Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηθοποιοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηθοποιοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Η νέα αστική ηθική στο σαλόνι του Δαλιανίδη

Στη δεκαετία του ’50 οι ήρωες ζουν στους δρόμους. Εκεί υπάρχει το όνειρο αλλά και η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Ο εκσυγχρονισμός έρχεται μαζί με τη «Θεία από το Σικάγο» (1957) του Αλέκου Σακελλάριου και της Φίνος Φιλμ – στη φωτογραφία, ο Ορέστης Μακρής και η Γεωργία Βασιλειάδου
Το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, η προκυμαία της Θεσσαλονίκης, οι λαϊκές γειτονιές της Πλάκας με τα Αναφιώτικα, τα νεοκλασικά αθηναϊκά σπίτια, το λιμάνι του Πειραιά, η Καστέλα, το Μοναστηράκι, η Κηφισιά, οι προσφυγικοί συνεταιρισμοί, οι υπαίθριες αγορές, οι χωματόδρομοι, οι αυλές των σπιτιών, τα προσφυγικά αλλά και τα εξοχικά προάστια των μεγαλοαστών, η οδός Συγγρού και η λεωφόρος Ποσειδώνος, οι πολυκατοικίες, οι περιοχές της σύγχρονης πόλης, τα πάρκα, τα νεόδμητα αστικά διαμερίσματα, το Κολωνάκι, οι πολυτελείς επαύλεις, τα περίφημα λίβινγκ ρουμ, τα μοντέρνα έπιπλα (το δανέζικο σαλονάκι), η εξηλεκτρισμένη κουζίνα, οι πίνακες τέχνης στους τοίχους, οι ιβουάρ κουρτίνες... Μια ολόκληρη αφήγηση της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας μέσα από τις αλλαγές των χώρων και των τόπων, όπως καταγράφηκαν στον ελληνικό δημοφιλή κινηματογράφο των ετών 1950-1970 προσφέρει η Αγγελική Μυλωνάκη στο βιβλίο της Από τις αυλές στα σαλόνια.
 
H συγγραφέας έχει ασχοληθεί ειδικότερα με αυτή την 20ετία, καθώς έχει εκδώσει και τη μελέτη Δουλειές με φούντες: η ιστορία της επιχειρηματικότητας μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο '50-'70. Στη νέα της μελέτη παρακολουθεί το πώς εμφανίζεται ο δημόσιος, ο ημι-δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στην Ελλάδα ταυτόχρονα με την εξέλιξη της κοινωνίας. Οχι όμως την πραγματική της εξέλιξη αλλά αυτή που υπάρχει στο φαντασιακό των κατοίκων της. 
 
Οι ταινίες, όπως συμπεραίνει από την έρευνά της, δεν πραγματοποιούν μια εικονική γνωριμία των θεατών με την πόλη, αλλά οικοδομούν τη μυθολογία της. Μια μυθολογία που διακατέχει τους μη αστικούς πληθυσμούς και καθοδηγεί τους άρτι εξαστισμένους εσωτερικούς μετανάστες στο σύγχρονο αστικό κέντρο. Ο ελληνικός κινηματογράφος, δηλαδή, παίζει έναν κοινωνικοποιητικό ρόλο στην εξεταζόμενη εικοσαετία. 
 
Η ροπή προς την αστικοποίηση αναδεικνύεται από τις πρώτες ταινίες: αν εξαιρέσει κανείς μερικές «φουστανέλες», δηλαδή της υπαίθρου, οι περισσότερες ταινίες από το '50 και μετά διαδραματίζονται στην πόλη και μάλιστα στην ανοιχτή πόλη. Η πλακιώτικη γειτονιά στον «Μεθύστακα» ή το Δουργούτι στη «Μαγική πόλη» του Κούνδουρου είναι οι χώροι όπου οι φτωχοί άνθρωποι εργάζονται, παλεύουν, κάνουν όνειρα. Ολα γίνονται στους δρόμους. 
 
Σε αυτές τις ταινίες βλέπουμε συχνά τον Λυκαβηττό, τον Εθνικό Κήπο, το Ζάππειο, την Ακρόπολη, την Ομόνοια, το Σύνταγμα και τους γύρω δρόμους. Κυριαρχούν το ρομαντικό στοιχείο, η συλλογικότητα των λαϊκών συνοικιών, η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Πολύ κοντά στον νεορεαλισμό, ο Κούνδουρος και ο Κακογιάννης κάνουν στις ταινίες τους τα πρώτα κοινωνικά σχόλια. Ξεπερνούν την ηθογραφία και καταγράφουν με κριτική ματιά τις πρώτες εμφανίσεις του δυϊσμού που επέρχεται μεταξύ παράδοσης και νεωτερισμού. Θυμηθείτε μόνο το μπιλιαρδάδικο Magic City στη «Μαγική πόλη» - σε αντίθεση με τον μαχαλά όπου μένουν οι πρωταγωνιστές.
 
Στο μεταίχμιο λίγο πριν από τη δεκαετία του '60 ο νεωτερισμός της πόλης εμφανίζεται πιο δυναμικά στον κινηματογράφο. Η πόλη σηματοδοτείται πλέον από στοιχεία-σύμβολα αυτού του νεωτερισμού: φανάρια, διαβάσεις πεζών, βιτρίνες εμπορικών καταστημάτων, θέση τροχονόμου, στάσεις λεωφορείων κ.λπ. Η γειτονιά αρχίζει σιγά-σιγά να εξαφανίζεται: παραμένει ως χώρος αλλά όχι ως κοινωνικός σύνδεσμος ανάμεσα στα μέλη της. 
 
Τώρα τον ρόλο της κοινωνικής αλληλεγγύης που συντηρούσε η γειτονιά τον αναλαμβάνει η οικογένεια: τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, την εμφύσηση αξιών και προτύπων συμπεριφοράς. Ηδη αρχίζει να εμφανίζεται η πολυκατοικία, που συμβολοποιείται στην αναπαράσταση του μικροαστικού διαμερίσματος. Το νέο όραμα για τα εξαστικοποιημένα τμήματα της Αθήνας ανατέλλει με τη βοήθεια της αντιπαροχής. Ετσι, στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Στουρνάρα 288» μεταβαίνουμε από την οριζόντια διαστρωμάτωση στην κάθετη, όπως αυτή εμφανίζεται στις εικόνες των διαμερισμάτων.

Νέα αστικά ήθη
Η δεκαετία του '60-'70 αναδεικνύει ένα άλλο πρόσωπο, τόσο στο ελληνικό όσο και στο ευρωπαϊκό σινεμά. Τη φιλόξενη και γραφική πόλη της δεκαετίας του '50 διαδέχεται το άξενο και αποσπασματικό τοπίο της νέας πλήρως αστικοποιημένης πόλης. Οι ελληνικές ταινίες υπηρετούν μια νέα αστική ηθική, όπου όλα γίνονται πια για την ατομική ευημερία. Οι ταινίες δείχνουν το νέο κέντρο της πόλης, που συγκεντρώνει διοικητικές και εμπορικές λειτουργίες, τις νέες δομές που συντείνουν στον επερχόμενο εκσυγχρονισμό. 
 
Μια ξεχωριστή περίπτωση που δεν υπακούει στον προηγούμενο κανόνα είναι τα ελληνικά μιούζικαλ. Οι ανύπαρκτοι και εμφανώς κατασκευασμένοι χώροι του μιούζικαλ αντιμετωπίζουν την πόλη ως τουριστικό αξιοθέατο και προβάλλουν το θέαμα ως ιδεολογία, συμβάλλοντας στη διάδοση στερεότυπων τουριστικών εικόνων σε μια εποχή που ο τουρισμός στη χώρα μας γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη. 
 
Οι ταινίες της δεκαετίας του '60 αλλάζουν την αφήγηση του χώρου. Στην πλειονότητά τους έχουν ως κύριο χώρο το διαμέρισμα. Εκεί διαμορφώνονται οι σχέσεις, οι συγκρούσεις και η κατάληξη της όποιας ιστορίας.
 
Το αστικό διαμέρισμα συνδέει την έννοια της οικίας με την προβολή ανερχόμενων αξιών της εποχής: καταναλωτισμός, ατομισμός, δυτικά πρότυπα συμπεριφοράς, ντυσίματος, μουσικής, συνηθειών. Ποιος δεν θυμάται τη μόνιμη προσφορά προς τον επισκέπτη σε τέτοιου είδους κατοικίες: «Να σας βάλω ένα ουισκάκι;». Η κατοικία αποτελεί πια μια δήλωση για την προσωπική ταυτότητα του ενοίκου της, αλλά και τον καθρέφτη που αντανακλά τις κοινωνικές αξίες τις οποίες ενστερνίζεται.
Οπως τονίζει η συγγραφέας, όμως, η κατοικία αυτή όπως παρουσιάζεται είναι εξιδανικευμένη: είναι το μικροαστικό όνειρο, είναι το σπίτι που διαφημίζεται ως «παλατάκι λουξ με όλα τα κομφόρ». Η Ελένη Βλάχου το αποκαλεί «Σαλόνι-τέρας… Το σαλόνι με τις "μαρκετερί", με τα ισχνά τραπεζάκια και τα πελώρια βάζα, το σαλόνι το δήθεν πλούσιο, το δήθεν φτασμένο της πλούσιας νύφης, του πλούσιου γαμπρού, που καθρεπτίζει πιο χαρακτηριστικά από οτιδήποτε άλλο την κυριαρχία της σύγχρονης αγουστιάς».
 
Μέσα σε αυτό το μοντέρνο σπίτι η γυναίκα χειραφετείται, γίνεται επιχειρηματίας, διεκδικεί δικαιώματα έναντι των ανδρών. Το παραδοσιακό μοντέλο της γυναίκας-νοικοκυράς εκσυγχρονίζεται καθώς η παρουσία της στον ιδιωτικό χώρο του διαμερίσματος συνδέεται με την κατανάλωση και τα μοντέρνα έπιπλα και εξαρτήματα. Ολα αυτά επιφανειακά, καθώς το πατριαρχικό πρότυπο εξακολουθεί να κυριαρχεί και είναι αυτό που στο τέλος σφραγίζει την εξέλιξη. 
 
Αν είναι κάτι που μας δείχνει με πλήρη ευκρίνεια η μελέτη της Α. Μυλωνάκη είναι ότι οι ελληνικές ταινίες κατάφεραν να αποτυπώσουν τις πολιτιστικές και κοινωνικές μεταβολές της σύγχρονης κοινωνίας και ταυτόχρονα να συνδιαμορφώσουν ως πολιτιστικό μέσο τις αλλαγές αυτές. Ο ελληνικός δημοφιλής κινηματογράφος καταρτίζει μια νέα γλώσσα, τη γλώσσα των εικόνων, αποσπά την προσοχή του κοινού από την προφορικότητα ή ακόμη και τη γραπτή παράδοση και τον εισάγει στον κόσμο και στην αισθητική των εικόνων. 
 
Είναι το πρώτο ΜΜΕ που αναλαμβάνει με τρόπο συστηματικό και μαζικοποιημένο τη μύηση του λαϊκού κοινού στο ιδιωτικό σύμπαν της κατοικίας. Είναι ένας τρόπος να εισαχθεί ο θεατής σε έναν νέο κόσμο κατανάλωσης υλικών και άυλων αξιών που συμπεριλαμβάνονται στην αστική ζωή στο διαμέρισμα. Θα ακολουθήσει η τηλεόραση, η οποία και θα επεκτείνει την προβληματική και τις εμπειρίες του εμπορικού ελληνικού κινηματόγραφου.

Του Γιάννη Μπασκόζου
Πηγή Το Βήμα
26.2.2012

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Εκδήλωση - Αφιέρωμα στη μνήμη του Γιώργου Φούντα

ΕΚΔΗΛΩΣΗ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ στη μνήμη του Γιώργου Φούντα, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου από το θάνατό του, οργανώνει στις 29/11 (7. 30 μ.μ., είσοδος ελεύθερη) το Ιδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» (Πειραιώς 206, Ταύρος).

Συνδιοργανωτές του αφιερώματος είναι η Τζέλλα Φούντα και ο Θύμιος Φούντας.

Πηγή Ριζοσπάστης
25.11.2011

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Πέθανε η Ελίζαμπεθ Τέϊλορ

Πέθανε σήμερα η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, «η τελευταία μεγάλη σταρ του Χόλιγουντ», όπως ήταν γνωστή, σε ηλικία 79 ετών.

Η διάσημη ηθοποιός είχε εισαχθεί πριν έξι εβδομάδες στο Ιατρικό Κέντρο Σίνταρς-Σινάι του Λος Άντζελες, με έντονα καρδιολογικά συμπτώματα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του εκπροσώπου της, η ηθοποιός είχε χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια.

Το τελευταίο διάστημα παρουσίασε επιπλοκές και η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα να χρειαστεί νοσηλεία.

«Η κατάστασή της είχε σταθεροποιηθεί και ελπίζαμε πως θα επιστρέψει σπίτι της, όμως δυστυχώς, αυτό δεν συνέβη», αναφέρεται στην ανακοίνωση.

Η Τέιλορ είχε βραβευθεί δύο φορές με Όσκαρ για τις ερμηνείες της στις ταινίες «Ζήσαμε στην αμαρτία» (Butterfield 8) το 1961 και «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» το 1967. Είχε προταθεί άλλες τρεις φορές, ανάμεσά τους για τις ταινίες «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» και «Λυσσασμένη Γάτα».

Το 1993, βραβεύθηκε με ένα σπέσιαλ Όσκαρ για την ανθρωπιστική της δράση στην έρευνα για το AIDS.

Είχε παντρευτεί επτά άνδρες, ενώ από τους πιο διάσημους γάμους της ήταν εκείνος με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, τον οποίο είχε παντρευτεί δύο φορές. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στα γυρίσματα της ταινίας «Κλεοπάτρα» το 1963.

Η Τέιλορ γεννήθηκε στο Χάμπσεντ της Βρετανίας από Αμερικανούς γονείς και από πολύ μικρή ηλικία ξεκίνησε την καριέρα της στον κινηματογράφο.

Η πρώτη της εμφάνιση στο σινεμά ήταν το 1943 με την ταινία «Σιωπηλός κατήγορος». Στη διάρκεια της καριέρας της εμφανίστηκε σε περισσότερες από 50 ταινίες.

Πηγή TA NEA
23.3.2011






Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

«Τελευταίο τανγκό» για τη Μαρία Σνάιντερ

Η ηθοποιός που µοιράστηκε µε τον Μάρλον Μπράντο µια από τις πιο πολυσυζητηµένες ερωτικές σκηνές στην ιστορία του σινεµά, πέθανε στα 58 της χρόνια
Τη θυµόµαστε κυρίως ως νεαρή συµπρωταγωνίστρια του Μάρλον Μπράντο στο θρυλικό «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι». Και δικαίως, αφού το έργο αυτό καταγράφηκε στην ιστορία του κινηµατογράφου ως ακραία αισθησιακό και τολµηρό, έργο που άλλαξε την τέχνη του ερωτικού κινηµατογράφου.

Η Μαρία Σνάιντερ πέθανε χθες σε ηλικία µόλις 58 ετών – η οικογένειά της ανακοίνωσε ότι έπασχε από χρόνια ασθένεια. Γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1952 στο Παρίσι και έκανε τα πρώτα της κινηµατογραφικά βήµατα στα 17 της. Ο Αλέν Ντελόν ήταν εκείνος που της έδωσε µια πρώτη καλή ευκαιρία το 1970 στο «Madly» και λίγο µετά, το 1972, την επέλεξε ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι να πρωταγωνιστήσει στο πλευρό του ηθοποιού-θρύλου Μάρλον Μπράντο, στο πολυσυζητηµένο «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι», που έµελλε να την καθορίσει. Ταινία που είχε δύο υποψηφιότητες για Οσκαρ (Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Α΄ Ανδρικού Ρόλου).

Ο Μπράντο είναι εκεί ένας 45άρης Αµερικανός που ζει στο Παρίσι, προσπαθώντας να ξεπεράσει τις εφιαλτικές µνήµες της αυτοκτονίας της γυναίκας του. Εκείνη (η Μαρία Σνάιντερ) είναι µια 20χρονη κοπελίτσα, αρραβωνιασµένη µε νεαρό σκηνοθέτη. Ταλαιπωρηµένοι και οι δύο από τους δαίµονές τους, συναντιούνται τυχαία και καταλήγουν σε ένα άδειο διαµέρισµα όπου αφήνονται στις πιο ακραίες (για την εποχή) σεξουαλικές τους φαντασιώσεις.

Οµως η ατάκα «Go get the butter» του Μπράντο προς τη Σνάιντερ στοίχισε στον Μπερτολούτσι πεντάχρονη στέρηση των πολιτικών του δικαιωµάτων και χάραξε τη ζωή της 20χρονης ηθοποιού. Μπορεί όλες οι έφηβες εκείνης της δεκαετίας να άλλαξαν την κουπ των µαλλιών τους, εκείνη όµως δεν κατάφερε να διαχειριστεί τον µύθο της. Παρόλο που γύρισε πολλές ταινίες µετά, καµία δεν µπόρεσε να της αφαιρέσει τη στάµπα της αισθησιακής σταρ. Για την περίφηµη σκηνή µε το βούτυρο είχε πει σε συνέντευξή της: «Ηταν ιδέα του Μπράντο και µου το είπαν πριν ξεκινήσουµε το γύρισµα. Στη διάρκεια της σκηνής, παρόλο που δεν συνέβαινε τίποτα στ’ αλήθεια, προσποιούµασταν, εγώ έκλαιγα. Ενιωθα σαν να µε είχαν βιάσει πραγµατικά. Ευτυχώς, ήταν µια κι έξω». Λόγω της ταινίας αυτής, δήλωσε ότι δεν θα ξαναέκανε ποτέ γυµνή σκηνή.

Επόµενη καλή στιγµή της είναι το «Επάγγελµα: Ρεπόρτερ» (1975) του Μικελάντζελο Αντονιόνι, δίπλα στον Τζακ Νίκολσον. Από εκεί και πέρα µάλλον απέφευγε µεγάλες παραγωγές και τα φώτα της δηµοσιότητας. Αλλωστε όλη τη δεκαετία του ‘70 ήταν µπλεγµένη σε σκάνδαλα, µε εθισµό στις ουσίες και µια απόπειρα αυτοκτονίας. Η κινηµατογραφική της πορεία περιορίστηκε σε χαµηλού προϋπολογισµού ευρωπαϊκές ταινίες όπως οι «Memoirs of a French Whore» (1979) και «Mamma Dracula» (1980).

Του Χάρη Ποντίδα
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
4.2.2011

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

Τελευταίο αντίο στη Τασώ Καββαδία

Η Τασσώ Καββαδία μαζί με τον σκηνοθέτη Χάρη Παπαδόπουλο
H πιο γλυκιά «κακιά» του ελληνικού κινηματογράφου, η Τασσώ Καββαδία, «έφυγε» πλήρης ημερών, το Σάββατο. Γεννήθηκε το 1921 στην Πάτρα και κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας την είδαμε να ενσαρκώνει τους ρόλους της ραδιούργας πεθεράς, της πικρόχολης νύφης, ακόμη και του δεσμοφύλακα. Εξαιτίας του αυστηρού παρουσιαστικού τους καθιερώθηκε σε μια συγκεκριμένη κατηγορία ρόλων στη μεγάλη οθόνη, όμως στο θέατρο κάλυψε σχεδόν όλη τη γκάμα του ρεπερτορίου, με εξαίρεση την αρχαία τραγωδία. 

Εξαιρετικά καλλιεργημένη, είχε να επιδείξει και ένα πλούσιο μεταφραστικό έργο. Σπούδασε πιάνο στην Αθήνα, ζωγραφική και διακόσμηση στο Παρίσι. Είχε την τύχη να θητεύσει δίπλα σε δύο σημαντικούς δασκάλους: από τον Γιάννη Τσαρούχη διδάχτηκε σκηνογραφία και ενδυματολογία ενώ στο πλευρό του Κουν έκανε τα πρώτα της βήματα στην υποκριτική. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο αλλά και σε εφημερίδες και περιοδικά στο πολιτιστικό ρεπορτάζ. Έπαιξε σε ελληνικές και ξένες παραστάσεις, σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες («Κυριακάτικο ξύπνημα», «Στέλλα», «Διακοπές στην Αίγινα», «Το κλωτσοσκούφι», «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», «Στεφανία», «Καπετάν φάντης μπαστούνι», «Όλγα αγάπη μου», «Η κραυγή μιας αθώας», «Ξύπνα, Βασίλη!», «Μια τρελή τρελή σαραντάρα», «Προς την ελευθερία», «Θηλυκή εταιρεία» κ.ά), ενώ είχε εμφανιστεί και στην τηλεόραση («Ο χήρος, η χήρα και τα χειρότερα», «Παππούδες εν δράσει», «Για μια γυναίκα και ένα αυτοκίνητο κ.ά). 

Το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, στην ανακοίνωσή του επισημαίνει: «Η ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού εκφράζει τη λύπη της για το θάνατο της Τασσώς Καββαδία. Η μεγάλη ηθοποιός μέσα από τους ρόλους, τη θεατρική και κινηματογραφική της πορεία δημιούργησε το δικό της προσωπικό στυλ με το οποίο έχει καταγραφεί στη συλλογική λαική μνήμη ως ξεχωριστή φυσιογνωμία. Ευγενής και ουσιαστική, εργατική και πολυπράγμων η Τασσώ Καββαδία θα παραμείνει αγαπητή διότι ήταν αληθινή». 

Η κηδεία της θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη, στις 11:00 το πρωί στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. 

Πηγή  clickatlife.gr
20.12.2010





ShareThis