Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθέριος Βενιζέλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθέριος Βενιζέλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Η συνθήκη που κράτησε ζωντανό τον πόλεμο...(Ιστορικά)

Ο Βενιζέλος στο Παρίσι το 1925. Πίσω από τη φωτογραφία η Πηνελόπη Δέλτα είχε σημειώσει : "Παρμένη στο Παρίσι, στο γραφείο του, ενώ γράφει το έργο του περί Θουκιδίδη


1920 - Ενενήντα χρόνια από τη Συνθήκη των Σεβρών 

 Πριν από 90 ακριβώς χρόνια ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπέγραφε στα περίχωρα του Παρισιού τη Συνθήκη των Σεβρών που θα ενσωμάτωνε στον εθνικό κορμό τους Ελληνες της Θράκης και τους Ελληνες της Μικράς Ασίας (με την εξαίρεση των Δωδεκανήσων που θα προσαρτηθούν το 1947). Με αυτήν την αφορμή κυκλοφόρησε στην Αγγλία μια μελέτη για τον έλληνα πολιτικό, γραμμένη από τον Αντριου Ντάλμπι, ο οποίος μιλάει σήμερα στα «ΝΕΑ».

«Μια φωνή δικηγόρου, ήπια, ακριβής, ελεγχόμενη, χωρίς υπερβολικό συναίσθημα. Μιλούσε τα ελληνικά σαν κάποιος που είχε μάθει να αγαπάει τους αρχαίους συγγραφείς, χρησιμοποιούσε την κλασική γραμματική και ήταν μερικές φορές κάπως σχολαστικός στην επιλογή των λέξεων. Εκτός από τα ελληνικά, χειριζόταν τα γερμανικά και τα αγγλικά, όμως προτιμούσε τα γαλλικά».

«Δεν ήταν μόνον η φωνή. Ηταν αναμφίβολα και τα μάτια. Φωτεινά, διαπεραστικά μάτια πίσω από τα γυαλιά με το χρυσό σκελετό που του έδιναν έκφραση μελετητή- κάποιου που είναι συνηθισμένος να μελετά αρχαία χειρόγραφα- μάλλον, παρά ενός πολιτικού παλαιστή· όμως σε κοίταζαν κατάματα και έμοιαζαν έτοιμα να διαβάσουν τις πιο βαθιές σκέψεις σου. Και τα μαλλιά, πρόωρα λευκά και αραιά· το ψαλιδισμένο λευκό γένι· τα χείλη, γεμάτα, ευκίνητα, αισθησιακά· το ευγενικό χαμόγελο, εκφραστικό υπομονής και συμπάθειας, που κάποτε χαρακτηρίστηκε “γλυκόπικρο”. Οταν χαμογελούσε, ολόκληρο το πρόσωπό του έμοιαζε να φωτίζεται με καλοσύνη και φιλία». 

Μ΄ αυτή την περιγραφή ο βρετανός ιστορικός Αντριου Ντάλμπι αρχίζει το βιβλίο του για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το οποίο περιλαμβάνεται στη σειρά του εκδοτικού οίκου Ηaus Ρublishing γι΄ «αυτούς που έφτιαξαν τον σύγχρονο κόσμο».

Γράφει σ΄ αυτό για τον άνθρωπο και την εποχή του, μια εποχή κατά την οποία διαμορφώθηκε η σύγχρονη Ελλάδα. Αναφέρεται στη ζωή του Βενιζέλου στην Κρήτη, στη δημιουργία του Κόμματος των Φιλελευθέρων και στον Εθνικό Διχασμό. Γράφει για τη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, για τη Μικρασιατική Καταστροφή, για τις Συνθήκες των Σεβρών και της Λωζάνης και για την κληρονομιά του Βενιζέλου. 

Και φαίνεται ότι συμφωνεί με τον Χάρολντ Νίκολσον, τεχνικό σύμβουλο της βρετανικής αντιπροσωπείας στη διάσκεψη του Παρισιού, ο οποίος είχε γνωρίσει τον έλληνα ηγέτη και λίγο αργότερα είχε γράψει στον πατέρα του ότι ο Βενιζέλος και ο Λένιν «είναι οι μοναδικοί πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι στην Ευρώπη». 

Οι άγνωστες στιγμές του μετά την ήττα

Μετά την υπογραφή
altΣτις 10 Αυγούστου 1920,υπογράφηκε στο Δημαρχείο των Σεβρών η Συνθήκη Ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ακολούθησε η δολοφονική απόπειρα εναντίον του Βενιζέλου στον σιδηροδρομικό σταθμό Γκαρ ντε Λυών του Παρισιού και, στις 25 Οκτωβρίου, ο θάνατος του βασιλιά Αλεξάνδρου. Οι εκλογές που διεξήχθησαν στις 14 Νοεμβρίου σήμαναν την ήττα των Φιλελευθέρων, οι οποίοι κέρδισαν 120 έδρες, ενώ οι συνασπισμένοι αντίπαλοί τους 246. Ο ίδιος ο Βενιζέλος έχασε την έδρα του, όπως και πολλοί από τους στενότερους συνεργάτες του. «Οι ξένοι σχολιαστές,για τους οποίους ο Βενιζέλος ήταν ο ήρωας της Ελλάδας και ο νικητής της ειρηνευτικής διάσκεψης, εξεπλάγησαν», γράφει ο Αντριου Ντάλμπι, και συνεχίζει:

«Η Πηνελόπη Δέλτα, θυγατέρα του Μπενάκη, επισκέφθηκε τον Βενιζέλο την επομένη. Στο ημερολόγιό της περιέγραψε τη σκηνή: ο Ρέπουλης στον καναπέ, αναστέναζε κρατώντας το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του· ο Τσιριμώκος, ένα βουνό από ζελέ, προσπαθούσε χωρίς αποτέλεσμα να τον παρηγορήσει· και ο Βενιζέλος εξηγούσε την ήττα με τη συνηθισμένη του ευφράδεια. “Πίστευα πραγματικά πως είχα τον λαό μαζί μου, πως στο μεγάλο έργο που βρίσκεται σε εξέλιξη ο λαός ήταν πίσω μου. Εκανα λάθος: ο λαός ήταν εξαντλημένος, τραυματισμένος. Δεν τον κατηγορώ· ζήτησα θυσίες υπεράνω των δυνάμεών του. Συνετρίβην. Δεν έχω πια τη δύναμη να πολεμήσω”. Εδωσε την υπόσχεση να φύγει από την Ελλάδα, συνέχισε, και θα έφευγε αμέσως, επειδή γίνονταν σοβαρές ταραχές στους δρόμους της Αθήνας και ο πρωθυπουργός, ο ηλικιωμένος Δημήτριος Ράλλης, του είχε γράψει για να τον προειδοποιήσει πως η δημόσια τάξη δεν μπορούσε να διασφαλιστεί όσο εκείνος παρέμενε στην Ελλάδα.

«Οι κίνδυνοι ήταν πραγματικοί, αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι ο Βενιζέλος είχε καμία εκατοστή συντρόφους κατά την εσπευσμένη αναχώρησή του, στις 17 Νοεμβρίου. Πολλοί έφυγαν χωρίς χρήματα ούτε αποσκευές. Το μεταφορικό μέσο τους ήταν το γιοτ “Νάρκισσος”, που είχε μισθώσει η Ελενα Σκυλίτση. Ο Εμμανουήλ Μπενάκης είχε βοηθήσει...».

Ο Θουκυδίδης

Στο Παρίσι, το 1924 (...), ο Βενιζέλος είχε αφιερωθεί στη μετάφραση στα σύγχρονα ελληνικά της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη, το πρώτο κλασικό έργο πολιτικής ιστορίας.
Ολοκλήρωσε τη μετάφραση, όμως δεν το είδε ποτέ να εκδίδεται. Κυκλοφόρησε στη Βρετανία, το 1937-40, και ουδέποτε έγινε πραγματικά δημοφιλής στην Ελλάδα. Οσο κι αν υποστήριζε τους δημοτικιστές, ο Βενιζέλος ήταν στην καρδιά του ένας κλασικιστής και ο μεταφρασμένος Θουκυδίδης του βασιζόταν στην αρχαϊκή γραμματική του πρωτοτύπου. Σε χωριστό σημειωματάριο επισημαίνει αναλογίες ανάμεσα στην πολιτική τον 5ο αιώνα π.Χ. και τον 20ό αιώνα μ.Χ. Οταν οι Θηβαίοι δικαιολόγησαν το γεγονός ότι είχαν διαλέξει τη λάθος πλευρά στον Περσικό Πόλεμο το 480 π.Χ., εξηγώντας ότι η τότε κυβέρνησή τους δεν ήταν δημοκρατική, ο Βενιζέλος παρατηρεί ξερά ότι « τα ίδια επιχειρήματα προωθούνταν στην Ειρηνευτική Διάσκεψη μετά τον Μεγάλο Πόλεμο από τις αντιπροσωπείες της Τουρκίας και της Βουλγαρίας για να σώσουν τις χώρες τους από τις συνέπειες της πολιτικής που είχαν ακολουθήσει».

Η κληρονομιά του

Στο κεφάλαιο για την κληρονομιά που άφησε πίσω του ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο συγγραφέας Αντριου Ντάλμπι αναφέρεται και στα τελευταία χρόνια της σταδιοδρομίας του μεγάλου έλληνα πολιτικού σημειώνοντας τα εξής: «Η Συνθήκη της Λωζάνης υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923 και ο Βενιζέλος μπορούσε να επιστρέψει στο Παρίσι. Ομως η ασθενής απάντησή του στη δίκη στο Γουδή ήταν ένδειξη, για όσους μπορούσαν να την διαβάσουν, ότι εξακολουθούσε να έχει φιλοδοξίες στην Αθήνα.

Κατά την απουσία του, η ριζοσπαστική Αριστερά του Κόμματος των Φιλελευθέρων, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, απέκτησε μια χωριστή ταυτότητα με τη Δημοκρατική Ενωση (η οποία το 1926 έγινε το Αγροτικόν και Εργατικόν Κόμμα). 

Στην άλλη πλευρά του φάσματος, ο Ιωάννης Μεταξάς αποπειράθηκε τον Οκτώβριο του 1923 μια αντιβενιζελική αντεπανάσταση, μετά την οποία ο Γεώργιος Β΄ υποχρεώθηκε να φύγει στην εξορία. Στο δημοψήφισμα που ακολούθησε, το 70% ψήφισε υπέρ της δημοκρατίας. 

Μέσα σε όλα αυτά, το Κόμμα των Φιλελευθέρων, εξαγνισμένο από τον αποκλεισμό του από την πολιτική στη διάρκεια της (Μικρασιατικής) καταστροφής και δυνάμει επικεφαλής του κεντρώου χώρου, ουδέποτε αντικατέστησε τον απόντα ήρωά του. Ο Βενιζέλος δεν είχε αφήσει τα ηνία. (...) Λίγοι εξεπλάγησαν, λοιπόν, όταν τα Χριστούγεννα ο Βενιζέλος έγραψε στον Πλαστήρα ανακοινώνοντας πως επιστρέφει για να βοηθήσει στην επίλυση της πολιτικής κρίσης. (...) Ομως, μέσα σε δύο μήνες, θα επιστρέψει ηττημένος στην εξορία».

«Η μικρασιατική εκστρατεία ήταν καταδικασμένη να αποτύχει» 

alt
Το καινούργιο αγγλικό βιβλίο για τον Ελευθέριο Βενιζέλο είναι μέρος μιας σειράς που παρουσιάζει τους «Δημιουργούς του σύγχρονου κόσμου» και τις συνθήκες ειρήνης των ετών 1919-1923 με τα επακόλουθά τους («Μakers of the modern world: Τhe peace conferences of 1919-1923 and their aftermath»). Ο συγγραφέας του Αντριου Ντάλμπι είναι βρετανός γλωσσολόγος, μεταφραστής και ιστορικός, γνωστός για τα βιβλία που έχει γράψει για την ιστορία της γαστρονομίας αλλά και την αρχαία Ελλάδα.

Γνωρίζατε τίποτα για τον Βενιζέλο προτού αρχίσετε τη συγγραφή του βιβλίου;
Μου ζήτησαν να συμβάλω στη σειρά βιβλίων με θέμα τις προσωπικότητες που συμμετείχαν στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων του 1919 και ανέλαβα να γράψω για τον Βενιζέλο, με ευχαρίστηση πρέπει να πω. Μου αρέσει να γράφω για την Ελλάδα- κάτι που κάνω συχνά. Γράφω όμως για να μάθω κάτι νέο, δεν γράφω πάντοτε για πράγματα που γνωρίζω ήδη. Ξέρω πολύ λίγα πράγματα για τη σύγχρονη Ελλάδα, είμαι κλασικιστής, και ήξερα ακόμα πιο λίγα πράγματα για τον Βενιζέλο προτού αρχίσω την έρευνά μου γι΄ αυτόν. Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά στη ζωή μου που τον «συναντούσα». Πολλά χρόνια πριν, περίπου σαράντα, ανακάλυψα σε ένα βιβλιοπωλείο της Οξφόρδης δύο μεταχειρισμένους τόμους των μεταγλωττίσεων στη νεοελληνική του έργου του Θουκυδίδη, που έκανε ο Βενιζέλος. Δύο πανέμορφοι τόμοι που μου κόστισαν ψίχουλα. Και πού να ήξερα τότε ότι θα έγραφα ένα βιβλίο για τον Βενιζέλο...

Αρχίζετε το βιβλίο περιγράφοντας το χάρισμα που είχε ο Βενιζέλος να σαγηνεύει τους άλλους.Σας σαγήνευσε κι εσάς;Και πώς κάνατε την έρευνά σας;
Είναι αδύνατο να αγνοήσεις τη μορφή του Βενιζέλου, αυτό ανακάλυψαν οι σύγχρονοί του. Μπορεί να τον μισήσεις, αλλά να τον αποφύγεις ή να τον αγνοήσεις, αδύνατο. Τον προσέγγισα μέσω των ανθρώπων που γνώριζε και δούλεψαν μαζί του. Για την έρευνά μου πήγα πρώτα στην Κρήτη, όπου ερωτεύτηκα τα Χανιά. Στα Χανιά δεν μπορείς να αγνοήσεις το «παλάτι» του πρίγκιπα Γεωργίου, το οποίο στέκει ακόμα μίζερο δίπλα στο σπίτι του Βενιζέλου. Και στην Αθήνα συναντάς τον Βενιζέλο στο Μουσείο Μπενάκη- οικία τότε της οικογένειας Μπενάκη την οποία συναναστρεφόταν ο Βενιζέλος. Με την Πηνελόπη Δέλτα, για παράδειγμα, είχε πολύ στενή σχέση, και η Δέλτα έγραψε πολλά γι΄ αυτόν. Το ίδιο έκανε και ο Ιωάννης Μεταξάς με τον οποίο ο Βενιζέλος δούλεψε μεταξύ 1910-13. Ο Μεταξάς έχει πολλά να πει για τον Βενιζέλο στα απομνημονεύματά του.

Πόσο βαριά παραμένει η σκιά του Βενιζέλου στην ελληνική πολιτική και κοινωνία;
Προς το τέλος της ζωής του ο Βενιζέλος παραδέχθηκε ότι ήταν εν μέρει υπεύθυνος για τον Εθνικό Διχασμό και προσπάθησε να επουλώσει το τραύμα που υπήρχε στην ελληνική κοινωνία. Κάποιοι πίστευαν ότι θα επουλωνόταν μόνο με τον θάνατό του (1936). Οπως λέω στον επίλογο του βιβλίου μου, όμως, πήρε πολύ περισσότερο καιρό να γίνει αυτό. Αν μη τι άλλο, βρισκόμαστε ακόμα στη φάση της επούλωσης! Και δεν πιστεύω πως μία κίνηση όπως το να δοθεί το όνομά του στο αεροδρόμιο της Αθήνας θα είχε γίνει κάποια χρόνια πριν χωρίς να διχάσει.

Για ποιο λόγο πρέπει να θυμόμαστε τη Συνθήκη των Σεβρών που τελικά οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή, η οποία 88 χρόνια μετά παραμένει ευαίσθητο θέμα για τους Ελληνες; Ή μήπως, παρ΄ όλα αυτά,μας υπενθυμίζει το ταλέντο ενός πολιτικού που παρόμοιό του είναι αμφίβολο αν ξαναέβγαλε η Ελλάδα;
Ετσι τον βλέπω τον Βενιζέλο. Οι πραγματικοί ήρωες στην Ιστορία είναι ελάχιστοι, ο Βενιζέλος όμως είναι ο πολιτικός που βοήθησε την Ελλάδα αλλά και τον κόσμο να γίνει αυτό που είναι σήμερα, εν μέρει μέσω του ρόλου του κατά τις συνομιλίες στο Παρίσι και τις επαφές που δημιούργησε κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης Ειρήνης εκεί. Εντέλει η Συνθήκη των Σεβρών όπως και οι άλλες συνθήκες που υπογράφτηκαν στο Παρίσι, είχαν αρνητικές συνέπειες για όλες τις χώρες που τις υπέγραψαν. Ωστόσο, δεν ήταν και τόσο κακή για την Ελλάδα. Χωρίς τη Συνθήκη των Σεβρών, ίσως σήμερα η Δυτική Θράκη να μην ανήκε στην Ελλάδα. Πάντως, αν και ο ρόλος του Βενιζέλου στο Παρίσι δεν απέφερε τελικά το αποτέλεσμα που ήθελε η Ελλάδα, κανένας άλλος πολιτικός δεν θα είχε εκπροσωπήσει τη χώρα στο Παρίσι καλύτερα από τον Βενιζέλο, γεγονός που πιστεύω πως πρέπει να τιμηθεί.

Θα είχε αποφευχθεί η Μικρασιατική Καταστροφή αν είχε παραμείνει πρωθυπουργός ο Βενιζέλος και δεν είχε επιστρέψει στον θρόνο ο Κωνσταντίνος;

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι, είτε είχε παραμείνει πρωθυπουργός είτε όχι, η προσάρτηση της Σμύρνης θα οδηγούσε στην Καταστροφή. Οι λεπτομέρειες θα διέφεραν, αλλά η επιχείρηση ήταν καταδικασμένη να αποτύχει από την αρχή.

Πάντως, από όλα τα βενιζελικά «αινίγματα» με τα οποία ήλθα αντιμέτωπος κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου, το μόνο που μπορώ να πω ότι έλυσα είναι γιατί είπε «Ναι, είμαστε έτοιμοι» όταν ρωτήθηκε στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων αν η Ελλάδα μπορεί να πάρει υπό την κατοχή της τη Σμύρνη. Επίσης, κατανοώ γιατί ο αμερικανός πρόεδρος Γουίλσον, ο βρετανός πρωθυπουργός Λόιντ Τζορτζ και ο γάλλος πρόεδρος Κλεμανσό του ζήτησαν να την αναλάβει- οι λόγοι δεν ήταν καλοί. 

Γιατί ο Βενιζέλος αποφάσισε να προχωρήσει με την κατοχή της Σμύρνης; Δεν είχε άλλη επιλογή, και οι λόγοι ήταν δύο. Πρώτον, πίστευε ότι οι Ελληνες της Μικράς Ασίας χρειάζονταν προστασία. Δεύτερον, ήθελε να παραμείνει πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ηξερε ότι προκειμένου να παραμείνει πρωθυπουργός, δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Αθήνα από το Παρίσι με άδεια χέρια. Επειτα από τρεις μήνες σκληρής εργασίας στο Παρίσι, καμία επιβράβευση της Ελλάδας δεν ήταν βέβαιη. Δεν μπορούσε παρά να πει «Ναι» για τη Σμύρνη.

Η συνθήκη που κράτησε ζωντανό τον πόλεμο
alt
 Οι διπλωματικές και πολεμικές επιτυχίες της περιόδου 1912-1920 δεν κατάφεραν να καταξιώσουν την Ελλάδα ως περιφερειακή δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο, κυρίως γιατί οι όροι της ειρήνης ήταν αόριστοι
O Ελευθέριος Βενιζέλος είναι πρωθυπουργός της Ελλάδας, όταν στις 20 Αυγούστου 1920 βάζει την υπογραφή του (μαζί με τον έλληνα πρεσβευτή Αθω Ρωμάνο) στη Συνθήκη των Σεβρών μεταξύ των Δυτικών Συμμάχων που νίκησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης. Αυτή είναι η τελευταία εθνικήεπιβράβευση, την οποία αποσπά η χώρα εκ μέρους των Συμμάχων εις βάρος της ισχυρής εθνικής Τουρκίας που ανατέλλει, πριν από το καίριο πλήγμα στην «εθνική αθωότητα» και στην ελληνική Μεγάλη Ιδέα που φέρνει η Μικρασιατική Καταστροφή.

Για τις ελληνικές διεκδικήσεις τα οφέλη ήταν εντυπωσιακά. Περιέρχονταν στην ελληνική κυριαρχία, επισήμως, τα νησιά Ιμβρος και Τένεδος που είχαν απελευθερωθεί από τον ελληνικό στόλο ήδη από τους Βαλκανικούς Πολέμους και επικυρωνόταν η ενσωμάτωση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, Λήμνος, Σαμοθράκη, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία. Στο πλαίσιο της Συνθήκης αναγνωριζόταν η βρετανική κυριαρχία στην Κύπρο και η ιταλική στα Δωδεκάνησα, τα οποία είχαν καταληφθεί από την Ιταλία στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων. Επίσης αποφασιζόταν ο αφοπλισμός και η κατεδάφιση των τουρκικών οχυρώσεων των Στενών του Ελλησπόντου. Εξαιρετικά σημαντικός για τις ελληνικές διεκδικήσεις ήταν ο καθορισμός προσωρινού καθεστώτος της περιοχής της Σμύρνης. 

Η πόλη και μέρος της ενδοχώρας παρέμεναν προσωρινά υπό τουρκική κυριαρχία, αλλά η ελληνική κυβέρνηση ανελάμβανε την ενάσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην περιοχή. Ειδικότερα, η ελληνική κυβέρνηση ανέλαβε τη διατήρηση εκεί ικανού αριθμού στρατιωτικών δυνάμεων για τη διασφάλιση της τάξης και της ομαλής λειτουργίας της ζωής των θρησκευτικών και εθνικών ομάδων που απάρτιζαν τους εκεί πληθυσμούς. Σχετικά με το τελευταίο σημείο, στόχος ήταν η ίδρυση τοπικού κοινοβουλίου, στο οποίο θα εκπροσωπούνταν το σύνολο των πληθυσμών που κατοικούσαν στην περιοχή. Ακόμη προβλεπόταν δημοψήφισμα, μετά την πάροδο πενταετίας, μέσω του οποίου η περιοχή και η πόλη της Σμύρνης θα μπορούσε να περιέλθει ολοκληρωτικά στην ελληνική κυριαρχία.

Τα νέα κράτη. 

 Εκτός του πλαισίου των ελληνικών ζητημάτων, η Συνθήκη των Σεβρών προέβλεπε, με βάση το κριτήριο της αυτοδιάθεσης των λαών, τη δημιουργία νέων ανεξάρτητων κρατών από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: Αρμενία, Αραβία, Συρία, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη. Επίσης, διατηρούσε εν ισχύι την αυτονομία του Κουρδιστάν και καταργούσε την οθωμανική κυριαρχία σε Λιβύη και Αίγυπτο. Μια ματιά δηλαδή στον γεωγραφικό χάρτη που θα διαμόρφωνε η Συνθήκη μάς δίνει ως πρώτη εντύπωση τη μεγάλη απώλεια των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη συρρίκνωση της νέας πλέον Τουρκίας σε ασιατικά εδάφη, με κύριο στοιχείο τον εδαφικό περιορισμό της από τις θαλάσσιες διεξόδους που κατείχε. (Προοπτική εξαρχής εξαιρετικά δύσκολη στην εφαρμογή και διατήρησή της, αφού ο ανταγωνισμός των Δυνάμεων σε οικονομικό επίπεδο ακύρωσε τελικά το ενιαίο μέτωπο μεταξύ τους). 

Επιπλέον, το νεοϊδρυμένο σοβιετικό κράτος καθιστούσε αναγκαία την ύπαρξη ενός ενιαίου κράτους (μιας ισχυρής Τουρκίας) μεταξύ της Ευρώπης και της πολιτικής απειλής που πρέσβευε η Σοβιετική Ενωση για τον δυτικό κόσμο. Νωρίτερα από τη Συνθήκη των Σεβρών, είχε επίσης υπογραφεί μεταξύ των νικητών και της Βουλγαρίας, η Συνθήκη του Νεϊγύ (Νοέμβριος 1919). Μέσω αυτής, κατοχυρωνόταν στην Ελλάδα η Νοτιοδυτική Θράκη και στερούνταν από τη Βουλγαρία η έξοδος στο Αιγαίο. Παράλληλα, η Συνθήκη του Νεϊγύ άφηνε ένα ασαφές καθεστώς για την Ανατολική Θράκη ορίζοντας την εδαφική συμμαχική δικαιοδοσία έως τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Ετσι οι Ελληνες θα μείνουν σταδιακά η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη στην περιοχή.

Οι δύο αυτές συνθήκες αποτέλεσαν την κορύφωση των διπλωματικών και πολεμικών ενεργειών στις οποίες ηγήθηκε με μεγάλη επιτυχία ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Γενικότερα οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913), ο Εθνικός Διχασμός (1915-1917), η συμμετοχή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1916-1919), η Συνθήκη Ειρήνης (1919), η μεταφορά Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη (Μάιος 1919), η Συνθήκη του Νεϊγύ και η Συνθήκη των Σεβρών αποτελούσαν μία μακρά επιτυχημένη εθνική πορεία, μέσα στην οποία όμως η Ελλάδα είχε βαθιά διχαστεί σε πολιτικό επίπεδο και τα τραύματα δεν είχαν ακόμη επουλωθεί. 

Ενδεικτικό του διχαστικού κλίματος ήταν το γεγονός ότι το Κόμμα Φιλελευθέρων δεν κατάφερε να κεφαλαιοποιήσει εκλογικά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Ηδη αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης πραγματοποιήθηκε η απόπειρα κατά της ζωής του Βενιζέλου στον σταθμό της Λυών στο Παρίσι. Ακολούθησε η εκλογική ήττα των Φιλελευθέρων (Νοέμβριος 1920), οι αδιέξοδες θερινές επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία (1921), η Μικρασιατική Καταστροφή (Αύγουστος 1922), η Επανάσταση Στρατού και Στόλου (Σεπτέμβριος 1922), η Δίκη και Εκτέλεση των Εξι (Νοέμβριος 1922). 

Η αποτυχία. 

 Η «αποτυχία» όμως ήταν διπλή, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό μέτωπο, αφού οι διπλωματικές και πολεμικές επιτυχίες της περιόδου 1912-1920, δεν κατάφεραν να καταξιώσουν την Ελλάδα ως περιφερειακή δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο απέναντι στην αναγεννημένη Τουρκία. Η αιτία ήταν η απουσία του Βενιζέλου από τα διεθνή φόρα, καθώς και η προφανής πολιτική δυσκαμψία και αδυναμία όσων τον διαδέχθηκαν, αλλά όχι μόνον αυτό. Κυριότερη, ίσως, αιτία ήταν η αοριστία της ειρήνης που διαδέχθηκε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενώ ήταν ένας πόλεμος του 20ού αιώνα, η λήξη του και η εφαρμογή της ειρήνης λειτούργησε με όρους του 19ου αιώνα. Οι όροι της ειρήνης (μετά τη Συνθήκη των Σεβρών) δεν υποστηρίχθηκαν με την αντίστοιχη συγκρότηση που είχε υποστηριχθεί η πολεμική προσπάθεια ούτε υπολογίστηκε η ανάγκη των ηττημένων για εθνική δικαίωση, γεγονός που επέτρεψε να διατηρηθούν εν ζωή τα αίτια του πολέμου εντός των πρώτων ακόμη βημάτων της ειρήνης. Στην ελληνική περίπτωση αυτό καθίσταται σαφέστερο αν αναλογιστούμε ότι η πολιτική ειρήνη για τη χώρα μας προϋπέθετε την ύπαρξη εσωτερικών συμμαχιών και εφεδρειών αντίστοιχων με εκείνες που προϋποθέτει ένας πόλεμος. Ιδιαίτερα ένας πόλεμος του οποίου το ιδεολογικό-αλυτρωτικό φορτίο ήταν κυρίαρχο, και επομένως η όποια πολεμική αποτυχία θα χρειαζόταν μια ουσιαστικώς ειρηνική περίοδο ώστε να απορροφήσει η ελληνική κοινωνία τις συνέπειες.

Του Τάσου Σακελλαρόπουλου (Ο Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός στο Μουσείο Μπενάκη)
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
21.8.2010

Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Ντόμινο στάσης πληρωμών κατά τον Μεσοπόλεμο (Ιστορικά)

Tον Aπρίλιο του 1932 η κυβέρνηση Bενιζέλου αδυνατώντας να καταβάλει τα τοκοχρεολύσια των δημόσιων δανείων κήρυξε «στάση πληρωμών». Tο χρεοστάσιο, όπως έχουμε δει («H» 11/4/2010) ήταν η κορυφαία πράξη της ελληνικής οικονομικής τραγωδίας κατά τη Mεγάλη Ύφεση, που άρχισε μετά το κραχ του 1929.

H τελευταία ελληνική «γραμμή άμυνας» του πρωθυπουργού ήταν να συμφωνήσει η Δημοσιονομική Eπιτροπή της Kοινωνίας των Eθνών για πενταετή αναστολή του ελληνικού χρέους και να παραχωρήσει ένα σχετικά υψηλό δάνειο στην Eλλάδα 50 εκατ. δολ.) Tο βασικό επιχείρημα ήταν ότι με τον τρόπο αυτό η χώρα θα συνέχιζε ορισμένα μεγάλα παραγωγικά έργα, τα οποία θ’ άρχιζαν τότε και θα ήταν σε θέση ν’ ανταποκρίνεται στις δανειακές υποχρεώσεις της.
H KτE παραχωρούσε αναστολή για ένα χρόνο και θα συζητούσε μελλοντικά την παραχώρηση ενός χαμηλού δανείου (10 εκατ.). H Eλλάδα εξουθενωμένη από την κατρακύλα της δραχμής, με ελάχιστα αποθεματικά, που θα εξαντλούνταν κατά την καταβολή των ετήσιων τοκοχρεολυσίων του 1932-33 και την πραγματική οικονομία σε δραματική κατάσταση, προτίμησε τη στάση πληρωμών. Nα διαβεί το Pουβίκωνα, όπως λέγανε τότε οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες και να σταθεί στα πόδια της μόνη, χωρίς τα δεκανίκια των Mεγάλων Δυνάμεων.

Δεν ήταν η μοναδική χώρα την περίοδο εκείνη, που προχώρησε σε αναδιαπραγμάτευση του χρέους της. Kι άλλες κυβερνήσεις στα Bαλκάνια, την Eυρώπη κι όλο τον κόσμο έκαναν το ίδιο. Tηρουμένων των αναλογιών η «κρίση χρέους», όπως σήμερα, έτσι και τότε βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη. Ήταν μια από τις παρενέργειες της Mεγάλης Ύφεσης, που έπαιρνε μορφή ντόμινο.

Aπό τα μέσα του 1932 είχαν κηρύξει χρεοστάσιο στην εξυπηρέτηση του δημόσιου εξωτερικού δανεισμού 17 ευρωπαϊκές χώρες. Άλλες 7 έκαναν το ίδιο και για τον εσωτερικό δανεισμό από ιδιώτες.

Ο Βενιζέλος μεθόδευσε το αναγκαστικό χρεωλύσιο του 1932 πολλούς μήνες πριν από την κήρυξή του. Ανεξαρτήτως της κατάληξης που είχαν οι διαπραγματεύσεις με τους δανειστές από τους διαδόχους του στην πρωθυπουργία ο ίδιος προσπάθησε να θέσει όρους στους ομολογιούχους

Ψευδαίσθηση

Σύμφωνα με ιστορικούς της οικονομίας, όπως ο D. Aldcroft («H Eυρωπαϊκή Oικονομική Iστορία»), ο προηγούμενος δανεισμός «δημιούργησε μια ψευδαίσθηση υγείας και σταθερότητας, που δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα. Όσο συνεχιζόταν η ροή κεφαλαίων προς τις οφειλέτριες χώρες οι ρωγμές στο διεθνές οικονομικό οικοδόμημα συγκρατούνταν. Tαυτόχρονα, όμως, η διαδικασία του δανεισμού διεύρυνε αυτές τις ρωγμές, με αποτέλεσμα, όταν η ροή κεφαλαίων σταμάτησε τελικά, η φαινομενική σταθερότητα του συστήματος να υπονομευτεί ολοκληρωτικά».

Oι πιστωτές δεν ήθελαν ή αδυνατούσαν να προσφέρουν νέα δάνεια, ενώ απαιτούσαν την αποπληρωμή των προηγούμενων. Στις συνθήκες αυτές οι χρεωμένες ή υπερχρεωμένες χώρες, μαζί, με άλλα προστατευτικά μέτρα, ήταν αναγκασμένες να δηλώνουν αδυναμία εκπλήρωσης των διεθνών δανειακών υποχρεώσεών τους.

Tο πρόβλημα είχε πάρει εκρηκτικές διαστάσεις και ήταν ένα από τα ελάχιστα που καταβλήθηκε κάποια κοινή διεθνής προσπάθεια για ν’ αντιμετωπιστεί.

Στη συνάντηση κορυφής των ηγετών του κόσμου το 1933, αντίστοιχη με τις σημερινές των G20 πάρθηκε μια σημαντική απόφαση (κατά τα άλλα η συνάντηση ναυάγησε και ο Aμερικανός πρόεδρος αποχώρησε από αυτή). Mε αυτή αναγνωριζόταν ουσιαστικά η δυνατότητα στα υπερχρεωμένα κράτη ν’ αναδιαπραγματεύονται τα δάνειά τους. Δεν γινόταν μια ενιαία ρύθμιση, αλλά με βάση «την αποκατάστασιν της πίστεως» και «την μέριμναν της συγκρατήσεως της εμπιστοσύνης» το ζήτημα μπορούσε να διευθετηθεί «δι’ απευθείας συμφωνιών μεταξύ των οφειλετών και των δανειστών». Oι συμφωνίες έπρεπε να παίρνουν υπόψη τους την ικανότητα των οφειλετριών χωρών ως προς το χρόνο και το ύψος των χρεών.

O απολογισμός των δανειακών «διαρρυθμίσεων»

Σ’ ένα από τα πρώτα κλασικά έργα του ο Άγγελος Aγγελόπουλος («Tο δημόσιον χρέος της Eλλάδος») εξετάζει αναλυτικά πώς έγιναν οι «διαρρυθμίσεις του δημοσίου χρέους» από την έναρξη της κρίσης του 1929 μέχρι το 1936-37.

Tο συμπέρασμά του, στον αντίποδα της σημερινής οικονομικής θεωρίας και πρακτικής, διατηρεί την αξία του: «Tο κονδύλιον των δημοσίων εξόδων (τοκοχρεολύσια) υπήρξε κυρίως εκείνο, εις την μείωσιν του οποίου απέβλεψαν οι διάφοροι κυβερνήσεις προς αντιμετώπισιν της δημοσιονομικής κρίσεως. Oύτω τα περιελθόντα εις οικονομικάς και δημοσιονομικάς δυσχερείας μικρά κράτη ανέστειλαν την καταβολήν του χρεολυσίου, περιώρισαν δε σημαντικώς τους καταβλητέους τόκους...

Oι τόκοι των δανείων εμειούντο σημαντικώς. H απόσβεσις παρετείνετο επί μακρότερον χρονικόν διάστημα. H εξόφλησις των τίτλων των κομιστών των μη αποδεχομένων την μετατροπήν ανεστέλλετο κατά τρόπον τοιούτον ώστε να καθίσταται προτιμωτέρα η αποδοχή της μετατροπής...»

Yπολογίζει, παραθέτοντας σχετικούς πίνακες, ότι μετά την αναδιαπραγμάτευση οι δανειστές των φτωχών χωρών, «δεν περιήλθαν εις δυσμενέστερον θέσιν των δανειστών των μεγάλων κρατών». Tελικά, με τις «στάσεις πληρωμών», οι διεθνείς πιστωτές έχασαν τις διαφορές επιτοκίων. Δηλαδή, τα επιπλέον επιτόκια με τα οποία δάνειζαν τις υπερχρεωμένες και φτωχές χώρες. Mικρά και μεγάλα κράτη στα μέσα της δεκαετίας του 1930 πλήρωναν περίπου το ίδιο επιτόκιο. Kακώς, καταλήγει, αυτό ονομάστηκε δυσφημιστικά πτώχευση.

Tα τοκοχρεολύσια δεν ήταν ιερά και απαραβίαστα
O κανόνας, κατά την έναρξη της Mεγάλης Ύφεσης, για τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα ήταν να περιορίζονται στο κατώτατο δυνατό όριο οι κρατικές δαπάνες. Παραλλήλως, ν’ αυξάνονται στο ανώτατο δυνατό τα έσοδα (φορολογία, δασμοί). Όμως αυτά, όπως κι άλλα προστατευτικά, δεν αρκούσαν, καθώς η κρίση κορυφωνόταν. Έτσι σειρά πήραν τα κονδύλια του δημοσίου χρέους. Δηλαδή το σκέλος, που αποτελεί «ταμπού» σήμερα για τις νεοφιλελεύθερες θεωρίες και πρακτικές. Όλα επιτρέπονται, με οποιοδήποτε κοινωνικό ή και αναπτυξιακό κόστος, αλλά τα τεράστια ποσά που χρειάζονται οι υπερχρεωμένες χώρες για τοκοχρεολύσια είναι «ιερά».

Tόσο, σαν να γίνονται όλα τα «σταθεροποιητικά προγράμματα» για να διασφαλιστεί η κανονική καταβολή τους, αλλά και να δημιουργηθούν οι συνθήκες για νέους δανεισμούς. H συναινετική ή καταναγκαστική αναδιαπραγμάτευση όλου ή μέρους του δημόσιου χρέους ήταν τότε μια έσχατη γραμμή άμυνας των υπερχρεωμένων κρατών. Έτσι πολλά πέτυχαν σημαντικότατες περικοπές του χρέους. Mερικά ανέστειλαν απλώς για ορισμένο χρονικό διάστημα την καταβολή μέρους της υπηρεσίας των τόκων (συνηθισμένο ποσοστό ήταν τα 2/3). Aναλάμβαναν την υποχρέωση να επαναρχίσουν την εξυπηρέτηση των δανείων με την πληρωμή και των καθυστερούμενων τόκων.

H αναστολή ήταν μικρή στην αρχή, αλλά κατά κανόνα αργότερα ανανεωνόταν. Άλλα κράτη πέτυχαν μετατροπή των δανείων τους με χαμηλότερο τόκο και μεγαλύτερη διάρκεια απόσβεσης, ώστε να επιβαρύνεται λιγότερο ο προϋπολογισμός τους. Mερικά συμφώνησαν με τους ομολογιούχους να κεφαλαιοποιούνται τα τοκοχρεολύσια και παραχωρούνται ανάλογα μακροπρόθεσμα ομόλογα. Aκόμα και κράτη που δεν ήταν υπερχρεωμένα έπαιρναν ανάλογα μέτρα, προκειμένου να προστατέψουν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα από την επιδείνωση της συναλλαγματικής κατάστασης και την αχαλίνωτη κερδοσκοπία.

Στον τομέα του χρέους βρέθηκαν τότε λύσεις στο πλαίσιο του συστήματος και οι δανειστές αναγκάστηκαν να χάσουν μέρος των κερδών τους ή και του κεφαλαίου τους για να μην χάσουν περισσότερα ή και όλα, σε περίπτωση κοινωνικών εκρήξεων.

Του Τάκη Κατσιμάρδου

30.4.2010

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

"Καλώς ορίσατε, κύριε Βενιζέλο!"


Με τίτλο «Η υποδοχή του κ. Βενιζέλου εις την Αγκυρα» παρουσιάζεται με μια εικόνα στην πρώτη σελίδα του «Ελευθέρου Βήματος» της 1ης Νοεμβρίου 1930 το κλίμα από την επίσκεψη του έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία. «Το ελληνοτουρκικόν σύμφωνον θα αποδώση εξαιρετικούς καρπούς εις την Εγγύς Ανατολήν» είναι ο πρώτος τίτλος της ανταπόκρισης από την τουρκική πρωτεύουσα

ΑΠΟ ΚΑΝΕΝΑΝ δεν διαφεύγει το γεγονός ότι η σχέση μας με την Τουρκία αποτελεί κεντρικό θέμα της εξωτερικής και αμυντικής μας πολιτικής.Οσο σκληρή όμως και αν απεδείχθη η ιστορική μοίρα των δύο λαών, ελληνικού και τουρκικού, οι οποίοι βρέθηκαν «καταδικασμένοι» να γειτονεύουν,είναι υπερβολικό σήμερα να ισχυρίζεται κανείς ότι η ιστορία τους όπως και οι μεταξύ τους σχέσεις προδιαγράφουν τη σημερινή ή αυριανή πολιτική συμπεριφορά τους. Μια τέτοια προσκόλληση, όπως τόσο σοφά επεσήμαινε ο βαθύς γνώστης των ελληνοτουρκικών σχέσεων Βύρων Θεοδωρόπουλος, θα ήταν παραπλανητική και βλαπτική.Στο κλίμα της επισκέψεως του τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν στη χώρα μας και της έναρξης του 43ου γύρου συνομιλιών Αθήνας- Αγκυρας, με την αντιπολίτευση να κατηγορεί την κυβέρνηση για βιαστικές κινήσεις τώρα που η οικονομία της χώρας προκαλεί πρόσθετα εμπόδια στον χειρισμό των εθνικών μας θεμάτων, ας γυρίσουμε πίσω να δούμε πώς βίωσαν οι Ελληνες και οι Τούρκοι την υπέρβαση που τόλμησε ο μεγαλύτερος ίσως πολιτικός της χώρας μας Ελευθέριος Βενιζέλος επισκεπτόμενος την Αγκυρα το 1930.

Με τη φράση «χος γκέλντινιζ» (καλώς ορίσατε) να επαναλαμβάνεται σε διαφορετικές γραφές και προσφωνήσεις για τον έλληνα πρωθυπουργό και τη συνοδεία του, σε ατμόσφαιρα εξαιρετικής λαμπρότητας και εγκαρδιότητας, το πολεμικό καταδρομικό «Ελλη» που είχε ξεκινήσει από το Πέραμα στις 25 Οκτωβρίου 1930 για την Κωνσταντινούπολη γινόταν δεκτό με απόδοση τιμών στην ακτή του Χαϊδάρ Πασά, ένα προάστιο της Βασιλεύουσας επί της ασιατικής ακτής του Βοσπόρου, νοτίως του Σκούταρι. Ηταν ένα όμορφο, ζεστό σχετικά, απόγευμα. Οι τρεις ανώτεροι διπλωματικοί υπάλληλοι που συνόδευαν τον πρωθυπουργό και τον έλληνα ΥΠΕΞ Α. Μιχαλακόπουλο με κόπο συμμερίζονταν την αισιοδοξία της πολιτικής ηγεσίας της χώρας τους. Ο Βενιζέλος, αντίθετα, ατένιζε με αισιοδοξία την ακτή.

Για την επιτυχία εκείνης της επίσκεψης, η οποία κατέληξε στη συνομολόγηση μιας σειράς διμερών συμφωνιών, δηλωτική της ελεύθερης και ανεξάρτητης βουλήσεως των δύο λαών να χαράξουν από κοινού την οδό της φιλίας και της συνεργασίας, ο ίδιος ο Βενιζέλος, ευρισκόμενος πλέον στην αντιπολίτευση, τρία χρόνια αργότερα, το 1933, θα ομολογούσε, παρουσία του έλληνα πρεσβευτή στην Αγκυρα Σπ. Πολυχρονιάδη, στον τούρκο ομόλογό του σε δεξίωση στην τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα: «Αι συμφωνίαι αύται είναι το μεγαλύτερον πολιτικόν έργον το οποίον θα αφήσω μετά τον θάνατόν μου». Μάλιστα, γράφοντας στη σύζυγό του Ελενα Βενιζέλου, την επομένη κιόλας των εκλογών, έχοντας ήδη ενώπιόν του το πρόγραμμα της εξωτερικής πολιτικής, με κυρίαρχη την ελληνοτουρκική προσέγγιση, εκμυστηρευόταν: «Τώρα,ο Θεός βοηθός! Αν η υγεία μου δεν με προδώσει, πιστεύω πραγματικώς ότι εις μίαν τετραετίαν η Ελλάς ημπορεί να γίνη αγνώριστη» (30 Ιουλίου 1928).

Στην πολιτική του εκείνη όμως ο Βενιζέλος δεν ήταν απερίσπαστος, καθώς και πάλι δεν έλειπαν οι διαφωνίες στο εσωτερικό της χώρας. Οπως έγραφε ο Πολυχρονιάδης- καθ΄ υπόδειξιν Βενιζέλου είχε διαδεχθεί τον πρεσβευτή Ι. Παπά στην Αγκυρα-, τα επίμαχα θέματα ήσαν ιδιαιτέρως «πολυσχιδή,πολύπλοκα και περιπεπλεγμένα», ενώ την ίδια στιγμή αποτελούσαν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως «διά τους πατριδοπατέρας». Κατά συνέπεια η εκ του εσωτερικού μετώπου αντίδραση έπρεπε να υπολογίζεται ιδιαιτέρως, άσχετα αν ο Τσαλδάρης, που διαδέχθηκε τον τελευταίο όταν ηττήθηκε στις εκλογές του 1933, ακολούθησε, καίτοι αρχικά αντιπολιτευόμενος, την ίδια ακριβώς πολιτική.

Η τολμηρή πολιτική πέρασε μέσω... Ρώμης
ΚΑΝΕΝΑΣ δεν μπορεί να παραγνωρίσει την πολιτική ιδιοφυΐα του ανδρός που όχι μόνο συνέλαβε την ιδέα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, αλλά και τόλμησε να την επιβάλει. Είναι αλήθεια ότι τα πρώτα χρόνια μετά τη Λωζάννη ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, κυρίως σε ό,τι αφορούσε τις διατάξεις περί υποχρεωτικής ανταλλαγής των πληθυσμών και τα πρόσθετα οικονομικά βάρη που γεννούσε για την κλονισμένη- και τότε- οικονομία της χώρα μας και, βεβαίως, το καθεστώς των εκατέρωθεν μειονοτήτων. Ο Βενιζέλος όμως, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1928, είχε πολύ ξεκάθαρη εικόνα της εξωτερικής πολιτικής την οποία θα ακολουθούσε. Κάνοντας έναν πλατύ ελιγμό, ξεκίνησε πρώτα από τη Ρώμη που μόλις είχε συνάψει σύμφωνο φιλίας με την Τουρκία. Η ελληνοϊταλική προσέγγιση οδήγησε σε αφύπνιση του Βελιγραδίου που είχε «παγώσει» τη συμφωνία Πολίτη- Καλφώφ και έτσι, από τον φόβο στενότερης προσέγγισης Αθήνας- Ρώμης, άνοιξαν οι διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στο ελληνογιουγκοσλαβικό σύμφωνο φιλίας του 1929.

Εν τω μεταξύ η αναθέρμανση των σχέσεων με το Παρίσι και το Λονδίνο που ο Βενιζέλος είχε επιμελώς φροντίσει, ώστε να διαλύσει κάθε παρεξήγηση που μπορούσε να δημιουργήσει το ελληνοϊταλικό σύμφωνο, του άφηνε τελείως ανοιχτό τον δρόμο προς τον τελικό στόχο του: την Αγκυρα. Τη δεδομένη στιγμή ο Βενιζέλος πίστευε ότι η Ελλάς, έχοντας εγκαταλείψει, ως ώφειλε, τις σκέψεις περί πολιτικής επεκτάσεως και αλυτρωτισμού, είχε συμφέρον να κλείσει το κεφάλαιο των ελληνοτουρκικών διαφορών ύστερα από έναν αιώνα συγκρούσεων. Με το πνεύμα αυτό έγραψε μόλις ανέλαβε την πρωθυπουργία επιστολή στον ομόλογό του, τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, ο οποίος αποκρίθηκε ανάλογα. Μάλιστα, η απάντηση ήταν τόσο άμεση που διεβιβάσθη διά του τούρκου πρεσβευτή στη Ρώμη ενόσω βρισκόταν εκεί ο Βενιζέλος. Ο Ινονού τον καλούσε στην Αγκυρα για απευθείας συνομιλίες. Ο Βενιζέλος όμως, για πολιτικούς λόγους, αλλά και εξαιτίας της φλεβίτιδας που τον ταλαιπωρούσε, αντιπρότεινε την Κωνσταντινούπολη ή άλλη παράλια πόλη της Τουρκίας προκειμένου να μην ταλαιπωρηθεί ως την Αγκυρα. Σημειωτέον ότι ήταν ήδη 65 ετών, αλλά με ιδιότυπη φιλαρέσκεια συνήθιζε να χαρακτηρίζει τον εαυτόν του «γέροντα».

Χαρακτηριστικό του κλίματος δυσπιστίας που αντιμετώπιζε στο εσωτερικό της χώρας ο Βενιζέλος στη χάραξη της συγκεκριμένης πολιτικής του έναντι της Τουρκίας είναι το γεγονός ότι, όπως έγραφε ο Πολυχρονιάδης, «ακόμα και ανώτατοι υπάλληλοι του Υπουργείου των Εξωτερικών εθεώρουν κάθε προς την Τουρκίαν προσέγγισιν όχι μόνον ως απολύτως δυσχερή, αλλά ως σχεδόν απραγματοποίητον και ως εκ τούτου αντετίθεντο εις κάθε διαπραγμάτευσιν ως δυναμένην να εγκλείη μόνον ασκόπους εκ μέρους μας θυσίας».

Ο ρεαλισμός και οι Κασσάνδρες


Σχέδιο ιδιόχειρης επιστολής του Βενιζέλου προς τον Ισμέτ Ινονού: «Ηδη που ο Ελληνικός λαός με ενεπιστεύθη δι΄ ισχυράς πλειοψηφίας τας τύχας του διά μίαν τετραετίαν έρχομαι να σας βεβαιώσω ότι ζωηρός πόθος μου είναι να συντελέσω ώστε αι σχέσεις των δύο χωρών μας ρυθμίσωσι κατά τρόπον όστις να εξασφαλίζη την στενήν αυτών φιλίαν...» άρχιζε το εξασέλιδο κείμενο που υπογράμμιζε το κοινό συμφέρον των δύο λαών εφόσον απεκαθίστατο κλίμα ειρήνης και εμπιστοσύνης μεταξύ τους Τελικά οι «πατριδοπατέρες», ανάμεσά τους πρώτοι και καλύτεροι οι βασιλόφρονες, οι οποίοι έφτασαν να κατακρίνουν την πολιτική του Βενιζέλου χαρακτηρίζοντάς την «υποταγήν», διεψεύσθησαν. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Βενιζέλος έτυχε θερμοτάτης υποδοχής. Μιλώντας μπροστά σε πλήθος 60.000 συγκεντρωμένων στην πλατεία Συντάγματος εξήρε την ειρηνόφιλη πολιτική του. Οπως τηλεγραφούσε άλλωστε ο ίδιος προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, «(αι) συμφωνίαι αύται, και ιδίως το πνεύμα το οποίον μας ενέπνευσε και με το οποίον υπεγράφησαν, εγγυώνται ότι ανοίγεται νέα σελίς ιστορίας δι΄ Εγγύς Ανατολήν και ότι κατ΄ αυτήν λαοί αυτής θα εύρουν οριστικήν γαλήνην ήτις θα τους επιτρέψη ασφαλίσωσιν οικονομικώς ευημερίαν». Οι συμφωνίες εκείνες εισήχθησαν προς κύρωση στη Βουλή στις 20 Νοεμβρίου 1930, εκυρώθησαν όμως έναν μήνα αργότερα.

Παρά τις αρχικές αντιδράσεις και τις επιφυλάξεις, η ελληνοτουρκική συνεννόηση αποδείχθηκε πράξη απόλυτα σύμφωνη προς τις υπαγορεύσεις του πολιτικού ρεαλισμού. Κυρίως όμως, η αναστολή του ανταγωνισμού των ναυτικών εξοπλισμών - για την οποία υπήρξε οξύτατη αντίδραση των στρατιωτικών στην Ελλάδα, υποχρεώνοντας τον Βενιζέλο να απευθυνθεί εξηγώντας την πολιτική του ενώπιον περίπου χιλίων αξιωματικών της Φρουράς των Αθηνών στη Σχολή Ευελπίδων- απάλλαξε τον κρατικό προϋπολογισμό από ένα δυσβάστακτο βάρος και παράλληλα επέτρεψε την ενίσχυση των δυνάμεων του στρατού ξηράς, στην ευαίσθητη βορειοελλαδική μεθόριο.
Της Φωτεινής Τομαή
Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι ιστορικός, Πρεσβευτής Σύμβουλος Α' στο υπουργείο Εξωτερικών.

Πηγή Το Βήμα
9.5.2010

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Το τίμημα της χρυσής δραχμής (Ελευθέριος Βενιζέλος)

Η τελευταία φορά που η Ελλάδα πτώχευσε επισήμως ήταν το 1932. Οι ιστορικές αναλογίες με το σήμερα καθιστούν ιδιαίτερα διδακτική αυτή την οδυνηρή περιπέτεια του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος είχε επανέλθει θριαμβευτικά στην πρωθυπουργία το 1928, σε μια Ελλάδα που πάσχιζε να επουλώσει τη μεγάλη πληγή της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Ο Βενιζέλος συνέδεσε τη δραχμή με την αγγλική λίρα, η οποία ήταν ελεύθερα μετατρέψιμη σε χρυσό, θεωρώντας το σκληρό νόμισμα εκ των ων ουκ άνευ για την αποκατάσταση της ελληνικής αξιοπιστίας. Τα πράγματα πήγαιναν καλά μέχρι να έρθει η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ξεκίνησε, όπως και η τρέχουσα, από τη Γουόλ Στριτ, με το κραχ του 1929. Σταδιακά η κρίση πέρασε στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού και έπληξε τη λίρα, η οποία βγήκε από τον κανόνα του χρυσού και υποτιμήθηκε κατά 35% τον Σεπτέμβριο του 1931. Ωστόσο, ο Βενιζέλος συνέχισε πεισματικά την πολιτική της σκληρής δραχμής, την οποία συνέδεσε τώρα με το δολάριο, που συμμετείχε ακόμη στον κανόνα του χρυσού.

Στο μεταξύ, η Ελλάδα βίωνε τις συνέπειες της διεθνούς κρίσης με απότομη κάμψη των εξαγωγών και των εμβασμάτων από το εξωτερικό, καθώς η Αμερική έκλεισε τη στρόφιγγα της μετανάστευσης. Το δημόσιο χρέος εκτοξεύθηκε στα ύψη και η «σκληρή» δραχμή εκτέθηκε σε όργιο κερδοσκοπικών επιθέσεων. Για να κατευνάσει τις αγορές, ο Βενιζέλος εφάρμοσε σκληρή λιτότητα, απέλυσε δημόσιους υπαλλήλους και εκποίησε τις υποδομές σε ξένες επιχειρήσεις. Παράλληλα, ανέλαβε προσωπικά διπλωματική εκστρατεία για την εξασφάλιση δανείων από Λονδίνο, Ρώμη και Παρίσι, για να απευθυνθεί τελικά στη Δημοσιονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία του αρνήθηκε, ωστόσο, ουσιαστική βοήθεια, αρκούμενη σε ευχολόγια.

Στις 27 Απριλίου 1932, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε επιτέλους να βγάλει τη δραχμή από τον κανόνα του χρυσού και να την υποτιμήσει έναντι της λίρας, ενώ λίγο αργότερα η Ελλάδα κήρυξε επίσημα παύση πληρωμών. Ενα μεγάλο απεργιακό κύμα συγκλόνιζε τη χώρα, η δύναμη των κομμουνιστών έβαινε αυξανόμενη και ο Βενιζέλος, το κύρος του οποίου είχε τρωθεί ανεπανόρθωτα, παραιτήθηκε από πρωθυπουργός δηλώνοντας ότι δεν θα επιστρέψει παρά μόνον αν ο πολιτικός κόσμος δεχόταν να ενισχύσει την εκτελεστική εξουσία και να περιορίσει την ελευθεροτυπία. Ωστόσο, η έξοδος από τον κανόνα του χρυσού και η στάση πληρωμών όχι μόνο δεν έφεραν την καταστροφή, αλλά σήμαναν την αρχή της οικονομικής αναγέννησης: Χάρη στα ισχυρά μέτρα προστατευτισμού, η Ελλάδα είχε συνολικά τη δεκαετία 1928 - 1938 τον τρίτο καλύτερο ρυθμό βιομηχανικής ανάπτυξης στον κόσμο (65%) μετά τη Σοβιετική Ενωση και την Ιαπωνία.

18.4.2010
 
*Στη φωτο ο Βενιζέλος και η Ελενα σε αναμνηστική πόζα μετά το γάμο

ShareThis