Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Αδειες περιπτέρου τώρα για κάθε ενδιαφερόμενο

Το πρώτο περίπτερο των Αθηνών άνοιξε το 1911 επί της Πανεπιστημίου. Λογικά θα το θυμάστε, όχι για το πόσο νωρίς άνοιξε, αλλά για το πόσο αλλόκοτα έκλεισε: ήταν το πρώτο στην ιστορία περίπτερο που το ρούφηξε το πεζοδρόμιο!
Το 1997, με τον μετροπόντικα να περνάει από κάτω του, το περίπτερο της Πανεπιστημίου χάθηκε περίπου σαν τη γυναίκα του Πρωτομάστορα: το έδαφος άνοιξε στα δύο κι εκείνο θάφτηκε στα θεμέλια για να στεριώσει το μετρό. Αν ρωτήσετε σήμερα οποιονδήποτε περιπτερά, θα σας πει πως και το δικό του περίπτερο έτσι κινδυνεύει να καταλήξει: να θαφτεί στα θεμέλια της ελεύθερης οικονομίας, για να ορθοποδήσει η χώρα.
Γιατί από χθες το υπουργείο Αμυνας αποφάσισε την απελευθέρωση των αδειών περιπτέρου, που έως τώρα χορηγούνταν σε αναπήρους πολέμου.
Στο τέμπο του «...και θυμώντας τα να κλαις», οι περιπτερούχοι ήδη ξεσκονίζουν το άλμπουμ με τις αναμνήσεις από τις παλιές, καλές εποχές. Η ιστορία τους ξεκινάει από τα ξύλινα κουβούκλια που στις αρχές του 1900 καταλάμβαναν μόλις μισό τετραγωνικό μέτρο. Κάθε περίπτερο ήταν το «αντίδωρο» της πολιτείας για κάποιον ανάπηρο πολέμου, αντί να του χορηγεί σύνταξη.
Κι έτσι, το 1922 το υπουργείο Περιθάλψεως παραχώρησε όλα τα περίπτερα στην «Πανελλήνιον Ενωσιν Τραυματιών Πολέμου 1912 - 1921», αλλά με αυστηρούς όρους χρήσης: το περίπτερο δεν πωλείται, δεν μεταβιβάζεται, δεν υποθηκεύεται ούτε υπομισθώνεται. Κι αν αυτός που το έχει, πεθάνει, το κληρονομούν η γυναίκα και τα παιδιά του, αλλά μόνο για μία πενταετία. Μετά, το περίπτερο περιέρχεται και πάλι στον έλεγχο της Ενωσης. Στην πραγματικότητα, το περίπτερο ήταν ο φθηνός τρόπος που βρήκε το κράτος για να εισπράττει τον φόρο από τα καπνικά προϊόντα, που πια πωλούνταν αποκλειστικά εκεί. Για τους περιπτεράδες, όμως, το περίπτερό τους ήταν όλη τους η ζωή. Κι έτσι, το 1940, ένας δαιμόνιος Πειραιώτης σκέφτηκε δίπλα στα τσιγάρα και τις εφημερίδες να λανσάρει ψυγείο με πάγο.
Λίγο καιρό μετά, όλα τα περίπτερα είχαν ψυγείο και όλα τα ψυγεία είχαν αναψυκτικά. Μαζί με τις γκαζόζες της ΗΒΗ ήρθαν οι τσίχλες με γεύση κανέλα και ύστερα εμφανίστηκαν και οι καραμέλες Τσάρλεστον.
Στο τέλος, το περίπτερο απέκτησε και εκείνο το θρυλικό, μαύρο τηλέφωνο, που κατέστησε τον περιπτερά κοινωνό όλων των μυστικών της γειτονιάς.
Με τα κιόσκια να πληθαίνουν, όλο και πιο πολλοί ανάπηροι έπαιρναν άδειες: οι άμαχοι ανάπηροι πολέμου, τα θύματα της ειρηνικής περιόδου (αστυνομικοί, λιμενικοί, πυροσβέστες και φαντάροι που έπαθαν ατύχημα κατά την τέλεση των καθηκόντων τους), οι ανάπηροι της Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού, οι απλοί πολίτες που ακρωτηριάστηκαν από βόμβες ή νάρκες και στο τέλος, οι απλοί ανάπηροι και μαζί τους, οι πολύτεκνοι.
Ομως, καθώς η πρώτη γενιά περιπτερούχων είχε ήδη αφήσει τον μάταιο κόσμο και μια σειρά περιπτέρων είχε περάσει σε χέρια κληρονόμων, πολλά κιόσκια ήδη τα δούλευαν ενοικιαστές. Με τη δική τους εισβολή στο ένα τετραγωνικό του περιπτέρου και την αναγνώρισή τους ως νέα τάξη επαγγελματιών το 1971, η εικόνα άρχισε να αλλάζει. Τα περίπτερα δειλά δειλά άρχισαν να μένουν όλο και περισσότερες ώρες ανοιχτά.
Ο συνολικός τζίρος
Οι παλιοί περιπτεράδες λένε πως το 1964, ένα κεντρικό περίπτερο έκανε είσπραξη 200 - 300 δραχμές την ημέρα.
Ως το 2006, ο συνολικός τζίρος των 18.000 περιπτέρων της Ελλάδας ξεπερνούσε τα 5 δισ. ευρώ. Πλέον, το ενοίκιο μπορούσε να φτάσει τις 2.500 ευρώ για τα 2,55 τ.μ. ενός κεντρικού περιπτέρου. Κάθε κιόσκι είχε μέσα περισσότερους από 2.500 κωδικούς προϊόντων και ο «αέρας» για να αγοράσεις το δικαίωμα να το δουλεύεις μπορούσε να αγγίξει τις 60.000 ευρώ! Ηταν η χρυσή εποχή για τους περιπτεράδες. Και μετά, η κρίση άρχισε και το όνειρο τελείωσε.
Από τα 18.000 περίπτερα που υπήρχαν, σήμερα είναι ζήτημα αν έχουν μείνει 10.000 σε όλη την Ελλάδα. Το πρώτο μεγάλο χτύπημα, λένε οι περιπτερούχοι, ήταν η βαριά φορολογία των προϊόντων καπνού. Εξαιτίας της το περιβάλλον του περιπτέρου καιρό τώρα μοιάζει ασφυκτικό για τους περιπτεράδες.
Βλέπετε, στην πλειοψηφία τους οι άνθρωποι πίσω από το τζαμάκι δεν έχουν την άδεια στο όνομά τους. Είναι εκείνοι που πληρώνουν ενοίκιο, που δουλεύουν 12ωρες βάρδιες για να μην κλείνει το περίπτερο ποτέ. Που χτυπούν ακόμα και τις τσίχλες στην ταμειακή. Και που λόγω του ανταγωνισμού με το περίπτερο της απέναντι γωνίας, έχουν μάθει καιρό πριν από την απελευθέρωση του επαγγέλματός τους πόσο σκληροί είναι οι κανόνες της ελεύθερης αγοράς. Ισως πιο πολύ καιρό απ’ όσο φαντάζεται κανείς. Γιατί στο κάτω κάτω και το «Μινιόν», το γιγαντιαίο πολυκατάστημα, από ένα ταπεινό περίπτερο στην πλατεία Ομονοίας ξεκίνησε...

Της Μαριλής Μαργωμένου
14.9.2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis