Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Γιάννης Μαρκόπουλος : Τα Ριζίτικα ξαναγεννήθηκαν και δεν έσβησαν ποτέ

Η αλήθεια είναι ότι η ευχαρίστηση που ένιωθα ακούγοντας από μικρό παιδί τη λύρα με το λαούτο δεν ξεπερνιέται εύκολα. Στη περιοχή της Σητείας, η λύρα με το νταουλάκι αντανακλούσε μια μακρινή σχέση με την Αφρική απέναντι, ενώ το βιολί με την κιθάρα έκρυβε επιμελώς τον ευρωπαϊσμό. Ας είναι.
Στις κοινότητες, οι συντροφιές και οι μεγάλες παρέες, στα χωριά οι ολονύχτιες γιορτές, οι βαπτίσεις, οι γάμοι και οι χοροί, στις συνοικίες τα ξενύχτια κάτω απ’ τα παράθυρα και, τέλος, τα τραγούδια τα απογεύματα στις αμμουδιές, όλα αυτά ξεδιπλώνονται σαν ιερότατοι πάπυροι μιας συμπαντικής λειτουργίας στη ζωή που πέρασα μέχρι τα 18 μου χρόνια.
Σαν να ’ναι τώρα η νυχτερινή βόλτα στη παραλία του Μακρύ Γιαλού, κάτω από τον Γαλαξία που χύνονταν από πάνω μας σαν χίλια ποταμάκια που έλαμπαν στην αφέγγαρη νύχτα, και μεις να λέμε λόγια ανάμεικτα φαντασίας και πραγματικότητας, μαζί με το μόνιμο ερώτημα της εφηβείας. Ποιοι είμαστε, από πού ήρθαμε και πού πάμε κ.λπ.
Στα βιώματα εκείνων των χρόνων υπάρχουν και οι μακρινοί ήχοι από ραδιόφωνο, και η Αιγύπτια θεά του τραγουδιού Ούλσουμ Κούλσουμ να ακούγεται με παράσιτα από την Αλεξάνδρεια. Νόμιζα πως άκουγα μια νέα βυζαντινή λειτουργία στ’ αραβικά. Αναφέρω και το πασίγνωστο στους Στειακούς και Γεραπετρίτες πανηγύρι του Αη Γιάννη του Καψά. Θα ’μουν 10 χρόνων που με πήγε η μητέρα μου. Ακουσα τον Ερωτόκριτο με τη λύρα του Μαθιού Γαρυφαλάκη κι είδα να χορεύει πηδηχτό η μητέρα μου, ενώ οι φωνές και το τραγούδι αντανακλούσαν έως τον ακύμαντο αυγουστιάτικο γιαλό.
Δύο εβδομάδες μετά, ένας εξόριστος Σφακιανός με τη φωνή του ζωγράφιζε στον αέρα «Τ’ αγρίμια κι αγριμάκια μου» και γω να συγκλονίζομαι.
Οταν ήρθα στην Αθήνα, δεκαεπταετής, όσες μουσικές κι αν άκουσα ποτέ δεν ξέχασα την ανάταση που μου έδωσε –πολύτιμο εφόδιο ζωής– η μουσική Κρήτη.
Πέρασαν αρκετά χρόνια. Η σημερινή συντροφιά, οι παρέες και γενικά η συγκέντρωση τώρα σ’ αυτούς τους χώρους δεν έχουν δυστυχώς την παλιά επικοινωνία. Αλλαξαν βέβαια και οι σχέσεις παραγωγής. Οι νέοι άνθρωποι φαίνεται δεν έχουν ανάγκη από τέτοιου είδους βιώματα. Δεν μένουν τον χειμώνα στα χωριά ή στις κωμοπόλεις.
Οι αμμουδιές γέμισαν ξενοδοχεία. Οπου του καπνίσει του καθενός τα υψώνει.
Αύριο θα ’ναι κι αυτά θλιβερά απομεινάρια όπως τα γερμανικά πυροβολεία στις παραλίες που σκοπεύουν τώρα –τι άλλο– τη θάλασσα.
Η κρητική μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί δεν είναι μόνο βιώσιμα στους καιρούς μας, αλλά διεκδικούν και μία από τις τρεις - τέσσερις θέσεις των μουσικών αριστουργημάτων στον κόσμο, για τη μελωδική γραμμή σε κωδικούς μαθηματικών συνόλων. Οταν ακούμε τα Ριζίτικα, τον Μαλεβιζιώτη, τον Συρτό, τον Πεντοζάλη και όταν όλοι χορεύουν, σου δημιουργείται η επιθυμία να μεγεθύνεις αυτό το μουσικοχορευτικό αλώνι, που μας καλεί για να συνθέσουμε, για να γίνει διάλογος. Αυτό το κάλεσμα αν το νιώσεις είναι η υπέρτατη δημιουργία στην προσωπική μας τέχνη. Η μουσική της Κρήτης δεν είναι κατεστραμμένη αγιογραφία που πρέπει να την αποκαταστήσεις, ούτε είναι ερείπια που πρέπει να τα αναστηλώσεις.
Τα Ριζίτικα ζητούσαν από μας πλήρη αποδοχή, τον θαυμασμό και τη δική μας συμμετοχή με το κατασταλαγμένο σήμα της δικής μας ερμηνείας.
Οταν το 1970 άρχισα να εργάζομαι πάνω στο υλικό των Ριζίτικων, έψαχνα αντιστοιχίες για ένα σενάριο. Γνώριζα το υλικό από τα γεννοφάσκια μου. Είχα δίσκους, ιδιωτικές ηχογραφήσεις. Είχα στη βιβλιοθήκη μου τα περισσότερα κείμενα σε ό,τι αφορούσαν τα Ριζίτικα. Επιπλέον σε νότες και σε βυζαντινή γραφή, που είχαν καταγραφεί από ερευνητές, μουσικολόγους, ψάλτες. Ολοι είχαν το συναίσθημα πως ανακάλυψαν μια αστείρευτη πηγή.
Κατέγραψα τον «Διγενή» και το «Κάστρο και πουν οι πύργοι σου», σπουδαστής τότε στο Ωδείο Αθηνών. Ενα μέρος της στρατιωτικής μου θητείας το υπηρέτησα στην ΥΕΝΕΔ (1962–63). Στη δισκοθήκη του σταθμού υπήρχαν και ριζίτικα με σπουδαίους λυράρηδες, τον Κώστα Μουντάκη, τον Θανάση Σκορδαλό και άλλους. Τότε ηχογράφησα με λύρα και λαούτο για την εταιρεία ΕΜΙΑΛ τέσσερα ριζίτικα με τον Νίκο Ξυλούρη. Πρώτη γνωριμία, πρώτη συνεργασία. Στην ηχογράφηση συντραγουδούσαν μια παρέα Ανωγειανοί και ο νεαρός τότε Βασίλης Σκουλάς. Θυμαμαι τα κολακευτικά σχόλια του συνθέτη Γιάννη Κωνσταντινίδη. Με προέτρεψε να δουλέψω κι άλλο σε νέες προεκτάσεις.
Κοιτάζω στα χαρτιά μου τις σημειώσεις που κρατούσα για τα Ριζίτικα. Ανάμεσά τους μια σελίδα γεμάτη ρομαντικότητα, που περιέχει σχέσεις μεταξύ οργάνων, φωνών και οικείων λουλουδιών και δέντρων.
Την καταχωρίζω σαν βοήθημα για την κατανόηση της πολύπλοκης και πολυεπίπεδης προεργασίας που χρειάστηκε να γίνει για το έργο με τα «Ριζίτικα» παράλληλα με την ενορχηστρωτική σκέψη και δομή.
- Στην κρητική λύρα πηγαίνει το γιασεμί, χρώμα και άρωμα.
- Στο βιολοντσέλο το τριαντάφυλλο.
- Στο λαούτο το ηλιοτρόπιο.
- Στο ούτι και την κιθάρα τα κυκλάμινα.
- Στα ανθισμένα καλάμια το σαντούρι.
- Στην ποντιακή λύρα, τα ζουμπούλια, το θυμάρι για το θιαμπόλι, τη φλογέρα.
- Ο δυόσμος στο σάζι και τον μπαγλαμά.
- Στο κλαρίνο το κυπαρίσσι.
- Πλάτανος για το κοντραμπάσο και στους ήχους από αλυσίδες, πέτρες και σιδερένιες ράγες.
Για τις 30 λαϊκές φωνές (χορωδία) είχα σημειώσει λευκά λουλούδια από τ’ αγιόκλημα.
Οργάνωσα σε ενότητες την ορχήστρα.
- Α΄ ενότητα. Λύρα κρητική, λύρα ποντιακή και μονόχορδο βιολοντσέλο.
- Β΄ ενότητα. Λαούτο, ούτι, κιθάρα, μπαγλαμάς και σαντούρι.
- Γ΄ ενότητα. Θιαμπόλι, κλαρίνο και ασκομαντούρα.
- Δ΄ ενότητα. Κρουστά, νταούλι με βίτσα, ήχοι από αλυσίδες, από πέτρες και επιπλέον, το κοντραμπάσο με ομάδα εγχόρδων.
Αυτές οι ενότητες δένονταν στα σημεία που χρειάζονταν με τις 30 λαϊκές φωνές (χορωδία). Οι διάφοροι συνδυασμοί αυτών των ενοτήτων υπηρετούσαν τη γραμμή της παράλληλης δράσης με τον τραγουδιστή.

Η διαδρομή ενός φανταστικού περιηγητή
«Χολιγουντιανός αετός» διαβάζω στις σημειώσεις μου και χαμογελώ καθώς θυμάμαι την ταλαιπωρία που προκάλεσα στην εταιρεία ΕΜΙΑΛ, όταν στα στούντιο της Κολούμπια είχα καλέσει 50μελή συμφωνική ορχήστρα και τη χορωδία της Λυρικής Σκηνής για να παίξουν τον «Αετό». Ηθελα κάτι το ανάλογο με το πασίγνωστο χορωδιακό των σκλάβων από την όπερα «Ναμπούκο» του Βέρντι.
Καθώς λοιπόν τραγουδούσε ο Ξυλούρης μαζί με την ορχήστρα και χορωδία, το όλο πράγμα θύμιζε χολιγουντιανή ταινία σε υπερπαραγωγή. Ενιωσα δυσφορία. Είχα αποτύχει λοιπόν στον «Αετό» και παρά τις αντιρρήσεις φίλων και ακόμη του Νίκου, που του άρεσε όλο αυτό το πολυπληθές ηχητικό επίπεδο, εγώ τ’ άφησα στην άκρη και εργάστηκα πάλι τον «Αετό».
Η ορχήστρα και η χορωδία κόστισαν τότε στην ΕΜΙΑΛ γύρω στις 200.000 δρχ. για ένα μόνο τραγούδι, που εγώ το πέταξα. Ο διευθυντής Τάκης Β. Λαμπρόπουλος (της ΕΜΙΑΛ τότε) είπε στον παραγωγό Διονύση Μηλιόπουλο: «Δεν πειράζει, αφήστε τον Μαρκόπουλο να κάνει τη δουλειά του όπως νομίζει αυτός».
Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα «Ριζίτικα» ήταν η σημαντικότερη δισκογραφική παραγωγή της εποχής.
Επιπλέον, περιείχε και μια μικρή «βόμβα», το «Πότε θα κάνη ξαστεριά», που ξεσήκωνε με τον ρυθμό του, την τονισμένη ιδιαίτερα μελωδία και το πρώτο τετράστιχο «Πότε θα κάνη ξαστεριά... και βέβαια ψωμί, παιδεία, ελευθερία».
Ηταν Ιανουάριος του 1971, όταν η εργασία μου είχε τελειώσει στα χαρτιά, σε πρώτη γραφή. Της έλειπε η ομοιογένεια. Είχα συμπεριλάβει και χορούς που θα χρησίμευαν ενδιάμεσα – ιντερμέδια στις ενότητες τραγουδιών.
Αρχή – μέση – τέλος.
Αρχές Φεβρουαρίου, έγραψα μια μικρή ιστορία σαν επιλεκτικός κώδικας των τραγουδιών. Τη διαδρομή ενός φανταστικού περιηγητή, ο οποίος μπορούσε να ανεβοκατεβαίνει βουνά, κάμπους και εποχές. Στο «Πότε θα κάνη ξαστεριά» έκανα αντιπαράθεση με τη χιονοστιβάδα. Θ’ άρχιζε ο Ξυλούρης. Στη δεύτερη στροφή θα προσετίθεντο κι άλλες φωνές και ούτω καθ’ εξής. Η λύρα μέσα στο ισοκράτημα των φωνών. Η τελική φωνητική έκρηξη –εκεί που σκάει η χιονοστιβάδα– θα ανήκε στον ακροατή. Αμέσως μετά ο περιηγητής στην αυλή του Κάστρου–φυλακή θα ρωτούσε τους φυλακισμένους γιατί δεν τρώνε και δεν πίνουνε. Αυτοί θα τ’ απαντούσαν με τον ήχο εγχόρδων βηματίζοντας στο μεγάλο κελί, σέρνοντας τις αλυσίδες των ποδιών τους που ο ήχος τους σηματοδοτεί. Αλληγορικά θα τονώσει το ηθικό τους για δραπέτευση. Δραπετεύουν και καταφεύγουν ως αντάρτες στα βουνά. Γίνονται «Αγρίμια κι αγριμάκια». Ο περιηγητής θα φτάσει με τους φίλους – αγριμάκια, στο βουνό στο σπίτι του δραπέτη που πληγώθηκε. «Τ’ αγρίμια κι αγριμάκια μου», είναι ύμνος στη ζωή και στην ελευθερία της. Στο τραγούδι «Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου» ακούγονται σκόρπιοι ήχοι από τ’ άρματα που ακουμπούν στα παραπέζουλα. Ποντιακή λύρα παιγμένη από τον βιολονίστα Παντελή Δεσποτίδη στη θέση του βιολιού, ενώ η κιθάρα με τον Δημήτρη Φάμπα σαν άρπα να συνοδεύει. Τα υπόλοιπα όργανα σταματάνε, ενώ το τραγούδι συνεχίζεται. Ηθελα να σε συναρπάζει και να ανυψώσει τον άνθρωπο σε μύθο ή σε θεό.
Μάνα... Στρώσε τους τάβλα να γευτούν κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα...
Και σαν ξυπνήσουν το πρωί και σ’ αποχαιρετούνε πες τους το πως απόθανα.
Στη σιωπή που απλώνεται το τραγουδιστό φωνήεν – Ε εεε...είναι επωδός μεγάλης νοσταλγίας για τη ζωή, που το θεώρησα απαραίτητο γιατί μας δίνει μια ανάταση στη ψυχή.
Οι φίλοι και ο περιηγητής κατηφορίζουν για το χωριό. Τύμπανο, ασκομαντούρα και θιαμπόλι, δύο λύρες με λαούτα. Πριν να τελειώσει ο «χορός του Σήφακα», όλα τα όργανα μαζί σε συμφιλίωση.
Συνοπτικά:
1. Πότε θα κάνη ξαστεριά = Εξέγερση – επανάσταση
2. Ιντάχετε γυρού γυρού = Φυλακές – δραπέτευση
3. Αγρίμια κι αγριμάκια μου = Ανοδος στο βουνό – αντάρτες
4. Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου = Θάνατος παλικαριού – κοινωνία και
5. Χορός του Σήφακα = Γλέντι για κουράγιο = ψυχαγωγία
Να συμπληρώσω εδώ ο «χορός του Σήφακα» είναι κώδικας ενθυμίων στον ήρωα του τραγουδιού «Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου». Ο Σήφακας απορρίπτει τον πόνο για τον χαμό του φίλου καθώς χορεύει και αφήνει τα ίχνη του, με το πελώριο σώμα του να κινείται σε διάφορα επίπεδα και σχήματα.
Δεύτερη πράξη.
Κατηφορίζοντας ο φανταστικός περιηγητής που επινόησα, συναντάει ένα χωριό στο πόδι. Στρωμένες τάβλες αργυρές κι όλοι να χορεύουν και να τρώνε. Από την «Ακρη των ακριών ώστε να πας στην άκρη» για να είναι μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο. Είχα υπόψη μου τη φράση του Καζαντζάκη στη φοβερή «Ασκητική» του: «Παρατέντωσέ με, Κύριε, κι ας σπάσω».

Ριζίτικα: Μελωδία και στίχοι
Οι μελωδίες των Ριζίτικων είναι περιορισμένες. Ζήτημα 12 οι πιο καλές. Φιλοξενούν πάνω από 1.000 ποιητικά κείμενα που έρχονται και παρέρχονται, ενώ η μελωδία και ο ρυθμός μένουν.
Υπάρχουν στίχοι που διαρκούν αιώνες. Γκιλγαμές, Κώδικας του Χαμουραμπί, γραφή στην πέτρα, Ομηρος. Αλήθεια πότε θα μάθουμε για τον πίνακα της Φαιστού;
«Από την Ακρη των ακριών». Η μελωδική γραμμή εξέφραζε ένα ανέβασμα της ψυχής καθώς ακολουθούσε το φωνητικό ύψωμα σε δωρικό τρόπο. Ηταν ο αντίποδας του «Ιντάχετε γυρού γυρού». Το χαρακτηριστικό της διαφοράς τους ήταν ο ρυθμός που έκρυβε η μελωδία του.
Η φαντασία μου απλώθηκε στη σφαίρα του παρελθόντος και μια εικόνα ζωγραφίστηκε στον νου μου. Τραπέζια απλωμένα σ’ ένα μαγευτικό τοπίο της φύσης απ’ αυτά που όλοι μας όταν είμαστε παιδιά νιώσαμε σε μια γιορτή κάτω απ’ τον θόλο των πλατάνων ή στον περίβολο κάποιας εκκλησιάς που περιμένει λειτουργία μια φορά τον χρόνο ή μέσα σε πευκώνες όπου απέναντι κυματίζει η θάλασσα.
Το ποίημα του τραγουδιού αποκαλύπτει τη λαχτάρα του εξουσιαστή άρχοντα ν’ αφήσει την εξουσία και να ενωθεί με τον κόσμο. Ρυθμοί και νταούλια. Ηχοι από σιδερόβεργες, ποτήρια, κανάτες. Ηχοι από χτυπήματα σε πέτρα, σε τάβλα και κλαρίνο μαζί με τη λύρα κι ένας Ξυλούρης έτοιμος να ορμήσει. Οι μουσικοί άφησαν τα όργανά τους και έκρουαν καθημερινής χρήσεως αντικείμενα.
«Κόσμε χρυσέ, κόσμε αργυρέ, κόσμε μαλαματένιε, ψεύτη κόσμε».
Το τραγούδι αυτό είναι ο ιεροκήρυκας του βίου.
Το κισμέτ από την ανάποδη όμως. Η μελωδία άριστα θα ξεκίναγε μια συμφωνία του Μάλερ σε αργό και υπόκωφο ρυθμό.
Το σχήμα της μελωδίας με υψώματα και πλαγιές.
«Σε ψηλό βουνό σε ριζιμιό χαράκι κάθετ’ ένας αητός».
Οι στίχοι του εκφράζουν τον πόθο για την ελευθερία. Ας κάνουμε ένα άλμα χρονικό και ας πάμε 3.500 χρόνια πίσω. Αίγυπτος και ο αιρετικός Φαραώ Ακενατόν εγκαθιδρίει καταργώντας τον πολυθεϊσμό, έναν θεό που εκφράζεται από τον ζωοδότη Ηλιο.
Κείμενα, φωτογραφίες: Αρχείο Ελληνική Δημιουργία ΕΠΕ.

Του Γιάννη Μαρκόπουλου
18.9.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis