Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Η Γενιά του Εγώ (ή Γενιά Υ)

Εδώ και μερικές δεκαετίες τα παιδιά του δυτικού κόσμου μεγαλώνουν με κανακέματα και επαίνους και διαρκείς τονωτικές ενέσεις του Εγώ τους σε μια καλών προθέσεων προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησής τους. Πού οδήγησε αυτό; Στην εμφάνιση μιας γενιάς που αν και επισήμως ονομάζεται Γενιά Υ (ως διάδοχος της Γενιάς Χ), τώρα διεκδικεί τον καθόλου κολακευτικό τίτλο της «Γενιάς του Εγώ». Οι εκπρόσωποί της εμφανίζονται εγωκεντρικοί και νάρκισσοι, έχουν υπερτιμημένη άποψη για τον εαυτό τους και διακατέχονται από υπερβολικά υψηλές και έξω από τις δυνατότητές τους προσδοκίες, με αποτέλεσμα να «λυγίζουν» ευκολότερα κάτω από τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής και να ρέπουν περισσότερο προς την κατάθλιψη. Το να σπεύσουμε να τους κατηγορήσουμε είναι εύκολο. Είναι όμως πολύ πιο εποικοδομητικό να κάνουμε μια γερή κριτική και να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που έχουμε υιοθετήσει ως «καλύτερο» για την ανατροφή των παιδιών μας. Οι ειδικοί έχουν ήδη μπει στη διαδικασία και οι προτάσεις τους είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες.


«Τ
ους νέους σήμερα συνεχίζουν να τους παραχαϊδεύουν για πολύ καιρό, ενώ θα έπρεπε πολύ νωρίτερα να έχουν αρχίσει να μαθαίνουν ότι δεν είναι τέλειοι». Αυτό ήταν το συμπέρασμα του HS, ενός μπλόγκερ που σχολίαζε ένα άρθρο των «New York Times» το οποίο οίκτιρε την κατάσταση της σημερινής νεολαίας. Το πρόβλημα με τα παιδιά, συνέχιζε, είναι ότι έχουν μια «παραφουσκωμένη» άποψη για τον εαυτό τους επειδή έχουν μεγαλώσει έτσι ώστε να πιστεύουν πως καθετί που κάνουν είναι αξιόλογο και σημαντικό. Δεν επρόκειτο για κάποιον γερογκρινιάρη αλλά για έναν νεαρό που έγραφε για την ίδια του τη γενιά, εκείνους που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1980 και στο 2000 και έχουν ονομαστεί Γενιά Υ ή Γενιά του Εγώ.
Οπως καταλαβαίνει κανείς από το όνομά της, η Γενιά του Εγώ έχει προσελκύσει ήδη τα πυρά. Οι εκπρόσωποί της κατηγορούνται ότι είναι κακομαθημένοι, αλαζονικοί και νάρκισσοι, ότι έχουν μια αδικαιολόγητη αίσθηση πως δικαιωματικά όλα τους ανήκουν. Οι καθηγητές παραπονούνται ότι οι σημερινοί φοιτητές απαιτούν μόνιμη προσοχή. Οι εργοδότες δυσκολεύονται να καταπιούν τα υπερδιογκωμένα εγώ των νεαρών υπαλλήλων τους, ενώ οι ψυχοθεραπευτές λένε ότι βλέπουν μια νέα γενιά ασθενών οι οποίοι έχουν κατάθλιψη επειδή δεν μπορούν να φθάσουν στο ύψος των υπερβολικών προσδοκιών τους. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το φταίξιμο βρίσκεται στους γονείς, στους δασκάλους και στους άλλους ενηλίκους οι οποίοι υπερέβαλαν στο να μεγεθύνουν την άποψη που έχουν τα παιδιά για τον εαυτό τους από τα πρώτα τους χρόνια.
Οι κατηγορίες αυτές δεν βαρύνουν μόνο τη Γενιά Υ αλλά και μια ολόκληρη φιλοσοφία για την ανατροφή των παιδιών, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και εξακολουθεί να ισχύει ακόμη. Αν είναι βάσιμες, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε την άποψη ότι η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης των παιδιών είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσουμε το ότι θα εκμεταλλευθούν στο έπακρο τις δυνατότητές τους. Τι λένε λοιπόν τα στοιχεία; Είναι η σημερινή νεολαία πραγματικά πιο εγωιστική από τις παλαιότερες γενιές; Αν είναι έτσι, αποτελεί αυτό πρόβλημα; Και αν η σύγχρονη δυτική κουλτούρα της οικοδόμησης αυτοεκτίμησης είναι ένοχη, τι μπορούμε να κάνουμε γι' αυτό;

Παραφουσκωμένο Εγώ
Ενας από τους πλέον ένθερμους επικριτές της σημερινής νεολαίας είναι η Τζιν Τουένγκι, ψυχολόγος στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας και συγγραφέας τού «Generation Me». Για να βρούμε αποδεικτικά στοιχεία υπέρ του υπερδιογκωμένου Εγώ της Γενιάς Υ αρκεί, όπως λέει, να κοιτάξουμε την ετήσια μελέτη των αμερικανών πρωτοετών φοιτητών που περιλαμβάνει 9 εκατ. φοιτητές κολεγίου. Αποκαλύπτει ότι το 52% των συμμετεχόντων του 2009 θεωρούσε πως είχε επίπεδα κοινωνικής αυτοπεποίθησης υψηλότερα από εκείνα του μέσου γενικού πληθυσμού σε σχέση με το 30% των φοιτητών που δήλωνε το ίδιο στη μελέτη του 1966. Οι σημερινοί φοιτητές επίσης αξιολογούν τη νοητική τους αυτοπεποίθηση, τις δεξιότητές τους στο να μιλούν δημόσια καθώς και τις ηγετικές τους ικανότητες περίπου κατά 50% υψηλότερα από ό,τι οι ομόλογοί τους του 1966.
Η υπερβολική σημασία της αυτοεκτίμησης για τη Γενιά Υ σκιαγραφήθηκε σε ένα πείραμα το 2010. Μια ομάδα με επικεφαλής τον Μπραντ Μπούσμαν του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους διαπίστωσε ότι οι φοιτητές έδιναν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους - π.χ., το να πάρουν μεγαλύτερο βαθμό ή να δεχθούν μια φιλοφρόνηση - μεγαλύτερη αξία από ό,τι στις ανταμοιβές που κινητοποιούν την ανθρωπότητα από τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως το να φάει κάποιος το αγαπημένο του φαγητό ή το να επιδοθεί σε σεξουαλική δραστηριότητα. Οι φοιτητές επίσης αξιολογούσαν αυτή την επιβράβευση υψηλότερα από το να κερδίσουν χρήματα, να πιουν αλκοόλ ή να δουν τον καλύτερό τους φίλο. Διερευνώντας περισσότερο οι επιστήμονες ζήτησαν από τους φοιτητές να αξιολογήσουν το πόσο ήθελαν καθεμιά από αυτές τις ανταμοιβές καθώς και την ευχαρίστηση που λάμβαναν από αυτές. Το να θέλει κάποιος κάτι περισσότερο από ό,τι του αρέσει θεωρείται ένδειξη εθισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις η ανταμοιβή «τούς άρεσε» περισσότερο από ό,τι «την ήθελαν», αλλά η διαφορά ανάμεσα στα δύο ήταν μικρότερη σε ανταμοιβές που πρόσφεραν ενίσχυση της αυτοπεποίθησης.

Γεγονός ή προκατάληψη;
Η εικόνα δεν είναι ωστόσο τόσο απλή. Ο Μαρκ Λίρι, κοινωνικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ του Ντάραμ της Βόρειας Καρολίνας, προειδοποιεί ότι τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν είναι τόσο ελιτίστικα όσο ήταν τη δεκαετία του 1960 και άρα το δημογραφικό προφίλ των φοιτητών έχει αλλάξει καθιστώντας τις παλαιότερες και τις σημερινές ομάδες φοιτητών μη απόλυτα συγκρίσιμες. «Δεν γνωρίζουμε αν αυτή είναι μια πραγματική αλλαγή ή αν έχει να κάνει με μια αλλαγή των ανθρώπων που εξετάζονται» λέει.
Πράγματι, η Κάλι Τρεζνιέφσκι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις ανέλυσε μια μελέτη 400.000 μαθητών γυμνασίου που διεξάγεται τα τελευταία 30 χρόνια, από το 1976, και δεν βρήκε στοιχεία για αύξηση του εγωισμού σε αυτή την ελαφρώς νεαρότερη ομάδα. «Οι βαθμολογίες στην αυτοεκτίμησση δεν έχουν αλλάξει καθόλου» λέει. Υποπτεύεται ότι ορισμένοι ψυχολόγοι, κυρίως μιας μεγαλύτερης ηλικίας, διακατέχονται από μια πανάρχαια προκατάληψη. «Επικρίνουμε την επόμενη γενιά. Αυτό ακριβώς κάνουμε» τονίζει. Είναι πιθανόν, υποστηρίζει, όλοι και όχι μόνο η Γενιά Υ, να έχουμε σταδιακά γίνει πιο εγωκεντρικοί - καθώς όμως τα στοιχεία είναι περιορισμένα στις άλλες ηλικιακές ομάδες, είναι δύσκολο να εξετάσει αυτή την ιδέα της.

Η «Γενναιόδωρη Γενιά»;
Ακόμη πιο επιφυλακτικός είναι ο Τζέφρι Αρνέτ, ψυχολόγος ο οποίος μελετά την εφηβεία στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης. Επισημαίνει ότι σήμερα οι νέοι προσφέρουν εθελοντική δουλειά σε φιλανθρωπικά έργα σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ και ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις κοινωνικές ανισότητες από ό,τι ενδιαφέρονταν οι γονείς τους. Φθάνει μάλιστα ως το σημείο να ονομάζει τη Γενιά Υ «Γενναιόδωρη Γενιά».
Παρ' όλα αυτά, οι περισσότεροι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι έχει σημειωθεί μια πραγματική αύξηση της αυτοεκτίμησης - τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το φαινόμενο έχει μελετηθεί περισσότερο. Το ερώτημα του αν αυτό αποτελεί πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Οταν ο αμερικανός ψυχολόγος Γουίλιαμ Τζέιμς επινόησε τον όρο «αυτοεκτίμηση» τη δεκαετία του 1890, τον είχε προσδιορίσει ως τον λόγο των επιτυχιών ενός ατόμου προς τις «φιλοδοξίες» ή τους στόχους του. Με άλλα λόγια, η αυτοεκτίμηση είναι ένα υποκειμενικό μέτρο της αξίας του καθενός που αυξάνεται καθώς επιτυγχάνει τους στόχους του. Αυτό ταιριάζει με τον ορισμό που δίνει το λεξικό: «Ο σεβασμός ή η ευνοϊκή άποψη κάποιου για τον εαυτό του». Τι το κακό μπορεί να υπάρχει σε αυτό;

Ματαιοδοξία και ναρκισσισμός
Στις ημέρες μας, παρ' όλα αυτά, η αυτοεκτίμηση έχει αποκτήσει ένα δεύτερο νόημα: «Μια αδικαιολόγητα καλή γνώμη κάποιου για τον εαυτό του, ματαιοδοξία». Αυτός είναι ο ορισμός που ταιριάζει καλύτερα στη Γενιά Υ, σύμφωνα με την κυρία Τουένγκι. Και αυτή είναι η πηγή του προβλήματος. Κατ' αρχάς, τα παραφουσκωμένα εγώ δημιουργούν σε πολλά νεαρά άτομα μη ρεαλιστικές προσδοκίες και η ανικανότητά τους να τις εκπληρώσουν μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση, λέει, ότι το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στην Ατλάντα της Τζόρτζια ανέφερε τον περασμένο Οκτώβριο πως ένας στους εννέα Αμερικανούς άνω των 12 ετών παίρνει αυτή τη στιγμή αντικαταθλιπτικά - αριθμός τετραπλάσιος από το αντίστοιχο ποσοστό στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Η κυρία Τουένγκι βλέπει ένα άλλο δείγμα επικίνδυνα διογκωμένης αυτοεκτίμησης στα αυξανόμενα επίπεδα του ναρκισσισμού. Διαπίστωσε ότι διπλάσιοι φοιτητές είχαν υψηλά επίπεδα ναρκισσισμού το 2006 σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι νάρκισσοι τείνουν να μην ανέχονται την κριτική και έχουν ροπή προς την εξαπάτηση και την επιθετικότητα. «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έρχονται στο γραφείο σου και κάνουν ολόκληρο καβγά για έναν βαθμό» λέει. Επίσης ανησυχούν περισσότερο για την εξωτερική τους εμφάνιση και, όπως τονίζει, οι Αμερικανοί καταφεύγουν στην πλαστική χειρουργική σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ. Στο τελευταίο της βιβλίο, «The Narcissism Epidemic», το οποίο έχει γράψει μαζί με τον Γ. Κιθ Κάμπελ (Free Press, 2009), αφηγείται ανέκδοτα για ανθρώπους που προσέλαβαν δήθεν παπαράτσι για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι είναι διάσημοι ή αγόρασαν τεράστια σπίτια με δάνεια ως απόδειξη του αμερικανικού παραφουσκωμένου εγώ.

Εγώ και στη... μουσική
«Το έχουμε παρακάνει με τον ατομισμό» λέει η κυρία Τουένγκι και αυτό αντανακλάται και στην ποπ κουλτούρα. Μαζί με τον ψυχολόγο Νέιθαν Ντε Βαλ και άλλους ερευνητές κατέγραψαν μια αύξηση της χρήσης της λέξης «εγώ» στους στίχους των αμερικανικών ποπ επιτυχιών από το 1980 ως το 2007. Ταυτοχρόνως η συχνότητα λέξεων που σχετίζονται με άλλους ανθρώπους, με την κοινωνική αλληλεπίδραση και τα θετικά συναισθήματα έχει μειωθεί. Η κυρία Τουένγκι θεωρεί υπεύθυνους τέσσερις παράγοντες: τις αλλαγές στη συμπεριφορά των γονέων, τη λατρεία της διασημότητας, το Διαδίκτυο και τον εύκολο δανεισμό. «Ολοι αυτοί οι παράγοντες επιτρέπουν στους ανθρώπους να έχουν μια διογκωμένη αίσθηση του εαυτού τους, στην οποία το φαίνεσθαι της επίδοσης είναι πιο σημαντικό από αυτή καθαυτή την επίδοση» λέει.
Αλλοι κατηγορούν το κίνημα της αυτοεκτίμησης που ξεκίνησε στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1980. Δυστυχώς, λέει ο κ. Λίρι, το κίνημα γεννήθηκε από μια παρανόηση. Μελέτες είχαν δείξει έναν συσχετισμό ανάμεσα στην υψηλή αυτοεκτίμηση και στις θετικές εξελίξεις στη ζωή. «Ο κόσμος βιάστηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αυτοεκτίμηση ήταν η αιτία αυτών των άλλων πραγμάτων αλλά δεν είναι» λέει. Υστερα από τρεις δεκαετίες και πολλά προγράμματα ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης επικρατεί η άποψη ότι ο καλύτερος τρόπος να αναθρέψει κάποιος τα παιδιά του είναι να οικοδομήσει την αυτοεκτίμησή τους μέσα από συνεχείς επαίνους και θετικές αναδράσεις. Τα στοιχεία είναι όμως είναι ασαφή, στην καλύτερη περίπτωση.

Μειωμένη αντοχή στις δυσκολίες
Το 2003 μια ομάδα με επικεφαλής τον Ρόι Μπαουμάιστερ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριδας στο Ταλαχάσι διεξήγαγε μια μετα-ανάλυση των προηγούμενων ερευνών. Η εικόνα που αναδείχθηκε ήταν σύνθετη. Διαπίστωσαν ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση σχετιζόταν γενικά με πιο χαρούμενη διάθεση και ανάληψη πρωτοβουλίας, ενώ η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνδεόταν με κατάθλιψη. Παρ' όλα αυτά, αντίθετα με το αναμενόμενο, τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση καταθλίβονταν περισσότερο σε στιγμές στρες, ενώ εκείνα που είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση έδειχναν μεγαλύτερη αντοχή όταν έρχονταν αντιμέτωπα με τα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Φάνηκε επίσης ότι η προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης των μαθητών δεν βελτίωνε τις επιδόσεις τους στα μαθήματα και μπορούσε μερικές φορές να είναι αντιπαραγωγική. Η υψηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να προστατεύει τα κορίτσια από τα νταηλίκια, δεν εμπόδιζε όμως τα παιδιά να καπνίσουν, να πιουν, να πάρουν ναρκωτικά ή να κάνουν σεξ - αντιθέτως, τα ωθούσε στο να δοκιμάσουν αυτά τα πράγματα. Οι καλές επιδόσεις στην εργασία σχετίζονταν μερικές φορές με την υψηλή αυτοεκτίμηση, ο συσχετισμός όμως ήταν ευμετάβλητος και η σχέση της αιτιότητας ασαφής. Η αυτοεκτίμηση δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε την ποιότητα ούτε τη διάρκεια των σχέσεων. Η γενική εικόνα ήταν τόσο συγκεχυμένη ώστε ο κ. Μπαουμάιστερ και η ομάδα του θεώρησαν ότι δεν μπορούν να εγκρίνουν προγράμματα για την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης.
Σήμερα οι ψυχολόγοι συμφωνούν στο ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί συχνότερα τη συνέπεια θετικών γεγονότων στη ζωή παρά την αιτία τους - ένα μήνυμα το οποίο ακόμη δεν έχει περάσει σε γονείς και δασκάλους. Ο κ. Λίρι φθάνει ως το σημείο να διαβεβαιώνει ότι η αυτοεκτίμηση που ενισχύεται με τεχνητό τρόπο, χωρίς αναφορά σε επιτεύγματα, δεν έχει καμία εγγενή αξία. Εν τω μεταξύ ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος Χέρμπερτ Μαρς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης υποστηρίζει ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε την αυτοεκτίμηση ως ένα τμήμα της ευρύτερης έννοιας ενός πράγματος που ονομάζεται αυτοαντίληψη και το οποίο περιλαμβάνει επίσης τις απόψεις που έχει κάποιος για την εθνοτική και μορφωτική του ταυτότητα, καθώς και για το φύλο του. Πιστεύει ότι η καλή αυτοαντίληψη και η υψηλή εκπαιδευτική απόδοση αποτελούν την αιτία και το αποτέλεσμα η μια της άλλης. «Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολη τη δουλειά των δασκάλων» λέει. «Δεν πρέπει μόνο να διδάξουν δεξιότητες, πρέπει επίσης να οικοδομήσουν την πίστη των παιδιών στον εαυτό τους και μετά να συνδέσουν αυτά τα δύο».

Πιο σημαντικός ο αυτοέλεγχος
Ο κ. Μπαουμάιστερ υποστηρίζει ότι, αντί να «χτίζουμε» το εγώ των παιδιών, θα πρέπει να οικοδομήσουμε τον αυτοέλεγχό τους. Στο καινούργιο βιβλίο του «Willpower: Rediscovering Our Greatest Strength» (Allen Lane, 2012) παρουσιάζει στοιχεία υπέρ του ότι η δύναμη της θέλησης και όχι η αυτοεκτίμηση είναι το απαραίτητο συστατικό για μια επιτυχημένη ζωή. Υποστηρίζει ότι τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να επιμένουν σε δύσκολα έργα ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους, κάτι το οποίο θα ενισχύσει με φυσικό τρόπο την αυτοεκτίμησή τους. Οι γονείς και οι δάσκαλοι μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της αυτοπειθαρχίας ενθαρρύνοντας τα παιδιά να αποκτήσουν καλές συνήθειες. Και αντί να τους παρέχουν διαρκή και επομένως ανούσιο έπαινο, θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα πραγματικά επιτεύγματα. Αν η προσέγγιση του κ. Μπαουμάιστερ φαίνεται υπερβολικά αυστηρή, ο κ. Λίρι είναι πιο πραγματιστής. Το μήνυμα που θα πρέπει να στέλνουν οι γονείς στα παιδιά τους, λέει, είναι ότι τα αγαπούν ακόμη και αν δεν είναι τέλεια και ότι μπορούν να βελτιωθούν. «Δώστε τους ειλικρινή πληροφόρηση» επισημαίνει. «Και πάνω από όλα, μη λέτε στο παιδί σας ότι είναι το καλύτερο παιδί του κόσμου γιατί κανένα δεν είναι».


Στροφή προς τους άλλους
Η υπερβολική αυτοεκτίμηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, το ίδιο όμως ισχύει και για τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στην εφηβεία τα παιδιά γίνονται ευάλωτα καθώς ο «συμπαγής» εγωκεντρισμός που έχουν στα πρώτα τους χρόνια αρχίζει γρήγορα να αποκτά ρωγμές. Στα κορίτσια η πτώση της αυτοεκτίμησης είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα αγόρια, και στα δυο φύλα όμως η αλλαγή είναι μόνιμη. Επίσης σε αυτές τις ηλικίες η αυτοεκτίμηση μπορεί να είναι υψηλή αλλά ταυτόχρονα ασταθής, να καταποντίζεται με την πρώτη κριτική.
Οι γονείς φυσικά θέλουν να προστατεύσουν το παιδί τους σε αυτή την κρίσιμη ηλικία, όμως το να το στολίζουν με αβάσιμους επαίνους δεν είναι η λύση. Μια καλύτερη τακτική είναι να ενθαρρύνουν τα παιδιά να σκέφτονται τους άλλους. Μια από τις πολλές μελέτες που δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση έγινε από την Τζένιφερ Κρόκερ και την Εϊμι Κανεβέλο του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους, σε περίπου 200 ζεύγη φοιτητών. Διαπίστωσαν ότι όσοι προσπάθησαν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή τους βάζοντας τον ή την συγκάτοικό τους να τους αναγνωρίσει τα καλά σημεία τους απέτυχαν: τόσο η αυτοεκτίμηση των ίδιων όσο και η γνώμη των συγκατοίκων τους για εκείνους μειώθηκαν μέσα στους τρεις μήνες που διήρκεσε το πείραμα. «Εκείνο που πραγματικά λειτούργησε ήταν το να δείχνουν έμπρακτα ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για τον συγκάτοικό τους» λέει η κυρία Κρόκερ.
Της Laura Spinney
Πηγή Το Βήμα 
23.9.2012

Κηφισιά : Σπιτικό πρωινό στον Βάρσο

Ζαχαροπλαστείο Βάσος - Κηφισιά - Πηγή φωτό : Espresso
Είναι πολύ λίγα τα μέρη στην Αθήνα που δεν έχουν αλλάξει και δεν θα ήθελες να αλλάξουν απολύτως τίποτα, ούτε λογότυπο. Εχω καθιερώσει να πηγαίνω μία φορά την εβδομάδα στον Βάρσο, στην Κηφισιά. Για πρωινό. Brunch στον Bάρσο. Αβγά μάτια ή ομελέτα, με λουκάνικο, τυρόπιτα ταψιού, τσουρέκι, μπριός, κρέμα, ρυζόγαλο, ζεστή σοκολάτα, φρεσκοστυμένος χυμός πορτοκαλιού, όχι απαραίτητα όλα μαζί.
Πριν από τα Χριστούγεννα η τυρόπιτα ταψιού ήταν διαφορετική. Δεν ήταν κακή η γεύση της, απλώς ήταν διαφορετική, όχι σαν κι αυτή που είχαμε συνηθίσει να τρώμε, κάθε βδομάδα. Οπως μάθαμε, είχε τελειώσει το τυρί. Παραγωγής τους. Τις γιορτές είχαν στολίσει τη βιτρίνα με το κλασικό, πλέον, λευκό δέντρο από κουραμπιέδες. Παραγωγής τους. Μετά τις γιορτές απολαύσαμε ένα διαφορετικό πρωινό, με χιόνι, ζεστά αβγά και μαύρο στρογγυλό ψωμάκι. Εννοείται, παραγωγής τους.
Αν το συγκεκριμένο ζαχαροπλαστείο, καφέ, στέκι, στην οδό Κασσαβέτη, είναι τόσο ρετρό, παλιομοδίτικο, αυθεντικό, είναι γιατί αυτή ακριβώς είναι και η γοητεία του. Οι άνθρωποι που σε σερβίρουν, οι δερμάτινοι καναπέδες με τα μίνιμαλ τραπεζάκια, το τζάκι, οι δύο είσοδοι, οι θαμώνες, ακόμη και το χαρτί και οι σακούλες, με το λευκό και το κόκκινο, μοιάζουν να έχουν παραμείνει ίδια. Ετσι, ακριβώς ξέρεις πάντα τι να περιμένεις.
Σε μια πόλη που δεν αναγνωρίζεις πλέον εύκολα γειτονιές και όλα μοιάζουν σαν να έχουν βγει από καρμπόν, ίδιες αλυσίδες καταστημάτων παντού, παρόμοιες γεύσεις, μυρωδιές, εικόνες, είναι ανακουφιστικό να μυρίζεις τσουρέκι -που μυρίζει τσουρέκι-, να βρίσκεις γιαούρτι, γαλακτομπούρεκο, μαρεγκάκια, σου και τρουφάκια, δίπλες, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, όποτε σου... μυρίσουν.
Οι κυρίες με τις λευκές ποδιές μοιάζουν έτοιμες να σε εξυπηρετήσουν. Ζυγίζουν αυτό που έχεις επιλέξει, το συσκευάζουν τη στιγμή που το ζητάς, ακόμη και το τσουρέκι, σου προτείνουν πώς και πότε να το κλείσεις στην ειδική σακούλα, για να διατηρηθεί όσο φρέσκο είναι και αντέχει να είναι.
Γαλακτοζαχαροπλαστείο με παραδοσιακές συνταγές, χωρίς χημικά συντηρητικά και βελτιωτικά στα προϊόντα. Το καταλαβαίνεις αμέσως. Στον Βάρσο δεν θα βρεις εξωτικά γλυκά, συνταγές της μόδας, υψηλή ζαχαροπλαστική. Ευτυχώς. Το κρουασάν με τα καρύδια και τη σοκολάτα δεν υπάρχει οπουδήποτε αλλού. Το ρυζόγαλο μπορεί να είναι καλύτερο και από το σπιτικό. Αλλά είναι κυρίως η ατμόσφαιρα, στον δερμάτινο καναπέ, με φόντο τον κήπο, το ταχυδρομείο και η μίνι γειτονιά έξω από το παράθυρο, που σταματούν τον χρόνο, ανοίγουν την όρεξη, βαλσαμώνουν τις αισθήσεις, για μια εμπειρία, ένα ταξίδι στη δεκαετία του ’60. Με την τυρόπιτα ταψιού, αγκαλιά.

Της Σάντυς Τσαντάκη
21.1.2012

Π.Μανδραβέλης : Ο Γέρων Παστίτσιος και η ελευθερία

Από μια άποψη, η άσκηση ποινικής δίωξης κατά του 27χρονου που έκανε τη σελίδα στο Facebook για τον «Γέροντα Παστίτσιο» είναι χειρότερη από τις υστερικές αντιδράσεις των μουσουλμάνων σε όλο τον κόσμο για την υποτιθέμενη προσβολή στον Μωάμεθ που έκανε μια άτεχνη ταινία ενός Αμερικανού. Φυσικά, οι αντιδράσεις διαφέρουν ως προς τον βαθμό της έντασης, αλλά και στις δύο περιπτώσεις έχουμε την άσκηση βίας ως απάντηση στον λόγο. Το πρόβλημα είναι ότι στην περίπτωση των μουσουλμάνων η βία ασκήθηκε παρανόμως από τον όχλο, ενώ στην Ελλάδα -αν και (το ξανατονίζουμε) ήταν σαφώς χαμηλότερης έντασης- ασκήθηκε νομίμως από το κράτος. Η σύλληψη κάποιου για οποιοδήποτε αδίκημα είναι άσκηση νόμιμης βίας, αυτής που μονοπωλιακά δώσαμε στο κράτος για να επιτευχθεί η κοινωνική ευταξία.
Συνεπώς, αν απογυμνώσουμε τις δύο καταστάσεις από τα ιδιαίτερά τους χαρακτηριστικά, θα διαπιστώσουμε την ομοδοξία στον πυρήνα τους. Ο ενοχλητικός για κάποιους λόγος αντιμετωπίστηκε βιαίως, ασχέτως αν στη μία περίπτωση είχαμε οδοφράγματα και πυρπολήσεις αυτοκινήτων και στην άλλη μια απλή σύλληψη. Από την άποψη αυτή η άσκηση παράνομης βίας ασφαλώς είναι κατακριτέα και δείχνει τις αντιλήψεις μιας κοινωνίας για την ελευθερία του λόγου. Η άσκηση νόμιμης βίας για να αποσιωπηθεί ακόμη και ο κακόγουστος λόγος είναι χειρότερη.
Η «εξυπνάδα» που κυκλοφορεί εγχωρίως για να δικαιολογηθούν οι περιορισμοί της ελευθερολογίας είναι «ναι στην ελευθερία του λόγου, αλλά όχι στην ασυδοσία». Το ερώτημα βέβαια είναι ποιος ξεχωρίζει τον λόγο από την ασυδοσία. Ας μην αναφέρουμε τον Ολυμπιακό που κάποιοι θεωρούν «θρύλο και Θεό». Υπάρχουν άλλοι που πιστεύουν ότι ο κομμουνισμός είναι θρησκεία και ο Λένιν ο προφήτης του. Θα έπρεπε να τιμωρείται κάθε χλευαστικό σχόλιο εναντίον του;
Ούτε τίθεται θέμα πλειοψηφίας σε ζητήματα θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως είναι η ελευθερία του λόγου. Δεν μπορεί δηλαδή να υπάρχει το επιχείρημα ότι οι Ελληνες είναι Ορθόδοξοι κατά 95% και συνεπώς χλευασμός «των ιερών και οσίων» τους πρέπει να τιμωρείται. Κατ’ αρχάς και στο Πακιστάν πρέπει να υπάρχουν αντίστοιχες πληθυσμιακές αναλογίες. Δεύτερον, αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και ο Ιησούς για τις απόψεις του τιμωρήθηκε. Δεν του ασκήθηκε η «νόμιμη» της εποχής βία διότι σκότωσε ή έκλεψε. Του επεβλήθη η εσχάτη των ποινών γι’ αυτά που έλεγε, τα οποία κάποιοι θεώρησαν προσβολή του Μωσαϊκού νόμου. Οταν, μάλιστα, η ποινή μπήκε στη δημοκρατική διαδικασία της εποχής, ο όχλος επέλεξε να απελευθερώσει τον Βαραββά και όχι τον Ιησού, ο οποίος απλώς διατύπωνε «απρεπή» για την εποχή ή τις κυρίαρχες αντιλήψεις άποψη.
Σε ζητήματα ελευθερίας του λόγου δεν ισχύουν τα «ναι μεν αλλά». Ή θα είναι πλήρης ή δεν θα υπάρχει. Οι δυτικές κοινωνίες μετά από πολλές δοκιμές και ανεπίτρεπτα λάθη (π.χ. καταδίκη Σωκράτη, Γαλιλαίου κ.λπ.) κατάλαβαν ότι επειδή ποτέ δεν ξέρουμε εκ των προτέρων αν μια άποψη είναι απλώς προσβλητική ή επαναστατική αποφάσισαν επί της αρχής να τις επιτρέπουν όλες. Στο τέλος, ο χρόνος, ο διάλογος και η ανθρώπινη λογική πνίγουν στη λήθη τις προσβολές και κρατούν τις χρήσιμες απόψεις. Το άλλο επίσης που μένει στην ιστορία είναι οι ανόητες απόπειρες λογοκρισίας, ακόμη και για ασήμαντο λόγο.

Του Πάσχου Μανδραβέλη
26.9.2012

Σκίτσα : Ενστολοι

Σκίτσο Αντρέα Πετρουλάκη - Πηγή Καθημερινή 23.9.2012

Σκίτσα - Κλεμμένη εφορία

Σκίτσο Αντρέα Πετρουλάκη - Πηγή Καθημερινή 13.9.2012

Σκίτσα - Συνταξιούχοι: 11,8 δις όχι 3 όμως ναι

Σκίτσο Κωνσταντίνου Μητρόπουλου - Πηγή ΤΑ ΝΕΑ 1.9.2012

Σκίτσα : Οι συνταξιούχοι & τα μέτρα

Σκίτσο Ηλία Μακρή - Πηγή Καθημερινή 11.8.2012

Σκίτσα : Ο Μήτσος και το υπόδειγμα ανταγωνιστικότητας

Σκίτσο Ηλία Μακρή - Πηγή εφμ Καθημερινή 5.2.12

Κώστας Γεωργόπουλος : Φώτα πορείας

Υπάρχει μία διαφορά ήθους ανάμεσα στους σημερινούς ταγούς του πολιτισμού μας και στους χθεσινούς που ξεχώριζαν με την προσφορά τους, αλλά και με την πείρα και τη σοφία τους

Την εβδομάδα αυτή κλείνουν σαράντα ένα χρόνια από την ημέρα που εμφανίστηκε το όνομά μου σ' αυτόν τον φιλόξενο δημοσιογραφικό οργανισμό. Σαράντα ένα συναπτά χρόνια ως κριτικός, ως επιφυλλιδογράφος και ως σχολιαστής ιδεών, ηθών και αξιών πολιτισμού. Και για να τιμήσω τους άμεσους και έμμεσους δασκάλους που τα χρόνια αυτά συνομίλησα μαζί τους και διδάχτηκα και συχνά αντιπαρατέθηκα δημιουργικά και με σεβασμό εκατέρωθεν θα ήθελα να αναφερθώ στη διαφορά του ήθους μας από τα σημερινά ανάλογων «ταγών» τα μίζερα ήθη. Δεν θα αναφερθώ ειδικά στον μεγάλο δάσκαλό μου στα θεατρικά μυστικά, τον Δημήτρη Ροντήρη, έχω αλλού και εκτενώς τιμήσει τη μνήμη του. Οπως και του Γιάννη Σιδέρη. Αλλά νομίζω πως στον σημαντικό αυτόν ιστορικό και μύστη του θεάτρου οφείλω να σταθώ, αφού ευτύχησα να βρεθώ από φοιτητής δίπλα του στο πρωτόγονο τότε Θεατρικό Μουσείο και σήμερα να έχω την τιμή να προεδρεύω στο γιγάντιας αρχειακής ύλης Θεατρικό Ελληνοταμείο, που χάρη στον ζήλο του στηρίζει και συντηρεί τη θεατρολογική επιστήμη που εκείνος δεν πρόφτασε αλλά φρόντισε να της παράσχει τα εφόδια για να γεννηθεί και να ανδρωθεί.
Χάρη στον Σιδέρη γνώρισα τον Γιώργο Θεοτοκά και είχα την τύχη σε μακρές συνομιλίες μαζί του, σε ουζερί της οδού Σκουφά, να θαυμάσω την καρτεσιανή του λογική και την ισόρροπη στάση του ανάμεσα στην παράδοση, στον ελληνισμό και στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία.
Στο Πανεπιστήμιο είχα έναν απέραντο θαυμασμό για τον δάσκαλο φιλόσοφο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλο, παρόλο που είχαμε φτάσει κάποτε σε ώρα εξετάσεων σε ιδεολογικό καβγά. Οταν το 1980 διορίστηκα μαζί με τον Καμπανέλλη και τη Μαργαρίτα Λυμπεράκη μέλος του ΔΣ του Εθνικού Θεάτρου, ο Θεοδωρακόπουλος ήταν πρόεδρος με αντιπρόεδρο τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο. Μόλις με είδε στην πρώτη συνεδρία με υποδέχτηκε με θερμά λόγια αποκαλώντας με «συνάδελφο». Αλλοι άνθρωποι, άλλα ήθη. Τότε είχα μια θερμή σχέση με τον Παναγιωτόπουλο που ξεκίνησε με θερμή επιστολή, όταν του είχα αποστείλει το 1971 την ποιητική μου συλλογή. Το 1980 ανταλλάσσαμε τον καημό για την εκπαίδευση, σχολάρχης αυτός σπουδαίου ιδιωτικού σχολείου και εγώ καθηγητής στο ανταγωνιστικό ίδρυμα της Σχολής Μωραΐτη. Η σοφία του Ι.Μ. ήταν η σεμνότερη που έχω συναντήσει, σε πότιζε σαν αργή βροχή και έφτανε γλυκά-γλυκά ώς τα μύχια. Οταν έβγαλα την πρώτη μου ποιητική συλλογή και ήδη είχα εμφανιστεί ως στιχουργός στο «Χρονικό» του Μαρκόπουλου, ο Σαββίδης, επιφυλλιδογράφος στο «Βήμα» κι εγώ κριτικός στην ίδια εφημερίδα, έγραψε μια επιφυλλίδα όπου αποκάλυπτε πως ο «σκανδαλώδης» κριτικός ήταν μέσω ψευδωνύμου ο ποιητής και ο στιχουργός. Για τον πολύ κόσμο και την... Αστυνομία της χούντας ήταν η πρώτη ταύτιση!
Αργότερα, με τον αείμνηστο φίλο Γιώργο Σαββίδη και μεγάλο ειδικό στη γαστρονομία, φάγαμε μαζί, συζητήσαμε και βρεθήκαμε, εκείνος πρόεδρος στη συνέχεια εγώ μέλος, στην Εταιρεία Σπουδών. Σε κάποια γιορτή μου μού δώρισε ένα από τα περίφημα διορθωμένα μονόφυλλα του Καβάφη! Στην Εταιρεία Σπουδών πρώτος πρόεδρος ήταν ο Παντελής Πρεβελάκης, αυτός ο ευπατρίδης που το έργο του καλύπτει όλο το φάσμα της δημιουργικής γραφής.
Τιμής ένεκεν μάλιστα διέθεσε όλες τις ανέκδοτες μεταφράσεις του, από τον Μακιαβέλι έως τον Μπεναβέντε, στη σειρά που διηύθυνα θεατρικών αριστουργημάτων της Σχολής Μωραΐτη.
Τον Παπανούτσο τον γνώρισα μέσω του Γεωργίου Μαύρου, που ήταν πατριώτης του Αντώνη Μωραΐτη από το Καστελλόριζο. Σε μακρές συναντήσεις με τον μεγάλο εκείνον παιδαγωγό και ανεπανάληπτο μεταρρυθμιστή της Εκπαίδευσης, οργανώσαμε το 1977 στους «Δελφούς» το πρώτο σημαντικό συνέδριο έως σήμερα για την Παιδεία. Συμπαραστάτες ο Καμπανέλλης, ο Δημήτρης Τσάτσος, ο Κωνσταντίνος Αλαβάνος, ο Σάκης Πεπονής. Οταν το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο μου ανέθεσε τη συγγραφή του εγχειριδίου για το Γυμνάσιο, όπου για πρώτη φορά διεθνώς διδασκόταν στην εκπαίδευση αρχαίο δράμα από ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ο Παπανούτσος δημοσίευσε στο περιοδικό «Νέα Παιδεία» τις οδηγίες μου προς τους μέλλοντες να το διδάξουν εκπαιδευτικούς.
Ξέρετε, λόγω βιβλιοθήκης του πατέρα να είσαι αναγνώστης της «Νέας Εστίας» από το πρώτο τεύχος (1927!) και να σε καλεί, ώριμο πια, ο Πέτρος Χάρης να σου ζητεί συνεργασία κι όχι μόνο, αλλά να σε δέχεται σπίτι του, στην οδό Νίκης, να κάνεις διορθώσεις. Τι ανεξάντλητος θησαυρός μνήμης, σοφίας, πείρας και νηφαλιότητας!
Τον λαογράφο Κίτσο Μακρή τον γνωρίσαμε από τον αείμνηστο φίλο ζωγράφο Ασαντούρ Μπαχαριάν και είχαμε την τύχη να φάμε ζυμωτό ψωμί και πίτα στη γάστρα στο παραδοσιακό του σπίτι, στον Βόλο. Μου χάρισε ένα άρθρο με πληροφορίες για τον ληστή Σπάτουλα που υποχρέωσε αγιογράφο να τον εικονίσει σε εκκλησία!! Με τον δυσπρόσιτο ποιητή (τον μεγάλο του μέλλοντός μας) Τάκη Παπατσώνη είχα επικοινωνία μέσω του φίλου ποιητή Ματθαίου Μουντέ και με το Νίκο Καρούζο είχαμε μια ζεστή, όλο χιούμορ σχέση, ποτισμένη από μπόλικο ούζο. Ανεπανάληπτη θεωρώ για τη ζωή μου τη συνάντηση με τον αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη. Οσον αφορά τον Αγγελο Τερζάκη, του οφείλω την τύχη ότι επί 41 χρόνια είμαι εδώ.
 
Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
 
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
22.9.2012

Tzvetan Todorov : Η παράξενη γοητεία του πολέμου

Αντίλαλοι πολέμου τόνισαν μουσικά, όπως και το 2011, το καλοκαίρι. Αυτή τη φορά όμως πήγαζαν από μια άλλη αραβική χώρα, τη Συρία και όχι τη Λιβύη. Και δεν είναι οι δυτικές δυνάμεις (οι δικές μας) αυτές που συνθλίβουν τον άτιμο εχθρό, πρόκειται για έναν εμφύλιο πόλεμο στον οποίο, επισήμως τουλάχιστον, είμαστε απλοί θεατές.
Μια φράση αποτυπώνει και ταυτόχρονα ενσαρκώνει το πνεύμα που χαρακτηρίζει τα στρατιωτικά ρεπορτάζ, η οποία ανήκει στην επιφανή δημοσιογράφο Φλοράνς Ομπενά («Λε Μοντ» της 24ης Ιουλίου). Περιγράφει ένα κομβόι έτοιμο να φύγει για τη μάχη. Κατόπιν προσθέτει: «Τριγύρω θαμπωμένα παιδιά σχηματίζουν μια τιμητική φρουρά. Είναι τέτοιος ο θαυμασμός που νιώθουν ώστε δεν τολμούν να πλησιάσουν αυτούς τους άνδρες». Καθώς η ίδια η δημοσιογράφος δεν τολμά να σχολιάσει τον θαυμασμό των παιδιών, τραγική εντούτοις συνέπεια της διαμάχης, καλούμαστε όλοι εμείς να μοιραστούμε αυτή την εμπειρία του δέους.

Η γοητεία μεταφράζεται, στον Τύπο, σε μια υπεραφθονία εικόνων: ο πόλεμος είναι φωτογενής. Στη μία σελίδα μετά την άλλη βλέπουμε τα καπνισμένα ερείπια των κτιρίων, τα πτώματα απλωμένα στους δρόμους, τους κακούς να οδηγούνται για ανάκριση, το πιθανότερο βίαιη• ή ακόμη, όμορφους νεαρούς με Καλάσνικοφ στα χέρια ή διαγώνια κρεμασμένα. Οι φωτογραφίες, το γνωρίζουμε, προκαλούν έντονα συναισθήματα, αλλά μεμονωμένα δεν εκφέρουν καμία κρίση και η σημασία τους μένει μετέωρη.
Η ίδια επιείκεια σημαδεύει και τα κείμενα που τις συνοδεύουν: ευχαριστιόμαστε να βλέπουμε τις συνέπειες μιας θαρραλέας επίθεσης, να ανακαλύπτουμε έναν στρατό έτοιμο να κατακτήσει την εξουσία. «Η μάχη ηλεκτρίζει τους αντάρτες», αλλά εμφανώς και τους δημοσιογράφους. Οι φωτογραφίες δείχνουν τα ανήσυχα πρόσωπα των κρατουμένων, οι λεζάντες τους ταυτοποιούν ζοφερά: «Ενας ύποπτος ως πληροφοριοδότης», «ένας αστυνομικός κατηγορούμενος για κατασκοπεία». Είναι άραγε ακόμη ζωντανοί τη στιγμή της δημοσίευσης;
Στη μεγάλη τους πλειονότητα τα μίντια δεν αρκούνται να αποτυπώσουν τον πόλεμο, τον εξυμνούν• έχοντας επιλέξει στρατόπεδο, συμμετέχουν στην πολεμική προσπάθεια. Για να λέμε την αλήθεια, ο πόλεμος ασκεί σχεδόν πάντα γοητεία, ίσως διότι εκπροσωπεί την κατεξοχήν κατάσταση όπου στο όνομα ενός ανώτερου ιδανικού είμαστε έτοιμοι να διακινδυνεύσουμε ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε, τη ζωή. Σε αυτό προστίθεται ο θαυμασμός που νιώθει το προσηλωμένο πνεύμα για τους ανθρώπους της δράσης, οι οποίοι μετασχηματίζονται γρήγορα σε σύμβολα• αλλά και η έλξη που ασκεί η βία: αντλούμε ευχαρίστηση από το θέαμα καταστροφών, σφαγών, βασανιστηρίων.
Η γοητεία του πολέμου οφείλεται επίσης στο ότι αποτελεί μια κατάσταση απλή, όπου η επιλογή είναι αυτονόητη: το καλό εναντίον του κακού, οι δικοί μας εναντίον των άλλων, τα θύματα απέναντι στους δήμιους. Ενώ πριν το άτομο μπορεί να έβρισκε τη ζωή του μάταιη ή χαοτική, τώρα αυτή αποκτά σοβαρότατο νόημα. Ετσι, δεν καθόμαστε να ψάξουμε την πραγματικότητα πίσω από τις λέξεις. Η επανάσταση είναι άραγε οπωσδήποτε καλή, όποια και αν είναι η έκβαση;
Και η μάχη για την ελευθερία δεν κινδυνεύει να κρύβει μια απλή επιθυμία για εξουσία; Αρκεί να επικαλείται κάποιος τα ανθρώπινα δικαιώματα για να θεωρείται ιερός υπερασπιστής τους;
Στα ίδια ρεπορτάζ όμως εμφανίζεται και μια άλλη εικόνα του πολέμου, αρκεί να προχωρήσει κανείς λίγο πιο πέρα από τους πηχυαίους τίτλους και τις λεζάντες και να ενδιαφερθεί για τις λεπτομέρειες των περιγραφών. Οι ιδεολογικές αιτιολογήσεις, απαραίτητες στο ξέσπασμα εμφυλίων πολέμων, δεν λειτουργούν στη συνέχεια παρά σαν περιτύλιγμα μιας ισχυρότερης λογικής, εγγενούς στον πόλεμο, μιας πλειοδοσίας αντιποίνων και κόντρα αντιποίνων, με τη βία συνεχώς να αυξάνεται. «Καμία συγχώρεση δεν είναι δυνατή, θα είναι οφθαλμός αντί οφθαλμού, οδούς αντί οδόντος». «Αυτούς που σκότωσαν θα τους σκοτώσουμε».

Η αδιαλλαξία γίνεται υποχρεωτική, η διαπραγμάτευση και ο συμβιβασμός εκλαμβάνονται ως προδοσίες. Τα κυριότερα θύματα δεν είναι οι μαχητές του ενός ή του άλλου στρατού, αλλά οι άμαχοι, που βαρύνονται με υποψίες για συνεργασία με τον εχθρό, που ζουν σε μια συνεχή ανασφάλεια, που πεθαίνουν σε τυφλές εκρήξεις, που εγκαταλείπουν τα σπίτια και τα χωριά τους, που συνωστίζονται σε προσφυγικούς καταυλισμούς γειτονικών χωρών.
Οι εμφύλιοι πόλεμοι δεν είναι ποτέ μια απλή αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο τμήματα του πληθυσμού, καθαγιάζουν την εξαφάνιση κάθε κοινής έννομης τάξης, την οποία ενσαρκώνει στις ημέρες μας το κράτος, και καθιστούν ως εκ τούτου θεμιτές τις εκδηλώσεις κτηνώδους δύναμης: λεηλασίες, βιασμοί, βασανιστήρια, προσωπικές βεντέτες, άνευ λόγου φονικά.
Αυτό είναι το πιθανό μέλλον των γεμάτων θαυμασμό σήμερα παιδιών.
 
Του Tzvetan Todorv
Ο Τσβέταν Τοντόροφ είναι βούλγαρος ιστορικός και δοκιμιογράφος, επίτιμος διευθυντής ερευνών στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Ερευνας (CNRS) και συγγραφέας, μεταξύ άλλων, των βιβλίων «Προς υπεράσπιση του Διαφωτισμού» (εκδ. Θύραθεν, 2011) και «Ο φόβος των βαρβάρων» (εκδ. Πόλις, 2009) 
 
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
22.9.2012

Κράτος στελεχών και όχι υπαλλήλων

Κατά κανόνα, στην περίεργη δημοκρατία που μας φιλοξενεί, όποιος τολμούσε να πει ότι «χρειαζόμαστε ένα μικρότερο και πιο επιτελικό κράτος» οδηγείτο, συχνά μάλιστα χωρίς καμία διακριτικότητα, στον αποκλεισμό. Η κυρίαρχη άποψη ήταν –και παραμένει– ότι «η Ελλάδα χρειάζεται ένα μεγάλο κράτος».
Στην άποψη αυτή συγκλίνουν όλα τα μεγαλύτερα και μικρότερα κόμματα του κατεστημένου. Ακόμη και όσοι περιθωριακοί βρίζουν με τον γνωστό τρόπο των περιθωριακών τους «κλέφτες» της πολιτικής, των εφοριών, των νοσοκομείων κ.ο.κ. συμφωνούν ότι το κράτος πρέπει να διαθέτει όλα τα μέσα, να είναι πανταχού παρόν και, προφανώς, να πληρώνει καλά. Σε γενικές γραμμές, όλοι οι παραπάνω θα ήσαν ικανοποιημένοι αν το κράτος διαχειριζόταν δαπάνες που θα αντιστοιχούν στο 45% του εγχώριου προϊόντος.
Το επίπεδο αυτό δεν είναι πολύ μακριά από εκείνο που πραγματοποίησαν οι πολιτικοί κατά την τελευταία εικοσαετία. Είναι όμως πολύ υψηλότερο από αυτό που θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε στην προσεχή μακρά περίοδο. Οσο κι αν όλοι οι παραπάνω «ρίχνουν το κρίμα» στην τρόικα, η αλήθεια είναι ότι για τα επόμενα 10 - 15 χρόνια δεν θα είναι ούτε ορθολογικό ούτε δίκαιο να απορροφάει και να διαχειρίζεται το κράτος κάτι περισσότερο από το 34% - 36% του εγχώριου προϊόντος. Αυτό είναι το «μικρό κράτος» που ζητούν όσοι επιμένουν πως το «παραπάνω κράτος» σημαίνει περισσότερους φόρους, μεγαλύτερα χρέη και ευρύτερη διαφθορά.
Η δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει η χώρα ανέδειξε ένα ακόμη σοβαρό επιχείρημα που συνηγορεί για την ανασυγκρότηση του κράτους σε μικρότερη και αποτελεσματικότερη κλίμακα. Οσο το υπουργείο Οικονομικών ψάχνει για νέες περικοπές, τόσο θα διαλύει όσα καλά έγιναν στο κράτος τα προηγούμενα πολλά έτη. Αντί να επιτίθεται στα ειδικά μισθολόγια, ας εκσυγχρονίσει τη δομή τους. Οι τεχνοκράτες της τρόικας είχαν από την πρώτη στιγμή επισημάνει πως το κράτος δεν θα επιτύγχανε πραγματική μείωση των δαπανών του χωρίς να αλλάξει ολοκληρωτικά τον τρόπο με τον οποίο πληρώνονται τα στελέχη του. Οι αδιαφανείς ρυθμίσεις για ειδικά επιδόματα, το μπέρδεμα μεταξύ παλαιών και νεότερων αμοιβών, δημιούργησαν έναν εφιάλτη για τον υπουργό Οικονομικών. Το κράτος πρέπει να προστατεύσει τα στελέχη του. Αντί να πένονται οι διευθυντές κλινικών, ας μειώσουμε τον αριθμό των κλινικών και το πλήθος των νοσοκομείων. Αντί να «κλέβει» τους δικαστές, ας διώξει τους τεμπέληδες κι ας μειώσει τις έδρες. Αντί να μετατρέπει τους δασκάλους σε φοροφυγάδες, ας αναγγείλει στους δημότες το πραγματικό κόστος εκπαίδευσης. Χρειαζόμαστε κράτος στελεχών και όχι «υπαλλήλων». Που σέβεται τους φόρους μας. Ωστε να το σεβόμαστε κι εμείς.

Του Μπάμπη Παπαδημητρίου
20.9.2012

Νάσος Βαγενάς : Η κακή χρήση της θεωρίας ("Θεωριακός ιμπρεσιονισμός")

Υπάρχει ένα σημαντικό θέμα της λογοτεχνικής κριτικής μας που δεν έχει γίνει αντικείμενο προσοχής όσο θα έπρεπε• για την ακρίβεια, ένα θέμα που οι κριτικοί μας αποφεύγουν να το πραγματευτούν. Αναφέρομαι σε ένα κριτικό φαινόμενο που εμφανίζεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και συνεχίζεται, με αμείωτη διάθεση, έως σήμερα - ένα φαινόμενο που θα μπορούσαμε να το προσδιορίσουμε με την ονομασία «θεωριακός ιμπρεσιονισμός». Το φαινόμενο δεν εμφανίζεται μόνο στις λογοτεχνικές σπουδές αλλά και σε άλλα πεδία των επιστημών του ανθρώπου, λ.χ. στην ιστοριογραφία, στην ιστορία των ιδεών, στην κοινωνιολογία, στην αρχαιολογία - ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος ανάπτυξης βρίσκει στις πολιτισμικές σπουδές. Είναι, δηλαδή, φαινόμενο γενικότερο.
Η ονομασία θεωριακός ιμπρεσιονισμός μπορεί να ξενίζει, γιατί φαίνεται να αποτελείται από μιαν αντίφαση: Η θεωρία, ως συστηματοποιημένη, δηλαδή αντικειμενικότερη μελέτη και γνώση των στοιχείων και των συντεταγμένων που συνθέτουν ένα φαινόμενο, είναι το αντίθετο της υποκειμενικής, προσωπικής προσέγγισης, η οποία στη λογοτεχνική κριτική αποκαλείται ιμπρεσιονισμός. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ιμπρεσιονισμός έχει προσφυώς οριστεί από τον Ανατόλ Φρανς με την περίφημη φράση «οι περιπέτειες της ψυχής ανάμεσα στα αριστουργήματα». Oσο δύσκολος και αν είναι ο ακριβής προσδιορισμός της έννοιας του ιμπρεσιονισμού, δεν θα ήταν ανακριβές να τον ορίζαμε ως τον υψηλότερο βαθμό της κριτικής υποκειμενικότητας, πριν, βέβαια, από την εμφάνιση της κριτικής του νεοπραγματισμού, ο οποίος, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά η πλέον πρόσφατη, μαζί με τον θεωριακό ιμπρεσιονισμό, μορφή ιμπρεσιονισμού, ένας ιμπρεσιονισμός με θεωρητική επικάλυψη. Με θεωρητική επικάλυψη είναι, βέβαια, και ο θεωριακός ιμπρεσιονισμός, όμως με μία διαφορά από τον ιμπρεσιονισμό του νεοπραγματισμού, αλλά και από κάθε άλλη μορφή ιμπρεσιονισμού - διαφορά που καθιστά τον θεωριακό ιμπρεσιονισμό φαινόμενο μοναδικό.
Ποια είναι αυτή η διαφορά; Ο ορισμός του Φρανς μάς βοηθάει να την προσδιορίσουμε ως εξής: ενώ στον συνήθη ιμπρεσιονισμό, στον οποίο συμπεριλαμβάνω και τον νεοπραγματισμό, τα αριστουργήματα στα οποία τελείται η περιπετειώδης περιπλάνηση της ψυχής είναι τα λογοτεχνικά έργα (αυτά προκαλούν την ψυχική περιπέτεια και τον θαυμασμό του κριτικού), στον θεωριακό ιμπρεσιονισμό η προσοχή του κριτικού αποσπώμενη από τα κείμενα αυτά στρέφεται περισσότερο προς - και ο θαυμασμός παράγεται από - τα θεωρητικά κείμενα διά μέσου των οποίων ο κριτικός προσεγγίζει τα λογοτεχνικά έργα. Χρησιμοποιώ το ρήμα «προσεγγίζει» κατ' ευφημισμόν, γιατί τέτοιος είναι ο θαυμασμός προς το θεωρητικό εργαλείο του, τέτοια η λάμψη της θεωρητικής μεθόδου του, ώστε ο θεωριακός κριτικός να μην μπορεί να δει πού ακριβώς πατάει και, αντί για τα λογοτεχνικά εδάφη που επιχειρεί να εξερευνήσει, να περιπλανιέται περισσότερο στα θεωρητικά πεδία που έχουν προκαλέσει τον θαυμασμό του, τα οποία, με τη φεγγοβολή τους, δεν του επιτρέπουν να δει καθαρά εκείνο το οποίο πιστεύει ότι εξερευνά. Το αποτέλεσμα, παρ' ότι εκφέρεται με τη ρητορική ενός υποτιθεμένως εμπεριστατωμένου κριτικού ιδιώματος και ύφους ευρισκόμενου στους αντίποδες του ιμπρεσιονισμού, είναι εξόχως ιμπρεσιονιστικό• εξόχως, με την αρνητική έννοια του επιρρήματος, όχι μόνο γιατί παράγει ένα κριτικό προϊόν αντίθετο από εκείνο το οποίο επιδιώκει, αλλά και γιατί με την επίφαση μιας θεωρητικής εποπτείας και εγκυρότητας συντελεί στη συσκότιση ή, συχνότερα, στην παραμόρφωση του πεδίου το οποίο επιχειρεί να φωτίσει. Ο θεωριακός ιμπρεσιονισμός ανήκει λιγότερο στο λογοτεχνικό είδος της λογοτεχνικής κριτικής και περισσότερο στο λογοτεχνικό είδος της επιστημονικής φαντασίας.
Με τα όσα είπα παραπάνω δεν θα ήθελα να θεωρηθεί ότι διάκειμαι εχθρικά προς τον ιμπρεσιονισμό, ότι πιστεύω πως θα πρέπει να τον απορρίπτουμε εξ ορισμού ως κριτική προσέγγιση• διότι ο ιμπρεσιονισμός στις πιο ευτυχισμένες στιγμές του μπορεί να πλουτίσει τη συνομιλία μας με ένα κείμενο• όπως και δεν έχω τίποτε εναντίον της θεωρίας. Απεναντίας πιστεύω ότι η γνώση της θεωρίας αποτελεί προϋπόθεση για μιαν ολοκληρωμένη προσέγγιση ενός φαινομένου. Το θέμα αυτής της επιφυλλίδας μου είναι η λανθασμένη χρήση της θεωρίας. Μια χρήση η οποία τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα που μας πέρασε είχε λάβει διεθνώς διαστάσεις μεγαλύτερες από κάθε άλλη φορά εξαιτίας της ανάπτυξης στις ουμανιστικές σπουδές και κατίσχυσης της πολιτισμικής θεωρίας ή λογοτεχνικής θεωρίας ή θεωρίας, όπως επίσης ονομάζονται όλα εκείνα που στεγάζονται υπό τον συνοπτικότερο όρο Θεωρία• χρήση η οποία, παρ' ότι έχει διεθνώς υποχωρήσει, γιατί έχουμε μπει στη «Μετά τη Θεωρία» εποχή, στη χώρα μας παραμένει αμείωτη.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η λανθασμένη χρήση της θεωρίας είναι περισσότερο βλαπτική από τη μη χρήση της, και ότι ο θεωριακός ιμπρεσιονισμός είναι αποτέλεσμα κακής χρήσης της θεωρίας• κατάχρησης στην οποία οδήγησαν, εν συνεργεία, δύο παράγοντες: η υπέρογκη στην εποχή μας υποτίμηση του θετικισμού, που έχει ως συνέπεια την παραμέληση, έως και την απαξίωση, της έρευνας, και η κραυγαλέα επιθυμία κριτικού νεωτερισμού, η οποία αποτελεί το εμφανέστερο γνώρισμα της καθεστηκυίας σήμερα κριτικής τάξεως στην Ελλάδα, δηλαδή το κύριο χαρακτηριστικό του συντηρητισμού της (όταν όλοι νεωτερίζουν αίρεται η έννοια της πρωτοπορίας: ο νεωτερισμός έχει γίνει ρουτίνα, δηλαδή ακαδημία).
Θα μπορούσε να αναφέρει κανείς πλήθος δείγματα θεωριακού ιμπρεσιονισμού. Ομως αυτό απαιτεί άλλον χώρο από εκείνον μιας επιφυλλίδας.
Του Νάσου Βαγενά

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πηγή Το Βήμα
23.9.2012

"Ηρωας" ο μάνατζερ - ηγέτης στην κρίση

«Ηρωας σήμερα είναι αυτός που κράτησε τη δουλειά του. Ο επιχειρηματίας που μπόρεσε να κρατήσει τους υπαλλήλους του. Ηρωας σήμερα είναι αυτός που παλεύει με θεμιτά μέσα και επιβιώνει. Είναι αυτός που έχει καλύτερα αποτελέσματα λόγω μυαλού, δημιουργικότητας και καινοτομίας». Με τα λόγια αυτά, που τα προτάσσουμε ανάμεσα στις ενδιαφέρουσες απόψεις που απηύθυνε στην «Κ» ο κ. Σταύρος Μπαρούτας, συγγραφέας του βιβλίου «Μάνατζμεντ και ηγεσία» (Εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία - 2012), πέτυχε άμεσα έναν από τους σημαντικούς στόχους του βιβλίου του: να διευρύνει την αντίληψή μας γύρω από έννοιες, ιδέες και θεωρίες και να μας κινητοποιήσει -ατομικά είτε ομαδικά- για το τι μπορούμε να κάνουμε σε σχέση με τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε σήμερα.
Συμπεριφορές
Πέτυχε δηλαδή να αναταράξει τα στερεότυπα που μας βολεύει να συντηρούμε στο μυαλό μας -στη συγκεκριμένη περίπτωση περί «ηρώων»- και να μας δώσει τις συμπεριφορές και την εικόνα ενός σημερινού ήρωα «της διπλανής πόρτας» ή καλύτερα του διπλανού γραφείου. Συγκεκριμένα, του ήρωα σε επιχειρησιακό επίπεδο «που έχει πίστη στον οργανισμό και στην ηγεσία, παλεύει για το όφελος του οργανισμού καταβάλλοντας τα μέγιστα. Λογοδοτεί στον ηγέτη γιατί έχει πίστη σε αυτόν. Πράττει “διαφορετικά”.
Είναι δηλαδή ακέραιος. Δεν διακρίνεται από έπαρση αλλά από το θάρρος να σταθεί απέναντι σε όλους, να διαφωνήσει με τον οποιονδήποτε και να διαχωρίσει τη θέση του με τρόπο ξεκάθαρο αλλά όχι προκλητικό. Δεν δημιουργεί κλίκες και πηγαδάκια και προσπαθεί να φέρει την αλλαγή με τη στάση του και όχι με υπόγειους τρόπους. Παλεύει με την καθημερινότητα. Είναι θαρραλέος. Φέρνει την αλλαγή με τη στάση του και, φυσικά, δεν είναι το “κορόιδο”. Ο ήρωας έχει ψυχολογική δύναμη, έλεγχο χαρακτήρα, φιλότιμο, πατριωτισμό και μόρφωση -προσόντα- για να μπορέσει να γίνει ηγέτης αύριο».
Ωστόσο, η ανάδειξη τέτοιων ανθρώπων μέσα στην επιχείρηση είναι μέρος των καθηκόντων των εκάστοτε ηγετών «οι οποίοι οφείλουν με προσοχή να αναπτύξουν αυτούς τους χαρακτήρες και να τους παρέχουν τη δυνατότητα να ξεδιπλώσουν το μεγαλείο τους και, τελικά, να αποδειχθούν παραδείγματα προς μίμηση μέσα στο μικροπεριβάλλον του οργανισμού». Υπογραμμίζει ότι ο ηγέτης σήμερα σε αρκετές περιπτώσεις πρέπει να κάνει πολλά πράγματα «από μόνος του». Πρέπει κυρίως να αναλαμβάνει τον διττό ρόλο του μάνατζερ και του ηγέτη ενώ, παράλληλα, να είναι αποτελεσματικός και να εμπνέει τον κόσμο του.
«Σήμερα, ο μάνατζερ/ηγέτης πρέπει να βγει μέσα από τη φωτιά» λέει χαρακτηριστικά ο κ. Μπαρούτας. Και εξηγεί ότι οι ικανότητες που χρειάζεται άμεσα -δηλαδή της επιβίωσης είτε της επικράτησης- είναι αυτές που πρέπει να έχει ήδη αναπτύξει πριν από την κρίση, για να μπορεί να τις χρησιμοποιήσει σήμερα. «Μη σας παραξενεύει η λέξη “ήρωας” που χρησιμοποιώ» τονίζει. «Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη ενός ήρωα είναι ένας πόλεμος είτε μια κρίση. Σήμερα, η κρίση που περνάει ο εργαζόμενος είναι ένας πόλεμος άλλης μορφής.

Kουράγιο και δύναμη
Ο «ήρωας» του παρελθόντος ήταν προικισμένος με κουράγιο και δύναμη. Ξεχώριζε για την ανδρεία και τη γενναιότητά του. Εφτανε ώς την αυτοθυσία. Σήμερα, παλεύει σε ένα χαοτικό περιβάλλον, νοιάζεται για τους ανθρώπους και την πατρίδα του, είναι νοήμων και, φυσικά, δεν πεθαίνει. Είναι ο Δαυίδ και όχι ο Γολιάθ. Μας εξηγεί ότι οι συνθήκες που δημιουργούνται είναι «άγριες» και απαιτητικές. Εκφράζει, ωστόσο, τη γνώμη ότι για να ξεπεράσει ένας οργανισμός την κρίση, πρέπει να διακριθεί για υψηλή παροχή υπηρεσίας, με πολλή προσπάθεια, ταχύτητα και με τη συνεργασία των επιμέρους τμημάτων.
«Σε κάθε περίπτωση πάντως, η πληροφόρηση σε τέτοιες περιόδους αποκτά νευραλγική σημασία. Ο κάτοχος λοιπόν μιας προνομιακής πληροφόρησης, εάν στο παρελθόν ήταν σε πλεονεκτική θέση, εν μέσω κρίσης φαντάζει ανίκητος. Και αυτό, πιστεύω, γίνεται εύκολα κατανοητό. Ναι, είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό του σημερινού ηγέτη - ήρωα: να είναι σωστά πληροφορημένος και ενημερωμένος έτσι, ώστε να αντιδράσει ακαριαία όταν οι συνθήκες -οικονομικές και κοινωνικές- το απαιτούν». Ολα αυτά όμως προϋποθέτουν μιαν ομάδα εργασίας που θα έχει αναπτύξει και τα κατάλληλα αντανακλαστικά, ώστε να ακολουθήσει τον ηγέτη της. «Θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για ένα είδος στρατού καλά εκπαιδευμένου, που θα βγει αλώβητος κατά το δυνατόν από τη μάχη» και από έναν πόλεμο που πρέπει να βγούμε νικητές.

Της Χριστίνας Δαμουλιανου

Πηγή Καθημερινή
23.9.2012


Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Ο πληθωρισμός στο Δημόσιο

Θ​​α σας εκμυστηρευθώ μια στιχομυθία που είχα με πρωτοκλασάτο υπουργό της κυβέρνησης Παπανδρέου το καλοκαίρι του 2010, όταν κουβεντιάζαμε το θέμα του περιορισμού του Δημοσίου. Μου είπε επί λέξει: «Χωρίς να θέλω να εκληφθεί σαν μομφή προς τον υπουργό Εθνικής Αμύνης (τότε ήταν ο κ. Βαγγέλης Βενιζέλος), μπορεί κάποιος να μου πει από ποιο εχθρό μάς προστατεύει το στρατόπεδο στη Τρίπολη; Γιατί δεν το καταργούμε ώστε να περιορίσουμε τα έξοδά μας;».
Είναι φανερό ότι η ερώτηση περιέχει και την απάντηση. Είναι ευνόητο ότι στην Τρίπολη το στρατόπεδο δεν μας προστατεύει από κανένα γνωστό εχθρό (εκτός αν αναβιώσει κανένας Τούρκος στρατηλάτης του 1821) και ο λόγος που το διατηρούμε είναι για να ενισχύσουμε την τοπική κοινωνία - οικονομία, σύμφωνα πάντοτε με το πελατειακό κράτος που έχουμε δημιουργήσει. Διάβασα κάπου ότι έχουμε συνολικά 500 στρατόπεδα. Ομολογώ ότι δεν μπορώ να επαληθεύσω την πληροφορία αυτή. Πάντως, ένα είναι βέβαιο: δημιουργούμε και συντηρούμε στρατόπεδα όχι μόνον εκεί που απαιτεί η Εθνική Ασφάλεια, αλλά και εκεί που θέλουμε να εξυπηρετήσουμε τοπικά συμφέροντα. Η στιχομυθία, όμως, αποκαλύπτει και κάτι άλλο. Είναι γεγονός ότι ορισμένοι υπουργοί ήξεραν τι έπρεπε να γίνει προκειμένου να ανταποκριθούμε στις δύσκολες περιστάσεις, αλλά είτε δεν το έκαναν είτε δεν μπορούσαν να το κάνουν. Πάμε παρακάτω. Οταν ο Αλέκος Παπαδόπουλος ήταν υπουργός Υγείας (2000 - 2002), οι συνεργάτες του τον προέτρεπαν να εκμεταλλευθεί τους κοινοτικούς πόρους για να δημιουργηθούν νέες μονάδες Υγείας. Η σοφή απάντησή του ήταν: «Ωραία, να χτίσουμε το νοσοκομείο με ξένα χρήματα, αλλά με τι χρήματα θα το συντηρούμε στο μέλλον;». Φυσικά, το πόσο δίκαιο είχε το βλέπουμε σήμερα, που το υπουργείο Υγείας προσπαθεί να περιορίσει τις μονάδες Υγείας προκειμένου να ανταποκριθεί στην αμείλικτη πραγματικότητα. Το μεγαλύτερο, όμως, δυστύχημα είναι ότι ανθρώπους σαν τον Αλέκο Παπαδόπουλο, οι οποίοι σκέφτονταν διαφορετικά, τους απέβαλε το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα.
Σπατάλες παντού
Ο πληθωρισμός των υπηρεσιών δεν σταματάει εδώ. Συνεχίζεται και στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ. «Εχουμε δημιουργήσει ΑΕΙ και ΤΕΙ παντού με πλεονάζοντα τμήματα, στα οποία είναι αμφίβολο αν υπάρχουν επαρκείς φοιτητές για να δικαιολογούν την ύπαρξή τους. Ολα αυτά θέλουν υποδομές και προσωπικό το οποίο συντηρείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ανεξάρτητα από τη βιωσιμότητα ή την ανταποδοτικότητά τους.
Αν έβγαινε κάποιος πολιτικός και πρότεινε να μοιράζουμε κρατικά χρήματα στις καφετέριες και στα σουβλατζίδικα και να επιδοτούμε τα ξενοίκιαστα διαμερίσματα κάποιας πόλης, θα τον στέλναμε στο φρενοκομείο. Ακριβώς αυτό όμως κάνουμε όταν δημιουργούμε ή διατηρούμε κάποιο τμήμα ΑΕΙ ή ΤΕΙ σε μια πόλη που δεν έπρεπε.
Στρατόπεδα, νοσοκομεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα σε πληθωρισμό. Αυτή είναι μια διαπίστωση που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις.
Διάβασα πρόσφατα στις εφημερίδες για τις ΜΚΟ (Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις) που χρηματοδοτούσε το υπουργείο Εξωτερικών. Και αυτές στην ίδια κατηγορία είναι. Μάλιστα, όταν αναζητήσαμε να βρούμε σε πόσες οργανώσεις το κράτος δίνει χρήματα, διαπιστώσαμε ότι από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους δόθηκαν χρήματα σε περισσότερα από 20.000 ΑΦΜ τα τελευταία χρόνια! Απίστευτο και όμως αληθινό. Οποιος ήθελε χρήματα και είχε κάποιο «δόντι» δημιουργούσε είτε μια ΜΚΟ είτε ένα πολιτιστικό σύλλογο για την προστασία δεκάφυλλου τριφυλλιού (που δεν υπάρχει) είτε έναν αθλητικό σύλλογο και εξασφάλιζε κάποια καλή χορηγία εις υγείαν των κορόιδων.
Θέλετε ακόμα μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα πληθωρισμού στο Δημόσιο. Οι διάφοροι νόμοι για τη φορολογία είναι 110.000 σελίδες. Ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων περιλαμβάνει 323 (τριακόσια είκοσι τρία) διαφορετικά παραστατικά και βιβλία! Τα αναπηρικά επιδόματα είναι περισσότερα από 110 και οι ειδικότητες των καθηγητών στη Μέση Εκπαίδευση είναι διπλάσιες απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Καλές είναι οι διαπιστώσεις, αλλά απαιτούνται και προτάσεις. Μια επιχείρηση, αν βρισκόταν εκεί όπου βρίσκεται η χώρα μας τα τελευταία τρία χρόνια, θα ξεκινούσε με ένα λευκό χαρτί και δεν θα θεωρούσε τίποτα δεδομένο. Επανεξέταση όλων των δραστηριοτήτων από την αρχή. Τα στρατόπεδα, τα νοσοκομεία τα σχολεία τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ, αλλά και τις ΜΚΟ και τις λοιπές οργανώσεις. Οπου αναλώνεται κρατικό χρήμα θα έπρεπε να δικαιολογηθεί η βιωσιμότητα της δραστηριότητας και όχι το πελατειακό όφελος. Μόνο έτσι θα είχαμε αποφύγει τις οριζόντιες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις. Είναι πράγματι πολύ περίεργο το πώς σκέφτονται οι πολιτικοί. Κόβουν τις συντάξεις σε 2,5 εκατ. συνταξιούχους και τους μισθούς των 700.000 δημοσίων υπαλλήλων, αλλά δεν τολμούν να αντιπαρατεθούν με τοπικές κοινωνίες γιατί αντιδρούν οι τοπικοί βουλευτές. Πώς να πάει ο τόπος μπροστά. Η μόνη λύση είναι να ξεκινήσουμε πολλά πράγματα από εντελώς μηδενική βάση, διότι είναι πρακτικά αδύνατο να διορθωθούν οι καταστάσεις με μερεμέτια.
Του κ. Ανδρέα Δρυμιώτη*
* Ο κ. Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.
23.9.2012

Το μετέωρο βήμα των ΚΕΠ

Το 2001 το πρώτο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) εγκαινιάστηκε από τον τότε πρωθυπουργό κ. Κώστα Σημίτη. Ισως πρόκειται για το μοναδικό... αρκτικόλεξο στην ιστορία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης που για τους πολίτες δεν παραπέμπει αυτομάτως σε ταλαιπωρία. Πάνω από δέκα χρόνια μετά ο θεσμός που κατά καιρούς διαφημίστηκε ως πιλότος και για το υπόλοιπο Δημόσιο ακολουθεί μάλλον τη γενικότερη εικόνα παρακμής των υπηρεσιών του. Λιγότερο προσωπικό, ελλείψεις σε υλικοτεχνική υποδομή και ταυτόχρονα αυξημένες αρμοδιότητες για έναν θεσμό που εξυπηρετεί περίπου 2,5 εκατομμύρια ανθρώπους τον χρόνο.
Η αναμονή στο ΚΕΠ του Συντάγματος, το μεγαλύτερο της χώρας, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Παρ' όλα αυτά οι εργαζόμενοι στα γκισέ δεν προλαβαίνουν κυριολεκτικά να σηκώσουν κεφάλι, καθώς οι εξυπηρετούμενοι παραμένουν για λίγη ώρα μπροστά τους, εναλλάσσονται όμως συνεχώς. Εδώ εξυπηρετούνται περίπου 180.000-190.000 άνθρωποι κάθε χρόνο, οι οποίοι έρχονται για επικυρώσεις, πιστοποιητικά γέννησης, βεβαιώσεις γνησίου υπογραφής και κάθε άλλου είδους διοικητική πράξη.
Ως πριν από δύο χρόνια στο συγκεκριμένο ΚΕΠ εργάζονταν περίπου 50 άτομα, σε πρωινή και απογευματινή βάρδια. Αυτή τη στιγμή, αφού πλέον δεν υπάρχουν συμβασιούχοι, έχουν απομείνει περίπου 30. «Την ίδια στιγμή οι διοικητικές πράξεις αρμοδιότητας των ΚΕΠ έχουν ξεπεράσει τις 1.100, όταν ο θεσμός ξεκίνησε ήταν περίπου 600. Από τα ΚΕΠ περνούν διαδικασίες που σχετίζονται με φορολογικά, ληξιαρχικά, εργασιακά, στρατολογικά και άλλου είδους θέματα. Πρόσφατα είχαμε το παράδειγμα τα πανεπιστήμια να στέλνουν σε εμάς φοιτητές και γονείς για μεταγραφές, μια διαδικασία που δεν προβλέπεται να γίνει μέσω ΚΕΠ» λέει η κυρία Μαρία Σανταμούρη, υπάλληλος σε ΚΕΠ του δήμου της Αθήνας. Αναφέρει μάλιστα και το σουρεαλιστικό παράδειγμα «γυναίκας που ήρθε εδώ για βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής για τον γιο της που νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, καθώς οι διοικητικές υπηρεσίες του νοσοκομείου την παρέπεμψαν εδώ. Υπάρχει γενικά η εντύπωση πως τα ΚΕΠ είναι αυτό στο οποίο μπορούν να φορτώνονται όλες οι δουλειές του Δημοσίου» συμπληρώνει.
Οποια και να είναι η άποψη των υπαλλήλων για τον φόρτο εργασίας τους, το σίγουρο είναι ότι σε μεγάλο μέρος των πολιτών επικρατεί ακόμη η άποψη πως το ΚΕΠ είναι ένα «μέρος που θα κάνεις τη δουλειά σου γρήγορα και χωρίς άγχος, το αντίθετο από ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες άλλες δημόσιες υπηρεσίες» λέει ο Παναγιώτης, ένας από τους πολίτες που βρέθηκαν εκείνη την ημέρα στο ΚΕΠ του Συντάγματος. Την ίδια στιγμή οι υπάλληλοι του ΚΕΠ στο Σύνταγμα παρατηρούν ότι «και οι πολίτες τον τελευταίο καιρό εκνευρίζονται όλο και πιο εύκολα, αποτέλεσμα ίσως και της γενικότερης συγκυρίας», όπως λέει η Αγγελική, η οποία έχει να αντιμετωπίσει καθημερινά «τόσο τις ανάγκες των πολιτών όσο και ορισμένες υπηρεσίες όπως οι ΔΟΥ, που δεν είναι πάντα συνεργάσιμες. Πάντως ακόμη υπάρχει εκτίμηση στον θεσμό. Πιστεύω πως αυτό έχει να κάνει και με το γεγονός ότι η εκπαίδευση των υπαλλήλων βασίστηκε ακριβώς στη λογική να είναι όσο το δυνατόν πιο εξυπηρετικοί προς τους πολίτες».
Συνολικά αυτή τη στιγμή στη χώρα λειτουργούν περίπου 1.150 ΚΕΠ, με τον αριθμό των υπαλλήλων σε αυτά να μην ξεπερνά τους 2.800. Αυτό σημαίνει ότι πολλά από τα ΚΕΠ σε αραιοκατοικημένα μέρη της επαρχίας λειτουργούν με έναν ή κανέναν υπάλληλο, μόνο για κάποιες ημέρες της εβδομάδας. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σωματείων Εργαζομένων στα ΚΕΠ κ. Κωνσταντίνο Βώνο, κομβικό σημείο για την υποβάθμιση του θεσμού «ήταν ο "Καλλικράτης", ο οποίος βέβαια συνέπεσε με την οικονομική κρίση. Αυτή τη στιγμή ο θεσμός πατάει σε δύο βάρκες, χωρίς να γίνονται πάντα σαφή τα όρια των αρμοδιοτήτων και των στόχων. Την ίδια στιγμή που το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης μεταφέρει νέες αρμοδιότητες στα ΚΕΠ, οι δήμαρχοι φροντίζουν, συχνά ανεπίσημα, να αποσπούν ανθρώπους από τα ΚΕΠ και να τους τοποθετούν σε άλλες υπηρεσίες. Εχει παρατηρηθεί το φαινόμενο υπάλληλοι των ΚΕΠ να εργάζονται στα δημοτολόγια, σε άλλες διοικητικές υπηρεσίες των δήμων, ακόμη και ως μετρητές σε δημοτικές εταιρείες ύδρευσης. Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, αρκετά ΚΕΠ της χώρας θα βάλουν λουκέτο».
«Εδώ και κάποια χρόνια ο θεσμός έχει αφεθεί στην τύχη του. Φορτώνεται συνέχεια με καινούργιες αρμοδιότητες, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη ενημέρωση και εκπαίδευση των εργαζομένων» λέει η κυρία Μαίρη Κιάσσου, εργαζόμενη στο ΚΕΠ Αμπελοκήπων. Παραδέχεται ότι το ωράριο των έξι ωρών ημερησίως δεν είναι από τα πλέον επίπονα, «όμως ό,τι και να συμβεί εδώ είναι μια δουλειά που θα φύγεις "σκασμένος" στο τέλος της ημέρας. Και βέβαια δεν είναι λίγες οι φορές που η εγκύκλιος για κάποια καινούργια διαδικασία που θα γίνει μέσω ΚΕΠ έρχεται μόλις το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας, κάτι που σημαίνει επιπλέον δουλειά στο σπίτι και πολλές φορές τελικά δυσκολίες στο να εξυπηρετηθούν οι πολίτες σωστά και άμεσα».


Θεσμοί «στα χαρτιά»
Σπατάλες, ελλείψεις και αναχρονισμοί

Είτε μιλάμε για τα μεγάλα ΚΕΠ των αστικών κέντρων είτε για τα μικρότερα της Περιφέρειας, γενική εντύπωση είναι ότι λόγω των πιεσμένων οικονομικών των δήμων φαινόμενα όπως χαλασμένα φωτοτυπικά και παλιοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές πολλαπλασιάζονται, την ίδια στιγμή που κάποιες δαπάνες που θα μπορούσαν να λείπουν συνεχίζονται και αυξάνονται.
«Ενα παράδειγμα σπατάλης είναι η ιστορία του ΑΜΚΑ. Στο δικό μας ΚΕΠ καταναλώνουμε σχεδόν ένα πακέτο χαρτί την ημέρα μόνο και μόνο για να τυπώνουμε αντίγραφα που αναγράφουν τον συγκεκριμένο αριθμό τον οποίο ζητούν τα ασφαλιστικά ταμεία από τους ασφαλισμένους, κάτι που θα μπορούσαν εύκολα να βρουν ηλεκτρονικά» λέει ο κ. Βυώνης που εργάζεται στο ΚΕΠ της οδού Ακαδημίας.
«Το πιο βασικό είναι να επεκταθεί όσο το δυνατόν γίνεται η ψηφιακή επικοινωνία μεταξύ των υπηρεσιών» λέει από την πλευρά της η προϊστάμενη στο ΚΕΠ του Συντάγματος. «Ακόμη και τώρα αναγκαζόμαστε να επικοινωνούμε ταχυδρομικά ή διά ζώσης με υπηρεσίες όπως, π.χ., είναι το υπουργείο Μεταφορών. Θεσμοί όπως η ψηφιακή υπογραφή έχουν μείνει "στα χαρτιά". Το αποτέλεσμα είναι ο χρόνος εξυπηρέτησης των πολιτών να καθυστερεί, ενώ εμείς ξοδεύουμε εργατοώρες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν πολύ καλύτερα». 
Πηγή Το Βήμα
23.9.2012

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Μετακλητοί

Οποιος θέλει να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα, τον πιάνει. Το απέδειξαν οι βουλευτές της ΔΗΜΑΡ που ζήτησαν να καταργηθεί εντελώς ο «θεσμός» των μετακλητών υπαλλήλων. Και από ό,τι φάνηκε έχουν με το μέρος τους και τον πρόεδρο της Βουλής Βαγγέλη Μεϊμαράκη - τουλάχιστον στο να τεθεί το θέμα.
Είναι μια πρωτοβουλία που αφήνει πίσω την εντολή του Πρωθυπουργού να μην προσλαμβάνονται ως μετακλητοί οι συγγενείς έως δεύτερου βαθμού. Η οποία, ούτως ή άλλως, είναι ελλιπής και μπορεί να αποδειχθεί και διάτρητη.
Τι διαφορά θα κάνει δηλαδή αν προσλαμβάνονται ανιψιοί, βαφτιστήρια ή άλλες κατηγορίες συγγενών; Και ποιος βεβαιώνει ότι δεν θα υπάρξουν «εναρμονισμένες πρακτικές», ώστε να προσλαμβάνει ο ένας τους άμεσους συγγενείς του άλλου;
Η οδηγία Σαμαρά ορίζει να μην προσλαμβάνει ο ίδιος ο βουλευτής, ο υπουργός, ο γραμματέας και όποιος άλλος δικαιούνται να απασχολεί μετακλητούς τους συγγενείς του. Δεν απαγορεύει να τους προσλαμβάνει κάποιος άλλος!
Χώρια που σε κάποιες περιπτώσεις οι προσλήψεις - και οι αποσπάσεις ομοίως - γίνονται μόνο στα χαρτιά και οι προσληφθέντες - συγγενείς πρώτου βαθμού συνήθως - σουλατσάρουν και ο μισθός τρέχει. Αποκρουστικό, αλλά συμβαίνει.
Αντίθετα, η πρωτοβουλία της ΔΗΜΑΡ κλείνει τα παράθυρα και ωθεί στον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας των «ιδιαίτερων γραφείων» - διότι εκεί κατευθύνονταν οι μετακλητοί συγγενείς.
Κατ' αντίστοιχο τρόπο, όταν καταργηθούν οι ευκολίες των μετακλητών η διοίκηση θα αναγκαστεί να εκπαιδεύσει ομάδες υπαλλήλων που θα είναι σε θέση να προσφέρουν υπηρεσίες επιπέδου στο πολιτικό προσωπικό της χώρας, με επαγγελματικά κριτήρια.

Η πρωτοβουλία των βουλευτών του Φώτη Κουβέλη θα αποκτούσε ακόμη πιο εξυγιαντικό χαρακτήρα εάν προχωρούσε και στο αίτημα να καταργηθεί ο φαύλος θεσμός της απόσπασης δημοσίων υπάλληλων και αστυνομικών στα κεντρικά γραφεία των κομμάτων - ή τουλάχιστον να περιοριστεί δραστικά.
 
Τι νόημα έχει να περικόπτεται η κρατική επιδότηση στα κόμματα όταν την ίδια στιγμή το κράτος πληρώνει υπαλλήλους του για να τους προσφέρουν εργασία - αν την προσφέρουν;
Εάν θέλουν να θεωρούνται σύγχρονοι πολιτικοί οργανισμοί πρέπει να βρουν τρόπο να πληρώνουν το προσωπικό τους, να φρουρούν τις εγκαταστάσεις τους και να μετακινούν τα στελέχη τους.
Εκεί που υπάρχει υπερβολή είναι στην αξίωση να δημοσιευθούν τα ονόματα όσων έχουν προσληφθεί από τους προηγούμενους προέδρους της Βουλής. Γιατί πρέπει να διασυρθούν, εφόσον προσφέρουν κανονικά εργασία σήμερα και επιπλέον αυτοί που τους προσέλαβαν το έκαναν νομίμως;
Αλλωστε, όπως έλεγε ο Αϊνστάιν: 
«Να κάνεις τα πράγματα όσο πιο απλά γίνονται, αλλά όχι απλούστερα».
 
Του Γιώργου Λιακόπουλου
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
1-2.9.2012

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Απολύσεις από το Δημόσιο για να σωθούμε

Τ​​ην ώρα που οι Ευρωπαίοι εταίροι μας επαναλαμβάνουν σε όλους τους τόνους ότι δεν θα υπάρξει καμία κοινοτική αλληλεγγύη χωρίς εθνική υπευθυνότητα, οι κυβερνητικοί εταίροι επιμένουν σε «κόκκινες γραμμές» που εμποδίζουν την εφαρμογή του προγράμματος σταθεροποίησης. Η παράλογη εμμονή στην άρνηση των απολύσεων στο Δημόσιο, ακόμη και για επίορκους δημόσιους υπαλλήλους, θέτει σε κίνδυνο την έγκριση της επόμενης δόσης του δανείου και την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη. Η καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων για να οριστικοποιηθούν τα μέτρα που η κυβέρνηση συμφώνησε με την τρόικα τον Φεβρουάριο κοστίζει ακριβά στην οικονομία. Κάθε μέρα που περνάει χάνουν τη δουλειά τους πάνω από 1.000 άτομα στον ιδιωτικό τομέα. Μέσα στον Ιούνιο, 34.337 άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους, σύμφωνα με το τελευταία στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας.
Την ώρα που ιδιωτικές επιχειρήσεις κλείνουν και η ανεργία αγγίζει το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού, η κυβέρνηση μετατάσσει υπαλλήλους από τις ζημιογόνες ΔΕΚΟ στο Δημόσιο χωρίς να τολμά να απολύσει ούτε έναν περισσευούμενο υπάλληλο. Οι μετατάξεις όμως δεν οδηγούν σε συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, όπου απασχολείται το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού. Το πολιτικό κατεστημένο αντιμετωπίζει τους 600.000 ιδιωτικούς υπαλλήλους που έχασαν τη δουλειά τους από την αρχή της κρίσης σαν ένα στατιστικό στοιχείο για το οποίο δεν φέρει ευθύνη, ενώ ταυτόχρονα επιμένει ότι δεν πρόκειται κανείς δημόσιος υπάλληλος να απολυθεί! Η ολιγωρία που έχει επιδείξει στην προσπάθεια συρρίκνωσης του Δημοσίου και απελευθέρωσης της οικονομίας από τα δεσμά του κράτους είναι υπεύθυνη για το γεγονός ότι η αβεβαιότητα παρατείνεται, οι απλήρωτες υποχρεώσεις συσσωρεύονται, και η ύφεση βαθαίνει. Η οριστικοποίηση μόνιμων περικοπών στις δαπάνες ύψους 11,5 δισ. ευρώ, όπως η κυβέρνηση συμφώνησε πριν από επτά μήνες, θα επισπεύσει την καταβολή της επόμενης δόσης, ύψους 31,5 δισ. ευρώ, που θα επιτρέψει την αποπληρωμή μέρους των οφειλών του Δημοσίου και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ώστε να λήξει η πιστωτική ασφυξία. Οσο πλανάται η προσδοκία εξόδου από την Ευρωζώνη δεν πρόκειται η Ελλάδα να προσελκύσει τις επενδύσεις που θα επιτρέψουν την επανεκκίνηση του ιδιωτικού τομέα και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Η εμμονή των κυβερνητικών εταίρων σε ξεπερασμένα ταμπού που εντείνουν την δυσπιστία για τη βούληση της Ελλάδας να τηρεί τα συμφωνημένα αποτελούν εθνικά καταστροφική πολιτική.
Γιατί ισχύουν δύο μέτρα και δύο σταθμά μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου τομέα; Διότι μέχρι σήμερα το ελληνικό πολιτικό σύστημα διασφάλιζε τη συντήρηση της εξουσίας μέσω της συνεχούς επέκτασης του κράτους, γι’ αυτό και δεν έχει τη βούληση να αναλάβει πρωτοβουλίες για να συρρικνώσει το Δημόσιο και να αντιταχθεί στις συντεχνίες που το λυμαίνονται. Η άρνηση του κ. Κουβέλη, που ουδέποτε συμμετείχε στην κυβέρνηση, να συζητήσει όχι μόνο τις απολύσεις αλλά και την εφεδρεία στο Δημόσιο είναι ακατανόητη. Ποιους προσπαθεί να προστατεύσει, αυτούς που προσέλαβαν οι κυβερνητικοί του εταίροι την περασμένη τριακονταετία; Η πολιτική ηγεσία της χώρας επιμένει να πορεύεται με οδηγό την ίδια πελατειακή πρακτική που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Σε περίοδο που τα δανεικά έχουν στερέψει, η πελατειακή προσέγγιση του πολιτικού συστήματος οδηγεί σε άδικες και ανήθικες επιλογές. Η κυβέρνηση επιλέγει να αποστερεί από τους καρκινοπαθείς τα φάρμακά τους προκειμένου να διατηρήσει άχρηστες υπηρεσίες, ή υπηρεσίες που θα μπορούσε να προσφέρουν οι ιδιώτες καλύτερα και φθηνότερα, για να μη θιγούν οι κομματικές και συνδικαλιστικές στρατιές στο Δημόσιο. Αντί να επανασχεδιάσει το κράτος σε υγιείς δημοσιονομικές βάσεις, συνεχίζει τις οριζόντιες περικοπές.
Στις ΔΕΚΟ, το υπεράριθμο προσωπικό παραμένει ή μετατάσσεται σε διάφορες κρατικές υπηρεσίες, χωρίς δηλαδή να μειώνεται το κράτος, που είναι η πηγή της σημερινής κρίσης. Η υποχρέωση δημοσιοποίησης των ισολογισμών των ΔΕΚΟ σε τριμηνιαία βάση, που επεβλήθη από την τρόικα, ξεσκεπάζει τη σπατάλη και οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι η εξυγίανση και η επιβίωση των ΔΕΚΟ περνούν από τη μείωση του προσωπικού τους και την κατάργηση των κεκτημένων όπως η μονιμότητα, το χρονοεπίδομα, οι υπερωρίες, κ.λπ. Αυτή η πραγματικότητα δεν συμφέρει τους συνδικαλιστές, τους φρουρούς των αγκυλώσεων και των κεκτημένων, που μασκαρεύονται σαν υπερασπιστές των συμφερόντων των πολιτών προκειμένου να διατηρήσουν τα δικά τους προνόμια. Επικαλούνται το συμφέρον των καταναλωτών για να αποτρέψουν τις ιδιωτικοποιήσεις και καταγγέλλουν το Μνημόνιο για επιστροφή στον εργατικό μεσαίωνα, ενώ στην πραγματικότητα ενδιαφέρονται μόνο για τη διατήρηση των εξωφρενικών προνομίων τους.
Παραδόξως, η μεγαλύτερη απειλή για την Ελλάδα είναι η σταθεροποίηση των χωρών στην περιφέρεια της Ευρωζώνης και η θωράκιση της κεφαλαιακής επάρκειας των ευρωπαϊκών τραπεζών ώστε να αντέξουν τις ζημίες από τα κρατικά ομόλογα στα χαρτοφυλάκιά τους. Τότε η Ελλάδα θα εγκαταλειφθεί στην τύχη της, καθώς θα έχει περιοριστεί σημαντικά ο κίνδυνος να πληγεί ολόκληρη η Ευρωζώνη από μία ελληνική χρεοκοπία και ενδεχόμενη επιστροφή στη δραχμή. Αυτό θα συμβεί με μαθηματική ακρίβεια αν η Ελλάδα δεν εφαρμόσει τα δημοσιονομικά μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις που έχει συμφωνήσει. Η κυβέρνηση δηλώνει αποφασισμένη να παραμείνει η Ελλάδα στην Ευρωζώνη και να συμμετάσχει στη «νέα Ευρώπη» της πλήρους δημοσιονομικής και τραπεζικής ενοποίησης, με την ολιγωρία της όμως διακυβεύει τον στόχο που η ίδια έθεσε.

Της Μιράντας Ξαφά *
*Σύμβουλος επενδύσεων E.F. Consulting και μέλος της κεντρικής επιτροπής της ΔΡΑΣΗΣ.
16.9.2012

Από την κρίση στην κριτική

Ο φόβος είναι συναίσθηµα πολύ ισχυρότερο της ελπίδας. Οχι µόνο σήµερα. Η νευροϊστορία, που εξερευνά τη δηµιουργία του ανθρώπινου είδους σε µεγάλο βάθος χρόνου, ισχυρίζεται πως ο φόβος έχει εγγραφεί στους νευρώνες µέσα από διαδοχικά, απρόβλεπτα και ανεξήγητα σοκ τρόµου. Από το κυρίαρχο αρσενικό ανθρωποειδές που τροµοκρατούσε περιοδικά την οµάδα για να εδραιώσει την κυριαρχία του ως τους µεσαιωνικούς ιππότες που έσπερναν τον τρόµο στους αγρότες αρπάζοντας, σκοτώνοντας, βιάζοντας και καίγοντας τα χωριά τους. Από τους εξαναγκασµούς σε θάνατο του πληθυσµού από λιµό ως τις οικονοµικές κρίσεις που απαιτούν αίµα και θυσίες, πάνω στον φόβο βασίστηκε η δηµιουργία των κοινωνικών ιεραρχιών, συµπυκνώθηκαν εξουσίες, δηµιουργήθηκαν κράτη. Σοκ και δέος ονοµάστηκε ο πόλεµος στο Ιράκ. Ο φόβος είναι συστατικό στοιχείο της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών, κυκλοφορεί µέσα στις φλέβες της Ιστορίας. Και το υπερθετικό του είναι η απελπισία. Η παντελής έλλειψη κάθε ελπίδας. Η συστροφή της οδύνης στον εαυτό της.

Η µόνη χαραµάδα εξόδου προς την ελπίδα είναι πόνος και βάσανα να αποκτήσουν νόηµα. Γιατί αβάσταχτη είναι η οδύνη εκείνη που δεν καταλαβαίνουµε. Εκείνη που δεν έχει νόηµα. Το µαρτύριο του Σίσυφου ήταν χειρότερο από εκείνο του Προµηθέα. Γιατί του Προµηθέα το µαρτύριο είχε νόηµα: έδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους, δηλαδή τη δυνατότητα δηµιουργίας. Για να υπάρξει νόηµα λοιπόν πρέπει να υπάρξει διανοητικό πλαίσιο. Τοπλαίσιο αυτό, έχοντας ως κεντρικό του σηµείο τη Λύτρωση, ήταν αυτό που πρόσφερε ο Χριστιανισµός. Η συνάντηση µε το κακό, η νίκη του κακού δεν µπορούσε να είναι οριστική. Τα βάσανα των ανθρώπων, τα τωρινά και τα µελλούµενα, είναι το αντίτιµο της σωτηρίας τους. Η χριστιανική διδασκαλία προσέφερε το ισχυρότερο αντίδοτο στον φόβο: το νόηµα. ∆ηλαδή τη νοητική και ψυχική επεξεργασία η οποία τον ακύ ρωνε. ∆εν ακύρωνε τον πόνο, του έδινε νόηµα, και έτσι δηµιουργούσε αντίδοτο στον φόβο. Ο φόβος παρέµενε ισχυρός για όσους ήταν εκτός πλαισίου. Για όσους δεν είχαν «φόβο Κυρίου».

Ο ∆ιαφωτισµός ήταν µια γιγάντια επιχείρηση αποτίναξης του φόβου από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, την ίδια εποχή βέβαια που οι λευκοί κυρίαρχοι έσπερναν τρόµο στις άλλες ηπείρους του πλανήτη. Η πρόοδος ήταν µια καινούργια έννοια σταδιακής βελτίωσης. Τα πράγµατα πάνε από το καλό στο καλύτερο, ένα αόρατο χέρι τα οδηγεί, και αν φαίνονται αντιφατικά πολλές φορές, τελικά το καλό πάντα νικάει το κακό. Πολλές δεκαετίες πορεύτηκαν µε την αισιοδοξία αυτή οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, έως ότου συνειδητοποίησαν, και συνειδητοποιούν σιγά-σιγά, ότι ο φόβος πια δεν έδρευε έξω, µακριά από την ελπίδα, αλλά µερικές φορές ήταν συνυφασµένος µαζί της. Αυτή η τροµερή συνειδητοποίηση ότι πηγή του φόβου είναι η ίδια η νεωτερικότητα, δηµιούργησε µια τεράστια αµφιθυµία. Ελπίζουµε εκείνο που φοβόµαστε, ή φοβόµαστε εκείνο που ελπίζουµε.

Ας δούµε µερικά παραδείγµατα:

Η διατήρηση της υγείας και η επιµήκυνση της ζωής είναι από τις πιο παλιές, µύχιες και ισχυρές προσδοκίες, ατοµικές και συλλογικές. Η επέµβαση στο ανθρώπινο γονιδίωµα, η δηµιουργία κλώνων για µεταµοσχεύσεις, η σε προοπτική «βελτίωση» του ανθρώπινου είδους απελευθερωµένου από τον πόνο, η χειραφέτηση από τους περιορισµούς της βιολογίας, αποτελούν ταυτόχρονα και πηγή ελπίδας, και πηγή φόβου. Κι αν καταλήξει σε πολλά είδη ανθρώπων και υπερανθρώπων; Το όνειρο γίνεται εφιάλτης ενός µελλοντικού ανθρώπινου Jurassic Park. Αλλά δεν είναι κάτι µελλοντικό, ούτε κάτι που δεν µας ακουµπάει, καθώς εισερχόµαστε στην ιατρική τεχνοεπιστήµη σε κάποια φάση της ζωής µας, και χάνουµε το νήµα στους λαβυρίνθους µιας απίστευτης περιπέτειας, όπου κάθε ελπίδα µας βυθίζει πιο βαθιά στο υποφέρειν. 
∆εύτερο παράδειγµα: Αν όλοι οι άνθρωποι που κατοικούν στον πλανήτη συµµεριστούν έστω και στο ελάχιστο τον τρόπο ζωής όχι των πλουσίων, αλλά των µικροµεσαίων κατοίκων των δυτικών χωρών, ο πλανήτης θα πεθάνει, παρασύροντας µαζί του το ανθρώπινο είδος. Γιατί η ανθρωπότητα δεν «φιλοξενείται» πλέον πάνω στον πλανήτη, αλλά από τον καιρό που η µηχανή της προόδου µπήκε σε κίνηση µετατράπηκε σε µια γεωλογική δύναµη που συνδιαµορφώνει το βιοκλιµατικό µέλλον της Γης. 
Τρίτο παράδειγµα, η σύγχρονη οικονοµική κρίση: Αν αγνοήσουµε τη γνωστή στερεοτυπική σκέψη, θα αντιληφθούµε πως είµαστε παγιδευµένοι σε ένα σύστηµα του οποίου η µεγέθυνση οδηγεί στη συρρίκνωση. Θα αντιληφθούµε πώς µια κοινωνία που ευαγγελιζόταν την ανάπτυξη, την αφθονία και την ευηµερία δεν µπορεί να διατηρήσει ένα στοιχειώδες κράτος προνοίας. Θα καταλάβουµε πως η προσφερόµενη θεραπεία έχει τίµηµα τη διεύρυνση των ανισοτήτων, που προκαλούν µε τη σειρά τους νέες κρίσεις και νέες ανισότητες.

∆εν υπάρχει λοιπόν ελπίδα; Αν το αντίδοτο του φόβου είναι το νόηµα, τότε εκεί που βρίσκεται η ελπίδα είναι στην αναζήτηση του νοήµατος.

∆ηλαδή σε µια µεγάλη διανοητική κινητοποίηση για να καταλάβουµε τι µας συµβαίνει. Αυτό είναι ιδιαίτερα σηµαντικό για την Ελλάδα. Το global υπάρχει στο local και η ιδιαιτερότητα αντικατοπτρίζει τον τρόπο που παγκόσµιες τάσεις αποκρυσταλλώνονται σε συγκεκριµένες συνθήκες. Βρισκόµαστε σε ένα καταπληκτικό παρατηρητήριο της µεγάλης κρίσης της νεωτερικότητας, όσο και αν βιώνεται οδυνηρά. 

Η µεγάλη ελπίδα είναι να µετατρέψουµε την κρίση σε κριτική. Σε διανοητική και έµπρακτη κριτική. Η ελπίδα βρίσκεται στο να µετατρέψουµε τη διαµαρτυρία σε δηµιουργικότητα, σε µια δηµιουργικότητα που θα κυκλοφορεί στο αίµα αυτής της κοινωνίας, αντίδοτο στις ενέσεις φόβου που τις προκαλούν κρίσεις πανικού κάθε λίγο και λιγάκι.

Του Αντώνη Λιάκου*
*Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι σκέψεις αυτές αναπτύσσονται εκτενέστερα στο πρόσφατο βιβλίο του «Αποκάλυψη, Ουτοπία και Ιστορία» (εκδόσεις Πόλις)
Πηγή Το Βήμα
8.1.2012

Χάθηκε το αναλογικό σήμα και μαζί μια πολύτιμη συντροφιά

Στην πορεία προς την ψηφιακή εποχή, δεν δώσαμε προτεραιότητα σε εκείνους που τη δικαιούνται. Στις 20 Ιουλίου, οπότε διεκόπη η εκπομπή αναλογικού σήματος από τον Υμηττό, ανάμεσα σε αυτούς που είδαν την εικόνα στις τηλεοράσεις τους να «παγώνει» ήταν και οι ασθενείς στα νοσοκομεία. Μολονότι για πολλούς -χρονίως πάσχοντες, καρκινοπαθείς και όλους όσοι νοσηλεύονται επί μακρόν- η τηλεόραση αποτελεί πολύτιμη συντροφιά, ουδείς φρόντισε ώστε να μην καταγραφούν προβλήματα κατά τη μετάβαση στο ψηφιακό σήμα. Χαρακτηριστικό είναι ότι ασθενής με λευχαιμία, ο οποίος πραγματοποιεί πολύμηνη θεραπεία σε μεγάλο νοσοκομείο της Αθήνας, κατά την τελευταία ολιγοήμερη «έξοδό» του αναγκάστηκε να αγοράσει αποκωδικοποιητή και να τον εγκαταστήσει στην τηλεόραση του θαλάμου όπου νοσηλεύεται. «Εδώ παγώνει η εικόνα, παγώνει και η ώρα», λέει στην «Κ».
Η ίδια «εικόνα» στα περισσότερα νοσοκομεία της πρωτεύουσας. Στα ιδρύματα τα οποία δεν διαθέτουν τηλεοράσεις, αλλά αυτές «νοικιάζονται» από τους ασθενείς (τα σχετικά τηλέφωνα διακινούνται χέρι με χέρι), το κύριο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει κεντρική κεραία, με αποτέλεσμα ο αποκωδικοποιητής να μη λειτουργεί αποτελεσματικά. Το ίδιο μοιάζει να είναι το πρόβλημα και στα νοσοκομεία όπου τις λεγόμενες «υπηρεσίες ψυχαγωγίας» έχουν αναλάβει μέσω σύμβασης συγκεκριμένες εταιρείες. «Γίνονται οι ενέργειες προκειμένου να διορθωθούν τα προβλήματα», αναφέρει στην «Κ» υπεύθυνος τεχνικών θεμάτων του νοσοκομείου Σωτηρία, ενός από τα ιδρύματα που συνεργάζονται με εταιρεία.
Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις των νοσοκομείων που διαθέτουν τις δικές τους συσκευές, αυτές σταμάτησαν να εκπέμπουν στις 20 Ιουλίου. «Είμαστε στη διαδικασία να βελτιώσουμε τις υπηρεσίες στον τομέα αυτό», λέει στην «Κ» αρμόδιος υπάλληλος από το νοσοκομείο Αττικόν. «Σε λίγο καιρό θα τοποθετηθούν αποκωδικοποιητές ώστε ιδίως οι ασθενείς στους θαλάμους μακράς νοσηλείας να μπορούν να βλέπουν τηλεόραση». Σύμφωνα με τον ίδιο, σε κάθε όροφο όπου λειτουργούν 20-30 συσκευές, θα εγκατασταθούν 5-6 αποκωδικοποιητές που θα καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες.
Στη φάση της καταγραφής των αναγκών βρίσκεται και το Σισμανόγλειο, όπου σύμφωνα με τη διοικήτρια, Ολγα Οικονόμου, το μεγαλύτερο ποσοστό των τηλεοράσεων προέρχεται από δωρεά κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. «Επειδή αυτές ήταν πιο σύγχρονες συσκευές, το πρόβλημα δεν είναι τόσο έντονο, αλλά ακόμα δεν έχουμε πλήρη εικόνα. Θα δούμε τι χρειάζεται ώστε να προμηθευτούμε τους κατάλληλους αποκωδικοποιητές».

Ενα χρόνο νωρίτερα
Αξίζει να σημειωθεί ότι για τη μετάβαση από το αναλογικό στο ψηφιακό σήμα είχαν ενημερωθεί τα νοσοκομεία τουλάχιστον ένα χρόνο νωρίτερα. Επίσης, σύμφωνα με την υπεύθυνη επικοινωνίας της Digea, Ιωάννα Κολιάδου, μόνο ένα νοσοκομείο έχει μέχρι στιγμής απευθυνθεί στην εταιρεία προκειμένου να αναζητήσει λύση για το πρόβλημα. «Στο μεταξύ -αναφέρει η ίδια- πολύ συχνά δεν απαιτείται παρά μια ελάχιστη στροφή της κεραίας προκειμένου να λαμβάνεται αναλογικό σήμα από Πάρνηθα. Λύσεις υπάρχουν». Οπως λέει, στις περιπτώσεις των νοσηλευτικών ιδρυμάτων -και όχι μόνο- δεν είναι απαραίτητη η προμήθεια ενός αποκωδικοποιητή για κάθε συσκευή, αλλά αρκεί η αγορά και εγκατάσταση του κατάλληλου εξοπλισμού στην κεντρική κεραία. Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει κεντρική εγκατάσταση κεραίας, φυσικά, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Η δαπάνη δεν είναι μεγάλη, όμως για τα δημόσια νοσοκομεία, που δυσκολεύονται στην προμήθεια ακόμα και των πιο απαραίτητων αναλώσιμων υλικών, δεν είναι αμελητέα. «Το ξέραμε εδώ και καιρό ότι θα υπήρχε κενό στη μετάδοση των καναλιών, αλλά δίναμε πάντα προτεραιότητα σε άλλα θέματα», αναφέρει χαρακτηριστικά διοικητικό στέλεχος μεγάλου νοσοκομείου.
Προβλήματα δημιούργησε το ψηφιακό σήμα και σε πολλούς οίκους ευγηρίας, όπου επίσης δεν είχε προβλεφθεί τοποθέτηση αποκωδικοποιητών ή διαμόρφωση της υποδομής. «Πήγα να επισκεφθώ τον πατέρα μου και είδα τους γέροντες σαν χαμένους», αναφέρει στην «Κ» ο Α.Π. «Συνήθιζαν να κάθονται στο σαλονάκι και να χαζεύουν τις ειδήσεις, σίριαλ, είχαν τη ρουτίνα τους. Σταμάτησε να παίζει η τηλεόραση και αναστατώθηκε όλο το πρόγραμμά τους». Την επόμενη κιόλας ημέρα, ο ίδιος αγόρασε αποκωδικοποιητή για να τον εγκαταστήσει στο σαλόνι του γηροκομείου, αλλά λόγω έλλειψης κεντρικής κεραίας η εικόνα είναι κακή. 

«Δεν διαμαρτύρονται, προσπαθούν να τα βολέψουν με τα δύο τηλεχειριστήρια, αλλά το βλέπεις: εάν πριν ένιωθαν απομονωμένοι, ξαφνικά ένιωσαν αποκομμένοι από τον κόσμο».

Της Λίνας Γιάνναρου
31.7.2012

Αδειες περιπτέρου τώρα για κάθε ενδιαφερόμενο

Το πρώτο περίπτερο των Αθηνών άνοιξε το 1911 επί της Πανεπιστημίου. Λογικά θα το θυμάστε, όχι για το πόσο νωρίς άνοιξε, αλλά για το πόσο αλλόκοτα έκλεισε: ήταν το πρώτο στην ιστορία περίπτερο που το ρούφηξε το πεζοδρόμιο!
Το 1997, με τον μετροπόντικα να περνάει από κάτω του, το περίπτερο της Πανεπιστημίου χάθηκε περίπου σαν τη γυναίκα του Πρωτομάστορα: το έδαφος άνοιξε στα δύο κι εκείνο θάφτηκε στα θεμέλια για να στεριώσει το μετρό. Αν ρωτήσετε σήμερα οποιονδήποτε περιπτερά, θα σας πει πως και το δικό του περίπτερο έτσι κινδυνεύει να καταλήξει: να θαφτεί στα θεμέλια της ελεύθερης οικονομίας, για να ορθοποδήσει η χώρα.
Γιατί από χθες το υπουργείο Αμυνας αποφάσισε την απελευθέρωση των αδειών περιπτέρου, που έως τώρα χορηγούνταν σε αναπήρους πολέμου.
Στο τέμπο του «...και θυμώντας τα να κλαις», οι περιπτερούχοι ήδη ξεσκονίζουν το άλμπουμ με τις αναμνήσεις από τις παλιές, καλές εποχές. Η ιστορία τους ξεκινάει από τα ξύλινα κουβούκλια που στις αρχές του 1900 καταλάμβαναν μόλις μισό τετραγωνικό μέτρο. Κάθε περίπτερο ήταν το «αντίδωρο» της πολιτείας για κάποιον ανάπηρο πολέμου, αντί να του χορηγεί σύνταξη.
Κι έτσι, το 1922 το υπουργείο Περιθάλψεως παραχώρησε όλα τα περίπτερα στην «Πανελλήνιον Ενωσιν Τραυματιών Πολέμου 1912 - 1921», αλλά με αυστηρούς όρους χρήσης: το περίπτερο δεν πωλείται, δεν μεταβιβάζεται, δεν υποθηκεύεται ούτε υπομισθώνεται. Κι αν αυτός που το έχει, πεθάνει, το κληρονομούν η γυναίκα και τα παιδιά του, αλλά μόνο για μία πενταετία. Μετά, το περίπτερο περιέρχεται και πάλι στον έλεγχο της Ενωσης. Στην πραγματικότητα, το περίπτερο ήταν ο φθηνός τρόπος που βρήκε το κράτος για να εισπράττει τον φόρο από τα καπνικά προϊόντα, που πια πωλούνταν αποκλειστικά εκεί. Για τους περιπτεράδες, όμως, το περίπτερό τους ήταν όλη τους η ζωή. Κι έτσι, το 1940, ένας δαιμόνιος Πειραιώτης σκέφτηκε δίπλα στα τσιγάρα και τις εφημερίδες να λανσάρει ψυγείο με πάγο.
Λίγο καιρό μετά, όλα τα περίπτερα είχαν ψυγείο και όλα τα ψυγεία είχαν αναψυκτικά. Μαζί με τις γκαζόζες της ΗΒΗ ήρθαν οι τσίχλες με γεύση κανέλα και ύστερα εμφανίστηκαν και οι καραμέλες Τσάρλεστον.
Στο τέλος, το περίπτερο απέκτησε και εκείνο το θρυλικό, μαύρο τηλέφωνο, που κατέστησε τον περιπτερά κοινωνό όλων των μυστικών της γειτονιάς.
Με τα κιόσκια να πληθαίνουν, όλο και πιο πολλοί ανάπηροι έπαιρναν άδειες: οι άμαχοι ανάπηροι πολέμου, τα θύματα της ειρηνικής περιόδου (αστυνομικοί, λιμενικοί, πυροσβέστες και φαντάροι που έπαθαν ατύχημα κατά την τέλεση των καθηκόντων τους), οι ανάπηροι της Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού, οι απλοί πολίτες που ακρωτηριάστηκαν από βόμβες ή νάρκες και στο τέλος, οι απλοί ανάπηροι και μαζί τους, οι πολύτεκνοι.
Ομως, καθώς η πρώτη γενιά περιπτερούχων είχε ήδη αφήσει τον μάταιο κόσμο και μια σειρά περιπτέρων είχε περάσει σε χέρια κληρονόμων, πολλά κιόσκια ήδη τα δούλευαν ενοικιαστές. Με τη δική τους εισβολή στο ένα τετραγωνικό του περιπτέρου και την αναγνώρισή τους ως νέα τάξη επαγγελματιών το 1971, η εικόνα άρχισε να αλλάζει. Τα περίπτερα δειλά δειλά άρχισαν να μένουν όλο και περισσότερες ώρες ανοιχτά.
Ο συνολικός τζίρος
Οι παλιοί περιπτεράδες λένε πως το 1964, ένα κεντρικό περίπτερο έκανε είσπραξη 200 - 300 δραχμές την ημέρα.
Ως το 2006, ο συνολικός τζίρος των 18.000 περιπτέρων της Ελλάδας ξεπερνούσε τα 5 δισ. ευρώ. Πλέον, το ενοίκιο μπορούσε να φτάσει τις 2.500 ευρώ για τα 2,55 τ.μ. ενός κεντρικού περιπτέρου. Κάθε κιόσκι είχε μέσα περισσότερους από 2.500 κωδικούς προϊόντων και ο «αέρας» για να αγοράσεις το δικαίωμα να το δουλεύεις μπορούσε να αγγίξει τις 60.000 ευρώ! Ηταν η χρυσή εποχή για τους περιπτεράδες. Και μετά, η κρίση άρχισε και το όνειρο τελείωσε.
Από τα 18.000 περίπτερα που υπήρχαν, σήμερα είναι ζήτημα αν έχουν μείνει 10.000 σε όλη την Ελλάδα. Το πρώτο μεγάλο χτύπημα, λένε οι περιπτερούχοι, ήταν η βαριά φορολογία των προϊόντων καπνού. Εξαιτίας της το περιβάλλον του περιπτέρου καιρό τώρα μοιάζει ασφυκτικό για τους περιπτεράδες.
Βλέπετε, στην πλειοψηφία τους οι άνθρωποι πίσω από το τζαμάκι δεν έχουν την άδεια στο όνομά τους. Είναι εκείνοι που πληρώνουν ενοίκιο, που δουλεύουν 12ωρες βάρδιες για να μην κλείνει το περίπτερο ποτέ. Που χτυπούν ακόμα και τις τσίχλες στην ταμειακή. Και που λόγω του ανταγωνισμού με το περίπτερο της απέναντι γωνίας, έχουν μάθει καιρό πριν από την απελευθέρωση του επαγγέλματός τους πόσο σκληροί είναι οι κανόνες της ελεύθερης αγοράς. Ισως πιο πολύ καιρό απ’ όσο φαντάζεται κανείς. Γιατί στο κάτω κάτω και το «Μινιόν», το γιγαντιαίο πολυκατάστημα, από ένα ταπεινό περίπτερο στην πλατεία Ομονοίας ξεκίνησε...

Της Μαριλής Μαργωμένου
14.9.2012

ShareThis