Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Η γαστρονομία όπλο για τον τουρισμό

Θα μπορούσε να γίνει το «βαρύ πυροβολικό» της εγχώριας τουριστικής βιομηχανίας. Το σίγουρο είναι ότι «επιστρατεύεται» για να αποτελέσει ένα ακόμη όπλο στην ανάδειξη του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Αλλά και για να προσφέρει διέξοδο σε τοπικούς παραγωγούς, συνδέοντας τον πρωτογενή με τον τριτογενή τομέα. Η ελληνική γαστρονομία υπάρχει και «δεν χρειάζεται πρόσθετες επενδύσεις», σημειώνει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) κ. Γ. Δρακόπουλος, αναφερόμενος στο πλήθος των παραγωγών στη χώρα αλλά και στη «value for money» ποιότητα των προϊόντων. Εξάλλου, με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουρισμού, ο ΣΕΤΕ έχει εκπονήσει από το 2009 μια ολοκληρωμένη μελέτη ενεργειών μάρκετινγκ, μέσα από τις οποίες είναι δυνατή σε μία τριετία η ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας ως ενός από τους βασικούς λόγους επιλογής της Ελλάδας ως τόπου διακοπών. Στο πλαίσιο αυτό ξεκίνησε εκστρατεία χρηματοδότησης, για να συγκεντρωθούν 500.000 ευρώ ως τον Φεβρουάριο του 2013. Σύμφωνα με τη μελέτη το προφίλ των «γαστροτουριστών» συνθέτουν ηλικίες κυρίως μεταξύ 30 και 50 ετών και δευτερευόντως μεταξύ 51 και 64 ετών. Πρόκειται για άτομα επαγγελματικά καταξιωμένα, με υψηλότερο διαθέσιμο εισόδημα και μορφωτικό επίπεδο από τον μέσο τουρίστα, έμπειρους ταξιδιώτες, που αγαπούν την περιπέτεια, ενδιαφέρονται για τον πολιτισμό του προορισμού και δαπανούν μεγάλο ποσοστό του ταξιδιωτικού προϋπολογισμού σε δραστηριότητες γαστρονομικού ενδιαφέροντος. Οι βασικές χώρες προέλευσης των γαστροτουριστών είναι οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Ιταλία, η Γερμανία, η Ισπανία, η Ολλανδία και η Μεγάλη Βρετανία, οι οποίες αποτελούν και τις κυριότερες αγορές του ελληνικού τουρισμού.
Ταυτόχρονα το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδας (ΞΕΕ) υλοποιεί με το πρόγραμμα «Ελληνικό Πρωινό» στα ξενοδοχεία ένα πρωινό εμπλουτισμένο με τα τοπικά προϊόντα κάθε περιοχής. Σε αυτό συμμετέχουν ήδη 50 ξενοδοχεία και εκτιμάται ότι το ενδιαφέρον θα είναι αυξημένο από όλη την Ελλάδα. «Η προσπάθεια του ΞΕΕ μέσω του "Ελληνικού Πρωινού" στοχεύει στην ανάδειξη των γαστρονομικών μας δυνατοτήτων σε συνδυασμό με τη σύνδεση του τουρισμού με τον πρωτογενή τομέα σε ένα περιβάλλον γνησιότητας και αυθεντικότητας των προσφερομένων προϊόντων» λέει ο πρόεδρος του ΞΕΕ κ. Γ. Τσακίρης.


Γαστρονομία στα ξενοδοχεία
Το μοντέλο ανάπτυξης της γαστρονομικής εμπειρίας έχουν ήδη αναπτύξει κορυφαίες ξενοδοχειακές μονάδες στη χώρα, όπως η Aldemar με το «Sympossio Greek Gourmet Touring», το Sani Resort με το «Sani Gourmet», ο όμιλος Ν. Δασκαλαντωνάκη με την παραδοσιακή φάρμα Agreco στο Ρέθυμνο, το Costa Navarino με τα «Navarino Icons», σειρά προϊόντων εμπνευσμένων από τη μεσσηνιακή παράδοση, και πρόσφατα το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία».
Από το 2006 που ξεκίνησε, το δεκαήμερο φεστιβάλ γαστρονομίας «Sani Gourmet» αξιοποιεί παράλληλα τους παραγωγούς της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας, καθώς το φαγητό αποτελεί «εξαιρετικό μέσο για την προβολή του ελληνικού τουρισμού», τονίζει ο αντιπρόεδρος της Σάνη ΑΕ κ. Φ. Ζησιάδης. Το «Sympossio Greek Gourmet Touring», το οποίο διοργανώνει τα τελευταία τρία χρόνια ο όμιλος Aldemar, ταξίδεψε το 2012 σε 22 πόλεις της Ευρώπης. Σε αυτό συμμετείχαν 15 εταιρείες παραγωγών, ενώ είχε τη στήριξη του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ), της Λέσχης Αρχιμαγείρων Ελλάδας, του Συνδέσμου Εξαγωγών Βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ), του Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών (ΟΠΕ) και της Περιφέρειας Κρήτης. «Οταν ξεκίνησε η εικόνα των ελληνικών προϊόντων και της ελληνικής γαστρονομίας είχε καλύτερη αποδοχή από το ελληνικό τουριστικό προϊόν» σημειώνει ο εντεταλμένος σύμβουλος του ομίλου Aldemar και μέλος Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΤΕ κ. Α. Αγγελόπουλος, προσθέτοντας ότι η γαστρονομική περιοδεία είχε «εξαιρετική ανταπόκριση».
«Για να αναδείξουμε τα ελληνικά προϊόντα, αναζητήσαμε καλούς παραγωγούς που να διαθέτουν τα προϊόντα τους στο ξενοδοχείο», λέει ο υποδιευθυντής του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρεταννία» κ. Γ. Λιασίδης. Το ξενοδοχείο ανέλαβε τον σχεδιασμό, το branding και τη συσκευασία των προϊόντων, η λίστα των οποίων περιλαμβάνει μαρμελάδα, μέλι, καφέ, τσάι, λάδι και ξίδι, που πωλούνται με επιτυχία από τον Σεπτέμβριο. «Οι επισκέπτες ψάχνουν να πάρουν μαζί τους κάτι από την Ελλάδα» τονίζει ο κ. Λιασίδης, αναφέροντας πρόσφατο παράδειγμα πελάτη που «επιστρέφοντας στο Ντουμπάι αγόρασε 40 βάζα μέλι».


Κρήτη και Σαντορίνη
Η Κρήτη και η Σαντορίνη θεωρούνται δύο περιοχές με ιδιαίτερη γαστρονομική ταυτότητα. Πάνω σε αγροτικά προϊόντα, με αιχμή του δόρατος το κρασί της Σαντορίνης, «χτίστηκε και η οινογαστρονομική εικόνα του νησιού, με αποτέλεσμα σήμερα περήφανα να διεκδικούμε μία θέση ανάμεσα στους πλέον γνωστούς γαστρονομικούς  προορισμούς», τονίζει ο δήμαρχος Θήρας κ. Α. Ν. Ζώρζος. Εξάλλου ο πρόεδρος Εστιατόρων Σαντορίνης κ. Β. Ζαχαράκης πιστεύει ότι η γαστρονομία «θα είναι ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες ανάπτυξης τουρισμού για το νησί μας» και προσθέτει: «Την προηγούμενη δεκαετία το ποσοστό των επισκεπτών που ενδιαφέρονταν ζωηρά για τη γαστρονομία στο νησί (foodies) δεν ξεπερνούσε το 5%, τα τελευταία δύο χρόνια όμως αυτό αλλάζει προς το καλύτερο». Η γαστρονομία «έχει ήδη ενταχθεί στο τουριστικό χαρτοφυλάκιο της Σαντορίνης και αποτελεί πλέον έναν ακόμη πόλο έλξης επισκεπτών» τονίζει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Ηλιότοπος ΑΕ κ. Κ. Κωνσταντινίδης, προσθέτοντας ότι το νησί «με το πέρασμα των χρόνων γίνεται διάσημο και για τις πολλές και ποικίλες επιλογές που προσφέρει στον τομέα της εστίασης». 
Της Χριστίνας Ποτετση
Πηγή Το Βήμα
18.11.2012

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Πως το...σινεμά βοηθάει τον τουρισμό εντός και εκτός Ελλάδας

Μπορεί με την πρώτη ματιά να μη διακρίνει κανείς το πώς σχετίζεται το γύρισμα μιας κινηματογραφικής ταινίας διεθνούς απήχησης με μια ταξιδιωτική δραστηριότητα. Ωστόσο, σχέση υπάρχει.
Την τελευταία εβδομάδα, που ξεκίνησε η προβολή της νέας ταινίας του Τζέιμς Μποντ και στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, «σπάει τα ταμεία». Η γερμανική έκδοση της ιστοσελίδας της μηχανής αναζήτησης διαδικτυακών κρατήσεων Τrivago ξεχώρισε τα 10 καλύτερα ξενοδοχεία όπου έχουν γίνει γυρίσματα ταινιών του Τζέιμς Μποντ. Η περίπτωση δεν είναι μοναδική και δεν αφορά μόνο ξένα ξενοδοχεία, αλλά και ελληνικά.
Για παράδειγμα, στο ξενοδοχειακό συγκρότημα Costa Navarino στη Μεσσηνία, πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα γυρίσματα δύο διεθνών παραγωγών. Πρόκειται για τις ταινίες «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» και «Πριν τα μεσάνυχτα», που ολοκληρώνει την τριλογία αυτών που γυρίσθηκαν σε Βιέννη και Παρίσι.
Αλλά και παλαιότερα αρκετές ξένες ταινίες που γυρίσθηκαν σε ελληνικούς προορισμούς αποτέλεσαν αφορμή για την τουριστική προβολή της χώρας. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα του «Ζορμπά» στην Κρήτη ή τα «Κανόνια του Ναβαρόνε» στη Ρόδο, το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» στην Κεφαλονιά και το «Μamma Mia» στη Σκόπελο.
Τα 10 επιλεγμένα ξενοδοχεία από την Τrivago όπου γυρίστηκαν ταινίες του Τζέιμς Μποντ και τα οποία νοικιάζουν δωμάτια από 105 έως 581 ευρώ τη βραδιά είναι το Ciragan Palace Kempinski στην Κωνσταντινούπολη (ταινία «Skyfall» με τον Ντάνιελ Κρεγκ), το Grand Hotel Pupp στην Τσεχία και το Cirpiani στη Βενετία (ταινία «Casino Royal» με τον Ντάνιελ Κρεγκ), το Atlantic Kempinski στο Αμβούργο (ταινία «Τomorrow never dies» με τον Πιρς Μπρόσναν), το Τhe Langham London στο Λονδίνο (ταινία «Golden eye» με τον Πιρς Μπρόσναν), το Gran Hotel Ciudad de Mexico στο Μεξικό (ταινία «Licence to kill» με τον Τίμοθι Ντάλτον), το Colonian Hilton Nassau στις Μπαχάμες (ταινία «Νever say never again» με τον Σον Κόνερι) το Taj Lake Palace στην Ινδία (ταινία «Οctopussy» με τον Ρότζερ Μουρ), το Cala di Volpe στη Σαρδηνία (ταινία «Τhe spy who loved me» με τον Ρότζερ Μουρ) και το Τhe Peninsula στο Χονγκ Κονγκ (ταινία «The man with the golden gun» με τον Ρότζερ Μουρ).
Του Στάθη Κουσούνη
11.11.2012

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Ο αρχιτέκτονας του Χίλτον ("Ο κόσμος του Εμμανουήλ Βουρέκα")

Στις επαύλεις του στο Ψυχικό, στη Φιλοθέη ή στην Εκάλη κινούνταν με χάρη οι γνωστότερες κυρίες της αθηναϊκής κοινωνίας. Οι πολυκατοικίες του Κολωνακίου, της Κυψέλης και των Αμπελοκήπων ανέδιδαν έναν αέρα ευρωπαϊκό, αν και μπολιασμένο δημιουργικά με στοιχεία «ελληνικότητας». Αλλά κυρίως τα ξενοδοχεία του, το Χίλτον, το Ατενέ Παλλάς, τα Αστέρια της Γλυφάδας, συγκέντρωναν στα σαλόνια και στις εγκαταστάσεις τους όλον τον κομψό κόσμο μιας εποχής ο οποίος κοιτούσε με πάθος το μέλλον αποστρεφόμενος το ζοφερό παρελθόν.
«Πολλά, πάρα πολλά από τα έργα του θεωρούνται σήμερα, αν όχι τα ωραιότερα της πόλης, τοπόσημά της αναμφισβήτητα, κτίρια και τουριστικά συγκροτήματα που δέθηκαν στενά με τη ζωή και την ιστορία της. Αυτό και μόνο φθάνει για να τον καταξιώσει στο πάνθεον των νεοελλήνων αρχιτεκτόνων». Με αυτά τα λόγια η καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής και διευθύντρια των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη κυρία Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη δίνει το στίγμα ενός σπουδαίου αρχιτέκτονα της μεταπολεμικής Ελλάδας, του Εμμανουήλ Βουρέκα (1907-1993), στη μονογραφία «Ο κόσμος του Εμμανουήλ Βουρέκα». Αυτός είναι και ο τίτλος της έκθεσης που εγκαινιάζεται στις 11 Οκτωβρίου στο Νέο Κτίριο του Μουσείου Μπενάκη, στο οποίο άλλωστε έχει παραχωρήσει το αρχείο του ο γιος του, Ανδρέας Βουρέκας-Πεταλάς.
Με σπουδές στη Σχολή Αρχιτεκτονικής της Δρέσδης όπου μυήθηκε στα μοντέρνα κινήματα της αρχιτεκτονικής, ο Βουρέκας θα διαμορφώσει επιστρέφοντας στην Ελλάδα μια πολύ προσωπική έκφραση την οποία θα καθιερώσει μετά τον πόλεμο. Πρόκειται για μια μοντέρνα αστική αρχιτεκτονική, στην οποία ωστόσο εντάσσονται και παλαιότερα στοιχεία με αφαιρετικό τρόπο. Οπως τα νεοκλασικά μπαλούστρα στους εξώστες των πολυκατοικιών, οι στοές με τις καμάρες, οι φεγγίτες των σπιτιών, αλλά ακόμη και οι κιονοστοιχίες του Χίλτον ή του Μεγάρου Μουσικής. Αν όμως οι επαύλεις και οι πολυκατοικίες καθιέρωσαν τον Βουρέκα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στην Ελλάδα, τα ξενοδοχεία και οι τουριστικές εγκαταστάσεις ήταν εκείνα που τον καταξίωσαν και διεθνώς κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Ξενοδοχεία-κοσμήματα
Το Athenee Palace Hotel ήταν το γεγονός της Αθήνας του 1950. Θα ακολουθούσαν το King Minos (1963), το Royal Olympic (1966-68) με συνεργάτη τον Βασίλη Γρηγοριάδη και αργότερα, το 1979, σε συνεργασία με τους Ι. Βικέλα, Κ. Δεκαβάλλα, Σ. Μολφέση και Σ. Δήμου, το ξενοδοχείο Αστήρ Παλλάς. Αλλά το κτίριο-σταθμός που θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της Αθήνας είναι βέβαια το Hilton Athens, τη μελέτη του οποίου αρχίζει ο Βουρέκας το 1958 σε συνεργασία με τους Π. Βασιλειάδη, Σ. Στάικο και Α. Γεωργιάδη.
«Ενα ξενοδοχείο αμύθητου πλούτου πρόκειται να ανεγερθή εις τας Αθήνας» γράφει ο Γ. Σκλιας στις 13.1.1957 στην εφημερίδα «Το Βήμα». Αλλά προτού καν δημοσιευθούν τα σχέδια, ο Γ. Κορομηλάς θα το αποκαλεί ουρανοξύστη, που θα καταστρέψει το αστικό τοπίο. Ετσι, η ανέγερσή του θα αντιμετωπιστεί ως οικονομικο-πολιτικό σκάνδαλο από μεγάλη μερίδα του Τύπου, που θα παραβλέψει την αρχιτεκτονική αξία του.

Ο Ωνάσης και ο Σινάτρα
Στα εγκαίνια πάντως το 1963, παρουσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Αριστοτέλη Ωνάση και του Φρανκ Σινάτρα, θα παραστεί και ο ίδιος ο Κόνραντ Χίλτον, που θα το χαρακτηρίσει ως «ένα κομψό και ήρεμου αξιοπρέπειας μνημείον του 20ού αιώνα», τονίζοντας παράλληλα τις αρχαιοελληνικές νύξεις του. Το βέβαιο ωστόσο είναι ότι αυτό το επιβλητικό αλλά ταυτόχρονα λιτό κτίριο με το ανάγλυφο του Μόραλη και με πρόσοψη που παραπέμπει αυτόματα στην επίσημη ελληνική αρχιτεκτονική θα αποτελέσει το κατ' εξοχήν τοπόσημο της σύγχρονης πόλης.
Η μελέτη των ακτών του Σαρωνικού και οι εγκαταστάσεις των Αστεριών στη Γλυφάδα, της Λαϊκής Πλαζ της Βουλιαγμένης και του τουριστικού συγκροτήματος στο Μικρό Καβούρι θα αποτελούσαν εξάλλου την πρώτη εφαρμογή οργανωμένου λουτρικού και τουριστικού συγκροτήματος στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Ο ευπατρίδης της αρχιτεκτονικής, ένας άνθρωπος ευγενής, ευχάριστος, καλοσυνάτος και ταυτόχρονα εξαιρετικός εργοδότης, όπως λένε όσοι τον γνώρισαν, άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στην Αθήνα που ζούμε.

Από το Κολωνάκι στα Αστέρια της Γλυφάδας
Στις αγαπημένες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου τα κτίρια του Εμμανουήλ Βουρέκα είναι οι «άλλοι» πρωταγωνιστές της μεταπολεμικής Ελλάδας. Οι σκηνοθέτες τα επιλέγουν για να δείξουν τη μοντέρνα Αθήνα που έχει πολυτελείς πολυκατοικίες με ρετιρέ που βλέπουν στην Ακρόπολη, πλούσιες επαύλεις στην Κηφισιά και νέες υπερσύγχρονες πλαζ.
Οπως πολύ εύστοχα σημειώνει η καθηγήτρια κυρία Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη, οι ήρωες της Φίνος Φιλμ, του Αλέκου Σακελλάριου, του Γιώργου Ρούσσου, του Γιάννη Δαλιανίδη ζουν και κινούνται μέσα σε αυτή την Αθήνα που δημιούργησαν ο Μανώλης Βουρέκας και οι σύγχρονοί του. Το ίδιο και οι νεοέλληνες συγγραφείς με πρώτο τον Γιάννη Μαρή, που τα μυθιστορήματά του έχουν συχνά για ντεκόρ το κέντρο της πόλης.
Είναι η εποχή του 1950, του 1960 και των αρχών του 1970. Οι κοσμικοί της Αθήνας χορεύουν σε σάλες των δικών του ξενοδοχείων, δίνουν τα ραντεβού τους σε νάιτ κλαμπ και κέντρα διασκέδασης όπως η «Αργώ» και η «Ωκεανίς» στα Αστέρια της Γλυφάδας ή εμφανίζονται σε ντεφιλέ και τσάι-πινάκλ των φιλανθρωπικών σωματείων. Ταυτόχρονα εισάγονται «νέες» λέξεις, όπως ασανσέρ, ρετιρέ, ενώ ο θυρωρός, τα κοινόχρηστα και η σκάλα υπηρεσίας αποκτούν νέο περιεχόμενο.


πότε & πού:
«Ο κόσμος του Εμμανουήλ Βουρέκα». Εγκαίνια στις 11 Οκτωβρίου στο Νέο Κτίριο του Μουσείου Μπενάκη.
Η ομώνυμη μονογραφία της Μάρως Καρδαμίτση-Αδάμη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μέλισσα.
 
Πηγή Το Βήμα
30.9.2012

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

"Αντε ρε, αλήθεια, υπάρχουν δύο Ελλάδες;

Ξενοδοχείο Βύρων Πλάκα Αθήνα - Πηγή φωτό Βικιπαίδεια
Στην οδό Αιόλου, στην πρόσοψη ενός από τα παλιότερα αθηναϊκά νεοκλασικά, ένα πανό που έχει αναρτήσει η συμπαθής ομάδα των Atenistas ειδοποιεί με μεγάλα τυπογραφικά ψηφία τον περαστικό ότι «Στέκεσαι στο Ξενοδοχείο "Βύρων"». Ακολουθεί ένα μακροσκελές κείμενο, που μας πληροφορεί ότι το κτίριο οικοδομήθηκε τη δεκαετία του 1830, ότι λειτούργησε για τουλάχιστον έναν αιώνα ως ξενοδοχείο, ότι φιλοξένησε πιθανώς τον Οθωνα κατά την πρώτη του επίσκεψη στην Αθήνα, ότι στέγασε για ένα διάστημα το αστρονομικό και μετεωρολογικό παρατηρητήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών κ.λπ. κ.λπ.
Πάνω σ' αυτό το κείμενο, ένα χέρι έχει γράψει με τεράστια κόκκινα γράμματα, που το καλύπτουν από πάνω ώς κάτω: «Αντε ρε, αλήθεια;».
Αμέσως σού έρχεται να πεις ότι έχεις μπροστά σου άλλη μια περίπτωση βανδαλισμού (έστω έμμεσου αυτή τη φορά) κατά ιστορικού μνημείου, από εκείνες που τείνουν να γίνουν ενδημικές στην Αθήνα. Ε, λοιπόν, εδώ αυτή είναι μόνον η μισή αλήθεια! Γιατί η βέβηλη επέμβαση είναι η ειρωνική απάντηση στην πρόκληση που εκτοξεύεται από το πανό, τόσο με την επιδεικτική παρουσία του όσο και με το πομπώδες, δασκαλίστικο ύφος του κειμένου, προπαντός της εισαγωγής, ύφος που μοιάζει να μη θέλει να πληροφορήσει αλλά να θαμπώσει και να εκβιάσει έναν περιδεή θαυμασμό.
Βρίσκω ειλικρινά συγκινητικές τις πρωτοβουλίες των Atenistas και τις υποστηρίζω όσο μπορώ. Αλλά στον παράξενο «διάλογο» που αποτυπώνεται σ' αυτή τη γωνιά της Αιόλου βλέπω μια εμβληματική εικόνα του πραγματικού χάσματος που χωρίζει τις περίφημες δύο Ελλάδες, την «Ελλάδα του εκσυγχρονιστικού πνεύματος» και την «οπισθοδρομική Ελλάδα», μια προβολή των πραγματικών όρων που καθορίζουν τη σύγκρουση των δύο κόσμων και που είναι, δυστυχώς, πιο σύνθετοι, πιο αμφίσημοι απ' όσο θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε αυτές οι δύο ετικέτες.
Γιατί οι νουθεσίες, η κριτική, οι εκκλήσεις που απευθύνει η «εκσυγχρονιστική» πολιτική, επιχειρηματική, κοινωνική ή πνευματική ελίτ της χώρας στον «λαό» για αλλαγή νοοτροπίας, για την αδήριτη ανάγκη περισσότερων θυσιών, για τον θανάσιμο κίνδυνο απομόνωσης από την Ευρώπη κ.λπ. γίνονται συνήθως μ' ένα αφ' υψηλού ύφος, με μια κραυγαλέα ρητορική που δίνει την εντύπωση πως θέλει μάλλον να παραλύσει από φόβο τους αποδέκτες (και μέσα στη σκοτοδίνη αυτού του φόβου να κρύψει ίσως κάτι) παρά να τους πείσει και να τους δραστηριοποιήσει θετικά. Είναι ένας λόγος που, έτσι αισθάνομαι πολλές φορές κι εγώ ο «εκσυγχρονιστής», εξωθεί σε μια απάντηση του τύπου «Αντε ρε, αλήθεια;». Πολύ περισσότερο όταν εκπέμπεται από ανθρώπους που, στην πλειονότητά τους, δεν έχουν νιώσει στο πετσί τους ούτε ένα τσιμπηματάκι της κρίσης που συνθλίβει κοινωνικά στρώματα ασθενέστερα από το δικό τους.

Αλλά μήπως είναι διαφορετικός ο «προοδευτικός» λόγος της Αριστεράς; Ας πάρουμε τη στάση της στο πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης. Το ίδιο από καθέδρας ύφος, την ίδια ηθικολογική κατήχηση δεν ακούμε, όταν εκπρόσωποι αυτού του χώρου απευθύνονται σε πολίτες που βλέπουν την όποια περιουσία τους να καταστρέφεται, τη γειτονιά τους και το κέντρο της πόλης τους να έχουν γίνει αδιάβατα γκέτο, την ίδια τη ζωή τους ν' απειλείται, για να τους ζητήσουν κατανόηση, ανοχή, σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων (που έχουν μόνον οι άλλοι); Tην ίδια υποψία δεν έχουμε άραγε ότι μιλούν εδώ άνθρωποι που δεν ζουν καθημερινά, δεν έχουν καν αντικρίσει ποτέ από κοντά αυτή την ερεβώδη πραγματικότητα; Το ίδιο «Αντε ρε, αλήθεια;» δεν μας έρχεται να ξεστομίσουμε ως απάντηση στις μονότονες, δακρύβρεχτες αναφορές στα πάθη των «προσφύγων» (μια ταμπέλα που λες κι εξαγιάζει όποιον τη φοράει και τον τοποθετεί υπεράνω κάθε μομφής), τις βαρύγδουπες υπομνήσεις των δικών μας υποχρεώσεων απέναντί τους; Σκέφτονται ποτέ όλοι αυτοί οι αδιάβροχοι και αεροστεγείς κατηχητές τις δικές τους ευθύνες για το πράγματι ανατριχιαστικό θέριεμα της Χρυσής Αυγής;
Και η καλλιτεχνική ελίτ μας; Που τόσο της αρέσει να φαντάζεται ότι αυτή είναι ο γλυκός πυρήνας της καραμέλας που σερβίρει η υποκρισία των πολιτικών περί του πολιτισμού ως βαριάς βιομηχανίας μας; Με «πολιτιστικά γεγονότα» περισσότερο κοσμικά παρά πολιτιστικά, με «πειραματισμούς» περισσότερο εξεζητημένους (και κακόγουστους) παρά πρωτότυπους, με «παρεμβάσεις» περισσότερο σκανδαλοθηρικές παρά αληθινά αιρετικές, αντάμα όλα αυτά με τη θεσιθηρία, τις κολακείες προς τους διοικούντες, τη νοοτροπία του επιδοματισμού, τάχα δεν μας προκαλεί και αυτή η ελίτ να σαρκάσουμε «Αντε ρε, αλήθεια;» όποτε εξαπολύει σαν πυροτεχνήματα στον ουρανό της κρίσης, ζητώντας να μας καταπλήξει, τα προκάτ και σχεδόν πάντοτε ανούσια ή τετριμμένα μηνύματά της;

Δύο Ελλάδες, εντάξει. Το έχω πει κι εγώ επανειλημμένα, ως έκφραση της διχοτομίας ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες με διαφορετική κουλτούρα και προσανατολισμό, όλες όμως προϊόντα της ίδιας ιστορίας, της ιστορίας τούτης 'δώ της χώρας. Αλλά βλέποντας, ειδικά σήμερα, πώς η μία πλευρά, αυτή που ακόμα αισθάνομαι πως βρίσκεται πιο κοντά στις δικές μου ανησυχίες, μιλάει στην άλλη, έχω συχνά την εντύπωση αγέρωχου άποικου που νουθετεί καθυστερημένους ιθαγενείς. Και με τέτοιους όρους πολύ λίγες ελπίδες υπάρχουν ν' αλλάξει κάτι ριζικά στην πατρίδα μας, όσες διευκολύνσεις και αν μας κάνουν ο Ντράγκι και η Μέρκελ. Πώς να συγκλίνει η Ελλάδα με την υπόλοιπη Ευρώπη, όταν δεν μπορεί να συγκλίνει με τον εαυτό της; 
Του Δημοσθένη Κούρτοβικ
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
15-15.9.2012

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Η νέα αστική ηθική στο σαλόνι του Δαλιανίδη

Στη δεκαετία του ’50 οι ήρωες ζουν στους δρόμους. Εκεί υπάρχει το όνειρο αλλά και η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Ο εκσυγχρονισμός έρχεται μαζί με τη «Θεία από το Σικάγο» (1957) του Αλέκου Σακελλάριου και της Φίνος Φιλμ – στη φωτογραφία, ο Ορέστης Μακρής και η Γεωργία Βασιλειάδου
Το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, η προκυμαία της Θεσσαλονίκης, οι λαϊκές γειτονιές της Πλάκας με τα Αναφιώτικα, τα νεοκλασικά αθηναϊκά σπίτια, το λιμάνι του Πειραιά, η Καστέλα, το Μοναστηράκι, η Κηφισιά, οι προσφυγικοί συνεταιρισμοί, οι υπαίθριες αγορές, οι χωματόδρομοι, οι αυλές των σπιτιών, τα προσφυγικά αλλά και τα εξοχικά προάστια των μεγαλοαστών, η οδός Συγγρού και η λεωφόρος Ποσειδώνος, οι πολυκατοικίες, οι περιοχές της σύγχρονης πόλης, τα πάρκα, τα νεόδμητα αστικά διαμερίσματα, το Κολωνάκι, οι πολυτελείς επαύλεις, τα περίφημα λίβινγκ ρουμ, τα μοντέρνα έπιπλα (το δανέζικο σαλονάκι), η εξηλεκτρισμένη κουζίνα, οι πίνακες τέχνης στους τοίχους, οι ιβουάρ κουρτίνες... Μια ολόκληρη αφήγηση της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας μέσα από τις αλλαγές των χώρων και των τόπων, όπως καταγράφηκαν στον ελληνικό δημοφιλή κινηματογράφο των ετών 1950-1970 προσφέρει η Αγγελική Μυλωνάκη στο βιβλίο της Από τις αυλές στα σαλόνια.
 
H συγγραφέας έχει ασχοληθεί ειδικότερα με αυτή την 20ετία, καθώς έχει εκδώσει και τη μελέτη Δουλειές με φούντες: η ιστορία της επιχειρηματικότητας μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο '50-'70. Στη νέα της μελέτη παρακολουθεί το πώς εμφανίζεται ο δημόσιος, ο ημι-δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στην Ελλάδα ταυτόχρονα με την εξέλιξη της κοινωνίας. Οχι όμως την πραγματική της εξέλιξη αλλά αυτή που υπάρχει στο φαντασιακό των κατοίκων της. 
 
Οι ταινίες, όπως συμπεραίνει από την έρευνά της, δεν πραγματοποιούν μια εικονική γνωριμία των θεατών με την πόλη, αλλά οικοδομούν τη μυθολογία της. Μια μυθολογία που διακατέχει τους μη αστικούς πληθυσμούς και καθοδηγεί τους άρτι εξαστισμένους εσωτερικούς μετανάστες στο σύγχρονο αστικό κέντρο. Ο ελληνικός κινηματογράφος, δηλαδή, παίζει έναν κοινωνικοποιητικό ρόλο στην εξεταζόμενη εικοσαετία. 
 
Η ροπή προς την αστικοποίηση αναδεικνύεται από τις πρώτες ταινίες: αν εξαιρέσει κανείς μερικές «φουστανέλες», δηλαδή της υπαίθρου, οι περισσότερες ταινίες από το '50 και μετά διαδραματίζονται στην πόλη και μάλιστα στην ανοιχτή πόλη. Η πλακιώτικη γειτονιά στον «Μεθύστακα» ή το Δουργούτι στη «Μαγική πόλη» του Κούνδουρου είναι οι χώροι όπου οι φτωχοί άνθρωποι εργάζονται, παλεύουν, κάνουν όνειρα. Ολα γίνονται στους δρόμους. 
 
Σε αυτές τις ταινίες βλέπουμε συχνά τον Λυκαβηττό, τον Εθνικό Κήπο, το Ζάππειο, την Ακρόπολη, την Ομόνοια, το Σύνταγμα και τους γύρω δρόμους. Κυριαρχούν το ρομαντικό στοιχείο, η συλλογικότητα των λαϊκών συνοικιών, η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Πολύ κοντά στον νεορεαλισμό, ο Κούνδουρος και ο Κακογιάννης κάνουν στις ταινίες τους τα πρώτα κοινωνικά σχόλια. Ξεπερνούν την ηθογραφία και καταγράφουν με κριτική ματιά τις πρώτες εμφανίσεις του δυϊσμού που επέρχεται μεταξύ παράδοσης και νεωτερισμού. Θυμηθείτε μόνο το μπιλιαρδάδικο Magic City στη «Μαγική πόλη» - σε αντίθεση με τον μαχαλά όπου μένουν οι πρωταγωνιστές.
 
Στο μεταίχμιο λίγο πριν από τη δεκαετία του '60 ο νεωτερισμός της πόλης εμφανίζεται πιο δυναμικά στον κινηματογράφο. Η πόλη σηματοδοτείται πλέον από στοιχεία-σύμβολα αυτού του νεωτερισμού: φανάρια, διαβάσεις πεζών, βιτρίνες εμπορικών καταστημάτων, θέση τροχονόμου, στάσεις λεωφορείων κ.λπ. Η γειτονιά αρχίζει σιγά-σιγά να εξαφανίζεται: παραμένει ως χώρος αλλά όχι ως κοινωνικός σύνδεσμος ανάμεσα στα μέλη της. 
 
Τώρα τον ρόλο της κοινωνικής αλληλεγγύης που συντηρούσε η γειτονιά τον αναλαμβάνει η οικογένεια: τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, την εμφύσηση αξιών και προτύπων συμπεριφοράς. Ηδη αρχίζει να εμφανίζεται η πολυκατοικία, που συμβολοποιείται στην αναπαράσταση του μικροαστικού διαμερίσματος. Το νέο όραμα για τα εξαστικοποιημένα τμήματα της Αθήνας ανατέλλει με τη βοήθεια της αντιπαροχής. Ετσι, στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Στουρνάρα 288» μεταβαίνουμε από την οριζόντια διαστρωμάτωση στην κάθετη, όπως αυτή εμφανίζεται στις εικόνες των διαμερισμάτων.

Νέα αστικά ήθη
Η δεκαετία του '60-'70 αναδεικνύει ένα άλλο πρόσωπο, τόσο στο ελληνικό όσο και στο ευρωπαϊκό σινεμά. Τη φιλόξενη και γραφική πόλη της δεκαετίας του '50 διαδέχεται το άξενο και αποσπασματικό τοπίο της νέας πλήρως αστικοποιημένης πόλης. Οι ελληνικές ταινίες υπηρετούν μια νέα αστική ηθική, όπου όλα γίνονται πια για την ατομική ευημερία. Οι ταινίες δείχνουν το νέο κέντρο της πόλης, που συγκεντρώνει διοικητικές και εμπορικές λειτουργίες, τις νέες δομές που συντείνουν στον επερχόμενο εκσυγχρονισμό. 
 
Μια ξεχωριστή περίπτωση που δεν υπακούει στον προηγούμενο κανόνα είναι τα ελληνικά μιούζικαλ. Οι ανύπαρκτοι και εμφανώς κατασκευασμένοι χώροι του μιούζικαλ αντιμετωπίζουν την πόλη ως τουριστικό αξιοθέατο και προβάλλουν το θέαμα ως ιδεολογία, συμβάλλοντας στη διάδοση στερεότυπων τουριστικών εικόνων σε μια εποχή που ο τουρισμός στη χώρα μας γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη. 
 
Οι ταινίες της δεκαετίας του '60 αλλάζουν την αφήγηση του χώρου. Στην πλειονότητά τους έχουν ως κύριο χώρο το διαμέρισμα. Εκεί διαμορφώνονται οι σχέσεις, οι συγκρούσεις και η κατάληξη της όποιας ιστορίας.
 
Το αστικό διαμέρισμα συνδέει την έννοια της οικίας με την προβολή ανερχόμενων αξιών της εποχής: καταναλωτισμός, ατομισμός, δυτικά πρότυπα συμπεριφοράς, ντυσίματος, μουσικής, συνηθειών. Ποιος δεν θυμάται τη μόνιμη προσφορά προς τον επισκέπτη σε τέτοιου είδους κατοικίες: «Να σας βάλω ένα ουισκάκι;». Η κατοικία αποτελεί πια μια δήλωση για την προσωπική ταυτότητα του ενοίκου της, αλλά και τον καθρέφτη που αντανακλά τις κοινωνικές αξίες τις οποίες ενστερνίζεται.
Οπως τονίζει η συγγραφέας, όμως, η κατοικία αυτή όπως παρουσιάζεται είναι εξιδανικευμένη: είναι το μικροαστικό όνειρο, είναι το σπίτι που διαφημίζεται ως «παλατάκι λουξ με όλα τα κομφόρ». Η Ελένη Βλάχου το αποκαλεί «Σαλόνι-τέρας… Το σαλόνι με τις "μαρκετερί", με τα ισχνά τραπεζάκια και τα πελώρια βάζα, το σαλόνι το δήθεν πλούσιο, το δήθεν φτασμένο της πλούσιας νύφης, του πλούσιου γαμπρού, που καθρεπτίζει πιο χαρακτηριστικά από οτιδήποτε άλλο την κυριαρχία της σύγχρονης αγουστιάς».
 
Μέσα σε αυτό το μοντέρνο σπίτι η γυναίκα χειραφετείται, γίνεται επιχειρηματίας, διεκδικεί δικαιώματα έναντι των ανδρών. Το παραδοσιακό μοντέλο της γυναίκας-νοικοκυράς εκσυγχρονίζεται καθώς η παρουσία της στον ιδιωτικό χώρο του διαμερίσματος συνδέεται με την κατανάλωση και τα μοντέρνα έπιπλα και εξαρτήματα. Ολα αυτά επιφανειακά, καθώς το πατριαρχικό πρότυπο εξακολουθεί να κυριαρχεί και είναι αυτό που στο τέλος σφραγίζει την εξέλιξη. 
 
Αν είναι κάτι που μας δείχνει με πλήρη ευκρίνεια η μελέτη της Α. Μυλωνάκη είναι ότι οι ελληνικές ταινίες κατάφεραν να αποτυπώσουν τις πολιτιστικές και κοινωνικές μεταβολές της σύγχρονης κοινωνίας και ταυτόχρονα να συνδιαμορφώσουν ως πολιτιστικό μέσο τις αλλαγές αυτές. Ο ελληνικός δημοφιλής κινηματογράφος καταρτίζει μια νέα γλώσσα, τη γλώσσα των εικόνων, αποσπά την προσοχή του κοινού από την προφορικότητα ή ακόμη και τη γραπτή παράδοση και τον εισάγει στον κόσμο και στην αισθητική των εικόνων. 
 
Είναι το πρώτο ΜΜΕ που αναλαμβάνει με τρόπο συστηματικό και μαζικοποιημένο τη μύηση του λαϊκού κοινού στο ιδιωτικό σύμπαν της κατοικίας. Είναι ένας τρόπος να εισαχθεί ο θεατής σε έναν νέο κόσμο κατανάλωσης υλικών και άυλων αξιών που συμπεριλαμβάνονται στην αστική ζωή στο διαμέρισμα. Θα ακολουθήσει η τηλεόραση, η οποία και θα επεκτείνει την προβληματική και τις εμπειρίες του εμπορικού ελληνικού κινηματόγραφου.

Του Γιάννη Μπασκόζου
Πηγή Το Βήμα
26.2.2012

Μια διαμάχη τραυματίζει την Ιστορία (Εστία Νέας Σμύρνης)

Για τους παλιούς Νεοσμυρνιώτες αλλά και τους σημερινούς κατοίκους της πόλης η Εστία της Νέας Σμύρνης αποτελεί ένα ακλόνητο σημείο αναφοράς. Το μνημειακό μέγαρο με τις ιωνικές κολώνες και τη χαρακτηριστική ζωφόρο όπου ξετυλίγονται σκηνές από την «Εξοδο» του μικρασιατικού Ελληνισμού νοηματοδοτεί τους υπαρξιακούς δεσμούς ανάμεσα στο μακρινό πια «χθες» και τους επιγόνους ενός τόσο ξεχωριστού κεφαλαίου για το ελληνικό έθνος. Στο εσωτερικό του μεγάρου φυλάσσονται μοναδικοί θησαυροί του πολιτισμού που ευδοκίμησε στα χώματα της Ιωνίας (λειτουργούν μουσεία και μια Πινακοθήκη), ενώ την ίδια στιγμή η Εστία διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτιστική και κοινωνική ζωή της Νέας Σμύρνης ως βασικός πυλώνας εκπαίδευσης, πολιτισμού και διατήρησης της ιστορικής μνήμης.
Είναι όμως ώρες δύσκολες για τον κραταιό θεσμό της πόλης. Και τα πράγματα ήρθαν έτσι ώστε πολλοί κάτοικοι της Νέας Σμύρνης να παρακολουθούν με θλίψη την Εστία και τον δήμο να βρίσκονται σήμερα στα δικαστήρια για να επιλύσουν τις διαφορές τους. Αντικείμενο της νομικής διαμάχης, η ιδιοκτησία του σχολικού συγκροτήματος που ανεγέρθηκε για λογαριασμό της Εστίας στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και δίπλα ακριβώς από το κυρίως κτίριο με κατά το ήμισυ δωρεά του Αριστοτέλη Ωνάση. Εκεί αρχικά στεγάστηκαν σχολές για την εκπαίδευση μηχανικών του Εμπορικού Ναυτικού και άλλων ειδικοτήτων, κατά βάσιν τεχνικών. Με την πάροδο του χρόνου το ενδιαφέρον για τις σχολές ατόνησε και σταδιακά η χρήση των 30 αιθουσών άρχισε να μεταβιβάζεται στη Δημόσια Εκπαίδευση. Από το 1998, όταν το σύνολο του κτιρίου λειτουργούσε υπό την ευθύνη του υπουργείου Παιδείας, το κράτος απέδιδε στην Εστία μίσθωμα που το 2007 έφθανε το ύψος των 37.000 ευρώ τον μήνα. Οπως είναι φυσικό, αυτό το σημαντικό πρόσοδο αποτέλεσε τον βασικό πόρο για τη λειτουργία και την ανάπτυξη της Εστίας.
Αλλαγή σκυτάληςΜε τη διοικητική αλλαγή του «Καλλικράτη», η ευθύνη της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης πέρασε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Και ο Δήμος Νέας Σμύρνης αποφάσισε από τον Ιανουάριο του 2011 να μην καταβάλλει το σχετικό μίσθωμα. Μας εξηγεί τον λόγο ο δήμαρχος Νέας Σμύρνης Σταύρος Τζουλάκης: «Το οικόπεδο παραχωρήθηκε στην Εστία για την ανέγερση του κεντρικού της μεγάρου, αλλά και των εκπαιδευτηρίων από τον δήμο. Στο συμβόλαιο παραχώρησης υπάρχει όρος σύμφωνα με τον οποίο η κυριότητά τους θα επιστρέψει στον δήμο εφ’ όσον σταματήσει η λειτουργία των σχολών του εμπορικού ναυτικού και η δραστηριότητα θα είχε σκοπό την παροχή υπηρεσιών και όχι τον προσπορισμό εσόδων. Δεν είναι δυνατόν στην παρούσα οικονομική κατάσταση να πληρώνω 380.000 ευρώ τον χρόνο για ένα οικόπεδο που έχω παραχωρήσει με την παραπάνω αίρεση που ανέφερα. Θα είμαι έκθετος απέναντι στους δημότες μας».
Η διοίκηση της Εστίας θεωρεί εντελώς αυθαίρετη την ερμηνεία του δήμου και απάντησε με αγωγές που θα αρχίσουν να εκδικάζονται από τον Νοέμβριο. Ο πρόεδρος της Εστίας κ. Ιωάννης Λ. Καλογείτονας είναι σαφής. Λαμβάνει υπόψη του το τελευταίο συμβόλαιο παραχώρησης που έχει συνάψει η Εστία με τον δήμο, εν έτει 1952 και στο οποίο μας διαβεβαιώνει ότι το κτίριο είναι κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή περιουσία της Εστίας με μοναδική υποχρέωση την ανέγερση των ειδικών σχολών, όπως και έγινε. Τους τελευταίους 14 μήνες η Εστία επιβιώνει χάρη σε ένα μικρό αποθεματικό που διέθετε, από μισθώματα ακινήτων, ορισμένες δωρεές, αλλά ο κ. Καλογείτονας σπεύδει να δηλώσει ότι τα χρήματα τελειώνουν. Και πιστεύει ότι πίσω από την άρνηση του δήμου υπάρχει η ανομολόγητη πρόθεση να «βάλει πόδι» στην Εστία. Τον ρωτάμε γιατί η Εστία δεν αξιοποιεί την ακίνητη περιουσία της, αποτέλεσμα σημαντικών δωρεών όλα αυτά τα χρόνια. «Δυστυχώς, πρόκειται για παλαιές ιδιοκτησίες με σημαντικά προβλήματα και δεν διαθέτουμε τα χρήματα σήμερα για να τις επισκευάσουμε. Κι όσο περνάει ο χρόνος, απομειώνεται η αξία τους, ενώ δεν βοηθάει καθόλου και η οικονομική συγκυρία». Ο δήμαρχος γνωρίζει την ύπαρξη οικοπέδων της Εστίας προς αξιοποίηση που η Εστία αρνείται να αξιοποιήσει. «Ποιος θα μπορούσε ελαφρά τη καρδία να πάρει μια τέτοια απόφαση εκποίησης περιουσιακών στοιχείων όταν η οικονομική κατάσταση είναι αυτή που όλοι γνωρίζουμε;», απαντάει ο πρόεδρος της Εστίας. «Αλλά θα προχωρήσουμε κάνοντας κι εμείς τις δικές μας υποχωρήσεις».
Κι ενώ το κλίμα δεν είναι καλό ανάμεσα στις δύο πλευρές, ρωτάω τον δήμαρχο αν υπάρχουν περιθώρια συμβιβασμού που ενδεχομένως θα οδηγούσαν σε εκτόνωση. «Δεν αντιδικώ με την Εστία ούτε φυσικά υπάρχει η παραμικρή πρόθεση “άλωσης” της Εστίας. Είμαι διατεθειμένος να την ενισχύσω, αλλά όχι με την παροχή ενοικίου». Ο κ. Καλογείτονας πρότεινε στη δημοτική αρχή να μειωθεί το ενοίκιο, αλλά ο δήμος δεν αναγνωρίζει την ευθύνη απόδοσης μισθώματος.
Προς το παρόν, το αδιέξοδο συνεχίζεται.Διαδρομή 82 ετώνΗ Εστία της Νέας Σμύρνης είναι σωματείο το οποίο ιδρύθηκε από Μικρασιάτες πρόσφυγες τον Ιούνιο του 1930 με πρώτη επωνυμία «Λέσχη Νέας Σμύρνης». Εκείνη την εποχή ο νεοσύστατος συνοικισμός μετρούσε 400 περίπου οικογένειες. Εννέα χρόνια αργότερα πήρε το σημερινό της όνομα. Για την ανέγερση της Εστίας παραχωρήθηκε το 1938 οικόπεδο από την κοινότητα της Νέας Σμύρνης. Η συμβολική θεμελίωση του Μεγάρου της Νέας Σμύρνης έγινε στις 23 Απριλίου 1939, τελετή την οποία τίμησαν με την παρουσία του ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ και ο διάδοχος Παύλος. Το ξέσπασμα του πολέμου ανέβαλε το φιλόδοξο σχέδιο με αποτέλεσμα να έχουμε εκ νέου θεμελίωση στις 12 Ιουνίου 1955.
Χρειάστηκαν 20 χρόνια για να ολοκληρωθεί το επιβλητικό κτίριο σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ιωάννη Παυλίδη. Τη ζωφόρο όπου απεικονίζονται σκηνές από την εκδίωξη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τα πατρογονικά τους εδάφη φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Τάκης Παρλαβάντζας. Οραματιστής και πρόεδρος επί σειρά ετών, από το 1937 μέχρι το 1983, υπήρξε ο αείμνηστος Πάνος Χαλδέζος. Εξαιρετικά σημαντική στην υλοποίηση του έργου αποδείχθηκε η συμβολή Μεγάλων Ευεργετών, Μικρασιατών και μη, και κυρίως του μεγάλου Ελληνα εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση. Στις 23 Ιουλίου 1957 έγινε η κατάθεση του θεμέλιου λίθου της «Σχολής Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού» της Εστίας Νέας Σμύρνης. Πέντε χρόνια μετά, στις 8 Απριλίου του 1962, το βασιλικό ζεύγος Παύλος και Φρειδερίκη εγκαινίασαν τις σχολές της Εστίας που σήμερα αποτελούν το μήλον τη Εριδος ανάμεσα σε Δήμο και Εστία.
Το 1980 θεμελιώθηκε ο «Οίκος Γαλήνης» της Εστίας. Το Γηροκομείο χτίστηκε σε οικόπεδο που δώρισαν για τον σκοπό αυτό οι Θρακιώτες Μιλτιάδης και Ελπινίκη Σαραντή. Η Εστία έχει βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών με το Χρυσό Μετάλλιο και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών καθώς και το Χρυσό Βραβείο Α΄ Τάξεως Εθνικού Ιδρύματος. Σήμερα στην Εστία λειτουργούν επιμορφωτικά τμήματα εκμάθησης αγγλικών, ελληνικών και μικρασιατικών χορών, κεντήματος, σκακιστικό, θεατρικό και φωτογραφικό τμήμα και χορωδία. Μεγάλης αξίας και η Βιβλιοθήκη της Εστίας.

Του Δημήτρη Ρηγόπουλου
Πηγή Καθημερινή
11.3.2012

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Οι ντίλερ των αρχαιοκαπήλων

Τους ντίλερ του εμπορίου αρχαιοτήτων, που έχει αναδειχθεί μια προσοδοφόρα επιχείρηση ανάλογη με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και όπλων, επιχειρεί να παρουσιάσει «Το Βήμα», με αφορμή την κλοπή του Μουσείου της Ολυμπίας και τη σύληψη των αρχαιοκαπήλων στη Βόρεια Ελλάδα. Σε αντίθεση όμως με τους εμπόρους των ναρκωτικών και όπλων, τα άτομα που εμπλέκονται στο εμπόριο αρχαίων αντικειμένων και προϊόντων λαθρανασκαφών με επίκεντρο την Ελλάδα, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Διακινούν τεράστια ποσά, έχουν κάνει λαμπρές σπουδές κυρίως στην αρχαιολογία, διατηρούν ισχυρές διασυνδέσεις με την «υψηλή κοινωνία», δεν διαθέτουν «εθνική ταυτότητα» και περιβάλλονται από το «καθεστώς της νομιμότητας».


Για να ξετυλίξει κανείς το κουβάρι του εμπορίου αρχαιοτήτων που προέρχονται από κλοπές αντικειμένων από μουσεία της Ελλάδα και κυρίως από λαθρανασκαφές και συλήσεις τάφων, θα πρέπει να πιάσει το νήμα του από το τέλος. Τον Δεκέμβριο του 2006 το υπουργείο Πολιτισμού κέρδισε μια μικρή μάχη με το Μουσείο Γκετί. Η διεύθυνση του Μουσείου, υπό την απειλή λήψης νομικών μέτρων, αποδέχεται να επιστρέψει στην Ελλάδα τέσσερα αντικείμενα, τα οποία αποδεδειγμένα ήταν προϊόντα λαθρανασκαφής ή κλοπών. Τα αντικείμενα αυτά ήταν ένα χρυσό μακεδονικό στεφάνι, ένα αρχαϊκό αναθηματικό ανάγλυφο του 6ου π.Χ. αιώνα, που είχε βρεθεί στη Θάσο, μια επιτύμβια πλάκα με επιγραφή από την περιοχή της Βοιωτίας και ένας αθηναϊκός μαρμάρινος κορμός γυναίκας.

Η διαπραγμάτευση με το Γκετί
Η επιστροφή των αρχαίων αντικειμένων οφειλόταν, κυρίως, στη διεθνή συγκυρία που είχε διαμορφωθεί γύρω από το εμπόριο των αρχαιοτήτων. Μετά τις αποκαλύψεις των διωκτικών αρχών της Ιταλίας, που κατάφεραν ισχυρά πλήγματα στο παράνομο εμπόριο, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες ώστε οι χώρες προέλευσης να ασκήσουν ισχυρές πιέσεις σε μουσεία και ιδιώτες συλλέκτες για την επιστροφή των κλαπέντων. «Είχε διαμορφωθεί, τρόπον τινά, ένα λόμπι των χωρών προέλευσης των κλαπέντων αντικειμένων» λέει προς «Το Βήμα» ο τότε υπουργός Πολιτισμού κ. Γιώργος Βουλγαράκης, ο οποίος έκανε και τις διαπραγματεύσεις με το Μουσείο Γκετί. «Στο παιχνίδι μπήκαν και η Interpol και η Europol, ενώ αξιοποιήθηκαν και οι διεθνείς συμβάσεις περί αρχαιοτήτων. Ο ίδιος πήγα στις ΗΠΑ προκειμένου να μιλήσω στον ΟΗΕ, όπου αναμενόταν να υιοθετηθεί ψήφισμα με το οποίο η κλοπή των αρχαίων αντικειμένων θα εξομοιωνόταν με το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων. Στις διαπραγματεύσεις που είχα με τη διοίκηση του Γκετί πείστηκαν τελικά να αποδεχθούν εγγράφως την επιστροφή των αντικειμένων με αντάλλαγμα, τρόπον τινά, να μην τους καταγγείλω από το βήμα του ΟΗΕ. Αν και μίλησα στον ΟΗΕ, δεν είπα τίποτε για το Γκετί...». Ο κ. Βουλγαράκης παραδέχεται, ωστόσο, ότι η επιτυχία αυτή οφείλεται εν πολλοίς στους Ιταλούς. «Μια ομάδα αρχαιολόγων», λέει, «εργάστηκε επί έξι μήνες για να τεκμηριώσει ότι τα αντικείμενα ήταν προϊόντα παράνομου εμπορίου. Για αυτό τον λόγο πήγε και στην Ιταλία όπου και πήρε σημαντικά στοιχεία».
«Πρωταγωνίστρια» στην υπόθεση αυτή η Μάριον Τρου, έφορος στο μουσείο Ζαν - Πολ Γκετί. Η Τρου, όταν ανακρίθηκε από τις διωκτικές αρχές στην Ιταλία - εκκρεμούν σε βάρος της μάλιστα και δικαστικές αποφάσεις - παραδέχθηκε ότι αγόρασε το στεφάνι το 1993 αντί 1,5 εκατ. δολαρίων από τον αρχαιολόγο-αρχαιοπώλη Κριστόφ Λεόν.
Η υπόθεση αυτή είχε και μια παράπλευρη εξέλιξη που έριξε φως, εκτός των άλλων, σε έναν από τους βασικούς δρόμους του παράνομου εμπορίου αρχαιοτήτων. Οι διωκτικές αρχές της Ελλάδας, με βάση τα στοιχεία των Ιταλών για το χρυσό στεφάνι, ανακάλυψαν ότι η Μάριον Τρου είχε βάλει στο μάτι ακόμη ένα αρχαίο αντικείμενο. Θα αγόραζε στη Γερμανία ένα χάλκινο άγαλμα, τον «σκεπτόμενο έφηβο» όπως ονομάστηκε ή το «άγαλμα του Σάαρμπρουκεν». Και αυτή τη φορά η συμφωνία θα κλεινόταν πάλι μέσω του ντίλερ Κριστόφ Λεόν. Οι διωκτικές αρχές της Ελλάδας ζήτησαν τη συνδρομή των Γερμανών και από κοινού απέτρεψαν τελικά την πώληση. Οι δράστες συνελήφθηκαν σε μια κοινή επιχείρηση στο ξενοδοχείο «Ramonia» στη Γερμανία. Το άγαλμα επαναπατρίστηκε και εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο με τον τίτλο «Αγών». Το ελληνικό κράτος, όπως και στην περίπτωση του χρυσού στεφανιού, δεν κίνησε καμία νομική διαδικασία σε βάρος του Μουσείου Γκετί...

Το «κύκλωμα της Γερμανίας»
Το «κύκλωμα της Γερμανίας», που εξακολουθεί να είναι και σήμερα ισχυρό, ήλθε στο προσκήνιο κυρίως λόγω των διασυνδέσεων που διατηρούσε μαζί του ο πρώην υπαρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Μιχάλης Νηστικάκης, ο οποίος ενεπλάκη και στη συλλογή Μητσοτάκη, αν και αποδείχθηκε ότι ένα μέρος της συλλογής προήλθε από τον τάφο της Οδηγήτριας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις πάντως των αρχών ασφαλείας «στο κύκλωμα της Γερμανίας καταλήγουν οι αρχαιότητες που προέρχονται κατά κύριο λόγο από λαθρανασκαφές στη Βόρεια Ελλάδα. Για την προώθηση των αρχαίων αντικειμένων στη διεθνή αγορά αξιοποιούνται άτομα της κοινότητας των ελλήνων μεταναστών, όπως και η τουρκική μαφία, η οποία κατέχει ισχυρό μερίδιο στην αρχαιοκαπηλία. Τα άτομα αυτά πωλούν τα προϊόντα των λαθρανασκαφών σε αρχαιοπώλες της Γερμανίας, της Ελβετίας και της Μεγάλης Βρετανίας, οι οποίοι και τα προωθούν με τη σειρά τους σε ιδιώτες συλλέκτες ή και σε μουσεία».
Το επίκεντρο του διεθνούς κυκλώματος του λαθρεμπορίου αρχαιοτήτων ήταν ως το 2005 τουλάχιστον το free port (Ελεύθερη Ζώνη) της Γενεύης. Μέσω αυτού διακινούνταν τα προϊόντα κλοπών ή λαθρανασκαφών από την Τουρκία, την Ελλάδα και την Ιταλία. Το καθεστώς της διακίνησης των εμπορευμάτων χωρίς κανέναν έλεγχο άλλαξε το 2005, όταν οι Ελβετοί έπειτα από ισχυρές πιέσεις των Ιταλών και την κατάρρευση της αυτοκρατορίας των εμπόρων αρχαιοτήτων Ρόμπιν Σάιμς και Χρήστου Μιχαηλίδη, υποχρεώθηκαν να αναθεωρήσουν το καθεστώς διακίνησης των προϊόντων χωρίς έλεγχο.

Επιχείρηση «Πανδώρα»
Οι Ιταλοί άνοιξαν για πρώτη φορά αποθήκες στο free port το 1995. Η επιχείρηση αυτή έφερε τον κωδικό «Πανδώρα». Οι αποθήκες ανήκαν στον έμπορο αρχαιοτήτων Τζιάκομο Μέντιτσι. Στην επιχείρηση «Πανδώρα», όπως αποκαλύπτει στο βιβλίο του «Αρχαιοκαπηλία και Εμπόριο Αρχαιοτήτων» ο συγγραφέας και σκηνοθέτης κ. Ανδρέας Αποστολίδης, συνεργάστηκε και η Σκότλαντ Γιάρντ, το τμήμα Art Squard, με επικεφαλής τον Ντικ Ελις, στις επιτυχίες του οποίου περιλαμβάνονται η ανάκτηση μίας εκ των εκδοχών της Κραυγής του Μονκ, που εκλάπη το 1994 από τη Νορβηγία, έργων του Βερμέρ κλεμμένων το 1986 από την Ιρλανδία και έργων του Bruegel κλεμμένων από το Λονδίνο.
Ο Μέντιτσι συνεργαζόταν στενά και με τους εμπόρους αρχαιοτήτων Σάιμς - Μιχαηλίδη οι οποίοι για αυτό τον σκοπό είχαν συστήσει πέντε-έξι οffshore εταιρείες. Ενα από τα στοιχεία που προέκυψαν είναι ότι η επίσημη διεύθυνση της εταιρείας τους «Χόιλαν» στη Γενεύη είναι ακριβώς η ίδια διεύθυνση με αυτή του Τζάκομο Μέντιτσι. Ο Τζάκομο Μέντιτσι και ο Ρόμπιν Σάιμς είχαν κοινή διεύθυνση στη Γενεύη και τον ίδιο λογιστή. Ηταν με άλλα λόγια μια... ωραία παρέα. Στην παρέα μπήκε πολύ σύντομα και η Μάριον Τρου, το εξοχικό σπίτι της οποίας στην Πάρο προήλθε από δάνειο 400.000 δολαρίων του Χρήστου Μιχαηλίδη μέσω μίας από τις οffshore εταιρείες του.
Το κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται - αν και η Ελλάδα εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να παραμένει ουσιαστικά αμέτοχη - μετά τον θάνατο του Χρήστου Μιχαηλίδη και τις δίκες που ακολούθησαν στη Μεγάλη Βρετανία, ως επακόλουθο της διεκδίκησης της περιουσίας του από τους συγγενείς του - και αποκάλυψε πολλές λεπτομέρειες γύρω από τη δράση του κυκλώματος της αρχαιοκαπηλίας με επίκεντρο την Ελλάδα.


Μηχανισμοί και χρήμα
«Κύκλωμα» χωρίς ταυτότητα...

«Το εμπόριο των αρχαιοτήτων διαθέτει πολύ χρήμα και δεν έχει εθνική ταυτότητα»
είπε προς «Το Βήμα» ο κ. Ανδρέας Αποστολίδης, ο οποίος τόσο στο βιβλίο του όσο και στο ντοκυμαντέρ «Κύκλωμα» παρουσιάζει στοιχεία ότι αρχαία ελληνικά αντικείμενα που προέρχονται από κλοπές ή λαθρανασκαφές βρίσκονται σε συλλογές ακόμη και σε μουσεία στην Ιαπωνία, στο Κατάρ και στο Ισραήλ. Ο ίδιος επιρρίπτει ευθύνες στο υπουργείο Πολιτισμού που, όπως λέει, δεν διαθέτει ακόμη «έναν ισχυρό μηχανισμό» που θα παρακολουθεί το εμπόριο των αρχαιοτήτων και τον επαναπατρισμό των αντικειμένων που προέρχονται από αρχαιοκαπηλία και κλοπές.
Γεγονός είναι πάντως ότι οι γνωστοί ως σήμερα αρχαιοπώλες, που διαμεσολαβούν μεταξύ των αρχαιοκαπήλων, των ιδιωτών συλλεκτών, των μουσείων και οίκων δημοπρασιών, μετρούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Στους Sotheby's, για παράδειγμα, εμφανίστηκε και μέρος του θησαυρού της Κέρου που προερχόταν από τη συλλογή Ελενμάγερ. Οταν ο επικεφαλής της «ομάδας του Κέιμπριτζ» κ. Κόλιν Ρένφιου διαμαρτυρήθηκε, η απάντηση που έλαβε ήταν ότι το υλικό είχε εκτεθεί 10 χρόνια νωρίτερα σε έκθεση του Μουσείου της Καρλσρούης και τότε δεν είχε υπάρξει καμία διαμαρτυρία. Η συλλογή Ελενμάγερ είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι οι ανάγκες στην αγορά διαμορφώνουν και το είδος των αντικειμένων που διακινούνται από τους αρχαιοκαπήλους.
Τη δεκαετία του '60 σημειώθηκε στροφή σε μικρά αντικείμενα που υπήρξε καθοριστική για την αρχαιοκαπηλία στην Ελλάδα. Τα αντικείμενα, κυρίως, κυκλαδικά ειδώλια, συνδέθηκαν με τη γλυπτική Μπρανκούζι. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, το 1961 έγινε η μεγάλη λαθρανασκαφή στη θέση Κάβος Δασκαλειού στην Κέρο. Εκατοντάδες θραύσματα από μαρμάρινα αγγεία και ειδώλια κατέκλυσαν τη διεθνή αγορά. Είναι η εποχή όπου αρχίζουν να εμφανίζονται και τα πρώτα κίβδηλα αντικείμενα.Μέρος της συλλογής Ελενμάγερ είχε αγοραστεί από τον «αρχαιοπώλη» Νικολά Κουτουλάκη, ο οποίος υπήρξε και ο κύριος προμηθευτής αρχαίων αντικειμένων του ιδιώτη συλλέκτη Τζορτζ Ορτίζ.
Ο ίδιος μύησε στα μυστικά τού... επαγγέλματος και τον γιο του Μανόλη Κουτουλάκη που συνελήφθη το 1983 στην Πάτρα για παράνομη κατοχή και προσπάθεια εξαγωγής σημαντικού αριθμού και αξίας κρητικών αρχαίων. Ο Νικολά Κουτουλάκης και ο Ρόμπερτ Χεχτ, ο οποίος πέθανε πρόσφατα, μονοπωλούσαν σχεδόν το εμπόριο αρχαιοτήτων στην προ των Σάιμς - Μιχαηλίδη εποχή. Ο Ρόμπερτ Χεχτ έγινε ιδιαίτερα γνωστός από την πώληση στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέα Υόρκης του περιβόητου «Κρατήρα του Εφρονίου», που είχε βρεθεί σε λαθρανασκαφή στην Ιταλία. Η πώληση έγινε με πλαστά πιστοποιητικά, τα οποία αφορούσαν έναν άλλο κρατήρα που ανήκε στον Ντικράν Σαραφιάν, έναν παλιό έμπορο τέχνης στη Βηρυτό.


Ρόμπιν Σάιμς και Χρήστος Μιχαηλίδης
Το γαϊτανάκι των εμπόρων

Το 1999 ο Ρόμπιν Σάιμς και ο Χρήστος Μιχαηλίδης, «ζευγάρι» στη ζωή και στις μπίζνες, πήγαν για δείπνο στο σπίτι που είχαν νοικιάσει στο Ορβιέτο της Ιταλίας δύο από τους καλύτερους πελάτες τους, ο Λίον Λεβί και η γυναίκα του Σέλμπι Γουάιτ. Ο Χρήστος Μιχαηλίδης, που λέγεται ότι είχε πιει πολύ, στη διάρκεια της βραδιάς χτύπησε το κεφάλι του σε ένα θερμαντικό σώμα. Πέθανε την επομένη στο νοσοκομείο.
Μετά την άρνηση του Σάιμς να αποδεχτεί την πρόταση της οικογένειας Μιχαηλίδη να μοιραστούν από 50%-50% την κοινή τους περιουσία, ξέσπασε πολύχρονη δικαστική διαμάχη. Κατά τη διάρκειά της αποκαλύφθηκε, εκτός των άλλων, ότι πάνω από τα μισά από τα αριστουργήματα της συλλογής του Μουσείου Γκετί είναι προϊόντα λαθρεμπορίου.
Ο θάνατος του Χρήστου Μιχαηλίδη έφερε στο προσκήνιο και την ύποπτη προέλευση των αρχαιοτήτων που περιλαμβάνει η συλλογή Λεβί - Γουάιτ. Ο Λίον Λεβί και η Σέλμπι Γουάιτ υπήρξαν από τους καλύτερους πελάτες των Σάιμς - Μιχαηλίδη, οι οποίοι τους προμήθευαν αμφιβόλου προέλευσης αρχαία αντικείμενα. Μετά την πτώση του διδύμου Σάιμς - Μιχαηλίδη, τον ρόλο του κυριότερου ντίλερ αρχαιοτήτων προς τη Γουάιτ ανέλαβαν οι λιβανέζικης καταγωγής Αλί και Χισάμ Αμπουτάμ. Ο φόβος μάλιστα ότι το ελληνικό κράτος θα μπορούσε, όπως οι Ιταλοί, να εγείρει αξιώσεις, κάτι που δεν έγινε ως τώρα, ερμηνεύει ίσως και την προθυμία της συλλέκτριας να επιστρέψει στη χώρα μας δύο σπάνιες αρχαιότητες του 4ου αι. π.Χ.
Το ελληνικό κράτος όμως δεν επέδειξε τα αναγκαία αντανακλαστικά όταν η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να βγάλει στο σφυρί μέρος της συλλογής Ρόμπιν Σάιμ, ώστε να αποπληρωθούν τα χρέη του προς την Εφορία, που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Και αυτό παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Πολιτισμού. Ετσι, ενώ η Ιταλία άσκησε βέτο ώστε οι θησαυροί που προέρχονται από το έδαφός της να της επιστραφούν, η Ελλάδα όχι μόνο δεν ακολούθησε την ίδια τακτική, αλλά ούτε καν γνώριζε την υπόθεση! 
 
Του Δημήτρη Νικολακόπουλου
Πηγή Το Βήμα
11.3.2012


Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Η γοητεία της βυζαντινής τέχνης

Σε ένα ταξίδι του στο Παρίσι τη δεκαετία του ’30, ο Γιάννης Τσαρούχης επισκέφθηκε το Λούβρο. Το ενδιαφέρον του κέντρισε μια κοπτική, πρωτοχριστιανική εικόνα από το Μπαουίτ της Αιγύπτου όπου απεικονίζεται ο Χριστός με τον Αγιο Μηνά. Πέρασε πολλές ώρες μπροστά από την εικόνα αυτή ο Γιάννης Τσαρούχης, αντιγράφοντάς την με ευλαβική προσήλωση.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο σπουδαίος ζωγράφος γοητεύτηκε από τη βυζαντινή τέχνη. Τα χρόνια που μαθήτευσε στον Φώτη Κόντογλου, αντέγραψε μαζί του μια σειρά από μνημεία ταξιδεύοντας στα Μετέωρα και το Αγιον Ορος και γυρνώντας σε πολλές εκκλησιές της Ελλάδας.
Αλλά και ο Πολύκλειτος Ρέγκος, μέλος κι αυτός της περίφημης γενιάς του ‘30, πολλές φορές υπέκυψε στη γοητεία της βυζαντινής τέχνης. Στον Αγιο Αρτέμιο, αντίγραφο τοιχογραφίας από τον ναό του Πρωτάτου στις Καρυές του Αγίου Ορους, είναι έκδηλη η επιρροή της νεωτερικής κουλτούρας, κληρονομιά του Ρέγκου από τις σπουδές του στο Παρίσι. Το πρόσωπο του Αγίου Αρτέμιου έχει τις ρίζες του στον φοβισμό, όσο και στη βυζαντινή τεχνοτροπία.
Ο Τσαρούχης όπως και ο Ρέγκος ήταν δύο από τους πολλούς νεότερους Ελληνες καλλιτέχνες που εκδήλωσαν μεγάλο ενδιαφέρον για τη βυζαντινή τέχνη. Τα έργα τους δεν είναι απλά αντίγραφα είναι έργα που «προδίδουν» το ιδιαίτερο βλέμμα των συγκεκριμένων καλλιτεχνών για τη βυζαντινή τέχνη. Αυτήν ακριβώς την πρόσληψη της βυζαντινής τέχνης από Ελληνες ζωγράφους, την ένταξή της στην εθνική πολιτιστική κληρονομιά από τους καλλιτέχνες της γενιάς του ’30, τη συμβολή των συντηρητών στη διάσωση των μνημείων, τη συμβολή των αντιγράφων στη γνωριμία αλλά και την τεκμηρίωση των μνημείων και την επίδραση του βυζαντινού πολιτισμού στη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή, αποκαλύπτει η έκθεση του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας. Περιλαμβάνει έργα του 20ού και 21ου αιώνα από τις συλλογές του.
Πρόκειται κυρίως για αντίγραφα (ζωγραφικά έργα, πήλινα εκμαγεία, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες) Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα, καθώς και καλλιτεχνών-συντηρητών που εργάστηκαν στο Μουσείο.
Χρονολογική ακολουθία
«Παρακολουθούμε τον 20ό αιώνα με μια χρονολογική ακολουθία από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τις μέρες μας» μας εξηγεί ξεναγώντας μας στην έκθεση η επιμελήτρια, αρχαιολόγος Ιωάννα Αλεξανδρή. «Στόχος μας είναι από τη μια πλευρά να δείξουμε την ιστορία μέσα στον 20ό αιώνα του ίδιου του Μουσείου, το οποίο άλλωστε είναι παιδί του 20ού αιώνα, και από την άλλη, μέσα από τα συγκεκριμένα έργα να αποκαλύψουμε τον τρόπο με τον οποίο κατανοήθηκε η βυζαντινή τέχνη».
Η έκθεση χωρίζεται σε πέντε ενότητες. Στην πρώτη ενότητα που ξεκινάει στα τέλη του 19ου αιώνα γνωρίζουμε τη βυζαντινή τέχνη μέσα από δύο ελληνικές συλλογές αλλά και από τα μάτια Ευρωπαίων καλλιτεχνών. Γάλλων, Αγγλων, Γερμανών περιηγητών που κατέβηκαν στα Βαλκάνια και τον ελλαδικό χώρο, άλλοι για βιοποριστικούς λόγους και άλλοι για καλλιτεχνικούς. Μέσα στα ενδιαφέροντά τους, εγγράφεται και η βυζαντινή τέχνη.
«Αυτό που έχει ενδιαφέρον να δει κανείς στα έργα των Ευρωπαίων», σημειώνει η κ. Αλεξανδρή, «ειδικά αν έχει κανείς υπόψη του τα πρωτότυπα έργα, είναι ότι η αναπαραγωγή των αντιγράφων είναι στην ουσία μια μεταγραφή μέσα από τα μάτια της δυτικής παιδείας. Τα πρόσωπα των Αγίων δεν είναι τα αυστηρά βυζαντινά πρόσωπα αλλά έχουν τη ροδαλότητα και τους προπλασμούς της δυτικής τέχνης».
Τα έργα από τις συλλογές Λοβέρδου και Λαμπίκη που εκτίθενται στο Μουσείο εκτός από το ότι καταδεικνύουν το ενδιαφέρον για τη βυζαντινή τέχνη την περίοδο του Μεσοπολέμου, υπογραμμίζουν κι έναν υψηλής ποιότητας πατριωτισμό.
Ο Ανδρέας Λοβέρδος, ιδρυτής της Λαϊκής Τράπεζας αναθέτει στον Φώτη Κόντογλου και τον Δημήτρη Πελεκάση να φτιάξουν αντίγραφα σε εικόνες που έλειπαν από τέμπλα της συλλογής του, κίνηση εξαιρετικά σπουδαία διότι αποτελεί και έναν τρόπο πρόσληψης και αναπαραγωγής βυζαντινών προτύπων από νέους ζωγράφους. Παράλληλα, αγοράζει το πατρικό του Τσίλλερ και αναθέτει στον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο να κάνει τις απαραίτητες μετατροπές ώστε να στεγάσει εκεί την πολύ σπουδαία μεταβυζαντινή συλλογή του. Το σπίτι αυτό, στη συμβολή Μαυρομιχάλη και Ακαδημίας, έχει κληροδοτηθεί στο Βυζαντινό Μουσείο και ενταχθεί στο ΕΣΠΑ με σκοπό την ανάπλασή του.
Ο ιατρός Βασίλειος Λαμπίκης, έχοντας τεράστιο ενδιαφέρον για τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη, δίνει παραγγελία στον Παντελή Ζωγράφο να φιλοτεχνήσει αντίγραφα από μια σειρά σημαντικών μνημείων τα οποία είναι υπό κατάρρευση.
Το σκεπτικό του Λαμπίκη επιδίωκε τουλάχιστον σε μνημεία στα οποία δυστυχώς δεν υπήρχε τρόπος να αναστηλωθούν εκείνη τη στιγμή, να αποτυπωθούν σε αντίγραφα οι θησαυροί τους με σκοπό την ιστορική τους τεκμηρίωση. Εκείνη την περίοδο το ενδιαφέρον για τη βυζαντινή τέχνη φουντώνει.
«Οι λόγοι που συμβαίνει αυτό είναι πολλοί» εξηγεί η Ιωάννα Αλεξανδρή. «Τα πολιτικά γεγονότα, οι βαλκανικοί πόλεμοι, η Μικρασιατική καταστροφή, οι βαλκανικοί εθνικισμοί, αναγκάζουν τον Ελληνισμό να προεκτείνει και να υπερασπιστεί τις θέσεις του όσον αφορά τη διαχρονία του ελληνισμού και στα χρόνια του Βυζαντίου».
Η μεγάλη πυρκαγιά
Το 1917 στη Θεσσαλονίκη ξεσπάει μεγάλη πυρκαγιά που κατακαίει την πόλη. «Αμέσως μετά την καταστροφή ο βυζαντινολόγος Γεώργιος Σωτηρίου ο οποίος από το 1926 και μετά διατελεί και διευθυντής του ΒΧΜ διορίζεται από το υπουργείο υπεύθυνος για τις ανασκαφικές εργασίες στην κατεστραμμένη Βασιλική του Αγίου Δημητρίου, και ο αρχιτέκτονας Αριστοτέλης Ζάχος αναλαμβάνει τις αναστηλωτικές εργασίες» αφηγείται η Ιωάννα Αλεξανδρή φτάνοντας στη δεύτερη ενότητα της έκθεσης.
«Πρώτο του μέλημα είναι ό,τι έργα φαίνονται ακόμη και δεν έχουν καταστραφεί ολοσχερώς, να αποτυπωθούν σε αντίγραφα, πριν πιάσουν οι βροχές, πριν υπάρξουν κι άλλες φθορές, πριν χαθούν τα ίχνη. Εχουμε λοιπόν μια σειρά από καλλιτέχνες, τον Νικόλαο Φερεκίδη, τον Κωνσταντίνο Ρούμπο ακόμα και τον ίδιο τον Αριστοτέλη Ζάχο, που αποτυπώνουν σε ζωγραφικά έργα, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες, διακοσμητικά μέλη της Βασιλικής, με σκοπό να σωθούν και στη συνέχεια να αναπαραχθούν όταν θα γίνει η αναστήλωση του μνημείου».
Στην τρίτη ενότητα, η σπουδαία γενιά του ’30, η κορυφαία καλλιτεχνική γενιά που ασχολήθηκε με τη βυζαντινή τέχνη εκπροσωπείται από τον πρωτοστάτη αυτής της κίνησης Φώτη Κόντογλου, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Πολύκλειτο Ρέγκο αλλά και τον Ράλλη Κοψίδη μαθητή του Κόντογλου, που παρόλο που δεν ανήκει στη γενιά του ’30, αποτελεί ενεργό μέλος του διαλόγου για τη βυζαντινή τέχνη.
Η έκθεση συνεχίζεται με αντίγραφα και πρωτότυπα έργα επηρεασμένα από τη βυζαντινή τέχνη, που υπογράφουν συντηρητές του Βυζαντινού Μουσείου. «Οι πιο σημαντικοί μεταπολεμικοί συντηρητές έχουν περάσει από το βυζαντινό μουσείο, ήταν όλοι καλλιτέχνες, σπουδαγμένοι, οι οποίοι στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους για βιοποριστικούς λόγους στράφηκαν στη συντήρηση. Ο Αντώνης Γκλίνος, ο Φώτης Ζαχαρίου, ο Σταύρος Μπαλτογιάννης, ο Τάσος Μαργαριτώφ, ο Αντώνης Πατεράκης, όλοι συνδυάζουν το καλλιτεχνικό έργο με το έργο του συντηρητή», τονίζει η κ. Αλεξανδρή.
Στο τέλος της έκθεσης παρουσιάζονται τα πιο σύγχρονα έργα· όπως το Σήμαντρο (2011) του Λάμπρου Γατή, τυπικό δείγμα ηχοκινητικής γλυπτικής, αλλά και ένα έργο του ζωγράφου της Διασποράς Ομηρου, ο οποίος συνενώνει τη βυζαντινή θεματολογία με στοιχεία του αφηρημένου εξπρεσιονισμού.

Γιούλη Επτακοίλη
4.3.2012

Το Θέατρο της Δήλου αναγεννάται

ΜΝΗΜΕΙΑ. Προσεγγίζοντας το λιμανάκι της Δήλου, μόνο οι παρατηρητικοί επισκέπτες διακρίνουν τις ερειπωμένες κερκίδες ή το μισογκρεμισμένο σκηνικό οικοδόμημα ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και τα χιλιάδες διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη. Ωστόσο, μέχρι την καταστροφή και εγκατάλειψή του, το 88 π. Χ. -όταν η Δήλος λεηλατήθηκε από τα στρατεύματα του Μιθριδάτη- το αρχαίο θέατρο, με τα δύο διαζώματα και τα καθίσματα για 6.500 θεατές, σίγουρα θα εντυπωσίαζε όσους αποβιβάζονταν για πρώτη φορά στις ακτές του νησιού. Ακριβώς 2.100 χρόνια αργότερα, το έργο αποκατάστασης του μνημείου βρίσκεται ένα βήμα πιο κοντά στην υλοποίηση, καθώς η σχετική μελέτη, που εκπονήθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Κώστα Ζάμπα και χρηματοδοτήθηκε μέσω του «κουμπαρά» του Σωματείου «Διάζωμα», έλαβε την έγκριση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου.

Μοναδικό
Ενα από τα ελάχιστα αρχαία θέατρα, που κατασκευάστηκαν εξ ολοκλήρου από μάρμαρο και το μοναδικό χωρίς ρωμαϊκές επεμβάσεις, το μνημείο απέκτησε την τελική του μορφή το 240 π. Χ. και παρέμεινε σε χρήση για 150 χρόνια. Στο ίδιο διάστημα, η Δήλος γνώρισε μεγάλη οικονομική και πολιτιστική άνθηση, ενώ στις αρχές του 1ου π. Χ. αιώνα υπολογίζεται ότι αριθμούσε γύρω στους 30.000 κατοίκους. Τόπος λατρείας ήδη από τους ομηρικούς χρόνους, το νησί, όπου σύμφωνα με τη μυθολογία γεννήθηκε ο θεός του φωτός, Απόλλωνας, τυχαίνει να είναι και το φωτεινότερο σημείο της Μεσογείου - σύμφωνα με μία παλαιότερη μελέτη του ΥΠΕΧΩΔΕ, το σημείο με τη μεγαλύτερη φωτεινότητα εντοπίζεται στην ορχήστρα του θεάτρου.
Η ανασκαφή του μνημείου ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, η οποία παρείχε και το θεωρητικό υπόβαθρο για την εκπόνηση της παρούσας μελέτης. Βασικός στόχος της μελέτης είναι η ανάδειξη της αρχικής υπόστασης του μνημείου, αλλά και η προστασία του από περαιτέρω φθορές με μία σειρά ήπιων παρεμβάσεων στο κοίλο, το επιθέατρο, τα αναλήμματα και τον οχετό, και κυρίως με την επανατοποθέτηση ή απομάκρυνση των διάσπαρτων μελών. Μολονότι μεγάλη ποσότητα μαρμάρου μεταφέρθηκε σε γειτονικά νησιά για να χρησιμοποιηθεί ως οικοδομικό υλικό, στο εσωτερικό και τον περιβάλλοντα χώρο του θεάτρου καταγράφηκαν 4.000 αρχιτεκτονικά μέλη συνολικού βάρους 30 τόνων. Οι μελετητές εκτιμούν ότι πολλά από αυτά μπορούν να επανατοποθετηθούν, έτσι ώστε να αποφευχθούν οι συμπληρώσεις με νέο υλικό. Παράλληλα, η μελέτη των διάσπαρτων μελών θα επιτρέψει τη διεξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τον τρόπο καταστροφής του θεάτρου.

Για την υλοποίηση του έργου, το οποίο πιθανότατα θα πραγματοποιηθεί με αυτεπιστασία από το ΥΠΠΟΤ εκκρεμεί η ένταξή του στο ΕΣΠΑ, ενώ σύμφωνα με πρώτες εκτιμήσεις αναμένεται να στοιχίσει από ένα ώς 1,5 εκατ. ευρώ. Το κόστος της μελέτης αποκατάστασης ανήλθε στα 100.000 ευρώ, ποσό το οποίο καλύφθηκε από χορηγία του ΟΠΑΠ. Ωστόσο, στον «κουμπαρά» του σωματείου «Διάζωμα» για το αρχαίο θέατρο Δήλου έχουν συνεισφέρει και άλλοι φορείς- όπως το ίδρυμα Λεβέντη με 70.000 ευρώ - καθώς και ιδιώτες.

Της Χριστίνας Σανούδου
8.3.2012

Κουρτοβικ :Tης κόμπρας το φαρμάκι (ή περί άρνησης του πολιτισμού)

Από όλα τα γκράφιτι που έκαναν την εμφάνισή τους στους τοίχους της Αθήνας την πύρινη νύχτα της 12ης Φεβρουαρίου, το πιο τρομαχτικό - πρωτόφαντα τρομαχτικό - είναι ένα που διάβασα σε διάφορα σημεία του κέντρου, με τη γνωστή υπογραφή της Αναρχίας. Το μαύρο σύνθημα καλούσε σε: 
 
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ.
 
Eχουμε δει τα τελευταία πενήντα χρόνια διάφορα ριζοσπαστικά κινήματα να απορρίπτουν τη μια ή την άλλη πλευρά του πολιτισμού. 
 
Οι Καταστασιακοί του '60 κατήγγελλαν την κοινωνία του θεάματος, οι φεμινίστριες έστελναν στο πυρ το εξώτερο την «ανδροκρατική» θεώρηση του κόσμου (καταδίκη που βέβαια έπαιρνε σβάρνα το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής τέχνης και λογοτεχνίας και ένα σημαντικό μέρος της επιστήμης), οι προπαγανδιστές του αφροαμερικανικού κινήματος ξέγραφαν τον λευκό πολιτισμό ως ιμπεριαλιστικό και ρατσιστικό, οι μεταμοντέρνοι των «Πολιτισμικών Σπουδών» κατεδάφιζαν («αποδομούσαν») όλες αυτές τις πτέρυγες του πολιτισμικού οικοδομήματος και πολλές άλλες ακόμα. Ποτέ όμως δεν έχω δει να δηλώνεται τόσο ανενδοίαστα, με τόσο κατηγορηματικό και ωμό τρόπο, ότι προϋπόθεση για την «ολική απελευθέρωση» είναι η «συνολική άρνηση του πολιτισμού». Του πολιτισμού γενικά, όχι ενός ορισμένου πολιτισμού.
 
Το εν λόγω σύνθημα δείχνει σαν ιδεολογική κάλυψη για την πυρπόληση ιστορικών κτιρίων της Αθήνας εκείνη τη νύχτα, για κάτι δηλαδή που δεν συνέβη ούτε τον Δεκέμβρη του 2008. Διακηρύσσει ότι απαρχή της «ολικής απελευθέρωσης» οφείλει να είναι η συλλήβδην άρνηση όλων όσα έχουν προϋπάρξει, κάθε γενεαλογικής σχέσης με το παρελθόν. Πράγμα που δεν διανοήθηκε καμία επανάσταση στην Ιστορία. 
 
Για ποια απελευθέρωση όμως μιλάμε εδώ; Για την επιστροφή σε μια αρχέγονη κατάσταση όπου οι άνθρωποι υποτίθεται ότι ζούσαν στη νιρβάνα μιας αγέλης αβασάνιστης από τη φαγούρα της δημιουργίας, φαγούρα που κατέληξε στο καρκίνωμα του πολιτισμού; Για μια ελευθερία των ενστίκτων, που είναι εξ ορισμού «ευγενικά» και οδηγούν σε μια αυθόρμητα δημοκρατική συνύπαρξη των ανθρώπων, λες και δεν ξέρουμε από άπειρα ιστορικά παραδείγματα ότι τα «απελευθερωμένα» ένστικτα των πολλών είναι η μαγιά για την τυραννία των λίγων ή του ενός;

Αλλά θα ήταν αφελές να πάρουμε στα σοβαρά αυτό το σύνθημα ως εξαγγελία ιδεολογικού προγράμματος. Είναι ένα ιδιότυπο ελληνικό υβρίδιο κακοχωνεμένου ακαδημαϊκού μεταμοντερνισμού (απόδραση από τον ιστορικό χρόνο, φυσικά και από την ιστορική κοίτη του πολιτισμού) και τυφλής αντιεξουσιαστικής βίας. 
 
Πρέπει όμως να πάρουμε το σύνθημα στα σοβαρά από μια άλλη άποψη. Γιατί δηλώνει μια επικίνδυνη κλιμάκωση εκείνου που είχαν αναγγείλει, ήδη με δραματικό τρόπο, τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008: μιας διάχυτης, πολιτικά και ιδεολογικά αδέσποτης δυσφορίας, που χρονολογείται πριν από την οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας και καθόλου δεν περιορίζεται σήμερα στις τάξεις των νεόπτωχων. Ούτε νεόπτωχοι ούτε κοινωνικά αποκλεισμένοι ήταν οι πρωτεργάτες των καταστροφών της 12ης Φεβρουαρίου. 
 
 Ηταν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έτσι έβλεπαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους, η ακραία έκφραση μιας γενικευμένης αίσθησης αποτυχίας της χώρας σε όλα όσα μπορούν να δώσουν ή να επιτρέψουν ένα πραγματικό, και όχι προσχηματικό, περιεχόμενο στη ζωή των πολιτών της. Και σε τι άλλο θα μπορούσε να αποδοθεί τελικά αυτή η αποτυχία αν όχι στον πολιτισμό (στην ιδέα για τον πολιτισμό) που αντιπροσώπευαν οι εγχώριες ηγεσίες και ελίτ από τη Μεταπολίτευση και δώθε, ιδιαίτερα τα τελευταία είκοσι χρόνια;
 
Διότι η επαναστατική ρητορεία αυτής της περιόδου επιχειρούσε να συγκαλύψει έναν πρωτοφανή κυνισμό, που απαξίωνε συνειδητά ό,τι είχε να κάνει με τον πολιτισμό. Είναι κοινό μυστικό ότι η πολιτική τάξη δεν είχε ποτέ τον πολιτισμό ανάμεσα στις προτεραιότητές της, παρά τις υποκριτικές διακηρύξεις της, που τον αποκαλούσαν «η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας». Υπήρξαν σε αυτό το διάστημα πρωθυπουργοί και υπουργοί που χλεύαζαν ανοιχτά τις τέχνες και τα γράμματα. Η Αριστερά, άλλοτε πρωτοπόρος στην πολιτισμική δημιουργία, της γύρισε την πλάτη και σύρθηκε, από ιδεολογική αγκύλωση, στην υποστήριξη συντεχνιακών, τεχνοκτόνων αιτημάτων των συνδικαλιστών του καλλιτεχνικού χώρου. Οι φοιτητικές νεολαίες της ασελγούν διαρκώς πάνω στον πολιτισμό και, φωνάζοντας μονότονα ότι η γνώση δεν είναι εμπόρευμα, διεκδικούν στην ουσία την εμπορία άκοπα και ανάξια αποκτημένων πτυχίων. Για την τηλεοπτική σκουπιδοκουλτούρα και την πλημμύρα των lifestyle εντύπων δεν θα πω τίποτα, δεν χρειάζεται. Θα πω όμως για τους διανοούμενους, που έχασαν κάθε επαφή με την πραγματικότητα τυφλωμένοι από την εγωπάθεια, τη νοοτροπία ιερατείου, τον δημοσιοσχεσιτισμό και τη θεσιθηρία.

Με αυτά τα δεδομένα, και με έναν αδηφάγο, κούφιο ευδαιμονισμό θρεμμένο με δανεικά να θριαμβεύει ώσπου έσκασε η φούσκα, δεν υπήρχε τίποτα το υγιές και αξιοσέβαστο σε αυτό που πλάσαραν ως πολιτισμό οι πολιτικοί, πνευματικοί και μιντιακοί ταγοί. Αυτόν τον «πολιτισμό» γνώρισαν οι επίδοξοι εικονοκλάστες, αυτός και μόνον έμαθαν να πιστεύουν πως υπάρχει. 
 
Τυφλωμένοι και οι ίδιοι από το μίσος τους και την πρωτόγονη ιδέα τους για την ελευθερία, βάλθηκαν να ξεκάνουν ό,τι τους φαινόταν πως τον συμβόλιζε. Αλλοι όμως τους έβαλαν στα χέρια βαριοπούλες, λοστούς και κάνιστρα βενζίνης για τις μολότοφ «κόμπρες», κι ας κάνουν τώρα πως θρηνούν πάνω από τα αποκαΐδια. 
 
Του Δημήτρη Κούρτοβικ
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
3.3.2012

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Ας αγαπήσουμε τα μουσεία μας

Ξυπνήσαμε, έστω και με οδυνηρό τρόπο. Ολα τα μουσεία, οι διευθυντές, οι αρχαιολόγοι και οι φύλακες, οι υπάλληλοι του υπουργείου είναι στο πόδι μετά την πρόσφατη κλοπή στο παλαιό μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας και την προηγούμενη της Πινακοθήκης.
Ομως αρκεί αυτό; Η κινητοποίηση των εργαζομένων και των ιθυνόντων είναι ένα βασικό βήμα, αλλά δεν σημαίνει τίποτα αν δεν βοηθήσουν όλοι.
Στη Θεσσαλονίκη ο δήμος πήρε πρωτοβουλίες σε συνεργασία με τα πέντε μουσεία και τα παιδιά, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα και την Αθήνα έχουν άλλες προτεραιότητες. Οι τοπικές κοινωνίες σε όλη την περιφέρεια, που εμφανίζεται ξεκρέμαστη όσον αφορά τα μουσεία της και λαβωμένη από τις καθημερινές λαθρανασκαφές, επιβάλλεται να βοηθήσουν ειδικά στον καιρό μας.
Πάνω απ’ όλα πρέπει να ευαισθητοποιηθεί ο κόσμος. Να μάθουμε να αγαπάμε την πολιτιστική μας κληρονομιά, να παροτρύνουμε τα παιδιά μας να παρακολουθούν εκπαιδευτικά προγράμματα, να βάλουμε τις επισκέψεις των μουσείων στη ζωή μας, στα Σαββατοκύριακά μας. Να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας σύντομες επισκέψεις για να θαυμάσουμε το εύρημα του μήνα -πολλά μουσεία έχουν- ή να ανακαλύψουμε την ιστορία ενός μόνο ευρήματος σ’ αυτά.
Για να αγαπήσει ο Ελληνας τα μουσεία της χώρας του πρέπει να τα επισκέπτεται τακτικά. Με την ίδια διάθεση που όταν πηγαίνει στο Παρίσι ή το Λονδίνο θεωρεί υποχρέωσή του μια επίσκεψη στο Λούβρο και το Βρετανικό Μουσείο. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να ξαναδούμε τα μουσεία μας: Βυζαντινό, Εθνικό Αρχαιολογικό, Νομισματικό, το Επιγραφικό που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν την ύπαρξή του. Να φτιάξουμε προορισμούς, οι άνθρωποι της πόλης. Στην Ελευσίνα, τον Μαραθώνα, τον Ραμνούντα, το υπέροχο μουσείο της Βραυρώνας αλλά και πιο μακριά.
Ενα από τα εμπόδια στη συμμετοχή των επισκεπτών είναι η αμηχανία ότι δεν είναι ευπρόσδεκτοι. Ο «φόβος της εισόδου». Το αυστηρό περιβάλλον των παραδοσιακών μουσείων και η έλλειψη εξυπηρέτησης αποθαρρύνουν. Τα δημόσια μουσεία πρέπει να δώσουν μεγαλύτερη σημασία στον επισκέπτη για να διασφαλίσουν το κοινό τους. Να μας συστηθούν στο μετρό, στις στάσεις των λεωφορείων, σε μπάνερ και αφίσες.
Τότε και οι επισκέπτες δεν θα ’ναι παθητικοί δέκτες γνώσεων, αλλά θα συμμετέχουν. Σε μια κοινωνία που αγριεύει ακόμη και στα μουσεία της, πρέπει να ευαισθητοποιηθούμε όλοι. Η απώλεια των πολιτιστικών θησαυρών είναι δική μας απώλεια.

Της Γιώτας Συκκα
22.2.2012

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ : Το "Βρυσάκι" της Τέχνης μεγαλώνει

Βρυσακίου 17 και Κλάδου γωνία. Στο διώροφο σπίτι με την εσωτερική αυλή και τη βεράντα με θέα την Ακρόπολη στεγάζεται το Βρυσάκι, ο Χώρος Τέχνης και Δράσης που αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς για τα πολιτιστικά τεκταινόμενα της Αθήνας. Στον δεύτερο χρόνο λειτουργίας του το Βρυσάκι κατάφερε να γίνει πόλος έλξης εκατοντάδων ανθρώπων: νέοι κυρίως, εκθέτουν τη δουλειά τους, εκφράζουν τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες, μοιράζονται τις αναζητήσεις τους και γίνονται συμμέτοχοι σε μια σύγχρονη μορφή επικοινωνίας. Γιατί, όπως τονίζει ο εμπνευστής και υπεύθυνος του εγχειρήματος Γιώργος Νέρης, «η πρωτοβουλία μας αυτή, αν και πολιτιστική, είναι κυρίως πολιτική».

Γέννημα θρέμμα της Πλάκας, με νομικές σπουδές, ο Γιώργος Νέρης είναι δικηγόρος με εξειδίκευση στα πνευματικά δικαιώματα - και το γραφείο του στεγάζεται στην ίδια γειτονιά. Κάπου εκεί πρέπει να βρίσκεται ο βασικός κρίκος της αλυσίδας που γέννησε το Βρυσάκι και πριν από αυτό το Fringe Festival, καθώς και την αρχική εταιρεία παραγωγής πολιτισμού - αφετηρία κάθε πρωτοβουλίας, τη Σύνθεση. Από τη μία η αγάπη προς τη δημιουργία και τη δράση και από την άλλη η γνώση του πλαισίου μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί ένας τέτοιος μηχανισμός. Τέλος, όπως επισημαίνει ο ίδιος, «καθοριστικής σημασίας ήταν και είναι για εμάς το Διαδίκτυο που επιτρέπει την επικοινωνία και την επαφή».

Θέατρο, εκθέσεις, σεμινάρια, κινηματογράφος, μουσική, χορός, συζητήσεις... Ολοι και όλα χωράνε στους χώρους αυτού του διώροφου σπιτιού. Σε καθημερινή βάση μπαινοβγαίνουν τουλάχιστον 100 άνθρωποι, ενώ κατά περίπτωση μπορεί να είναι και 500, όπως συνέβη πρόσφατα με το τριήμερο των εκδηλώσεων του Πανεπιστημίου του Ναυπλίου (13-15 Ιανουαρίου), όπου οι φοιτητές του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών παρουσίασαν το «tripάκι στο Βρυσάκι».
«Χωρίς να υπολογίσουμε όσους έρχονται μόνο για καφέ» σημειώνει ο Γιώργος Νέρης. Τόσο η βεράντα, στη σκιά του Ιερού Βράχου, όσο και ο εσωτερικός ειδικά διαμορφωμένος χώρος για καφέ ή ποτό συμβάλλουν στην όλη πρωτοβουλία. Αλλωστε το πλακιώτικο οίκημα διαθέτει πολλά παράθυρα, που επιτρέπουν απεριόριστη θέα.

Η κεντρική αίθουσα, όπου συνήθως φιλοξενούνται οι θεατρικές παραστάσεις και η οποία χωράει γύρω στους 35-40 θεατές, βρίσκεται στον πρώτο όροφο. Εκεί στεγάζεται αυτή την περίοδο η επιτυχημένη συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο για τη διπλή παράσταση «Αόρατη Ολγα» και «Αουστρας ή η Αγριάδα» των Γιάννη Τσίρου και Λένας Κιτσοπούλου. «Σε μια εκδήλωσή μας είχε έρθει στο Βρυσάκι ο Γιάννης Χουβαρδάς και θυμάμαι ότι μου είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο περιεργαζόταν τον χώρο. Κατάλαβα ότι τον ενδιέφερε. Ετσι του πρότεινα συνεργασία» λέει ο Γιώργος Νέρης ξετυλίγοντας τον μίτο που οδηγεί στο Βρυσάκι.

Το σπίτι ανήκει στο υπουργείο Πολιτισμού, από το οποίο το νοικιάζουν. Αν και κατά καιρούς έκαναν αιτήσεις για επιχορήγηση, εφέτος είναι η πρώτη χρονιά που θα λάβουν (εγκρίθηκε το ποσό των 15.000 ευρώ). Ως τώρα λειτουργούσαν και λειτουργούν με την αρχή της ανταποδοτικότητας. Το Βρυσάκι παρέχει τον χώρο και καλύπτει τα λειτουργικά: όταν ένας καλλιτέχνης ή ένα σχήμα θέλουν να αμειφθούν, τότε οι θεατές πληρώνουν εισιτήριο. Αυτό θα συμβεί σε μια θεατρική παράσταση, όχι όμως σε μια εικαστική έκθεση που φιλοξενείται στους χώρους του ισογείου.
Οσο για τα σεμινάρια, εξαρτάται και πάλι από τις συνθήκες. Οπως επισημαίνει ο εμπνευστής του, «το Βρυσάκι έχει ετήσιο τζίρο γύρω στις 100.000. Δουλεύουν περισσότεροι από δέκα άνθρωποι, ενώ φοιτητές έρχονται και συνεργάζονται μαζί μας κάνοντας έτσι την πρακτική τους - από τις τέχνες ή την παραγωγή. Η φιλοσοφία μας είναι να μπορεί ο καθένας να βρει χώρο έκφρασης, έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι ένας καλλιτέχνης θα εκθέσει ένα και μόνο έργο του».


«Η πρωτοβουλία μας είναι πολιτική»
Το δίπολο «δράση - αντίδραση» βρίσκεται πολύ συχνά στον λόγο του Γιώργου Νέρη: «Σε αυτό πιστεύουµε όλοι εµείς εδώ, αυτή είναι η φιλοσοφία µας και γι’ αυτό επιµένω ότι η πρωτοβουλία µας είναι κατ’ αρχήν πολιτική». Οι στόχοι άλλωστε έχουν τεθεί εγκαίρως: θέλουν την τέχνη και τη δράση να λειτουργούν ως «µέσο ευχαρίστησης και παρέµβασης στην καθηµερινή ζωή». Συνδυάζοντας τις επαγγελματικές συνθήκες με το οικείο και σχεδόν χειροποίητο, το Βρυσάκι θα μπορούσε να αποτελέσει ένας υγιές και προς μίμηση παράδειγμα της σύμπραξης στον ιδιωτικό τομέα. Με τα μάτια στραμμένα εντός αλλά και εκτός, «και βλέποντας την ανταπόκριση του κόσµου», αποκαλύπτει ο Γιώργος Νέρης, «ξεκινάµε στις αρχές της άνοιξης ένα δεύτερο Βρυσάκι». Λίγα μέτρα πιο κάτω από την οδό Βρυσακίου, στην Πλάκα πάντα, νοικιάστηκε ένα δεύτερο παραδοσιακό οίκημα – αυτή τη φορά ανήκει σε ιδιώτη – και ετοιμάζονται να εγκαινιάσουν το Βρυσάκι 2. 
 
Της Μυρτώς Λοβέρδου
Πηγή Το Βήμα
29.1.2012

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Ο συναγερμός είχε ηχήσει...

H κλοπή στην Εθνική Πινακοθήκη και η ελληνική κρίση εμφανίζουν πολλές ομοιότητες. Αν βάλουμε στη θέση της Πινακοθήκης τη χώρα, η απώλεια των τριών έργων ήταν θέμα χρόνου. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Ο συναγερμός: Ηχούσε επί ώρες, ο φύλακας έριχνε μια ματιά, δεν διαπίστωνε κάτι ανησυχητικό, απενεργοποιούσε το σύστημα, επέστρεφε στη θέση του. Τη μέθοδο του φύλακα ακολουθούσαν πιστά και οι ελληνικές κυβερνήσεις εδώ και δεκαετίες. Ως τη στιγμή που η χρεοκοπία εισέβαλε ανενόχλητη από μπαλκονόπορτα ήδη παραβιασμένη.
Οι δράστες: Γνώριζαν με ακρίβεια τις αδυναμίες που παρουσίαζε ο στόχος τους, τις ελλείψεις, τον εφησυχασμό και τη φαινομενική ευρυθμία του. Εδρασαν αναλόγως.
Τα θύματα: Δεν πίστευαν ποτέ ότι θα τους εύρει παρόμοιο κακό. Η διευθύντρια μάλιστα του ιδρύματος εξέδωσε ανακοίνωση, για να αντικρούσει τα ποικίλα σχόλια που διατυπώθηκαν για ανεπαρκή μέτρα ασφαλείας και πλημμελή φύλαξη του κτιρίου. Ενα από τα βασικά επιχειρήματά της ήταν ότι, καθώς αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του διεθνούς ρυθμού της σχολής Μπαουχάους (γερμανικής εμπνεύσεως), «διαθέτει πολλά ανοίγματα».
Οι συνέπειες: Ενας Πικάσο, ένας Μοντριάν και ένας Μονκάλβο έκαναν φτερά, αφήνοντας την έκθεση «Στ' άδυτα της Εθνικής Πινακοθήκης. Αγνωστοι θησαυροί από τις συλλογές της» φτωχότερη και την αξιοπιστία ενός δημόσιου ιδρύματος τραυματισμένη. Εδώ, οι αναλογίες και οι συνειρμοί είναι ελεύθεροι...
Τα μέτρα: Δεν ελήφθησαν εγκαίρως. Οι δυσλειτουργίες του συστήματος, δεδομένου του δημοσιονομικού προβλήματος, οδήγησαν στην επιδείνωση των... ελλειμμάτων. Οι αδυναμίες, μακροχρόνιες. Η στρατηγική, απούσα. Οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις, όπως και οι μεταρρυθμίσεις, σκοντάφτουν σε μόνιμες αγκυλώσεις.
Τα προγράμματα: Ισορροπούσαν σε τεντωμένο σχοινί. Τα αδιέξοδα ορατά, οι δυνατότητες επαναδιαπραγμάτευσης εξαντλημένες.
Η επόμενη μέρα: Μακροσκελείς ανακοινώσεις. Κάθε πλευρά υπερασπίζεται τον ρόλο της. Βεβαίως και εδώ «όχι μόνο η εκπεφρασμένη πολιτική βούληση υπήρχε, αλλά και η δέσμευση να δοθεί οριστική λύση σ' αυτό το πρόβλημα». Ουδείς παραιτείται. Υπάρχει μια προσωπική, συναισθηματική σχέση του ιδρύματος με τον διευθυντή του, όπως του αρχηγού με το κόμμα. Παράδοση με ονοματεπώνυμο. Εικοσαετία μετράει (και) η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης στη θέση της. Η διαδοχή είναι μεικτή τεχνική. Συνδυασμός πολλών παραγόντων. Χρειάζεται (και άλλο) χρόνο.
Οι έρευνες των διωκτικών αρχών συνεχίζονται. Εκφράζεται αισιοδοξία πως τα τρία έργα θα επιστρέψουν στην Εθνική Πινακοθήκη...
Και η Ελλάδα στις διεθνείς αγορές.

Της Μαρίας Κατσουνάκη
Πηγή Καθημερινή
11.1.2012

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Οι δρόμοι της γνώσης επιστρέφουν στην Ακαδημία Πλάτωνος

Aκαδημία Πλάτωνος! Λαμπρό παρελθόν στην αττική γη, υποβάθμιση και λήθη τις τελευταίες δεκαετίες στη σύγχρονη Αθήνα. Μπορεί να υπάρξει μια νέα αρχή; Η Ακαδημία Πλάτωνος, στην περιοχή του Μεταξουργείου, βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος την τελευταία διετία, και κυρίως ύστερα από τη διαμάχη που προέκυψε για τον τρόπο αναβάθμισής της, με αποκορύφωμα την προοπτική ανέγερσης κτιρίου δίπλα στο πάρκο και τον αρχαιολογικό χώρο, η οποία δεν υλοποιήθηκε τελικά.
Σήμερα, η υπουργός Παιδείας κ. Αννα Διαμαντοπούλου, με τον δήμαρχο Αθηναίων, κ. Γεώργιο Καμίνη, θέλουν να δώσουν μια νέα μορφή στον τρόπο ανάπτυξης της περιοχής. «Ακαδημία Πλάτωνος, οι δρόμοι της γνώσης - πολίτης και πολιτεία» τιτλοφορείται το σχέδιο παρεμβάσεων στην Ακαδημία Πλάτωνος που «στόχο έχει την ανάκτηση της συνοχής της πόλης, το ζωντάνεμα της γειτονιάς, την ενεργοποίηση των πολιτών και την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς ως μέσο καλλιέργειας και γνώσης», όπως λέει η κ. Διαμαντοπούλου στο προλογικό της σημείωμα για το πρόγραμμα, το οποίο θα παρουσιαστεί μεθαύριο Κυριακή στο Μουσείο της Ακρόπολης (στις 7 μ.μ.).
Η Ακαδημία Πλάτωνος είναι μία από τις παλαιότερες γειτονιές της Αθήνας. Ονομάστηκε έτσι από τον πρώτο οικιστή της, τον ήρωα Ακάδημο (ή Εκάδημο), αλλά έμεινε στην Ιστορία εξαιτίας της ομώνυμης Φιλοσοφικής Σχολής, που ίδρυσε στην περιοχή ο Πλάτωνας το 387 π.Χ. και η οποία λειτούργησε μέχρι την παύση της από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό το 529 μ.Χ. Η Ακαδημία Πλάτωνος ήταν το πνευματικό κέντρο της Αθήνας, που καθόρισε τη φιλοσοφική σκέψη του σύγχρονου πολιτισμού μας, μια «σχολή» στην οποία γινόταν έρευνα σε όλους τους τομείς.
Το πρόγραμμα του υπουργείου Παιδείας αφορά δράσεις στην παιδεία, στον πολιτισμό και στην ανάπτυξη. «Φιλοδοξώ το έργο να αποτελέσει το έναυσμα για την ανάδειξη της Αθήνας, και ειδικότερα της Ακαδημίας Πλάτωνος ως τόπου και ως μνημείου με παγκόσμια σημασία και ακτινοβολία, όπου η πολιτιστική κληρονομιά αλληλοεπιδρά δυναμικά με το σύγχρονο αστικό περιβάλλον, υποστηρίζοντας παραγωγικές δραστηριότητες και μια ανάπτυξη συμβατή με το “πνεύμα” και την ιστορική ταυτότητα της περιοχής», δηλώνει για το έργο η κ. Διαμαντοπούλου.
Ειδικότερα, το πρόγραμμα έχει δύο θεματικούς κύκλους - ο πρώτος απευθύνεται σε μαθητές και φοιτητές, ο δεύτερος σε πολίτες. Συγκεκριμένα, θα αναπτυχθούν εκπαιδευτικά εργαστήρια στα σχολεία, μέσω των project και της βιωματικής μάθησης, που θα βοηθήσουν στην εξοικείωση των μαθητών με τις αξίες της αρχαίας Αθήνας, ενώ θα δημιουργηθεί ψηφιακό εκπαιδευτικό υλικό. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη λειτουργία θερινών σχολείων για Ελληνες μαθητές ευρωπαϊκών λυκείων και μαθητές από όλο τον κόσμο ως εργαλείο ανάδειξης της ελληνικής Γλώσσας και του Πολιτισμού.
Θερινά σχολεία
Τα μαθήματα θα γίνονται σε σχολικά κτίρια της Ακαδημίας Πλάτωνος, τα οποία τους θερινούς μήνες είναι κλειστά. Ετσι, θα ζωντανέψουν γειτονιές βοηθώντας στη συνολικότερη αναβάθμιση της περιοχής. Επίσης, θα λειτουργήσουν θερινά σχολεία εφαρμοσμένης έρευνας με στόχο την προσέλκυση ερευνητών υψηλού επιπέδου από όλο τον κόσμο, ενώ θα επιδιωχθεί να δοθούν υποτροφίες, ώστε να ενισχυθούν αλλοδαποί φοιτητές για να σπουδάσουν ή να κάνουν διδακτορική ή μεταδιδακτορική διατριβή σε ελληνικά ΑΕΙ στον τομέα της Φιλοσοφίας και των Κοινωνικών Επιστημών. «Είναι πρώτη φορά που δίνονται υποτροφίες σε αυτό τον τομέα», ανέφερε, μιλώντας για το θέμα στην «Κ», στέλεχος του υπουργείου Παιδείας, μνημονεύοντας για τη συνεργασία το υπουργείο Πολιτισμού και το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Βάρος δίνεται και στην ανάπτυξη ψηφιακής πλατφόρμας -ένα είδος ψηφιακής εγκυκλοπαίδειας- με περιεχόμενο σχετικό με τον Πλάτωνα, που αρχικά θα παρέχεται σε τουλάχιστον πέντε γλώσσες.
Στο πλαίσιο του δεύτερου θεματικού κύκλου, θα πραγματοποιηθούν, μεταξύ άλλων, εκπαιδευτικά προγράμματα για κάθε ενδιαφερόμενο με αντικείμενο τη φιλοσοφία και τον ρόλο της στην καθημερινή ζωή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται να έχουν τα προγράμματα για την καλλιέργεια επιχειρηματικής κουλτούρας και εκπαίδευσης και την υποστήριξη δημιουργίας επιχειρήσεων στην περιοχή στον τομέα του πολιτισμού.
Η Ακαδημία Πλάτωνος ήταν κέντρο πολιτικού προβληματισμού. Σήμερα στην Ελλάδα ο πολιτικός διάλογος αποκτά νέα δυναμική. «Μέγιστη νόσος αμάθεια» έλεγε ο Πλάτων. Ποιος θα διαφωνούσε 2.500 χρόνια μετά;

Του Απόστολου Λακασά
16.12.2011

Ο καθηγητής που μας γνώρισε τη Μύρτιδα

Πρόσωπο της χιλιετίας στην ιστοσελίδα του ΟΗΕ, περίοπτη θέση σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά και δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες στα μουσεία. Η Μύρτις είναι ένα επιστημονικό επίτευγμα που ονειρεύτηκε ο καθηγητής Μανώλης Παπαγρηγοράκης.

Η εντεκάχρονη κοπέλα που έζησε στην εποχή του λοιμού στην Αθήνα του Περικλή, «γεννήθηκε» από τη φλόγα του καθηγητή Μανώλη Παπαγρηγοράκη «ένα αρχαίο κρανίο, να αποκτήσει πρόσωπο, κάποιο κοριτσάκι που έζησε τον 5ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα». Ομως φαίνεται ότι, όπως και οι ιδέες που γεννήθηκαν κάποτε στη σκιά της Ακρόπολης, η ανάπλαση της Μύρτιδος ανήκει στην παγκόσμια κληρονομιά.

Η ιδέα ξεπήδησε από έναν ανασκαφικό λάκκο στον Κεραμεικό και χάρη στην προσπάθεια πολλών Ελλήνων επιστημόνων μετουσιώθηκε σε σύμβολο που σηματοδοτεί την ιστορική περίοδο από τον χρυσό αιώνα του Περικλή. Σήμερα με τη βοήθεια της επιστήμης έχει βρεθεί «πρόσωπο με πρόσωπο», με τους πολίτες του 21ου αιώνα. Από τον Απρίλιο του 2010 όταν έγινε η επίσημη παρουσίαση στο Μουσείο της Ακρόπολης η Μύρτις προσέλκυσε την προσοχή. Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο μέσα σε τρεις μήνες την επισκέφθηκαν 80.000 άτομα μεταξύ των οποίων οι μαθητές πολλών σχολείων. Στο Αρχαιολογικό της Θεσσαλονίκης η επισκεψιμότητα αυξήθηκε τον Φεβρουάριο κατά 400%. Στη συνέχεια η έκθεση ταξίδεψε στο Μαυροβούνιο, με πρωτοβουλία της ελληνικής πρεσβείας, στο πλαίσιο των 130 ετών φιλίας και μέσα σε ένα μήνα την επισκέφθηκαν 12.000 παιδιά.

Η διαδρομή
Ολα ξεκίνησαν με τα αρχαιολογικά ευρήματα ανασκαφής το 1995, στον Κεραμεικό από την αρχαιολόγο κ. Εφη Μπαζιωτοπούλου - Βαλαβάνη. Η ανάλυση του DNA στον πολφό των οδόντων πιστοποίησαν ότι το μικρόβιο που προκάλεσε τον αρχαίο λοιμό, ήταν η σαλμονέλα, υπεύθυνη για την εκδήλωση τυφοειδούς πυρετού. Η ανακοίνωση έκανε τον γύρο του κόσμου με δημοσιεύσεις σε δεκάδες έντυπα, από την Washington Post και τη Figaro μέχρι τους Times. Ενα παιδικό κρανίο όμως τράβηξε την προσοχή του κ. Μανώλη Παπαγρηγοράκη επίκουρου καθηγητή Ορθοδοντικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διατηρούσε την κάτω γνάθο και πράγμα σπάνιο, συνυπήρχε η μόνιμη οδοντοφυΐα με μέρος της νεογιλής. Η ηλικία προσδιορίστηκε με πανοραμική ακτινογραφία παρατηρώντας τις ρίζες των δοντιών.

 Επρόκειτο για ένα κορίτσι περίπου έντεκα ετών και όταν η ερευνητική ομάδα αποφάσισε να κάνει την ανάπλαση του προσώπου, της έδωσε το όνομα «Μύρτις». Το αρχαίο κρανίο έδειχνε τον δρόμο. Δείκτες και καρφίδες υπέδειξαν το πάχος των ιστών, σκαλίστηκαν οι μύες και υπολογίστηκε το μέγεθος των ματιών της μύτης βάσει της οφθαλμικής και ρινικής κοιλότητας. Οι αναλογίες και το σχήμα τού προσώπου προέκυψαν από τις αναλογίες του κρανίου. Το κρανίο σκαναρίστηκε σε ειδικό αξονικό τομογράφο, στο ΤΕΙ Χανίων έγινε η τρισδιάστατη μορφή του κρανίου και μετά δημιουργήθηκε ενα ακριβές αντιγραφο. Η τελική μορφή του προσώπου δόθηκε απο τον Σουηδό γλύπτη και ειδικό μόντελιστ κ. Οσκαρ Νίλσον.

«Ηταν ένα παιδί που η κλαγγή των όπλων και η επακόλουθη επιδημία δεν του επέτρεψαν να ζήσει τη ζωή που του αναλογούσε», λέει ο κ. Παπαγρηγοράκης και συνεχίζει: «Από παλιά είχα κάνει έρευνα για την κατατομή των αρχαίων Ελλήνων. Οταν είδα για πρώτη φορά τον αρχαιολογικό χώρο δεν φανταζόμουν την επιστημονική γνώση που θα ξεπηδούσε, ούτε την υποδοχή που θα είχε η Μύρτιδα».
Στο Κέντρο ΓΑΙΑ, κατά την προετοιμασία του εγχειρήματος, όταν ο κ. Παπαγρηγοράκης έδειξε τα σχέδια η κ. Νίκη Γουλανδρή πολύ εύστοχα διείδε την εξέλιξη λέγοντας: «αυτό δεν θα σας ανήκει, είναι παγκόσμιο». Λόγια προφητικά καθώς ο ΟΗΕ μετά την ανακοίνωση πέρασε στην ιστοσελίδα του την Μύρτιδα ως «φίλη της Χιλιετίας». Σύντομα κορυφαία περιοδικά, όπως το Scientific American, το National Geogrpafic και το Nature ασχολήθηκαν με την Μύρτιδα. Οσο για τον άνθρωπο που άνοιξε τον δρόμο: «Εκείνο που κρατώ απ' όλη αυτή τη διαδρομή είναι όταν βλέπω στις ξεναγήσεις των παιδιών το βλέμμα τους και η λαχτάρα τους για γνώση», καταλήγει.
Εκθεση
Το ταξίδι της Μύρτιδος
Η έκθεση με τη Μύρτιδα στο Μουσείο Πλινθοκεραμοποιίας Ν. & Σ. Τσαλαπάτα στον Βόλο θα φιλοξενηθεί ώς τις 8 Ιανουαρίου 2012. Για πρώτη φορά η έκθεση είναι προσβάσιμη σε άτομα με προβλήματα όρασης τα οποία μπορούν να ξεναγηθούν. Το πρόγραμμα έχει θέσει υπο την αιγίδα του το Πολιτιστικό Ιδρυμα της Τράπεζας Πειραιώς (ΠΙΟΠ) σε συνεργασία με τον Φάρο Τυφλών και την σχολή Schinarakis Studies μέσω της διερμηνείας στην ελληνική και διεθνή νοηματική γλώσσα. Η έκθεση περιλαμβάνει ακουστική ξενάγηση , υλικό στη γραφή Braille και σε μεγαλογράμματη γραφή. Με την έκθεση εγκαινιάζεται η συνεργασία του Μουσείου Πλινθοκεραμοποιίας με το «Αθανασάκειο» Αρχαιολογικό Μουσείο Βολου όπου φιλοξενούνται δύο παράλληλες εκθέσεις. Πρόκειται για τη φωτογραφική έκθεση που επικεντρώνεται στο ιστορικό της ανα-σκαφής και τη διαδικασία ανάπλασης και μια εικαστική έκθεση με έργα που προσφέρθηκαν απο Ελληνες καλλιτέχνες.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ
gapostolidis@pegasus.gr
ΦΩTOΓΡAΦIEΣ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΣΒΑΝΤΗΣ
antonis.pasvantis@gmail.com

Πηγή Εθνος
31.12.2011

ShareThis