεια είναι ότι η σύγχρονη Ελλάδα ανακαλύφθηκε από τους ξένους μεταπολεμικά. Ηταν ένας νέος, εξωτικός τόπος με μεγάλη ιστορία και πολιτισμική κληρονομιά. Η αρχή έγινε με τους Αγγλους στρατιωτικούς που κατέβηκαν στην Ελλάδα το 1940-41 και μετά το 1944-47, αλλά μαζί με αυτούς ήρθαν και πολλοί διανοούμενοι: ο Ρεξ Ουόρνερ, ο Στίβεν Ράνσιμαν, ο Μπάρι Ανσγουορθ, ο Τζον Φάουλς, πιο πριν ο Αμερικανός Χένρι Μίλερ, άνθρωποι που διέδωσαν τη νεοελληνική κουλτούρα στο εξωτερικό. Εκείνα τα ευαίσθητα χρόνια χρονολογείται και η ακμή του Βρετανικού Συμβουλίου. Ιδρύθηκαν και τέσσερα ακόμα βρετανικά ινστιτούτα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, μετά ήρθε η δεκαετία του ’60, με τον μαζικό τουρισμό, γυρίστηκαν ταινίες, μεταφράστηκαν Ελληνες ποιητές και τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη, και όταν ήρθε η χούντα δεν χάθηκε η Ελλάδα από τη σκηνή, απεναντίας, η Ελλάδα ήταν συνεχώς είδηση. Αυτό κράτησε έως τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, περίπου. Η Ελλάδα ήταν κάτι οικείο αλλά και κάτι εξωτικό, είχαμε μια πολιτισμική διείσδυση της Ελλάδας στο εξωτερικό, κάτι που δεν ισχύει σήμερα. Αφού η Ελλάδα εντάχθηκε και στην Ε.Ε. σαν να “πάλιωσε”, έγινε γείτονας, μπήκε στην Ευρώπη επίσημα. Θα σας πω ένα απλό παράδειγμα: Οταν πριν από λίγα χρόνια, έψαχνα να βρω Βρετανό εκδότη για τη βιογραφία του Σεφέρη που είχα γράψει, έπεσα σε πόρτες κλειστές. Κανένας δεν την ήθελε. Τους είπα: εδώ έχουμε ένα Νομπέλ, έναν πρώην πρέσβη στο Λονδίνο, ποιητή πολυμεταφρασμένο κ.λπ. Τίποτα. Ακουσα ότι λόγω της «έλλειψης αναγνώρισης του ονόματος», δεν μπορούσαν να βγάλουν το βιβλίο μου. Πραγματικά, είχα σαστίσει».
Καζαντζάκης - Σεφέρης
Ο Ρόντερικ Μπίτον έχει ασχοληθεί κυρίως με το έργο του Νίκου Καζαντζάκη και του Γιώργου Σεφέρη. «Δύο αντίθετοι πόλοι», σχολιάζει. «Ο Σεφέρης δεν τον χώνευε καθόλου. Πιστεύω, ζήλευε θανάσιμα τον Καζαντζάκη επειδή ο τελευταίος είχε την πολυτέλεια να ζει μόνο από το γράψιμο. Ισως γι’ αυτό τα περισσότερα απ’ όσα έχει γράψει ο Καζαντζάκης δεν διαβάζονται. Ο Σεφέρης ήταν διπλωμάτης, ο οποίος όμως στις κρίσιμες στιγμές τον βρίσκουμε πάνω στη δουλειά και να φτάνει σε υψηλές θέσεις μεταπολεμικά. Θυμάμαι πάντως κάτι αστείο. Ο μεταφραστής του Καζαντζάκη, ο Πίτερ Μπιν, συνάντησε τον Σεφέρη σε ένα ταξίδι του τελευταίου στην Αμερική, επί χούντας. Οταν ο Μπιν του είπε ότι έχει μεταφράσει Καζαντζάκη, ο Σεφέρης έγινε έξαλλος: «Μα τι είναι πια αυτός ο Καζαντζάκης; Ενας τιποτένιος είναι».
Λίγοι φοιτητές
Τόσα χρόνια στο King’s College, ο Ρόντερικ Μπίτον και οι άλλοι καθηγητές εκεί έχουν διαδώσει τα νεοελληνικά Γράμματα στο εξωτερικό. Ομως, πρόσφατα η Εδρα Κοραή, που ιδρύθηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, απειλήθηκε με κλείσιμο εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών. «Οι πανεπιστημιακές αρχές ήθελαν να προλάβουν τις περικοπές που τώρα γίνονται στη Βρετανία», μας λέει ο Σκωτσέζος καθηγητής. «Ο προϋπολογισμός μειώθηκε, εμείς είμαστε ένας μικρός ακαδημαϊκός πυρήνας, θέλησαν να μας διαμελίσουν. Χάρη στις διαμαρτυρίες και στους φίλους μας στην Ελλάδα, δέχθηκαν να συγχωνευθεί ο τομέας Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών με το Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών, το οποίο υπήρχε ως ερευνητικό κέντρο. Ξέρετε, τη δεκαετία του ’90 είχαμε 40, περίπου, φοιτητές σε όλα τα επίπεδα, αριθμός ικανοποιητικός. Από τότε, σε όλα τα άλλα τμήματα οι φοιτητές πολλαπλασιάστηκαν, όχι όμως στο δικό μας. Μείναμε στους 40, και αυτός ο αριθμός είναι πλέον πολύ μικρός.
»Το παιχνίδι δεν έχει κριθεί: για να συνεχίσουμε, πρέπει να βρούμε πόρους εκτός πανεπιστημίου, από ιδιωτικούς φορείς ή και από το Ελληνικό Δημόσιο, αν είναι δυνατόν. Βλέπετε, το πανεπιστήμιο δεν έχει πια τα μέσα εκτός κι αν βρούμε περισσότερους φοιτητές. Πρέπει όμως όσοι έχουν εδώ ευθύνη για την υποστήριξη των ελληνικών σπουδών στο εξωτερικό να είναι πλέον πολύ επιλεκτικοί, να μην μοιράζουν παντού χρήματα αλλά να ενισχύουν τα κέντρα όπου αποδεδειγμένα γίνεται πολλή δουλειά».
Oι σταθμοί του
1965
Επισκέπτεται για πρώτη φορά την Ελλάδα ως τουρίστας κι αμέσως τη λατρεύει. «Ακούω συχνά να λένε ότι δεν συμπεριφέρεστε ευρωπαϊκά, αλλά αυτό δεν είναι μομφή για τους Βρετανούς διότι αυτοί ποτέ δεν συμπάθησαν την Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ακούγονται τρομερά πράγματα ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να είναι στο ευρώ και στην Ε.Ε. Κουβέντες καφενείου».
1973
Ερχεται για το διδακτορικό του στην Ελλάδα, όπου και παραμένει έως το 1977.
1981
Εκλέγεται καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Τμήμα Νέας Ελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (King’s College).
1988
Αναλαμβάνει την Εδρα Κοραή στο King’s College, θέση την οποία κατέχει έως σήμερα.
1989
Ιδρύεται το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών στις δραστηριότητες του οποίου συμμετέχει ενεργά.
2003
Εκδίδεται από το Yale University Press η βιογραφία του Γιώργου Σεφέρη, «Γιώργος Σεφέρης: Περιμένοντας τον άγγελο». Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα).

Του Ηλία Μαγκλίνη
Πηγή Καθημερινή
9.1.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis