Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστραλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστραλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Το Μουσείο Αναγνώρισης Προσφοράς των Ελλήνων στην Αυστραλία

 

Με ελληνικού χορούς τιμήθηκε στην Αυστραλία η η 75η επέτειος του «Roxy Theatre», ενός μεγαλοπρεπούς κινηματογράφου που κτίστηκε από Έλληνες και σήμερα έχει μετατραπεί σε Μουσείο Αναγνώρισης της Προσφοράς των Ελλήνων στην επαρχιακή Αυστραλία.

«Το 1936, τρεις Έλληνες από τα Κύθηρα, οι Πήτερ Φέρος, Εμμανουήλ Αρώνης και Γιώργος Ψάλτης, εμπνεύσθηκαν μια μεγάλη ιδέα να κτίσουν ένα μεγαλοπρεπή κινηματογράφο (αρτ ντεκό), το «Roxy Theatre» και ακόμη το «Roxy cafe» και το «Peters & Co Cafe», όπως είπε ο Γιώργος Πούλος, διαχειριστής του Κυθηραϊκού Ταμείου Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. «Οι τρεις αρχικοί ιδιοκτήτες υπερέβαλαν τους εαυτούς τους» εξήγησε.

«Αποφάσισαν να οικοδομήσουν ένα ξενώνα. Νόμιζαν ότι όταν οι αγρότες θα πήγαιναν στον κινηματογράφο, όλοι τους θα διέμεναν στον ξενώνα για να έχουν ένα πολυτελές Σαββατοκύριακο, φαγητό στο καφέ κλπ.», είπε ο Γ. Πούλος.

Και μπορεί να πτώχευσαν οι πρωτοπόροι Έλληνες αλλά έγραψαν ιστορία. 

«Η κληρονομιά όμως που άφησε πίσω του αυτό το εγχείρημα είναι κάτι σημαντικό σε πολλά επίπεδα. Τα ελληνικά καφενεία άλλαξαν τον ρου της πολιτιστικής ιστορίας της Αυστραλίας και άφησαν μια σημαντική κληρονομιά για την μαγειρική και το πολιτιστικό τοπίο», ανέφερε.

Οι Αρχές της Αυστραλίας, για να τιμήσουν αυτή την προσφορά των Ελλήνων αποφάσισαν να μετατρέψουν το «Roxy» σε μουσείο προς τιμήν τους. Το συγκρότημα «Roxy» αναπαλαιώθηκε πλήρως και εγκαινιάστηκε με κάθε επισημότητα.

Έπαινος στο βιβλίο «Η Ζωή εν Αυστραλία»

Εν τω μεταξύ, το Ίδρυμα Προστασίας της Εθνικής Κληρονομίας της Αυστραλίας (National Trust Heritage) τίμησε πρόσφατα την ελληνική παρουσία στην πέμπτη ήπειρο και την προσφορά της, στην ανάπτυξη και εξέλιξη της χώρας.

Δόθηκε ο κορυφαίος έπαινος στην επανέκδοση ενός ιστορικού βιβλίου που καταγράφει την παρουσία των Ελλήνων στην Αυστραλία, στις αρχές του περασμένου αιώνα.

Το βιβλίο «Η Ζωή εν Αυστραλία» κυκλοφόρησε το 1916 και είναι το πρώτο βιβλίο στην ελληνική γλώσσα που εκδόθηκε στην Αυστραλία. Επανεκδόθηκε πριν δυο χρόνια, αυτή τη φορά τόσο στην ελληνική (στην αυτούσια μορφή του) όσο και στην αγγλική γλώσσα.

Η πρωτοβουλία της επανέκδοσης άνηκε στους Άγγελο Νοταρά, Τζέϊμς Πρινέα και Γεώργιο Πούλο.

18.4.11

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Μια πατρίδα στο Ιντερνετ για τους Ελληνες της Αυστραλίας

Εκείνος στη μέση, οι συγγενείς τριγύρω, λίγες μαυροντυμένες γριές παραταγμένες στην αυλή. Ο φακός του φωτογράφου απαθανατίζει τις ώρες πριν το καράβι φύγει για την ξενιτιά. Κι έπειτα τον αποχαιρετισμό στο λιμάνι, το μακρύ ταξίδι για την Αυστραλία. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες που διηγούνται εύγλωττα την ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης.

Eνας ομογενής από το Σίδνεϊ, ο φιλόλογος κ. Βασίλης Βασιλάς, συγκέντρωσε εκατοντάδες χαρακτηριστικές πόζες αναζητώντας πόρτα πόρτα τους Ελληνες που έφυγαν από τη Μυτιλήνη ?τον ιδιαίτερο τόπο καταγωγής του? με προορισμό τη μακρινή ήπειρο. Παιδί μίας Ελληνίδας που έφτασε στην Αυστραλία ως «νύφη» και ενός ελληνόπουλου που μετανάστευσε σε ηλικία 15 ετών, ο ίδιος έχει εντοπίσει μέχρι σήμερα σχεδόν 800 συμπατριώτες του, ενώ συνεχίζει την προσπάθειά του επεκτείνοντας την αναζήτηση πέρα από το Σίδνεϊ, στα όρια του οποίου είχε κινηθεί μέχρι σήμερα.
Μια πατρίδα στο Ιντερνετ για τους Ελληνες της Αυστραλίας
Στο εγχείρημά αυτό τον βοηθά η ιστοσελίδα www.syndesmos.net στην οποία καταγράφει τους Μυτιληνιούς μετανάστες της Αυστραλίας ανά χωριό, αναρτά παλιές φωτογραφίες τους και δημοσιεύει τις προσωπικές ιστορίες που του εμπιστεύονται.
Ο αποχαιρετισμός στο χωριό, το πλοίο στον Πειραιά, το ταξίδι έως την Αυστραλία που συνιστούσε μια ανυπέρβλητη εμπειρία ζωής, μέχρι το συναπάντημα με τους συμπατριώτες στα ξένα, την εύρεση δουλειάς και τη δημιουργία οικογένειας πλήρως ενταγμένης στα νέα δεδομένα, ο κύκλος της μετανάστευσης ιδωμένος από φωτογραφίες και προσωπικές μαρτυρίες περιλαμβάνονται στη συλλογή του.
Τα ντοκουμέντα που έχει συλλέξει ο κ. Βασιλάς αποτέλεσαν υλικό για το βιβλίο του «Ταξίδια Αβεβαιότητας και Ελπίδας» το οποίο εκδόθηκε πριν από λίγο καιρό, ενώ έκθεση φωτογραφίας με το υλικό που συγκέντρωσε πραγματοποιήθηκε στη Γιορτή του Ούζου που διοργάνωσε η Παλλεσβιακή Ενωση Μελβούρνης στο Μπεϊζγουότερ.
Καταγραφή
Η καταγραφή γίνεται πόρτα πόρτα, σύσταση με σύσταση και μετρά ήδη πέντε χρόνια προσπάθειας. «Ηθελα πάντα να κάνω κάτι για την πατρίδα», λέει ο κ. Βασιλάς. «Κάποια στιγμή, λοιπόν, έπεσε στα χέρια μου μία στερεότυπη φωτογραφία της μετανάστευσης. Ανήκε σε έναν Μυτιληνιό που την είχε φέρει από την πατρίδα: στο κέντρο έστεκε αυτός που θα έφευγε στην ξενιτιά, οι συγγενείς τριγύρω, η αγωνία για το ταξίδι στη μακρινή Αυστραλία ήταν έκδηλη. Κάτι μου έκανε κλικ. Ετσι ξεκίνησα τη συλλογή του υλικού», εξηγεί.
«Λίγο αργότερα έστησα την ιστοσελίδα μέσα από την οποία η προσπάθειά μου απέκτησε φήμη στους ομογενειακούς κύκλους. Το 2009 ο πρόεδρος των Μυτιληνιών, της αδελφότητας στο Σίδνεϊ, μου ζήτησε να στήσουμε με τις φωτογραφίες αυτές μία έκθεση για το ?ταξίδι του Μυτιληνιού μετανάστη στην Αυστραλία? και το κάναμε».
Η ιστοσελίδα γνώρισε μεγάλη ανταπόκριση με αποτέλεσμα τον περασμένο Φεβρουάριο να φτάσει τις 8.800 επισκέψεις.
Συχνά ο κ. Βασιλάς γίνεται δέκτης ομογενών οι οποίοι, ενημερωμένοι για την προσπάθειά του, τον τροφοδοτούν με πληροφορίες για τους Μυτιληνιούς γονείς ή παππούδες τους που έφτασαν στην Αυστραλία στις αρχές ή στα μέσα του αιώνα και καταγράφουν στο site τις οικογενειακές τους εμπειρίες.
«Προσπαθώ να μαζέψω όσους ζουν ή τις ιστορίες τους από τους απογόνους γιατί η μεταπολεμική γενιά χάνεται, σβήνει», λέει. Και τα όνειρα συνεχίζονται. «Σκοπεύω να γράψω ένα δεύτερο βιβλίο με θέμα τι άφησαν πίσω τους οι μετανάστες από τη Λέσβο και ένα ακόμη για το τι βρήκαν στον νέο τόπο που τους περίμενε...».

Μαρτυρία
«Μόνος στη μακρινή ήπειρο χωρίς λεφτά και συγγενείς»
«Oταν έφτασα στη Μελβούρνη, δεν ήξερα τι να κάνω. Χωρίς αγγλικά, χωρίς συγγενείς να με περιμένουν. Δύο άντρες από το Ιμιγκρέσιον με πλησίασαν και με οδήγησαν στον σταθμό για να πάρω το τρένο για το Σίδνεϊ», διαβάζει κανείς μεταξύ άλλων στο βιβλίο του κ. Βασιλά. Είναι απόσπασμα της προσωπικής ιστορίας που διηγείται ένας ηλικιωμένος σήμερα Μυτιληνιός μετανάστης, ο Γιώργος Αμπελακιώτης. «Ετσι όπως ήταν νωρίς ακόμη, με πήραν μαζί τους σ' ένα φαστφουντάδικο. Ο ιδιοκτήτης ήταν Ελληνας και με ρώτησε αν πεινούσα. Δεν είχα λεφτά επάνω μου και απάντησα ''όχι''. ''Δεν υπάρχει ντροπή εδώ'', μου είπε, προσφέροντάς μου ένα πιάτο ζεστό φαγητό. Εβγαλα τότε ένα μπουκάλι ούζο που είχα για να δώσω σε κάποιον στο Σίδνεϊ και του το πρόσφερα αντί πληρωμής. Συγκινήθηκε τότε τόσο πολύ που με ρώτησε αν ήθελα να μείνω εκεί. Δεν είχε παιδιά και ήταν διατεθειμένος να με υιοθετήσει...». 

Μ. Μανούσος
Ο Ελληνας που τον ήξεραν όλοι στην Αυστραλία
Ο παλαιότερος μετανάστης από τη Μυτιλήνη και ένας από του πρώτους Eλληνες απόδημους ήταν ο Μιχάλης Μανούσος. Γεννημένος το 1826 έμεινε στην ιστορία για το επιχειρηματικό του δαιμόνιο και την ευστροφία του. Eφτασε στην Αυστραλία το 1853 μαζί με περίπου 200 Eλληνες, που είχαν παρακινηθεί από την ανακάλυψη κοιτασμάτων χρυσού στη Νέα Νότια Ουαλία. Η ζωή του βρέθηκε στο επίκεντρο αρκετών εκθέσεων για την ελληνική μετανάστευση, ενώ του έχει αποδοθεί ο χαρακτηρισμός του πρωτοπόρου μετανάστη.
Μετά 15 χρόνια παραμονής στο Σίδνεϊ ο Μιχάλης Μανούσος είχε αποκτήσει 10 παιδιά, πολλά εκ των οποίων έφεραν αρχαιοελληνικά ονόματα όπως Θεμιστοκλής, Αριστοτέλης, Αχιλλέας, Ομηρος, Περικλής αλλά δεν έμαθαν ποτέ να μιλούν Ελληνικά.

Ελληνικό ξενοδοχείο
Επίσης είχε, ήδη, γίνει ο τρίτος Ελληνας στην ιστορία με αυστραλιανή υπηκοότητα και διέθετε έκταση 80 στεμμάτων στη Eurobodalla, όπου έχτισε το πρώτο ελληνικό ξενοδοχείο στην Αυστραλία.
Λίγο αργότερα έβγαλε άδεια για τη λειτουργία της πρώτης παμπ στη χώρα. Επειτα από πολλές περιπέτειες και περιπλανήσεις κι ενώ το όνομά του είχε αποκτήσει φήμη στην Αυστραλία εγκαταστάθηκε στην περιοχή Mendooran, όπου δόθηκε το όνομά του και σε μια γέφυρα της περιοχής.
Σύμφωνα με τις ιστορίες που διασώζονται, ο Μιχάλης Μανούσος ήταν ένας παθιασμένος παίκτης του σκάκι, ο οποίος ήταν πρόθυμος να προσκαλέσει για μια παρτίδα οποιονδήποτε περαστικό, ήταν ένα ανήσυχο πνεύμα κι ένας επίμονος άνθρωπος...

Της Κατερίνας Ροββα
Πηγή Το Εθνος
2.4.2011

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

"Σήκω και χόρεψε συρτάκι, Αυστραλία!"

«Το πρώτο μάθημα χορού το έκανα δίπλα στη μητέρα μου, στην πίσω αυλή του σπιτιού μας στο Σίδνεϊ, όταν ήμουν πέντε ετών» θυμάται η κυρία Βεντούρη. Τόσος ήταν ο ενθουσιασμός της, ώστε μέσα σε ελάχιστο χρόνο η μικρή Σοφία μπορούσε πλέον να χορεύει με άνεση καλαματιανό, σούστα και τσάμικο. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό... Επτά χρόνια αργότερα και ύστερα από ατελείωτα παρακάλια και κλάματα, οι γονείς της αποφάσισαν να ενδώσουν στην επιθυμία της Σοφίας να πάει σε σχολή χορού. «Αφοσιώθηκα με μανία:πήγαινα στα μαθήματα, παράγγελνα βιβλία από την Ελλάδα, έβλεπα βίντεο και προσπαθούσα να κλέψω από τους δασκάλους τα βήματα και τα ακούσματα» διηγείται. «Ονειρευόμουν να γίνω λαογράφος και να έλθω στην Ελλάδα για να σπουδάσω και να γίνω χορεύτρια παραδοσιακών χορών» σχολιάζει. Το όνειρό της ωστόσο δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί, εξαιτίας της κατηγορηματικής άρνησης των γονιών της. «Δε γίνονται πάντα τα όνειρα πραγματικότητα- τι να κάνουμε;» σχολιάζει χαμογελώντας.

Αφού δεν μπορούσε να πάει η ίδια στην Ελλάδα, αποφάσισε να φέρει... την Ελλάδα στην Αυστραλία! «Ιδρυσα τη σχολή και μέσα από σκληρή δουλειά κατάφερα σιγά-σιγά να σχηματίσω μια φήμη ανάμεσα όχι μόνο στους Ελληνες αλλά και στους ντόπιους του Σίδνεϊ. Μέσα από βιβλία και εγκυκλοπαίδειες άρχισα να μελετάω τις παραδοσιακές ελληνικές στολές και σύντομα κατόρθωσα να ράβω μόνη μου πιστά αντίγραφα αυθεντικών στολών».

Χορευτικές παραστάσεις, συμμετοχή σε φεστιβάλ, σχεδιασμός παραδοσιακών στολών, εξοντωτικές πρόβες και ατέλειωτες ώρες διδασκαλίας. Η καθημερινότητα της κυρίας Σοφίας Βεντούρη μοιάζει σε όλα με το πρόγραμμα μιας πολυάσχολης δασκάλας παραδοσιακών χορών. Εκτός από ένα στοιχείο: η σχολή της δεν βρίσκεται σε ένα νεοκλασικό του αθηναϊκού κέντρου αλλά στο... Σίδνεϊ της Αυστραλίας! Οι δε μαθητές της (που αγγίζουν τους 200, με τους μικρότερους να είναι ηλικίας τριών ετών) δεν είναι όλοι Ελληνες. Μα από την άλλη- παραφράζοντας το γνωστό ρητό που αποδίδεται στον Ισοκράτη- δεν είναι Ελληνες όλοι όσοι μετέχουν της ελληνικής... παράδοσης;

Μεγαλώνοντας στο Σίδνεϊ τη δεκαετία του 1970, η Σοφία Βεντούρη, κόρη ελλήνων μεταναστών που έφτασαν στην Αυστραλία αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, ένιωθε συχνά «χωρίς ταυτότητα», σαν να ήταν ξένη παντού. «Για τους Αυστραλούς ήμασταν οι “μετανάστες”, οι ανεπιθύμητοι. Για τους Ελληνες ήμασταν οι “ξένοι”, γιατί δεν ζούσαμε στην Ελλάδα. Ηταν σαν να μην ανήκαμε πουθενά» σχολιάζει με νόημα. Για να γνωρίσει την Ελλάδα, κατέφυγε σε όλα εκείνα τα στοιχεία που μιλούν στην «καρδιά» του Ελληνα: «Στις ιστορίες των γονιών μου, στη μυθολογία, στις παραδόσεις και φυσικά στον χορό!» αναφέρει.

Για την κυρία Βεντούρη οι παραδοσιακοί χοροί είναι ένα μέσο για να προσεγγίσει κανείς την Ελλάδα και τον πλούτο του πολιτισμού της. «Μέσα από τη διδασκαλία προσπαθώ να μυήσω τα παιδιά αλλά και τους ενηλίκους στην ελληνική παράδοση και να αγγίξω όχι τη λογική, αλλά την ψυχή τους» σχολιάζει η κυρία Βεντούρη. Οι μαθητές της καλύπτουν όχι μόνο το φάσμα όλων των ηλικιών, αλλά και των εθνικοτήτων! «Οι περισσότεροι είναι ελληνικής καταγωγής, αλλά πολλοί τυχαίνει να έχουν έναν γονιό Ελληνα και έναν ντόπιο. Αρκετοί δεν μιλούν καν ελληνικά, και γι΄ αυτό έχω εκδώσει ένα ειδικό βιβλίο που εξηγεί την ιστορία του κάθε χορού, τις περιοχές όπου χορεύεται και τη στολή που του αντιστοιχεί, ώστε να προετοιμάζονται πριν από το μάθημα» σχολιάζει.

Αρκετοί μαθητές, άλλωστε, είναι Αυστραλοί που πραγματοποιούν την πρώτη επαφή τους με την Ελλάδα μέσα από το συρτάκι και τον καλαματιανό! «Ερχονται συχνά νέοι μαθητές που θέλουν να μάθουν να χορεύουν γιατί θα παρευρεθούν σε έναν ελληνικό γάμο ή γιατί έχουν δει τον... “Ζορμπά”. Αυτούς προσπαθούμε να τους κερδίσουμε, να τους κάνουμε να αγαπήσουν τους χορούς μας,γιατί έτσι στην ουσία... “διαφημίζουμε” την ύπαρξή μας» τονίζει η κυρία Βεντούρη.

Και όλα αυτά είναι μόνο η αρχή, διότι στην προώθηση της ελληνικής κουλτούρας δεν υπάρχουν όρια. «Εχω ακόμη πολλά σχέδια, που αγγίζουν όχι μόνο τον παραδοσιακό χορό, αλλά και το χορόδραμα και το έντεχνο τραγούδι. Η Ελλάδα έχει πολλά να δώσει και το όνειρο της ζωής μου είναι να κατορθώσω να προβάλω τον πολιτισμό μας συνολικά, με τρόπο που θα μιλήσει ευθέως στο συναίσθημα και στη φαντασία των ξένων λαών» καταλήγει.


Για να μυήσει τους Αυστραλούς στο ελληνικό κέφι, η κυρία Βεντούρη είχε την πρωτότυπη ιδέα να δημιουργήσει χορευτικές ομάδες που πραγματοποιούν εμφανίσεις σε πάρτι και σε άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις του Σίδνεϊ. «Μας καλούν σε πάρτι, σε γενέθλια, σε γάμους, ακόμη και σε ιδιότυπες “ελληνικές βραδιές” που διοργανώνουν για να πάρουν ζωντανά μια γεύση από την ελληνική διασκέδαση» σχολιάζει η κυρία Βεντούρη, προσθέτοντας ότι έχει ήδη διαμορφωμένα προγράμματα ανάλογα με την περίσταση, τα οποία περιέχουν «λίγο απ΄ όλα», τόσο από τα δημοφιλή (συρτάκι, χασαποσέρβικο και ζεϊμπέκικο) όσο και από τα πιο παραδοσιακά, όπως ο τσάμικος και η καραγκούνα. Μάλιστα, το ελληνικό κέφι είναι μάλλον κολλητικό, διότι εν τέλει όλοι καταλήγουν να ρίξουν μερικές... γυροβολιές.

Πηγή Το Βήμα
31.3.2010

ShareThis