Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

΄Χριστοδούλου : Τρία απλά "φάρμακα" για θεραπεία της κρίσης

Τίμος Χριστοδούλου, πρόεδρος Δ.Σ. της Eurobank
Μόνη λύση είναι να αλλάξουμε οι πολίτες, και κυρίως οι πολιτικοί, τη νοοτροπία μας

Στον πόλεμο μεταξύ πολιτικής και αγορών, γιατί αυτό επί της ουσίας ζούμε, μού παρομοίασε την Ελλάδα με έναν προμαχώνα. Ενα μικρό κάστρο, δηλαδή, που οι σύμμαχοι ευελπιστούσαν να ανακόψει την ορμή της επιθέσεως ελπίζοντας ο εχθρός να μη φτάσει στον στόχο του. «Δυστυχώς, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι ο προμαχώνας έπεσε και ότι η μάχη δίνεται αυτήν την ώρα στο κεντρικό φρούριο, που εν προκειμένω είναι η Ιταλία».
Εχοντας αυτήν την παραβολή στο μυαλό, που ο κ. Τίμος Χριστοδούλου περιέγραψε στο τηλέφωνο πριν από το ραντεβού μας η πρώτη ερώτησή μου ήταν αυτονόητη. «Μήπως για να σώσουν το φρούριο οι σύμμαχοι θυσιάσουν τον προμαχώνα»; ρώτησα. «Δεν το αποκλείω, αλλά αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για να ανασυγκροτηθούμε μήπως και σωθούμε», μου είπε και κάπως έτσι άρχισε μια πολύ ενδιαφέρουσα, νομίζω, συνέντευξη με τον «γκουρού της οικονομίας» όπως τον αποκαλούν οι συνάδελφοί του ή τον «συνταξιούχο τραπεζικό», όπως αυτοπροσδιορίζεται χαριτολογώντας.
«Κινδυνεύουμε με διάλυση του ευρώ, με διάσπασή του ή μόνο οι Ελληνες τελικά θα την πληρώσουμε;», ρωτώ, θυμίζοντάς του πως μια άλλη αποστροφή του σε μια συνάντησή μας τον Μάρτιο του 2010 ήταν οιονεί προφητική. Μεταξύ αστείου και σοβαρού τότε, είχε επισημάνει τον κίνδυνο όχι μόνον της επιστροφής στη δραχμή, αλλά να κυκλοφορήσει ένα παράλληλο νόμισμα με τίτλο... greek euro ή και south euro. «Οποιος διατείνεται σήμερα ότι έχει ασφαλή απάντηση για το τι θα συμβεί είναι επικίνδυνα αφελής», μου είπε. «Δυστυχώς, η Ε.Ε. και πάλι ακολουθεί τα γεγονότα αντί να τα προλαμβάνει. Θα έλεγα, όμως, ότι το μάλλον αυτονόητο αίσθημα αυτοπροστασίας της Ευρωζώνης οδηγεί αναπόφευκτα σε μια μορφή υποτίμησης του νομίσματός της. Πιθανώς, δηλαδή, στην έκδοση του ευρωομολόγου, που είναι και μια μορφή ενοποίησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, καθώς θα συνοδεύεται με πολύ αυστηρότερη δημοσιονομική επιτήρηση των κρατών. Η ιδέα χωρισμού της Ε.Ε. σε δύο κύκλους ή και η διάσπαση του ευρώ έχει ξανακουσθεί και είναι σενάριο δύσκολο στην υλοποίησή του. Σημειώστε, ωστόσο, ότι παρεμφερές αποτέλεσμα –σε ορισμένους τομείς τουλάχιστον– θα είχε π.χ. η επιβολή άλλων επιτοκίων στις ασθενείς και άλλων στις ισχυρότερες οικονομίες.
«Κι εμείς τι θα απογίνουμε;», προσγειώνω τη συζήτηση. «Εμείς πρέπει ούτως ή άλλως να κάνουμε το χρέος μας στους εαυτούς μας», λέει και επιλέγει να εξηγήσει τα πράγματα από την αρχή: «Το Μνημόνιο που αποδεχθήκαμε το 2010 ήταν εντελώς εσφαλμένο γιατί απλούστατα δεν έλαβε υπ’ όψιν του τα χαρακτηριστικά λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας. Η “λογική” αυτής της ρετσέτας ήταν η εξής: Μειώνεις το βιοτικό επίπεδο για να μη στηρίζεσαι σε δανεικά, μειώνεις και το κόστος ζωής και εκτιμάς ότι έτσι θα αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα, θα πάρει μπρος η οικονομία και όλα πάνε καλά. Ε, λοιπόν, τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Διότι κυβέρνηση και τρόικα δεν συνυπολόγισαν τη συμπεριφορά των τιμών, καθώς και την ύφεση που θα προκαλούσε αυτή η συνταγή σε μια τόσο επιφανειακή και οριζόντια οικονομία όπως η δική μας. Και τώρα, έκπληκτοι προσπαθούν να ελέγξουν την ύφεση για να δημιουργήσουν ανταγωνιστικότητα, κάτι που είναι ακόμη πιο δύσκολο».
«Ενώ τι θα έπρεπε να γίνει;», ρωτώ. «Τρία απλά πράγματα που μπορούν να γίνουν και σήμερα. Πρώτον, τα χρήματα των δανείων να διοχετευθούν στην πραγματική οικονομία με στόχο να γίνουμε κατά το δυνατόν αυτάρκεις και όχι να καλύπτουν τρέχοντα ταμειακά ελλείμματα. Είναι αδιανόητο σήμερα να περιμένουμε την 6η δόση για να καταβληθούν μισθοί και συντάξεις και κανείς να μη σκέφτεται ότι και τον Ιανουάριο πάλι στα ίδια θα βρεθούμε. Δεύτερον, να εξηγηθεί, επιτέλους, με ειλικρίνεια στους πολίτες ότι για αρκετά χρόνια κάποιοι μας χάρισαν ένα υψηλότερο επίπεδο ζωής και ότι στο εξής –και μέχρι να πάρει μπρος η οικονομία– θα πρέπει όλοι να ζούμε βάσει των πραγματικών δυνατοτήτων μας. Και τρίτον –και σημαντικότερον– να σχεδιάσουμε επιτέλους πώς μπορούμε οικονομικά να σταθούμε στην Ε.Ε. και να μην έχουμε ψευδαισθήσεις για τους στόχους μας. 50 δισ. από τις αποκρατικοποιήσεις δεν θα βγουν ποτέ, όπως ποτέ δεν θα εισπραχθούν τα περιβόητα 30 δισ. από τη φοροδιαφυγή εταιρειών και ανθρώπων που έχουν πεθάνει. Κι όμως, οι κυβερνώντες εξακολουθούν να εντάσσουν τέτοιους ανέφικτους στόχους στους προϋπολογισμούς, ενώ ξέρουν ότι θα διαψευσθούν παταγωδώς. Εν ολίγοις, η μόνη μας λύση είναι να αλλάξουμε και οι πολίτες και κυρίως οι πολιτικοί την ίδια τη νοοτροπία μας».
Ο κ. Παπαδήμος να καταστήσει σαφή την ανεξαρτησία του
Απαριθμώντας τις τρεις προϋποθέσεις που περιέγραψε ως διέξοδο στην κρίση –διοχέτευση των δανείων στην οικονομία και όχι μόνον στον αυτονόητο περιορισμό των τρεχόντων ελλειμμάτων, ειλικρίνεια στους πολίτες, σχεδιασμός για το πώς η Ελλάδα μπορεί να επιβιώσει στην Ε.Ε.– τον ρωτώ αν είναι οι συμβουλές που θα έδινε στον πρωθυπουργό. «Δεν μου αρέσει να δίνω συμβουλές», απαντάει. «Ο κ. Παπαδήμος έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία και την εσωτερική αποδοχή για να μεταδώσει το απαραίτητο στοιχείο της ανατάσεως και να αλλάξει το κλίμα στην οικονομία. Να εξηγήσει ποιο είναι το αναπόφευκτο στην αλλαγή της ζωής μας και ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να αποκτήσουμε προοπτική. Σημειώνω όμως ότι είναι αναγκαίο να τον βοηθήσουν τα κόμματα και να μη συνεχίσουν τις ανοησίες που ήδη κάνουν με τις μαζώξεις των “δικών” τους υπουργών, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι υπονομεύουν τη χώρα και όχι τον ίδιο. Την ανεξαρτησία του πρέπει ο ίδιος να την καταστήσει σαφή, διότι η μεγαλύτερη ισχύς του είναι η απειλή της αποχώρησης».
Η συνέχεια της συζήτησης, προς έκπληξίν μου, γίνεται πιο αισιόδοξη, καθώς ο κ. Χριστοδούλου εκτιμά ότι μετά τα δύο επόμενα χρόνια το σημερινό δυσοίωνο κλίμα μπορεί να έχει αλλάξει. «Φτάνει στους επόμενους 24 μήνες να αξιοποιήσουμε τα κεφάλαια που είναι διαθέσιμα, να αλλάξουμε τη νοοτροπία μας και να παρουσιάσουμε μετρήσιμα και κυρίως διατηρήσιμα αποτελέσματα για την επιβίωση της οικονομίας μας μέσω των αυτονόητων μεταρρυθμίσεων που θα έπρεπε ήδη να έχουν γίνει. Δεν λέω ότι όλα θα επιλυθούν σε δύο χρόνια, αλλά αν δώσει τον τόνο ο κ. Παπαδήμος και η προσπάθεια συνεχισθεί μετά τις εκλογές, το 2014 οι κυβερνώντες θα μπορούν να πράξουν αυτό που δεν τους επιτρέπεται σήμερα. Να επαναδιαπραγματευθούν μια ευνοϊκότερη –κυρίως από πλευράς χρόνου– προσαρμογή της χώρας στις δεσμεύσεις της.
«Ναι, αλλά σήμερα υπάρχουν χιλιάδες πολίτες που ήδη αδυνατούν να πληρώσουν όσα τους ζητούνται», τον διακόπτω αναλογιζόμενος τις επιπλέον δυσβάσταχτες θυσίες που πιθανόν περιγράφει. «Μου επιβεβαιώνετε ό,τι είπα», απαντάει. «Οτι με μεγάλη ευθύνη των κυβερνώντων, χιλιάδες πολίτες δεν έχουν ακόμη συμβιβασθεί στην ιδέα ότι η δουλειά τους θα τους εξασφαλίζει στο εξής λιγότερα από εκείνα που θεωρούσαν αυτονόητα». «Και τι διαφορά θα είχε να επιστρέφαμε στη δραχμή;», τον ρωτώ. «Τι ακριβώς φάγατε χθες;», αντιτείνει. «Κρέας, ψάρι, λαχανικά; Απλά σας καλώ να συνειδητοποιήσετε ότι σε περίπτωση δραχμής, το ωραιότατο αλλά και εισαγόμενο σε προϊόντα αυτό γεύμα δεν θα μπορούσατε εύκολα να το απολαύσετε ξανά»...
Οι τραπεζίτες έκαναν ό,τι θα έκανε οποιοσδήποτε νοήμων επιχειρηματίας
Το τρίτο μέρος της συζήτησης ήταν το πιο αποκαλυπτικό, καθώς από τα συμφραζόμενα κατάλαβα πολύ περισσότερα από εκείνα που ο ίδιος ήθελε να πει ευκρινέστερα, προφανώς λόγω της απόφασής του να μην αναμειγνύεται πια στην ενεργό πολιτική. Οπως, π.χ., ότι ήταν ασυγχώρητη η ηττοπαθής στάση που επέλεξε το οικονομικό επιτελείο του ΠΑΣΟΚ έναντι των διαβόητων διεθνών αγορών. Και κυρίως το γεγονός ότι εκ του αποτελέσματος φάνηκε ότι δεν διαπραγματεύτηκε καθόλου το Μνημόνιο που μας επεβλήθη.
Γνώστης –όσο ελάχιστοι Ελληνες– του τρόπου που λειτουργούν οι οίκοι αξιολόγησης και τα διεθνή funds, ο κ. Χριστοδούλου μου είπε ότι «οι αγορές λειτουργούν πρωτίστως με βάση τα μηνύματα που εκπέμπεις». Εξηγώντας μου μάλιστα τον τρόπο που εκείνος «λειτούργησε» κάποτε ως διοικητής της Εθνικής Τραπέζης παίρνοντας ένα δάνειο και ανακαταθέτοντάς το απευθείας σε αυτούς που το χορήγησαν, με άφησε να καταλάβω ότι ήταν εγκληματικά φοβικός ο τρόπος που η προηγούμενη κυβέρνηση εξέπεμψε το μήνυμα ότι «η χώρα καταρρέει αν δεν λάβουμε εδώ και τώρα ένα δάνειο», κάτι που πληρώσαμε πολλαπλασίως στη συνέχεια.
«Δεν νοείται να πει οποιοσδήποτε πολιτικός “mea culpa” σε διεθνή φόρα. Πολύ περισσότερο να κατηγορήσει τους προηγούμενους κυβερνώντες», είπε σε άλλη αποστροφή του, «φωτογραφίζοντας» ως εντελώς άστοχες τις αναφορές περί «Τιτανικού» των Γ. Παπανδρέου και Γ. Παπακωνσταντίνου. «Οι ξένοι ευλόγως αντιλαμβάνονται την Ελλάδα ως ενιαίο εταίρο τους και ποσώς ενδιαφέρονται ποιοι την κυβερνούν κάθε τετραετία», υπογράμμισε, ενώ, σημειωτέον, εξέφρασε την κατανόησή του για την επιμονή του κ. Αντ. Σαμαρά να μην επιθυμεί να βάλει την υπογραφή του «σε μια αναξιοπρεπή αξίωση των εταίρων μας, που ακυρώνει τις εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις που αυτονοήτως έχει κάθε αντιπολίτευση». Ταυτοχρόνως, όμως, επισήμανε ότι ο πρόεδρος της Ν.Δ. θα έπρεπε εγκαίρως να συνυπολογίσει την πρωτοφανή δυσπιστία με την οποία αντιμετωπίζεται πια η χώρα και να βρει εκείνος τον τρόπο προκειμένου να μην αναχθεί σε μείζον εθνικό ζήτημα μια καθ’ όλα αυτονόητη διαδικασία, όπως τουλάχιστον την εκλαμβάνουν οι εταίροι μας.
Αντίθετος ήταν ο κ. Χριστοδούλου και με τον τρόπο χειρισμού των τραπεζών, χαρακτηρίζοντας άτοπη την προτροπή του Δημοσίου να κάνουν αυξήσεις των κεφαλαίων τους για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες του «κουρέματος» των ελληνικών ομολόγων που διαθέτουν. «Είναι παράλογη αξίωση, διότι δεν υπάρχει λογικός επενδυτής σε καμία αγορά που θα αποδεχόταν να καλύψει τη ζημία που θα υποστεί η τράπεζα από το “κούρεμα” του δημόσιου χρέους», είπε, ενώ στο γνωστό επιχείρημα ότι «και οι Ελληνες τραπεζίτες πλούτισαν εκμεταλλευόμενοι τα χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ σε συνδυασμό με τα σαφώς επωφελέστερα των ελληνικών ομολόγων», δεν αρνήθηκε ότι η συγκεκριμένη πρακτική υιοθετήθηκε σε κάποιο βαθμό, αλλά πρόσθεσε ότι «οι τραπεζίτες έκαναν ό,τι θα έκανε οποιοσδήποτε νοήμων επιχειρηματίας». Αποκαλυπτικός ήταν και για τη στάση της κ. Μέρκελ. «Η Γερμανία», είπε, «με την κυκλοφορία του ευρώ καρπώθηκε τη μεγαλύτερη νομισματική επιδότηση που έτυχε ποτέ σε προηγμένο κράτος. Η ισοτιμία ευρώ–δολαρίου από 1,19 έπεσε αμέσως στο 0,81, ενώ τα επιτόκια υποχώρησαν σε ποσοστά που ήταν τα χαμηλότερα του αιώνα. Τα δύο αυτά στοιχεία επέτρεψαν στη γερμανική βιομηχανία όχι μόνο να ξεπεράσει το τεράστιο πρόβλημα ανταγωνισμού που είχε, αλλά να αξιοποιήσει στο έπακρον τη συγκυρία και να αναμορφωθεί, με συνέπεια να θεωρείται σήμερα ο ισχυρότερος ευρωπαϊκός παίκτης. Αυτό μοιάζουν να το έχουν ξεχάσει οι Γερμανοί, χωρίς να συνυπολογίζουν ότι η σημερινή τους “παντοδυναμία” οφείλεται στο ότι στο ευρώ μετείχαν και τα υπόλοιπα κράτη, που απορροφούσαν άνω του 70% των εξαγωγών τους».
Με τον ίδιο απόλυτο τρόπο απέρριψε και το συνωμοσιολογικό επιχείρημα ότι το Βερολίνο επιθυμεί να στρέψει αλλού τις εξαγωγές του. «Αν η γερμανική οικονομία απευθυνόταν στην παγκόσμια αγορά, θα είχε αμέσως να αντιμετωπίσει π.χ. τους Κινέζους, οι οποίοι μπορούν τάχιστα να αντιγράψουν τα γερμανικά προϊόντα στο 70% ή και το 80% της ποιότητάς τους, αλλά σε τιμές μόλις στο 20% της αξίας τους», είπε και εξετίμησε ότι «οι Γερμανοί ουδόλως θέλουν να εγκαταλείψουν την ημίκλειστη ευρωπαϊκή αγορά, αλλά δεν θέλουν να συνειδητοποιήσουν ότι, για να συνεχίσουν να πωλούν τα προϊόντα τους, κάποιοι πρέπει να είναι εις θέσιν και να τα αγοράζουν»...
Καθώς εκείνος είχε υπογράψει εκ μέρους της Ελλάδας τη συνθήκη του Μάαστριχτ, τον ρώτησα μήπως τελικά για όλα φταίει το γεγονός ότι από τότε δεν προβλέφθηκε ότι ήταν αδύνατον να συμβιώσουν οικονομίες με εντελώς διαφορετικά μεγέθη και μοντέλα ιδιαιτέρως σε συνθήκες ύφεσης. Με προέτρεψε να ξαναδιαβάσω τα σχετικά κείμενα. «Είχαμε όλοι δεσμευθεί στο Μάαστριχτ να επισπεύσουμε την επόμενη διετία την οικονομική και την πολιτική ένωση», απάντησε. Και χωρίς να κρύβει την απογοήτευσή του, επισήμανε ότι «μέσα στη γενική ευφορία κυκλοφορίας του ευρώ, η δέσμευσή μας να μεταβληθεί η Ε.Ε. σε μια πραγματικά “ηπειρωτική οικονομία” όπως οι ΗΠΑ ξεχάστηκε, και η αθέτησή της είναι που δοκιμάζει σήμερα την ίδια την επιβίωση της Ευρωζώνης»...
Η συνάντηση
Το γεύμα έγινε στο στέκι του, που είναι το «17» στη γωνία Λυκαβηττού και Ακαδημίας. Παραγγείλαμε μια σούπα - ρεβίθια, μια ελληνική σαλάτα, ένα κατσικάκι στον φούρνο με ξεροψημένες πατάτες, ένα εξαιρετικό αργεντίνικο κρασί που για πρώτη φορά δοκιμάσαμε και «μοιραστήκαμε» (ενώ εκείνος μιλούσε, εγώ χωρίς να το πολυκαταλάβω την... καταβρόχθισα) μια καταπληκτική μους σοκολάτα. Η τιμή ήταν 68 ευρώ και έπρεπε να επιστρατεύσω κάθε μέσο για να τον πείσω ότι παρά το μικρότερον της ηλικίας μου, το γεύμα αυτό το «κερνάει» η «Κ».
Oι σταθμοί του
1932
Γεννιέται στη Λάρισα.
1951
Αποφοιτά από το Κολλέγιο Αθηνών.
1953
Αποφοιτά από το Hamilton College και το 1955 παίρνει master Οικονομίας από το Columbia University.
1959
Οικονομικός εμπειρογνώμονας της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος.
1965
Διευθυντής και αργότερα γενικός διευθυντής της ΕΤΕΒΑ.
1977 - 1979
Πρόεδρος της Ολυμπιακής Αεροπορίας.
1979 - 1981
Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και πρόεδρος της Ενωσης Ελληνικών Τραπεζών.
1984 - 1990
Ευρωβουλευτής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος εκλεγόμενος με τη Ν.Δ.
1990
Αναπληρωτής υπουργός και εν συνεχεία υπουργός Εθνικής Οικονομίας.
1992
Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος.
1994 - 1999
Eπικεφαλής των ευρωβουλευτών της Ν.Δ. στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.
2004
Πρόεδρος του Δ.Σ. του ομίλου «Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε.».
2010
Πρόεδρος του Δ.Σ. της Eurobank.

Του Κωνσταντίνου Ζουλα
27.11.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis