Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική ταυτότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Η ελληνική κρίση, επιτυχημένη κωμωδία στο Youtube ("a very european break up")

Όταν η ελληνική οικονομική κρίση φτάνει στο YouTube ως κωμωδία μικρού μήκους βρετανικής παραγωγής με περίπου 130.000 θεατές μέσα σε μία εβδομάδα, αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα ότι η δική μας κρίση έχει γίνει πλέον μέρος της καθημερινότητας και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αλλωστε, η κωμωδία συχνά από τα σοβαρά ζητήματα αρχίζει, τα αποδομεί και με το χιούμορ επιχειρεί να εκτονώσει τις εντάσεις και τις δυσνόητες και άκαμπτες πλευρές τους.
Αυτό επιχείρησε ο Μπομπ Ντέναμ με το « A Very European Break Up», ένα φιλμ που διαρκεί κάτι λιγότερο από εννέα λεπτά και μεταφέρει την κρίση στην Ελλάδα και τις σχέσεις της με τη Γερμανία σε έναν γάμο. Βασικοί ήρωες είναι ένας Ελληνας, ο Γκρέκο, που περνάει τη μέρα του ξαπλώνοντας στον καναπέ, και η Γερμανίδα Ζερμέν, αυστηρή και έξω φρενών με την ανεύθυνη συμπεριφορά του άντρα της, που κρύβει στο σπίτι λογαριασμούς που δεν έχουν καν ανοιχτεί.
Στον καβγά θα μπουν δύο γείτονες, μια Ισπανίδα και ένας Αγγλος, που θα προσπαθήσουν να εκτονώσουν ή να χειροτερέψουν την κρίση. «Την αγαπάς ακόμη;», ρωτάει η Ισπανίδα. «Μήπως είσαι καλύτερα χωρίς αυτόν;» λέει ο Αγγλος. Ο Ντέναμ, που συστήνεται ως «κινηματογραφιστής Οικονομικών», έχει σπουδάσει οικονομικά και έχει δουλέψει ως δημοσιογράφος και σε επενδυτική τράπεζα, πριν αποφασίσει να εκλαϊκεύσει οικονομικούς όρους και καταστάσεις μέσα από τον κινηματογράφο.
Παραφράζοντας μια δήλωση του Μ. Γκορμπατσόφ για την αγορά, ο Ντέναμ πιστεύει πως «το να λέει κανείς ότι η οικονομία είναι βαρετή, είναι σαν να λέει ότι ο πολιτισμός μας είναι βαρετός. Και ενώ υπάρχουν πλευρές της που μπορούν να ρίξουν ακόμη και τους οικονομολόγους σε βαθύ ύπνο, υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα που μπορούν να μας κάνουν χαρούμενους, λυπημένους, να γελάσουμε, να κλάψουμε ή να πεταχτούμε από τη θέση μας και να κάνουμε κάτι».
Με την εταιρεία του Econ Films και με μια μικρή ομάδα συνεργατών, ο Ντέναμ γύρισε το «A Very European Break Up», που μέσα σε λίγες ημέρες έχει κυκλοφορήσει σε δεκάδες χιλιάδες οθόνες υπολογιστών. Επικοινωνήσαμε μαζί του ώστε να εξηγήσει τους λόγους που τον έκαναν να γυρίσει την ταινία. «Οπως πολλοί άλλοι», λέει, «έβλεπα την κρίση στην Ευρώπη να τραβάει τα τελευταία χρόνια και σκεφτόμουν: “Μα σοβαρά, πώς μπορεί να κρατάει τόσο πολύ;”. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες διαφωνούν για τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά και ξανά, με τον ίδιο τρόπο που τσακώνεται ένα παντρεμένο ζευγάρι. Αυτό με έκανε να σκεφτώ κατά πόσο θα μπορούσα να πω μια ιστορία για την ευρωπαϊκή κρίση χρέους, σαν μια σχέση ανάμεσα σε μια Γερμανίδα και έναν Ελληνα. Για μένα λειτουργεί τέλεια. Στην επιφάνεια ίσως φαίνεται ότι η Γερμανία και η Ελλάδα αλληλομισιούνται, αλλά κάτω από αυτήν υπάρχουν πράγματα που θυμίζουν και στις δύο χώρες τους λόγους που εξακολουθούν να βρίσκονται μαζί. Είναι μια ιστορία για την Ευρώπη, όχι μόνο για τη Γερμανία και την Ελλάδα».
Στόχος της ταινίας, σύμφωνα με τον κινηματογραφιστή, είναι να κάνει απλό και κατανοητό ένα ζήτημα που προκαλεί σύγχυση. «Σκοπεύει να διασκεδάσει τους θεατές, να τους κάνει να γελάσουν και ίσως να καταφέρει να τους κάνει να σκεφτούν με λίγο διαφορετικό τρόπο. Από τα πιο ευχάριστα πράγματα που έχω παρατηρήσει διαβάζοντας τα σχόλια στο YouTube είναι ότι ο κόσμος λέει πως είναι μύθος ότι οι Ελληνες είναι τεμπέληδες. Η ταινία δεν σκοπεύει να προσβάλει, όμως όταν κάνεις κωμωδία με ένα αμφιλεγόμενο θέμα, παίρνεις πάντα το ρίσκο ότι σε μερικούς από τους θεατές δεν θα αρέσουν τα αστεία».
Το «A Very European Break Up» κινείται στη γενικότερη φιλοσοφία του Μπομπ Ντέναμ, που θέλει να συνδυάσει τον κινηματογράφο με τα οικονομικά. «Σκοπεύει να αποδείξει ότι είναι δυνατόν να κάνει κανείς μια ταινία για ένα οικονομικό και πολιτικό ζήτημα που επηρεάζει ολόκληρη την Ευρώπη και να διασκεδάσουν μαζί της όλοι οι Ευρωπαίοι. Πιστεύω ότι τα καταφέραμε και ελπίζω να βρούμε αρκετή υποστήριξη ώστε να γυρίσουμε κι άλλη. Η ταινία γυρίστηκε με προϋπολογισμό μικρότερο από 500 λίρες. Φανταστείτε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε με περισσότερα χρήματα».
Ποια είναι όμως η άποψή του για την κρίση; «Αν θέλει κανείς να μάθει τη γνώμη μου, καλύτερα να παρακολουθήσει την ταινία. Απλώς πιστεύω ότι, όπως συμβαίνει σε ένα παντρεμένο ζευγάρι που τσακώνεται, και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο σε κάποια πράγματα και άδικο σε άλλα. Και όπως συμβαίνει σε κάθε γάμο, υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από τα χρήματα».

Του Παναγιώτη Παναγόπουλου
Πηγή Καθημερινή
29.9.2012





Δ.Κούρτοβικ : Οταν φεύγουν οι βάρβαροι

Πριν από μερικές εβδομάδες το γνωστό γερμανικό περιοδικό «Stern» δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ με τίτλο «Σε αναζήτηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας». Επρόκειτο για ένα οδοιπορικό νέων ανθρώπων ανά την Ευρώπη, με κατάθεση των εμπειριών τους στις διάφορες χώρες τις οποίες επισκέπτονταν.
Το ενδιαφέρον για μας είναι ότι, κρίνοντας από τα δρομολόγια που ακολούθησαν οι νεαροί Ευρωπαίοι, η Ευρώπη τελειώνει στο Ζάγκρεμπ. Ο,τι βρίσκεται νοτιότερα και ανατολικότερα δεν αφορά την «ευρωπαϊκή ταυτότητα». Πώς να μη νιώσεις παράξενα, ως Ελληνας, γι' αυτή την οριοθέτηση; Μέχρι τώρα ξέραμε ότι ήμασταν τα γουρούνια (PIIGS) της Ευρώπης, αλλά πάντως ευρωπαϊκά γουρούνια και με παρέα άλλα ευρωπαϊκά γουρούνια. Να όμως που μαθαίνουμε ότι είμαστε σκέτα γουρούνια, μη Ευρωπαίοι (πράγμα που δεν είναι από μόνο του τόσο κακό) ή ίσως πρώην Ευρωπαίοι (πράγμα πολύ χειρότερο, γιατί εκτός από το όνειδος της αποβολής συνεπάγεται ένα συνειδησιακό κενό, έναν ξαφνικό πολιτισμικό αποπροσανατολισμό).

Σύμφωνοι, πρόκειται μόνο για ένα άρθρο σε περιοδικό και όχι (ακόμα;) για την επίσημη θέση της ιθύνουσας ελίτ που αποφασίζει για την πορεία της Ευρώπης. Μικρή όμως η παρηγοριά. Η ρητορική των πολιτικών είναι λιγότερο εύγλωττη από υπόγεια ρεύματα σκέψης, που απηχούνται σ' αυτό το ρεπορτάζ. Υπάρχει πράγματι μια τάση στην Ευρώπη της κρίσης να επαναχαραχτούν τα πολιτισμικά σύνορα αυτού του χώρου ή, σωστότερα, να επαναφερθούν εκεί που τα ήθελαν παραδοσιακές, αν και όχι πάντα ρητά εκφρασμένες αντιλήψεις: η «αληθινή» Ευρώπη είναι πολιτισμικά ομοιόμορφη και μονοκόκαλη, είναι η Ευρώπη της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, του καθολικισμού και του προτεσταντισμού• η «υπολειμματική» Ευρώπη δεν είναι στην πραγματικότητα ευρωπαϊκή (ο Ζισκάρ ντ' Εστέν, ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της ένταξης της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, δήλωσε πρόσφατα σε μια συνομιλία με τον «Spiegel», μετανιωμένος για τον αλλοτινό ζήλο του, ότι η Ελλάδα είναι ουσιαστικά ανατολίτικη χώρα).
Είναι αλήθεια ότι οι θεμελιώδεις αξίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης - η κοινοβουλευτική δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κοσμικό κράτος, η ελευθερία της έκφρασης και της έρευνας κ.λπ. - καλλιεργήθηκαν πρωτίστως στο «ευγενές» δυτικό τμήμα της ηπείρου, αν και όχι με την ίδια σταθερότητα και συνέπεια σε όλη την έκτασή του. Εξίσου αλήθεια είναι όμως ότι στην ιστορία της σκέψης και των θεσμών του άλλου, του ανατολικού και «ημιάγριου» κομματιού της, οι αξίες αυτές έπαιξαν ρόλο ασύγκριτα μεγαλύτερο απ' όσο οπουδήποτε αλλού έξω από τον ορίζοντα του δυτικού πολιτισμού (και σε ορισμένες περιπτώσεις μεγαλύτερο απ' ό,τι σε δυτικότερα εδάφη του). Οπως αλήθεια είναι ότι πολλές μεσογειακές και, ναι, «ανατολίτικες» πολιτισμικές ιδιαιτερότητες - ο δημιουργικός αυτοσχεδιασμός, ο διονυσιακός, λυτρωτικός τρόπος διασκέδασης, η γενναιοδωρία, η άνεση της σωματικής έκφρασης, η ζεστή αμεσότητα στις ανθρώπινες επαφές και αρκετές άλλες - έχουν σήμερα διαχυθεί λίγο-πολύ σε άλλα μέρη της Ευρώπης και αναγνωρίζονται ως συμπεριφορές που εμπλούτισαν το φάσμα των βιοτικών αξιών όλων των Ευρωπαίων.

Αν υπάρχει μια αξία που υποβαθρώνει και συνέχει όλες τις «καθαυτό» ευρωπαϊκές, είναι η κριτική σκέψη. Και, για να μη μείνουμε στην τετριμμένη επισήμανση ότι η κριτική σκέψη γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα, θα θυμίσουμε ότι, στους νεότερους χρόνους, αναπτύχθηκε παντού στην Ευρώπη, από τον Ατλαντικό ώς τα Ουράλια, και μόνο σ' αυτήν, αν εξαιρέσουμε την αμερικανική παραφυάδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η φυσική συνέχεια μάλιστα της κριτικής σκέψης, η αυτοκριτική σκέψη, δεν έχει βγει ώς τώρα έξω από τα όρια της ηπείρου παρά μόνο σε μοναχικές ατομικές περιπτώσεις. Πουθενά αλλού δεν θα βρει κανείς λαούς που αναμετριούνται τόσο αυτοκριτικά, μερικές φορές ώς τον βαθμό της αποδόμησης εδραίων πεποιθήσεων, με το ιστορικό παρελθόν τους. Μπορεί φαινόμενα όπως ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, η αποικιοκρατία, ο φασισμός να είναι προϊόντα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά η ιδεολογική κατεδάφισή τους ήρθε από άλλα προϊόντα του ίδιου πολιτισμού.

Η «ενότητα στην πολυμορφία» είναι ένα παλιό σύνθημα των ιδεολόγων της ευρωπαϊκής ενοποίησης, το οποίο μοιάζει να έχει εγκαταλειφθεί, όπως και οι ίδιοι έχουν περάσει στο περιθώριο. Ωστόσο, δεν εκφράζει ευσεβείς πόθους αλλά μια πολύ απτή πραγματικότητα. Αυτή την πραγματικότητα αρνούνται σήμερα όσοι νοσταλγούν μια «καθαρή» Ευρώπη μονότροπων, ισοθερμικών συνειδήσεων και λειασμένων, προγραμματισμένων συμπεριφορών. Η άλλη, η άναρχη, ατίθαση, απρόβλεπτη, «παγανιστική» Ευρώπη σαν να μην είναι πια επιθυμητή στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Μπορούμε να κατανοήσουμε τους λόγους αυτής της μεταστροφής. Δεν μπορούμε όμως να προσυπογράψουμε τη γενίκευσή τους σε μια αναπαλαιωμένη ιδεολογία και τα όσα αυτή υπαγορεύει ως πολιτικές επιλογές.
Αυτή η άλλη Ευρώπη κατοικείται από τους βαρβάρους της ευρωπαϊκής οικογένειας. Σ' εκείνους που θέλουν να τους διώξουν θα θυμίσουμε τη ρήση του σπουδαίου αυστριακού δοκιμιογράφου και αφορισμογράφου Καρλ Κράους: «Ενας πολιτισμός μαραίνεται, όταν φεύγουν από αυτόν οι βάρβαροι».
 
Του Δ. Κούρτοβικ
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
29.9.2012

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

Μετανάστευση και εκπαίδευση

Παρακολουθώντας τη συζήτηση για τη μετανάστευση στη Βουλή, αλλά και στα Μέσα, σκεπτόμουν ότι οι φοιτητές της Ιστορίας, στο μέλλον, θα έχουν πλούσιο υλικό για να σκιαγραφήσουν ιδεολογίες και πολιτισμικές συμπεριφορές της ελληνικής κοινωνίας στις αρχές του 21ου αιώνα. Φοβάμαι όμως ότι οι μεταγενέστεροι θα ντρέπονται για όσα ακούγονται τώρα. Θαρρείς μάλιστα πως η ελληνική ιστορία έχει μπει σ΄ ένα shaker, όπου όροι, φράσεις, ιδέες, γεγονότα, ξεκομμένα από τα συμφραζόμενά τους, χτυπιούνται παράγοντας έναν αφρό από πομφόλυγες που ξεχειλίζει και κατακλύζει τα πάντα και κυρίως τις συνειδήσεις.

Ας δούμε τα πράγματα ψύχραιμα και με απόσταση. Η μετανάστευση είναι ένα φαινόμενο ισόχρονο της Ιστορίας. Η θέση και η φυσιογνωμία λαών, γλωσσικών ομάδων και πολιτισμών, από τα προϊστορικά χρόνια έως σήμερα, καθορίστηκε από αλλεπάλληλα μεταναστευτικά ρεύματα, μείξεις και αλληλεπιδράσεις γλωσσών και τρόπων βίου. Μόνο σε απομονωμένες ορεινές κοιλάδες και σε απόμακρα νησιά έβρισκε κανείς, ως πριν από λίγα χρόνια, πληθυσμιακές ομάδες απρόσβλητες από πληθυσμιακές μεταναστεύσεις. Τώρα πουθενά. Βέβαια, κάθε μεταναστευτικό κύμα έχει τη δική του φυσιογνωμία, θέτει τα δικά του προβλήματα και ζητάει καινούργιες απαντήσεις.

Αλλά θα πρέπει να έχουμε στον νου μας ότι τα προβλήματα αυτά δεν τα θέτουν μόνο οι νεοεισερχόμενοι, αλλά και οι κοινωνίες που τους υποδέχονται. Γιατί η λύση των προβλημάτων σημαίνει πως και τα δύο μέρη αλλάζουν. Προσαρμόζονται αμφότεροι προς νέες καταστάσεις. Η προσαρμογή αυτή, βραχυπροθέσμως βιώνεται ως απώλεια, αλλά μακροπροθέσμως ως δημιουργικότητα. Απώλεια και δημιουργικότητα αποτελούν εναλλακτικούς τρόπους που επηρεάζουν την ίδια στιγμή τις στάσεις και τις πολιτικές απέναντι στους μετανάστες. Ο λόγος της απώλειας, ως «απώλεια της ελληνικότητας» ή «νόθευση του προσώπου μας», ακούγεται κατά κόρον στην Ελλάδα. Ορισμένοι τη στηρίζουν και θεωρητικά. Η Ελλάδα δεν είναι σαν τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αυστραλία, μοιάζει περισσότερο με αποκλειστικές εθνικές ταυτότητες, όπως της Ιρλανδίας ή της Πολωνίας. Αρα, οι νέες προσαρμογές θα βιωθούν ως απώλεια. Η άποψη αυτή έχει ως υπόβαθρο την αντίληψη ότι η φυσιογνωμία ενός έθνους, η εθνική ταυτότητα σχηματίζεται άπαξ διά παντός. Μέγα λάθος. Οι ταυτότητες των ανθρώπων ζουν, παράγονται και αλλάζουν μαζί τους. Κρατούν κάποια νήματα από το παρελθόν, αλλάζουν άλλα. Συνυφαίνουν νέα με παλαιά νήματα. Πολλοί από τους ήρωες του ΄21, αν μοιράζονταν το τραπέζι μας, θα μας φαίνονταν πιο ξένοι από τους πιο ξένους που κάθονται στα διπλανά τραπέζια σήμερα.

Λιγότερο γνωστή όμως είναι η άλλη πλευρά. Η προσαρμογή ως δημιουργικότητα. Οι πρώτοι που αντιμετώπισαν τη μετανάστευση στις πολιτισμικές της διαστάσεις ήταν οι εκπαιδευτικοί. Δάσκαλοι και καθηγητές, σε όλη τη χώρα, βρέθηκαν σε πολύγλωσσες τάξεις με μαθητές που προέρχονταν από ποικίλες πολιτισμικές παραδόσεις. Είχαν να κάνουν με παιδιά που είχαν αποτυπωμένα πάνω στο πρόσωπό τους τον φόβο από όσα άφησαν πίσω τους, από το πέρασμά τους στον τόπο μας, από τις αντιδράσεις- πολλές φορές ακραίες- των συμπολιτών μας. Η πλούσια εμπειρία των εκπαιδευτικών, ο τρόπος που προσπάθησαν να λύσουν δύσκολα προβλήματα, η γνώση από τα μέσα της υποκειμενικότητας των παιδιών του νέου πληθυσμού, αποτελεί αυτή καθεαυτή μια ιστορική παρακαταθήκη για την Ελλάδα. Πολύ λίγο την γνωρίζουμε, αλλά πρέπει να την μάθουμε και ταυτόχρονα να την κάνουμε κοινό κτήμα στον δημόσιο διάλογο γύρω από το μεταναστευτικό.

Ταυτόχρονα, εδώ και 20 χρόνια, από τότε που άρχισε το νέο μεταναστευτικό ρεύμα στην Ελλάδα, ομάδες κοινωνικών ανθρωπολόγων, νομικών, ιστορικών, κοινωνιολόγων, γλωσσολόγων, παιδαγωγών κ.ά. άρχισαν να μελετούν το φαινόμενο στις πολλές διαστάσεις του. Τι γνωρίζουμε για όλες αυτές τις μελέτες; Πώς πέρασαν τα πορίσματά τους στην ευρύτερη γνώση; Και όμως τις κοινωνικές επιστήμες μια κοινωνία τις καλλιεργεί για να έχει μια καλύτερη γνώση των προβλημάτων της και καλύτερες μεθόδους να τα επιλύσει.

Εάν η εθνική συνείδηση αναπλάθεται συνεχώς, τότε ό,τι λέμε και ό,τι κάνουμε έχει τη δική του συμβολή στον τρόπο που διαμορφώνεται. Επομένως η αντιμετώπιση ενός τόσο σπουδαίου φαινομένου όπως το μεταναστατευτικό, δεν ακυρώνει ούτε επικυρώνει την εθνική συνείδηση. Είναι αυτή η ίδια η αντιμετώπιση, ο τρόπος της, οι λύσεις που δίνει, που διαμορφώνει το «εμείς». Επομένως το τωρινό διακύβευμα δεν είναι αν θα χάσουμε ή αν θα διασώσουμε την εθνική ταυτότητα, αλλά τι είδους ταυτότητα θα έχουμε. Θα είμαστε ένας λαός ξενόφοβος, μισαλλόδοξος και με εσωτερικά αδιάβατα σύνορα ή μια κοινωνία δημοκρατική, δημιουργική και κινητική;

Το περιεχόμενο της εθνική ταυτότητας θα είναι η απώλεια ή η δημιουργική σύνθεση;

*Του Α. Λιάκου
Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Πηγή Το Βήμα
14.2.2010

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Υπάρχει νέα εθνική ταυτότητα;


Αν και η ανάγκη είναι πρόδηλη, στην Ελλάδα η συζήτηση για την ταυτότητα δεν άνοιξε ακόμη, όπως λ.χ. συνέβη στη Γαλλία. Ποια είναι η νέα ελληνική ταυτότητα; Πώς επηρεάζεται από τις ευρύτατες μεταβολές;


Πώς τη σφραγίζει η σημερινή παραγωγική γενιά και πώς θα την παραδώσει; Σε αυτά τα ερωτήματα τέσσερις προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών δίνουν τη δική τους απάντηση.

Εκείνο που επικράτησε ως ελληνική ταυτότητα από το 1960 και άντεξε ως τις μέρες μας δεν λειτουργεί πλέον με επάρκεια. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εurostat, σήμερα ζουν στη χώρα μας πάνω από ένα εκατομμύριο μετανάστες. Το σχέδιο νόμου που ετοιμάζει η κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα δώσει την ελληνική εθνικότητα σε περισσότερους από 250.000 μετανάστες, ενώ, το πιο σημαντικό, είναι ότι θα μετατρέψει το ευρωπαϊκού τύπου «δίκαιο του αίματος» σε αμερικανικού τύπου «δίκαιο του εδάφους», αφού τα παιδιά των μεταναστών που θα γεννιούνται στην Ελλάδα θα λαμβάνουν αυτόματα την ελληνική εθνικότητα. Το ζήτημα είναι τώρα πολύ πιο πολύπλοκο απ΄ ό,τι 20 ή 10 χρόνια πριν και λαμβάνει διαστάσεις πολυεθνικότητας που θυμίζουν περισσότερο τον 19ο παρά τον 20ό αιώνα, ενώ στις διαδικασίες ενσωμάτωσης ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος των θρησκειών.

Πέρα όμως από το μείζον θέμα της απόδοσης ελληνικής εθνικότητας σε μετανάστες, υπάρχουν και άλλες πολύ σημαντικές διαστάσεις της διαμόρφωσης της ελληνικής ταυτότητας. Λ.χ., κατά τον Στέλιο Ράμφο «η Ελλάδα είναι η πρώτη ανατολική χώρα στην ιστορία που επιχείρησε να γίνει δυτική» και το γεγονός αυτό, μαζί με βάρη των μετεμφυλιακών χρόνων, έχει δημιουργήσει τεράστιες «ψυχικές εκκρεμότητες» οι οποίες προκαλούν ακόμη στρεβλώσεις. Ταυτόχρονα, η αρχή της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα βρίσκει τη χώρα σε συνθήκες αβεβαιότητας που όμοιά της δεν έχει βιώσει εδώ και πολύ καιρό. Σταθερές με τις οποίες ο τόπος πορεύτηκε επί δεκαετίες έχουν ανατραπεί. Εν τω μεταξύ, στη σκέψη ή στην τέχνη πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να πει ότι γεννιούνται νέα ρεύματα και τάσεις που δείχνουν διεξόδους και κατευθύνσεις σε οτιδήποτε, ενώ νέα ιδεολογία δεν παράγεται.

Ωστόσο η συζήτηση για την ελληνική ταυτότητα υπήρξε από την πρώτη στιγμή κατ΄ εξοχήν πνευματική. Οι ρίζες της φτάνουν ως τον Ομηρο, ενώ στον Θουκυδίδη και στον Ισοκράτη παίρνει πλέον ξεκάθαρη μορφή:

Ελληνες είναι εκείνοι που μετέχουν στην ελληνική γλώσσα και Παιδεία και που οργανώνουν τις πόλεις τους με ελληνικούς θεσμούς.
  • Με τον Μέγα Αλέξανδρο, η ελληνικότητα γίνεται οικουμενική.
  • Στους βυζαντινούς χρόνους νέο κυρίαρχο στοιχείο της συζήτησης καθίσταται ο χριστιανισμός.
  •  Κατά την Επανάσταση του 1821 τη σφραγίζει ο νεοκλασικισμός του Αδαμάντιου Κοραή, ώσπου το 1835 ο Φαλμεράγερ αποφάσισε ότι οι νέοι Ελληνες... ουδεμία σχέση έχουν με τους αρχαίους.
  • Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος τον ανασκευάζει.
  • Στον 20ό αιώνα την επανακαθορίζει η Γενιά του ΄30.
  • Ο Μεταξάς γελοιοποιεί την ελληνικότητα, όπως αργότερα και ο Παπαδόπουλος- εν τω μεταξύ, είχε μεσολαβήσει ένας Εμφύλιος...
  • Τελικά, η δεκαετία του 1960 πετυχαίνει μια ιστορική συναίρεση: μέσα από το τραγούδι και το κοινωνικό πλάτος που αυτό προσφέρει και με πρωτοπόρο τον Μίκη Θεοδωράκη ο Επιτάφιος του Ρίτσου τραγουδιέται δίπλα δίπλα στο Αξιον Εστι του Ελύτη και στο Μυθιστόρημα του Σεφέρη από εκατομμύρια λαού και έτσι μια νέα πιο νέα συνθετική εκδοχή της ελληνικότητας, χωρίς να συζητείται πια τόσο πολύ, γίνεται ξαφνικά έννοια φυσική και αυτονόητη. Είναι ένα κίνημα που απλώνεται παντού: στην ποίηση, στη μουσική, στη λογοτεχνία, στη σκέψη, στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, στον κινηματογράφο...

Πηγή Το Βήμα
17.1.2010

ShareThis