Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τετσης Παναγιωτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τετσης Παναγιωτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Παναγιώτης Τέτσης : "Εχουν δίκιο οι νέοι άνθρωποι που φεύγουν"

Πανεπιστήµιο και κοινωνία, Ακαδηµία και πολιτική, ελληνικότητα και τέχνη. Ο εικαστικός, δάσκαλος και ακαδηµαϊκός, ο οποίος σε δύο εβδοµάδες θα εκθέσει έργα του στο Μέγαρο Μουσικής, µιλάει για το παρελθόν, το παρόν και το µέλλον
Καταρρακτώδης βροχή, απεργία των µέσων µαζικήςµεταφοράς, σωροί σκουπιδιώνπαντού. Μέσα σε αυτό το σκηνικό χάους ξεκινήσαµε µια ∆ευτέρα µεσηµέρι να συναντήσουµε τον Παναγιώτη Τέτση στο σπίτι του στο Κολωνάκι.

Ο 86χρονος εικαστικός, ακαδηµαϊκός και δάσκαλος µας υποδέχθηκε χαµογελαστός και ευδιάθετος, επέµεινε να µας προσφέρει γλυκό του κουταλιού από αυτά που, όπως µας πληροφόρησε, υπάρχουν πάντοτε στο σπίτι του, ενώ τις επόµενες δύο ώρες µιλήσαµε για διάφορα: για την επικείµενη έκθεσή του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η οποία δίνει έµφαση στα τελευταία έργα του, για την αγαπηµένη του Υδρα, αλλά και για ό,τι απασχολεί την ελληνική κοινωνία το τελευταίο διάστηµα.

«Υπάρχει άραγε κάτι που εξακολουθεί να σας αρέσει στην Αθήνα σήµερα;» τον ρώτησα λίγο προτού τον αποχαιρετήσω. «Ο δρόµος που ζω» µου απάντησε χωρίς να το σκεφθεί: «Βγαίνω έξω και λέω µια κουβέντα µε τους υπαλλήλους στην τράπεζα, που είναι τόσο ευγενικοί. Απέναντι είναι δυο φίλοι που έχουν το ανθοπωλείο, πιο ‘κεί ο φαρµακοποιός, ακόµη πιο πέρα ο χασάπης που µε ρωτά πότε θα κάνω έκθεση. Που είµαστε ακόµη γειτονιά, αυτό µου αρέσει...».

– Κύριε Τέτση, για να πιάσουμε το νήμα από τον τίτλο της έκθεσής σας, τι είναι αυτό που σας εμπνέει σήμερα; Ολο αυτό που ζούμε θα λέγατε ότι επιτρέπει την έμπνευση, της αφήνει περιθώρια;

«Κατ’ αρχάς η έµπνευση δεν είναι µια στιγµιαία λάµψη, όπως πολύς κόσµος πιστεύει. ∆εν πέφτει το Αγιο Φως και σου αποκαλύπτει κάτι τη στιγµή που εσύ κάθεσαι αµέριµνος. Πρέπει να βρεθείς στον χώρο σου, να συγκεντρωθείς, να εργαστείς, κι έτσι, µέσα από αυτή τη διαδικασία, σιγά-σιγά προχωρεί η δουλειά σου. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν έργα που µου έχουν “βγει” πολύ γρήγορα, όπως αυτά τα τελευταία που θα εκτεθούν τώρα, και άλλα που µπορεί να τα έχω φτιάξει εδώ και 50 χρόνια κι όµως όλο και επανέρχοµαι και κάτι προσθέτω».

– Δεν έχει δηλαδή σχέση με τη γενικότερη ατμόσφαιρα;

«Ασφαλώς έχει. Ο καλλιτέχνης ζει σε ένα συγκεκριµένο περιβάλλον, στον κόσµο, στους ανθρώπους, στη φύση, εποµένως απορροφά διάφορες εικόνες, εντυπώσεις, βιώµατα, και όλα αυτά κάποια στιγµή συγκροτούν από κοινού κάτι το οποίο µπορεί να λέγεται και έµπνευση».

– Επομένως;

«Καλά, αν δούµε την κατάσταση από κοινωνικής πλευράς, δεν υπάρχει αµφιβολία ότι αυτό που ζούµε σήµερα είναι άβυσσος. Από την άλλη, όσο και να ‘χουµε καταστρέψει το περιβάλλον της Αθήνας, τόσο το οικολογικό όσο και το κοινωνικό, ευτυχώς η φύση µάς αποζηµιώνει. Σήµερα, για παράδειγµα, είναι µια µέρα µουντή και βροχερή, αλλά ταυτόχρονα πολύ χρωµατισµένη. Μην κοιτάτε τα σκουπίδια που φαίνονται. Αν ρίξετε µια µατιά στα βουνά τριγύρω, θα δείτε ότι έχει έναν πλούτο η συννεφιά και στον ουρανό και στη φύση. Μια ηµέρα ηλιόλουστη, πάλι, έχει άλλες οµορφιές, και µάλιστα το φως του φθινοπώρου είναι πολύ πιο ωραίο από το φως του καλοκαιριού, γιατί όπως αλλάζει κλίση η Γη, ο ήλιος έρχεται πιο ξυστά και κάνουν κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες, αιχµηρές αντιθέσεις το φως και η σκιά. Γενικά, αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως όλες οι καταστάσεις που έχω ζήσει είχαν την όµορφη και την άσχηµη πλευρά τους».

– Που ισορροπούσαν πώς;

«Με την ελπίδα, µε την προσδοκία. Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεµος, ας πούµε, ήταν µια εποχή άσχηµη και ταυτόχρονα όµορφη. Είχε ξυπνήσει το πατριωτικό αίσθηµα, την αγάπη για τον τόπο, υπήρχε ενθουσιασµός... ∆εν µιλώ µόνο για τον εαυτό µου, που τότε ήµουν έφηβος, αλλά για όλον τον κόσµο. Μετά ήρθε η Κατοχή, υπήρχε θλίψη, πείνα, δυστυχία, θάνατος.

Και όµως και τότε αντλούσες ελπίδα από το φως του µέλλοντος. Πίστευες ότι ο πόλεµος θα τελειώσει, ότι δεν θα τον κερδίσουν οι Γερµανοί, ότι θα έρθουν καλύτερες µέρες. Αλλά και σε πιο άµεσα πράγµατα: έπεφταν βόµβες γύρω-γύρω κι έλεγες “δεν θα πέσουν σ’ εµάς, θα τη γλιτώσουµε, δεν θα σκοτωθούµε”. Γι’ αυτό σάς λέω, η ελπίδα δεν σβήνει ποτέ».

– Και ο Εμφύλιος;

«Αυτή, πράγµατι, ήταν µια άσχηµη εποχή. Αλληλοσκοτωνόµασταν χωρίς να ξέρουµε το γιατί. Για τις ιδέες έγινε όλο αυτό άραγε ή για τα συµφέροντα; Νοµίζω πως ήταν πιο πολύ το δεύτερο. Πίσω από κάθε ιδεολογία δεν βρίσκεται συνήθως η αναµονή κάποιου οφέλους; Σκέπτοµαι καµιά φορά τι θα είχε γίνει αν είχαν κερδίσει οι αριστεροί. ∆εν θα είχαν αναρριχηθεί κι αυτοί στην εξουσία, δεν θα είχαν γίνει υπουργοί κτλ.; Εδώ έχουµε 30 χρόνια σοσιαλιστικές κυβερνήσεις και τον τελευταίο καιρό ακούµε τέρατα. Αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι, υποτίθεται, πρέσβευαν την κοινωνική δικαιοσύνη, στο τέλος βρέθηκαν µε βίλες, µε αµύθητες περιουσίες, µε δεν ξέρω κι εγώ τι. Κάποτε ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγµατα».

– Δηλαδή;

«Ε, δεν ήταν πάντοτε έτσι η πολιτική! Ως τον Πόλεµο και ίσως και λίγο µετά, οι άνθρωποι δεν έµπαιναν στον χώρο αυτόν για να πλουτίσουν, αλλά από πραγµατική διάθεση να κυβερνήσουν τον τόπο. Εµπαιναν, µάλιστα, πλούσιοι και έβγαιναν φτωχοί. Ξέρετε πόσες περιουσίες, πόσες προίκες έχουν φαγωθεί στον βωµό της πολιτικής; Γι’ αυτό άλλωστε φρόντιζαν να παντρεύονται και γυναίκες µε κάποια οικονοµική επιφάνεια. Ο Γεώργιος Παπανδρέου – µιλώ, βεβαίως, για τον παππού του σηµερινού πρωθυπουργού – ένα σπίτι στο Καστρί είχε όλο κι όλο. Αυτή ήταν η περιουσία του».

– Και πώς άλλαξε, πιστεύετε, η κατάσταση;
Ποιο ήταν το σημείο καμπής;

«Τι να σας πω... Επεσαν όλοι στο ψαχνό, κυριάρχησε η νοοτροπία τού τι θα βγάλουµε. Αυτό όµως δεν αφορά µόνο την κορυφή της πυραµίδας, αλλά και τη βάση. Για µένα, ένας από τους µεγαλύτερους κινδύνους που αντιµετωπίζει η σηµερινή ελληνική κοινωνία είναι η αδιαφορία, η οποία έχει ως αιτία την τεµπελιά».

– Είμαστε πράγματι τεμπέληδες;

«Ε, ναι. Στις πόλεις, στα µεγάλα αστικά κέντρα, ίσως όχι τόσο έντονα. Στην επαρχία όµως ναι. Οι αγρότες τι κάνουν, ή έστω τι έκαναν µέχρι σήµερα; Εισέπρατταν τις επιδοτήσεις, έβαζαν τους Αλβανούς και δούλευαν τα χωράφια, και οι ίδιοι χάζευαν όλη µέρα στα καφενεία. ∆εν λέω πως είναι όλοι έτσι, κάποτε όµως δεν υπήρχε καθόλου αυτή η νοοτροπία».

– Και πώς καλλιεργήθηκε;

«Μας µάγεψε η ντόλτσε βίτα. Από την άλλη σκέπτοµαι πως όταν σου δίνουν κάτι, το παίρνεις και δεν ρωτάς πού βρέθηκε. Είναι ανθρώπινο. Ετσι φτάσαµε εδώ που φτάσαµε. Ξοδεύουµε και δεν εισπράττουµε από πουθενά, αφού δεν παράγουµε τίποτε. Ε, κάποια στιγµή και οι άλλοι βαρέθηκαν να µας δανείζουν. Μην πάτε µακριά, αναζητήστε απλώς έναν τεχνίτη για την απλούστερη εργασία. Ο ένας στους δύο είναι αλλοδαπός, Αλβανός ή Πολωνός. Και να σας πω την αλήθεια, αυτοί είναι και πιο εντάξει. Και στον λόγο τους και στη δουλειά τους. Οι Αλβανοί είναι εξαίρετοι οικοδόµοι, κτίστες, πετράδες».

– Οι Ελληνες, λέτε, δεν τις καταδέχονται αυτές τις δουλειές;

«Οι Ελληνες τρέχουν πίσω από τα χαρτιά και στο τέλος δεν ξέρουν τι να τα κάνουν. Τώρα, βλέπετε, δεν φτάνει το πτυχίο από το πανεπιστήµιο· για να έχεις κάποια ελπίδα, πρέπει να κάνεις και µεταπτυχιακό. Για διδακτορικό δεν µιλώ, χρειάζεται κότσια. Το µαστεράκι το παίρνεις σε ένα εννιάµηνο. Ας είναι καλά οι Εγγλέζοι που κάνανε τα µεταπτυχιακά βιοµηχανία, όπως είχαν κάνει παλαιότερα µε τα νοσοκοµεία. Ετσι και οι Ελληνες ανακάλυψαν τη London School of Economics και του έδωσαν και κατάλαβε. Και η κουτσή Μαρία έχει περάσει από ‘κεί... Θυµάµαι µια παλαιότερη σχετική γελοιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου και γελάω πολύ... Για να µιλήσουµε σοβαρά πάντως, οι λιγότερο υπεύθυνοι σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι οι ίδιοι οι φοιτητές».

– Ποιοι ευθύνονται δηλαδή;

«Η οικογένεια, οι πολιτικοί, οι οποίοι ελπίζουν ότι αν ψηφίσουν τους νόµους που προβλέπουν αύξηση του αριθµού των εισακτέων στα πανεπιστήµια θα πάρουν περισσότερες ψήφους. Από τους 1.000 φοιτητές που µπορεί να υπάρχουν σε µια σχολή ζήτηµα αν είναι 50-100 αυτοί οι οποίοι θέλουν πραγµατικά να σπουδάσουν, να γίνουν επιστήµονες. Οι υπόλοιποι βρέθηκαν τυχαία και θέλουν να περάσουν τις διαδικασίες χωρίς να βρέξουν τα πόδια τους».

– Τι θα μπορούσε να γίνει για να εξορθολογιστεί η κατάσταση;

«Να σοβαρευτούν όλοι και να συµπορευτούν στην κατεύθυνση της προόδου και της προκοπής. Οι καθηγητές, οι πρυτάνεις, οι ίδιοι οι φοιτητές – αν θέλουν να αξιοποιήσουν τα χρόνια τους και να µορφωθούν πραγµατικά. Η υπουργός Παιδείας κατά τη γνώµη µου είναι όχι µόνο άνθρωπος καλής θελήσεως, αλλά και σκληρό καρύδι. Ως ένα σηµείο όµως µπορεί να κάνει κάτι. Εφτιαξε έναν νόµο ο οποίος µε βρίσκει απολύτως σύµφωνο. Θα εφαρµοστεί όµως; Αµφιβάλλω. Στην Ελλάδα οι νόµοι γίνονται για να µην εφαρµόζονται. Πού ακούστηκε, αλήθεια, η αλυσίδα και το λουκέτο στο Πανεπιστήµιο; Ποιος νοµιµοποιείται να µετατρέπει ένα από τα ωραιότερα αρχιτεκτονήµατα της χώρας σε καραγκιόζ µπερντέ; Και µη µου πει κανείς για αποφάσεις πλειοψηφίας και τα σχετικά. Ξέρετε πώς γίνονται τις περισσότερες φορές οι συνελεύσεις; Κρατούν τεχνηέντως ώρες ολόκληρες, τα περισσότερα παιδιά κουράζονται και φεύγουν, και οι αποφάσεις λαµβάνονται από µια µικρή µειοψηφία».

– Ωστόσο δεν είναι υγιές και χρήσιμο για τους νέους ανθρώπους να συμμετέχουν και να εκφράζονται συλλογικά;

«Ασφαλώς, αλλά ως ένα σηµείο.

Και µην ξεχνάµε ότι η κάθε κατάκτηση προκύπτει µέσα από την πράξη.

Με τα λόγια δεν λύθηκε ποτέ κανένα πρόβληµα. Σας το λέω εγώ που πραγµατικά πιστεύω πως ό,τι όµορφο υπάρχει σήµερα στην Ελλάδα είναι οι νέοι οι οποίοι πραγµατικά θέλουν να προκόψουν, είτε µάθουν γράµµατα είτε όχι. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, είµαι σίγουρος».

– Οι οποίοι όμως σε μεγάλο βαθμό εμφανίζονται να θέλουν να φύγουν στο εξωτερικό.

«∆ίκιο έχουν. Αν οι συνθήκες έξω είναι πιο ευνοϊκές και εκτιµώνται οι ικανότητες και όχι τα συµπεθεριά, καλά κάνουν. Εδώ για να προχωρήσει ένας νέος, τις περισσότερες φορές χρειάζονται γνωριµίες, συγγένειες, εύνοιες... Πώς θέλετε λοιπόν να µη σηκωθεί να φύγει; Οταν βλέπεις να κυριαρχεί η οικογενειοκρατία και εσύ που δεν διαθέτεις τέτοιου είδους στηρίγµατα να µην έχεις καµιά δυνατότητα, έστω κι αν δεν σου λείπουν τα προσόντα, τι επιλογές έχεις;».


«Τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό δεν τον γνωρίζουν έξω»
Ο Παναγιώτης Τέτσης πιστεύει ότι ο πολιτισµός µπορεί πραγµατικά να βοηθήσει στην ανάκαµψη της χώρας.

«Ο πολιτισµός θα µπορούσε να στηρίζει τον τουρισµό και το αντίστροφο. Οταν όµως στην Ελλάδα έχουµε περιστατικά όπως αυτά του καλοκαιριού, µε τους ταξιτζήδες να αποκλείουν αεροδρόµια και λιµάνια και ο κόσµος να µην µπορεί να επισκεφθεί µουσεία, αρχαιολογικούς χώρους κτλ., τι να πει κανείς; Η θεωρία υποτάσσεται στην πραγµατικότητα».

– Ας το πάρουμε τότε από την αντίθετη πλευρά. Ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός μπορεί να είναι εξαγώγιμος;

«Από πλευράς ποιότητας, φυσικά και µπορεί. Το τι κάνουµε όµως ή, πιο σωστά, το τι δεν κάνουµε, είναι µια άλλη συζήτηση. Εχουµε επαναπαυθεί στο ένδοξο παρελθόν µας και έτσι πορευόµαστε. Τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισµό δεν τον γνωρίζει κανείς στο εξωτερικό. Ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης είναι γνωστοί, µετά... τέλος. Ούτε καν ο Ελύτης και ο Σεφέρης. Οσο για τους εικαστικούς, ό,τι κάνει ο καθένας µόνος του».

– Πού οφείλεται αυτό;

«Είναι θέµα έλλειψης οργανωµένης κρατικής πολιτικής η οποία θα µπορούσε να στηρίξει τους δηµιουργούς – µιλώ βεβαίως και για τους νεότερους – να βγουν στο εξωτερικό. Τον Αλβανό ΙΣµαήλ Κανταρέ, για παράδειγµα, τον ξέρει όλη η υφήλιος. Κατά τη γνώµη µου δεν πρόκειται για ιδιαιτέρως σπουδαίο λογοτέχνη. Την εποχή του Χότζα, δε, υπήρχαν και κάποιες αντικαθεστωτικές αιχµές στο έργο του. Και όµως, το καθεστώς τον άφηνε να βγαίνει προς τα έξω. Και µιλάµε τώρα για την αλβανική γλώσσα η οποία ως πριν από έναν αιώνα δεν είχε γραφή, ήταν µόνο προφορι κή. Εξυπνάδα ήταν αυτό, πονηριά, όπως θέλετε πείτε το. Εδώ δεν υπάρχει τίποτε. Ενας διάβολος, βρε παιδί µου, να οργανώσει τα πράγµατα».

– Ο όρος ελληνικότητα τι σημαίνει σήμερα για εσάς;

«Η ελληνικότητα είναι µια έννοια πολύ πλατιά, η οποία κάποτε είχε όχι µόνο πνευµατικό και αισθητικό, αλλά και εθνικό περιεχόµενο. Σήµερα σηµαίνει νοοτροπία, αντιλήψεις, αγάπη για τη φύση – την πληγωµένη, έστω –, το περιβάλλον... Ακόµη και η αγάπη για την κακοµοιριά µας, και αυτό ελληνικότητα είναι».

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ
Η έκθεση «Παναγιώτης Τέτσης: Η ζωγραφική του σήμερα» θα πραγματοποιηθεί το διάστημα 11.11.2011 - 10.1.2012 στους νέους εκθεσιακούς χώρους του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο του Megaron Plus.

Η έκθεση δίνει έμφαση στα τελευταία έργα του καλλιτέχνη, θα υπάρχει όμως αναφορά και σε παλαιότερα αλλά λιγότερο γνωστά έργα που ανήκουν στον ίδιο τον Π. Τέτση ή σε συλλέκτες.

Οργάνωση - επιμέλεια: Εφη Ανδρεάδη.

Χορηγός: Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος 

Πηγή Το Βήμα
23.10.2011

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Περπατάς και δεν έχεις που να ακουμπήσεις το βλέμμα σου

Παναγιώτης Τέτσης, ζωγράφος - ακαδημαϊκός - Ο μεγάλος δάσκαλος μιλάει για την Αθήνα, την κρίση, το περιβάλλον

Ο Παναγιώτης Τέτσης είχε φτάσει νωρίτερα στο ραντεβού, γιατί ήθελε να εξασφαλίσει ένα γωνιακό, ήσυχο τραπέζι. Θαμώνας του εστιατορίου, ήξερε ότι σε λίγη ώρα θα γέμιζε από παρέες και επαγγελματικά ραντεβού για το μεσημεριανό φαγητό. Ο ενθουσιασμός του για το γουρουνόπουλο στο φούρνο με πατάτες και «κρουστή, ξεροψημένη πετσούλα» είναι τόσο μεταδοτικός, που δύσκολα αντιστέκεσαι αν και είναι μόλις 1 η ώρα. Στην περιγραφή του πιάτου βάζει τα πιο ρεαλιστικά και ελκυστικά χρώματα της τέχνης του. Οχι. Ο εικαστικός καλλιτέχνης δεν επιδίδεται σε γευσιγνωστικές ασκήσεις. Απλώς, εκτιμά το αυθεντικά ωραίο όπου κι αν το συναντάει. Και μάλιστα ανιδιοτελώς. Γιατί ο ίδιος επιλέγει να φάει κάτι ελαφρύ: φρέσκα φασολάκια.

Η κουβέντα ξεκινάει από τη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Πιερ Σουλάζ, του 90χρονου πλέον Γάλλου φορμαλιστή –από τους τελευταίους ζωντανούς εικαστικούς μύθους της χώρας του– που διοργανώθηκε πρόσφατα στο Μπομπούρ, στο Παρίσι. Παρατηρώ ότι οι παραλλαγές πάνω στο μαύρο στα μεγάλα ταμπλό που φιλοτεχνεί είναι αποκαλυπτικές. «Πόση ποικιλία μπορεί να έχει η μονοχρωμία», λέω. Κάτι ανάμεσα σε διαπίστωση και ερώτηση. «Μα κι εμένα μια θητεία μου είναι στο ασπρόμαυρο. Οπως το είπατε. Εχει τέτοιο πλούτο το μαύρο, που ίσως δεν βρίσκεις στο χρώμα. Προσωπικά εκτιμώ τις μαυρόασπρες ταινίες».

– Τι σας συγκινεί στο χρώμα; Τι προσπαθείτε να συλλάβετε με το χρώμα;

– Μην το λέτε έτσι. Τα υλικά των ζωγράφων είναι αυτά. Ο κολορίστας βρίσκει την ισορροπία στη σχέση του τόνου, της απόχρωσης και της ποσότητας, της έκτασης, της ποιότητας.

Οι ρυθμοί ανεβαίνουν, ο ήχος από τα πιάτα και τις παραγγελίες εντείνεται, η ζωή εκτοπίζει την τέχνη. «Στην επιστολή σας, κύριε Τέτση, για τους πρώην εργαζόμενους της Ολυμπιακής που είχαν αποκλείσει την Πανεπιστημίου, η οποία δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της «Κ», διαπίστωσα ότι χρησιμοποιείτε τα μέσα μαζικής μεταφοράς». Η απάντηση δεν διευκολύνει τη συνέχεια: «Εχω ένα πρόβλημα με τα γόνατά μου τελευταία και παίρνω πλέον όλο και πιο συχνά ταξί...». Επιμένω: «Παρ’ όλα αυτά, ήθελα να σας ρωτήσω πόσο έχει αλλάξει η Αθήνα στα χρόνια που τη ζείτε και την ξέρετε;». «Πολύ. Υπάρχει μεγάλη αταξία στους δρόμους. Το πανεπιστημιακό άσυλο έχει καταλήξει να είναι άσυλο για τους κακοποιούς ή τους οργισμένους. Οταν ήμουν πρύτανης στη Σχολή Καλών Τεχνών είδα να γίνονται καταστροφές από καταλήψεις. Μπροστά στα μάτια μου διαδραματίζονταν απίστευτα πράγματα. Τώρα αρχίζει και την πληρώνει το κτίριο της Ακαδημίας Αθηνών, παρότι δεν είναι πανεπιστημιακός χώρος. Για ποιες ιδέες μιλάνε;»

– Γιατί, κατά τη γνώμη σας, γίνονται τόσο βίαιες οι διαμαρτυρίες;
– Μήπως θα έπρεπε να ρωτήσετε κάποιον ψυχίατρο;
– Γιατί; Θεωρείτε το φαινόμενο παθολογικό;
– Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Από την άλλη, στόχος τους είναι και η κλοπή. Παίρνουν ό, τι βρούνε. Η δικτατορία σίγουρα έχει παίξει ρόλο σε αυτές τις αντιδράσεις, αλλά μετά από τόσα χρόνια δεν θα ’πρεπε να έχουν ηρεμήσει;
– Πόσο πιστεύετε ότι επηρεάζει η μεγάλη οικονομική κρίση;
– Τα οικονομικά της Ελλάδος ήταν ανέκαθεν σαθρά. Με εντυπωσιάζει η έκπληξή μας. Δεν ξέραμε εδώ και δεκαετίες ότι δεν παράγουμε, άρα δεν εισπράττουμε; Αναλογιστείτε πόσες εργοστασιακές μονάδες έχουν κλείσει. Είμαστε μια φτωχή χώρα με πλούσιους κατοίκους. Αντιθέτως. Η Πολωνία, για παράδειγμα, είναι μια πλούσια χώρα με φτωχούς ανθρώπους. Εγώ, ούτως ή άλλως, πέρασα τη ζωή μου με περιορισμένα οικονομικά. Τώρα, τα πράγματα είναι καλύτερα, αλλά δεν μου λείπει ποτέ αυτή η έγνοια.
– Από τις πωλήσεις των έργων σας, δεν αποκτήσατε χρήματα;
– Σας είπα ότι τώρα ζω καλά. Εχω ένα σπίτι στην Υδρα, ένα στη Σίφνο, έχω εξασφαλίσει και τον γιο μου τον Αλέξη, που τώρα είναι κοντά 38 ετών. Βέβαια, δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται με προσωπικούς, ατομικούς όρους, γιατί μία, ο μη γένοιτο, χρεοκοπία μάς αφορά όλους. Εκεί όμως που περπατάς στο δρόμο και βλέπεις να κλείνει ένα κατάστημα, ξεπηδάει στην ίδια θέση ένα καινούργιο. Αν κάνετε μια βόλτα πάνω από την Ελλάδα με ελικόπτερο, θα δείτε δεκάδες μαρίνες με σκάφη όλων των ειδών και μεγεθών. Αυτά τα βλέπει και η κ. Μέρκελ! Και ύστερα θέλουμε να μας δώσει χρήματα!.. Δημιουργείται μια περίεργη κατάσταση, όπου ο καθένας εξαιρεί τον εαυτό του. Πάντα οι «άλλοι», ποτέ «εμείς». Υστερα, είναι κι αυτή η υποκρισία. Συμμετέχουμε στην Ωρα της Γης, για παράδειγμα, και μέσα στο υπόλοιπο 24ωρο γίνεται απίστευτη κατασπατάληση ενέργειας και ηλεκτρικού ρεύματος...

Οι περιβαλλοντικές ανησυχίες του Π. Τέτση είναι πολλές και ξεκινούν από την καθημερινότητα, εκεί που ο καθένας μας οφείλει να δίνει τις μικρές, αλλά απαραίτητες, μάχες του. Τον απασχολούν όλα όσα καταγράφει (κατέγραφε τουλάχιστον) στις πεζοπορίες του στο κέντρο της πόλης. Για τα δέντρα στα πεζοδρόμια, αφιερώνει μια ολιγόλεπτη αφήγηση. «Μα κανείς δεν σκέφτεται να τους ρίξει λίγο νερό;», διαμαρτύρεται. Οι εικόνες του από την «παλιά Αθήνα» δεν έχουν καθόλου ξεθωριάσει. Αναβιώνουν με λεπτομέρειες: «Στη μέση της Βασιλίσσης Σοφίας ήταν οι γραμμές του τραμ. Οδόστρωμα αριστερά, δεξιά και τα πεζοδρόμια είχαν διπλή δεντροστοιχία. Οχι μονή, διπλή. Γωνία Οθωνος και Αμαλίας ήταν το σπίτι του Νεγρεπόντη, το ωραιότερο της Αθήνας... Σήμερα, περπατάς και δεν έχεις πού να ακουμπήσεις το βλέμμα σου. Η τόση ασχήμια της Πανεπιστημίου, η μαυρίλα του καυσαερίου, τα κλιματιστικά…».
– Εν τούτοις, το ωραίο ζωγραφίζετε.
– Ωραίο το κάνει η ελληνική ατμόσφαιρα και ο ήλιος. Μέσα σε ένα άσχημο κτίριο μπορείς να δεις μια αντανάκλαση, ένα κομμάτι, που να είναι θέμα ζωγραφικής...
Ο πολιτισμός στην Ελλάδα είναι πάντα τελευταίος στη λίστα
Ο Παναγιώτης Τέτσης, κολορίστας, προσωπογράφος, τοπιογράφος από τους εξέχοντες στην παράδοση της νεοελληνικής ζωγραφικής. Υδραίος, Πειραιώτης, Αθηναίος, πανεπιστημιακός δάσκαλος, Ακαδημαϊκός, μέλος, στο παρελθόν, του Δ.Σ. της Εθνικής Πινακοθήκης. Αντλώ από την τελευταία ιδιότητα για να τον ρωτήσω για την έλλειψη μουσειακής πολιτικής.

«Πιστεύετε ότι η Εθνική Πινακοθήκη εκπληρώνει τον σκοπό της;».
«Η αποστολή της Πινακοθήκης -απαντά- δεν είναι να οργανώνει εκθέσεις, αλλά να δείχνει τις συλλογές της, την πορεία της νεοελληνικής τέχνης. Οι εκθέσεις οφείλουν να λειτουργούν συμπληρωματικά. Η Πινακοθήκη πάσχει στους χώρους, στη διαμόρφωση του κτιρίου. Είναι ακατάλληλο. Οι συλλογές της, επίσης, δεν είναι μόνο ό,τι βλέπετε. Αδικούνται επιπλέον και από τον τρόπο που παρουσιάζονται. Τρία έργα του Βολανάκη, ύστερα Λεμπέσης, κ.ο.κ., στη σειρά. Κάθε έργο, όμως, θέλει τον χώρο του. Δεν μπορεί να παρατίθενται σαν να είναι στρατιώτες. Υπάρχουν σημαντικά έργα και άλλων καλλιτεχνών που δεν είναι τόσο γνωστοί και πρέπει και αυτά να βρουν τη θέση τους».

Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης;
«Ανύπαρκτο. Φιλοξενείται στο Ωδείο. Και αυτός δεν είναι χώρος διαμορφωμένος για μουσείο. Υστερα τι να δω αυτήν την περίοδο; Βίντεο; Τον Μπότσογλου τον ξέρω, τον έχω παρακολουθήσει, έχω δει και προηγούμενες εκθέσεις του. Θα ήθελα να πάω στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης για την έκθεση περί έρωτος, αλλά με εμποδίζουν, δυστυχώς, τα γόνατά μου».

Η Αθήνα είναι μια πόλη ζωντανή πολιτιστικά, συμφωνούμε. Ομως ο πολιτισμός χρειάζεται και υποδομές. «Πώς βρέθηκαν χρήματα για να χτιστεί το κτίριο της Αστυνομίας στην Αλεξάνδρας; Οχι ότι δεν χρειαζόταν, αλλά βρέθηκαν τα χρήματα. Αν ήθελαν να κατασκευάσουν ένα μουσείο, θα τα έβρισκαν. Ο πολιτισμός, όμως, είναι πάντα τελευταίος στη λίστα», σχολιάζει.

Το γεύμα μας ολοκληρώνεται σιγά σιγά και με προετοιμάζει για το επιδόρπιο: «Ξέρετε, εδώ φτιάχνουν και μια καταπληκτική τάρτα μήλου»... Εμφανίζεται βιαστικός ο φωτογράφος Νίκος Πηλός με πλήρη εξάρτυση. «Θα πιω μόνο ένα ποτήρι νερό. Εχω κι άλλη φωτογράφιση», λέει. «Αδύνατον», επεμβαίνει ο κ. Τέτσης. Πρέπει να δοκιμάσει το γουρουνόπουλο. Ο Ν. Πηλός υποχωρεί και υποκύπτει...
Το εστιατόριο είναι, πλέον, γεμάτο. Πρόσωπα διαφορετικής καταγωγής και ηλικίας μάς περιβάλλουν. Στρέφομαι στον συνομιλητή μου: «Ο Μπέργκμαν υποστηρίζει ότι το ανθρώπινο πρόσωπο είναι το καλύτερο τοπίο». «Για μένα, το καλύτερο τοπίο είναι τα χέρια όσο και το πρόσωπο. Είναι πολύ εκφραστικά. Ιδίως σε εμάς, τους Μεσογειακούς. Στα πορτρέτα των μεγάλων ζωγράφων πάντα φαίνονται τα χέρια».
– Ανάμεσα στα τοπία και στους ανθρώπους υπάρχει διαφορά;
– Οχι, οι αξίες που αντλείς από ένα πρόσωπο και ένα τοπίο είναι ίδιες. Στο τέλος τέλος, ένα τοπίο είναι ένα πρόσωπο.
«Αυτόν τον καιρό έχω μπροστά μου ένα δέντρο, μ’ αυτό ασχολούμαι», λέει ο Π. Τέτσης. «Οσο μεγαλώνεις η δραστηριότητα μειώνεται. Υστερα, ψάχνεις περισσότερο και με διαφορετικό τρόπο. Ενα σημερινό έργο μου είναι πιο μεστό από ένα νεανικό... Στο παρελθόν έκανα ακροβασίες που μερικές φορές ήταν εις βάρος άλλων. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στη Σίφνο ήθελα να κάνω ένα μεγάλο πορτρέτο. Ζήτησα από έναν φίλο μου να ποζάρει κάτω από τον καυτό ήλιο. Φανταστείτε: Αύγουστο, ντάλα μεσημέρι... Οι φίλοι μου είχαν πάντα κατανόηση. Θα ήθελα να τους απευθύνω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Να το γράψετε. Εχουν συμβάλει στο έργο μου. Είναι μέρος του».
Θα ’θελα να ήμουν 15 χρόνων κι ας είχα πανελλήνιες

Για τη διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, ο Παναγιώτης Τέτσης παραμένει «ένας από τους τελευταίους οπαδούς της ζωγραφικής του βλέμματος». «Το βλέμμα του, ωστόσο, δεν είναι ούτε αθώο ούτε ακαδημαϊκό. Είναι ένα βλέμμα θρεμμένο από μια μακρά ζωγραφική παράδοση, που ξεκινά από τους μεγάλους Βενετούς του 16ου αιώνα, περνάει από τον Γκρέκο και τον Ντελακρουά και εκβάλλει στον Ματίς, τον Μπονάρ, ακόμη και στον Ρόθκο».

Ο 85χρονος Π. Τέτσης προβάλλει το δικό του αποτύπωμα: «Οταν ήμουν 15 χρόνων, κάποιοι άνθρωποι μου είπαν ότι αυτό που κάνω δεν είναι ασήμαντο. Αρχισα να το παίρνω απάνω μου. Ο Νικολής Χατζηκυριάκος, όχι Νίκος, Νικολής, ο Πικιώνης, ο Φρισλάντερ και παράλληλα ο Περικλής ο Βυζάντιος, αργότερα και ο Πρεβελάκης».
Ο ζωγράφος δεν επιστρέφει στο παρελθόν μόνο για να τιμήσει τους δασκάλους του, αλλά και για να σχολιάσει το σήμερα. «Εχω ζήσει στην Υδρα μέχρι 12 χρόνων. Τα δόντια μου άρχισαν να καταστρέφονται από τα 10. Ομως ο οδοντογιατρός ήταν τότε πολυτέλεια. Ξέρετε πώς έβγαλα το γυμνάσιο; Ηταν Κατοχή, μας λυπήθηκαν και μας έδωσαν το απολυτήριο χωρίς να τελειώσουμε το σχολείο. Εγώ, δεν πήγα στις δύο τελευταίες τάξεις. Γλίτωσα χημεία, τριγωνομετρία, φυσική πειραματική. Στα 15 μου πέρασα τον πόλεμο και την Κατοχή. Και ξέρετε, είμαι ευτυχής γι’ αυτό. Οσοι επιβίωσαν έγιναν δυνατοί. Οχι, σαν τα σημερινά παιδιά που τα έχουν όλα. Ξέραμε να εκτιμούμε και την μπουκιά το ψωμί που δεν υπήρχε. Παρ’ όλα αυτά, θα ’θελα να ήμουν 15 - 16 χρόνων και ας είχα μπροστά μου πανελλήνιες!..»
– Τι νιώθετε να σας έχει στερήσει ο χρόνος;
– Αντιμετώπιζα πάντα πρόβλημα βιοπορισμού. Θα είχα κερδίσει περισσότερο χρόνο αλλά, βέβαια, δεν ξέρω αν θα ήμουν αυτό που είμαι τώρα.
– Ποια είναι η πιο σοβαρή απώλεια που έχετε στο χρόνο;
– Επειδή εργάστηκα πολύ, στερήθηκα χαρές της καθημερινής ζωής. Επρεπε να αναπληρώσω τον χαμένο χρόνο. Στη Σίφνο, ένα καλοκαίρι ολόκληρο, κολύμπησα μόνο τέσσερις - πέντε φορές. Διότι, αν πήγαινα στη θάλασσα, θα έχανα τη μέρα.
– Τι είναι το αύριο για σας;
– Μια ευχάριστη μέρα. Οχι διασκεδαστική. Ευχάριστη. Να ζωγραφίσω κάτι, να συναντήσω έναν φίλο.
– Κοιμάστε με μια ευχάριστη σκέψη στο μυαλό;
– Κάποιες φορές. Οχι πάντα.
– Είστε αισιόδοξος άνθρωπος, κ. Τέτση;
– Μάλλον ναι. Δεν έχω μαυρίλες. Ισως με πιάσουν αργότερα… Προς το παρόν, καλά πάμε!
Oι σταθμοί του
1925
Ο Π. Τέτσης γεννιέται στην Υδρα.

1937
Σε ηλικία 12 ετών η οικογένεια μετακομίζει στον Πειραιά.

1953
Με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι, στην Ecole des Beaux-Arts. Το 1960, μια τρίμηνη τιμητική υποτροφία της ιταλικής κυβέρνησης του δίνει τη δυνατότητα να μελετήσει την τέχνη σε ιταλικά μουσεία, ενώ το 1972 μια χορηγία του Ιδρύματος Ford του επιτρέπει να ασχοληθεί απερίσπαστος στη ζωγραφική και ως τη χαρακατική.
1976
Εκλέγεται καθηγητής στην ΑΣΚΤ, όπου δίδάσκει ώς το 1992.

1993
Εκλέγεται μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της ζωγραφικής.

Της Μαριας Κατσουνακη

11.4.2010

ShareThis