Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πτώχευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πτώχευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Η ιστορία της Ελλάδας είναι ιστορία δανείων

Ο Χαρίλαος Τρικούπης "πλήρωσε" τη χρεωκοπία του 1893 με την κατά κράτος ήττα του στις εκλογές του Απριλίου του 1895: δεν εξελέγη ούτε καν βουλευτής
Η επικαιρότητα της πρότασης Μέρκελ για την οικονομική επιτροπεία μέσα από την αναδρομή στην πτώχευση του 1893 και στον Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο. Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Γιώργου Ρωμαίου
 
Αμέσως μετά τη χρεοκοπία του 1893, η κυβέρνηση Τρικούπη ξεκίνησε τις δύσκολες, δίχως αμφιβολία, διαπραγματεύσεις με τους αντιπροσώπους των χωρών που είχαν επηρεαστεί στον μεγαλύτερο βαθμό από την αδυναμία πληρωμής των ελληνικών εξωτερικών δανείων. Ομως τον Αύγουστο του 1894, όταν ο συμβιβασμός που είχε συνάψει η κυβέρνηση Τρικούπη με τους ξένους αντιπροσώπους τέθηκε στο συμβούλιο των άγγλων ομολογιούχων, αυτοί τον απέρριψαν, με την αιτιολογία ότι η Ελλάδα ήταν σε θέση να προσφέρει καλύτερες εγγυήσεις και όρους, καθώς και ότι η πτώχευσή της ήταν «δόλια», άποψη που αναπαραγόταν συνεχώς από μεγάλης κυκλοφορίας βρετανικές εφημερίδες και περιοδικά, όπως οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς και ο Εκόνομιστ.

Ανάλογες απόψεις εξέφρασαν και οι γάλλοι ομολογιούχοι, ενώ οι Γερμανοί, οι οποίοι, αν και κατείχαν το μικρότερο ποσοστό του ελληνικού χρέους από τους Αγγλους και τους Γάλλους, εμφανίζονταν ιδιαίτερα αδιάλλακτοι απέναντι στην Ελλάδα και αρκετοί αξιωματούχοι, αλλά και έντυπα, ζητούσαν να χρησιμοποιηθεί το ελληνικό εξωτερικό χρέος ως μοχλός για την αύξηση της επιρροής της Γερμανίας στην Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο γενικότερα.

Αλλαγή κυβέρνησης


Στις εκλογές του Απριλίου του 1895 ο Χαρίλαος Τρικούπης ηττήθηκε κατά κράτος (δεν εξελέγη καν βουλευτής και αποχώρησε για τη Γαλλία όπου και πέθανε ένα χρόνο αργότερα) και πρωθυπουργός αναδείχθηκε εκ νέου ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, το έτερον ήμισυ του εξασθενημένου, ωστόσο, πρώτου ελληνικού δικομματισμού.
Αν και ο Δηλιγιάννης, όντας στην αντιπολίτευση, είχε χαρακτηρίσει τη στάση πληρωμών της κυβέρνησης Τρικούπη πράξη «άτοπον και αν όχι ονειδιστικήν» και είχε υποστηρίξει, σε επιστολή του προς τις πρεσβείες των τριών ξένων Δυνάμεων, πως ο συμβιβασμός με τους δανειστές «ήτο καθήκον προς την Πατρίδα και τον Βασιλέα, όπερ επέβαλλεν ου μόνον το συμφέρον του κράτους και της κοινωνίας, αλλά και η τιμή του ελληνικού λαού». Εντούτοις, όταν ξεκίνησε, ως πρωθυπουργός πια, τις διαπραγματεύσεις με τους ξένους αντιπροσώπους για την επίτευξη ενός νέου συμβιβασμού, αρνήθηκε επανειλημμένως να υποχωρήσει σε καίρια ζητήματα. Κι αυτό γιατί φοβόταν τόσο την πίεση από το εσωτερικό του κόμματός του όσο και την κοινή γνώμη που είχε λάβει ξεκάθαρη θέση εναντίον των ξένων Δυνάμεων.

Ο Δηλιγιάννης δήλωσε στη Βουλή πως δεν υπήρξε συμφωνία καθώς τα μέτρα που πρότειναν οι ξένοι αντιπρόσωποι των τριών Δυνάμεων θα οδηγούσαν, αργά ή γρήγορα, σε νέα πτώχευση και θα απειλούσαν την εθνική κυριαρχία της χώρας. Η άρνηση συμβιβασμού της κυβέρνησης Δηλιγιάννη, στάση η οποία επρόκειτο να διαρκέσει καθ' όλη τη διετή περίπου θητεία της, προκάλεσε τον εκνευρισμό των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, αλλά και αρνητικά για την Ελλάδα σχόλια στον ευρωπαϊκό Τύπο.

Το τηλεγράφημα που δεν έφτασε

Η τοποθέτηση, όμως, τον Οκτώβριο του 1896, του Στέφανου Στρέιτ στη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος αντικατέστησε τον Παύλο Καλλιγά, είχε αρχίσει να μεταλλάσσει κάπως το κλίμα. Ο Στρέιτ, διπλωμάτης και καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να χειριστεί την υπόθεση του δημοσίου εξωτερικού χρέους και η παρουσία του έδωσε νέα πνοή στις διαπραγματεύσεις.

Υστερα από αμοιβαίες υποχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις που επαναλήφθηκαν στο Παρίσι, στις 18 Φεβρουαρίου 1897, ο Στρέιτ κατάφερε να επιτύχει έναν συμβιβασμό. Αμέσως μετά την επίτευξη του συμβιβασμού, ο Στρέιτ έστειλε πρώτα ένα τηλεγράφημα αποδοχής των συμβιβαστικών προτάσεων προς τους δανειστές και αμέσως μετά έσπευσε να στείλει ένα ακριβές αντίγραφο προς τον πρωθυπουργό Δηλιγιάννη. Ωστόσο, αυτό το αντίγραφο δεν θα έφτανε ποτέ στην Αθήνα.

Οι «ατυχείς» χειρισμοί Δηλιγιάννη


Οπως αποδείχθηκε λίγο αργότερα, εκείνο τον Φεβρουάριο του 1897, η Ελλάδα είχε χάσει τη μοναδική ευκαιρία να επιτύχει έναν αμοιβαίο συμβιβασμό. Οι ατυχέστατοι χειρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης στο κρητικό ζήτημα, οι τυχοδιωκτικοί χειρισμοί της εθνικιστικής οργάνωσης της «Εθνικής Εταιρείας», η άρνηση της επικύρωσης της συμφωνίας του Στρέιτ και η αναμενόμενη έκβαση του «ατυχούς» ελληνοτουρκικού πολέμου του Απριλίου - Μαΐου του 1897, επρόκειτο να καταδικάσουν τις όποιες πιθανότητες είχε η Ελλάδα να επιτύχει έναν αξιοπρεπή, δημοσιονομικά και ηθικά, συμβιβασμό με τους ξένους δανειστές. Ο σκληρός Διεθνής Ελεγχος ήταν πλέον προ των πυλών και η Ελλάδα είχε χάσει κάθε διαπραγματευτικό χαρτί σε αυτό το δημοσιονομικό «μπρα-ντε-φερ» με τις ξένες Δυνάμεις.


Η επιβολή του Διεθνούς Ελέγχου

Στα τέλη Οκτωβρίου του 1897, δηλαδή λίγο μετά τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και την ντε φάκτο απόφαση της επιβολής του Διεθνούς Ελέγχου στην Ελλάδα, απόφαση που η Ελλάδα δεν μπορούσε να αμφισβητήσει, μετέβησαν στην Αθήνα αντιπρόσωποι των ξένων Δυνάμεων που θα συμμετείχαν στην επιβολή του ελέγχου (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Ρωσία και Αυστρία) για να οριστικοποιήσουν τις λεπτομέρειες και τις τεχνικές εκκρεμότητες του ελέγχου. Μεταξύ αυτών ήταν και ο γνωστός Εδουάρδος Λω, ως αντιπρόσωπος της Αγγλίας. Από την πλευρά της Ελλάδας, τις διαπραγματεύσεις θα διεξήγαγε ο Στέφανος Στρέιτ, υπουργός Οικονομικών πια της κυβέρνησης Αλ. Ζαΐμη, η οποία είχε αντικαταστήσει την κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη που είχε πέσει λόγω του περιεχομένου της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Το νομοσχέδιο στη Βουλή

Στα τέλη του Ιανουαρίου 1898 οι ξένοι δανειστές και η ελληνική κυβέρνηση έφτασαν σε συμβιβασμό και σε συμφωνία για τις λεπτομέρειες του νομοσχεδίου το οποίο θα έπρεπε να υπερψηφιστεί από τη Βουλή εντός του Φεβρουαρίου. Πράγματι, στις 19 Φεβρουαρίου, ο υπουργός Οικονομικών Στ. Στρέιτ υπέβαλε στη Βουλή το νομοσχέδιο του Διεθνούς Ελέγχου.


Την επομένη, κατά τη διάρκεια της οποίας συνεχίστηκε η συζήτηση για την ψήφιση του νομοσχεδίου του Διεθνούς Ελέγχου, ο Στρέιτ αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε ως υπουργός Οικονομικών στις διαπραγματεύσεις με τους ξένους αντιπροσώπους, ενώ τόνισε και την προκατάληψη και την έλλειψη εμπιστοσύνης που διακατείχε τη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα (στάση που θυμίζει σε πολλά σημεία την καχυποψία των Ευρωπαίων απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση το 2010 και το 2011).


Η υπερψήφιση του νομοσχεδίου


Στο τέλος της αγόρευσής του και πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου ο υπουργός Οικονομικών Στρέιτ προειδοποίησε τους βουλευτές πως, αν η ελληνική Βουλή απέρριπτε και δεν υπερψήφιζε το νομοσχέδιο, ακόμη και κάποιο μεμονωμένο άρθρο, τότε οι ξένες κυβερνήσεις δεν θα ενέκριναν την παροχή δανείου προς τη χώρα.
Τα στελέχη του ΔΟΕ έφθασαν στην Αθήνα στις αρχές Απριλίου του 1898. Η Επιτροπή αποτελούνταν από τους Λο (Βρετανία), Τροϊάνσκι (Ρωσία), Νομπίλι (Ιταλία), Μουροάρ (Γαλλία), Βίγκλερ (Γερμανία) και Οπενχάιμερ (Αυστρία). Μία από τις πρώτες ενασχολήσεις της Επιτροπής Ελέγχου ήταν η οργάνωση της εγκατάστασης της επιτροπής και η επιλογή των γραφείων της και του προσωπικού. Αξίζει να τονιστεί ότι στις συνεδριάσεις της Επιτροπής δεν είχε δικαίωμα παρουσίας ή συμμετοχής ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών.


Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του Γιώργου Ρωμαίου «Η περιπέτεια του κοινοβουλευτισμού την Ελλάδα».

Πηγή Το Βήμα
5.2.2012

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

"Πονούσιν οι πολλοί και σκέπτονται το αίτιον..." (Τα Χριστούγεννα της χρεοκοπίας του 1893)


Ο σκληρός Δεκέμβρης του 1893: «Πονούσιν οι πολλοί και σκέπτονται το αίτιον...»

Πώς βίωσαν οι πολίτες τις γιορτές μετά τη «στάση πληρωμών» και τη χιονοστιβάδα φτώχειας και πείνας, τον σκληρό Δεκέμβριο του 1893.

Τέτοιες μέρες είναι κανόνας ν' αναζητούνται παλιές χριστουγεννιάτικες ιστορίες. Τα παλιά είναι συνήθως... πάντα καλύτερα Χριστούγεννα! Ιδιαίτερα σε δύσκολες εποχές. Οσο πιο μακριά βρίσκονται από το παρόν, τόσο παραδεισιακές διαστάσεις παίρνουν! Σαν να υπήρχαν χρόνια που δένανε τα σκυλιά με τα λουκάνικα, νικούσε η αγάπη και βασίλευε παντού η ειρήνη!
Σ' αντίθεση με την τάση επιστροφής τις μέρες μας στους... παλιούς, καλούς καιρούς, ας γυρίσουμε πίσω στον Δεκέμβριο του 1893. Τη χρονιά, τον μήνα και τις γιορτές, που σημαδεύει το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν».
Τυπικά, η χρεοκοπία εξαγγέλθηκε την πρώτη Δεκεμβρίου (13 με το νέο ημερολόγιο) με την κατάθεση νομοσχεδίου. Μέσα σε 10 ημέρες, αυτό και άλλα 2 νομοσχέδια είχαν γίνει νόμοι του κράτους (9-10 Δεκεμβρίου). Στις 28 Δεκεμβρίου κατατέθηκε και ο πρώτος προϋπολογισμός της χρεοκοπίας, που θα ψηφισθεί, όμως, μετά 3 μήνες.
Ο σκληρός Δεκέμβρης του 1893: «Πονούσιν οι πολλοί και σκέπτονται το αίτιον...»
Ειπωμένη ή όχι από τον Τρικούπη, στις εισηγητικές ομιλίες του για το πρώτο νομοσχέδιο ή τον προϋπολογισμό, μ' αυτές ακριβώς τις λέξεις, η εμβληματική νεοελληνική φράση σήμαινε επισήμως τον «προσωρινό διακανονισμό του χρέους» - αυτός ήταν ο τίτλος του νόμου (ΒΡ-ΣΤ/93). Στην πράξη συνεπαγόταν την άμεση αναστολή καταβολής των χρεολυσίων στους διεθνείς δανειστές του Δημοσίου και τη δραστική περικοπή (κατά 70%) των τόκων στους κατόχους ελληνικών ομολογιών.
Διαμαρτυρίες
Οσα διαδραματίστηκαν τότε έχουν γίνει τελευταία πολύ γνωστά, αλλά ας θυμηθούμε μερικά ακόμη για ν' αποτυπωθεί καλύτερα ο χαρακτηρισμός «γιορτές φτώχειας». Ξέσπασε θύελλα διαμαρτυριών κατά του Τρικούπη σε Λονδίνο, Παρίσι και Βερολίνο, που αξίωσαν την επιβολή διεθνούς ελέγχου στις εισπράξεις του Δημοσίου. Αλλά και στην Ελλάδα από την αντιπολίτευση.
Αυτό που συνήθως δεν αναφέρεται με σαφήνεια είναι ότι ο Τρικούπης δεν τράπηκε σε φυγή. Εμεινε στην κυβέρνηση μετά τη χρεοκοπία και προσπάθησε να πετύχει τον «διακανονισμό». Οι προσπάθειες δεν είχαν αποτελέσματα. Οπως άλλωστε και των διαδόχων του. Θα χρειαστεί ένας πόλεμος για να υποταγεί η Ελλάδα στις απαιτήσεις των δανειστών και να επιβληθεί ο Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος (1898).
Πώς όμως βίωνε τη χρεοκοπία η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών. Οδηγός μας ο αντιτρικουπικός Τύπος, καθώς οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες αποφεύγουν τις περιγραφές. Παρά το γεγονός ότι οι δημοσιογραφικοί κανόνες της εποχής επιτάσσουν αναλυτικά ρεπορτάζ για την κίνηση στην εορταστική αγορά και τις τιμές των ειδών πλατιάς κατανάλωσης. Σε μια μάλιστα απ' αυτές ο ρεπόρτερ της παρακάμπτει τον σχετικό σκόπελο μ' ευφάνταστο τρόπο: «-Πώς πήγε εφέτος η δουλειά; ρωτά τον κρεοπώλη.
-Καλά, δόξα τω Θεώ! Ο κόσμος λεπτά δεν έχει λένε και λεπτά ξοδεύει. Μυστήριον...».
Ο αντικυβερνητικός Τύπος εκπέμπει με διαφορετικούς τρόπους, σ' άλλο μήκος κύματος:
-«Πάντες (στην αγορά) με κεκλιμένας τας κεφαλάς και την κατήφειαν εις το πρόσωπο εζωγραφισμένην... Η εξοικονόμησις του άρτου είνε το μόνον μέλημα πάντων των οικογενειαρχών...».
-«Πανταχού ερείπια. Αι εορταί προκαλούσαι συγκρίσεις θλιβεράς παρουσιάζωσι την κατάστασιν του τόπου υπό πάσαν αυτής αλγεινότητα. Και πονούσιν οι πολλοί και σκέπτονται και ζητούσι το αίτιον της δυσπραγίας...
Παρά τις συνηθισμένες αντιπολιτευτικές υπερβολές η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Στα σατιρικά κείμενα χρησιμοποιούνται πολύ σκληρότερες εκφράσεις: «Ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητό σας/ κι αν άλλο τι δεν έχετε να φάτε τ' απ' αυτό σας». Ενώ ένα άλλο μπροστά στις γενικές περικοπές σαρκάζει: «Απεφασίσθη υπό της Κυβερνήσεως να ψαλιδισθή και η σημαία μας...».
Εκείνα τα «Χριστούγεννα ήτο πένθιμα δια την κοινωνίαν». Κατά γενική ομολογία, τα έκανε δυσβάσταχτα ο «εξευτελισμός» της χώρας στα μάτια των Ευρωπαίων από το «κανόνι» της χρεοκοπίας.
Ολοι, όμως, προσβλέπανε σε καλύτερο μέλλον. Υπήρχε κάποια αισιοδοξία...
Πλήθη φτωχών και ζητιάνων
Ιδού ένα σταχυολόγημα από «σκέψεις που υπαγορεύουν τα Χριστούγεννα εις τους εκ των Ορθοδόξων ελευθέρους Ελληνας, τους οποίους κατέστησε πτωχούς και εξηυτελισμένους η εν τη Πολιτεία επικράτησις ανθρώπων αναξίων»: «Δεν ήρκεσε εις την Ελλάδα το ότι εκ των πραγμάτων απεδείχθη μη έχουσα τας δυνάμεις ν' ανταποκριθή εις τας επιπολαίους, τας αλογίστως αναληφθείσας υποχρεώσεις ως Κράτους. Ηθέλησεν εις την απόδειξιν της οικονομικής αδυναμίας της να προσθέση την απόδειξιν της ηθικής αναξιότητος...».
«Δεν είναι τοιούτος ο λαός της και το αποδεικνύει η Ιστορία του ολόκληρος και δη η των τελευταίων ετών... Υπεβλήθη στερήσεις και θυσίας, όπως επαρκέση εις πάσας τας υποχρεώσεις προς τους δανειστάς του...».
«Πλήθος άπειρον επαιτών. Μη φαινόμενον εις τον πολύν κόσμον, πλήθος στερούμενον του άρτου και γυμνητεύον ανεφάνη. Δεν είχομεν φαντασθή ποτέ τας Αθήνας περικλειούσας τοσαύτην δυστυχίαν, ουδέ τόσον αριθμόν πτωχών...». Ο μόνος πλούτος, έγραφε μελαγχολικά χρονογράφος των ημερών, «ο διαχυθείς εις τας Αθήνας ήτο ο πλουσιοπαρόχως λούσας αυτάς ήλιος και ο μόνος κυκλοφορήσας χρυσός αι ακτίναι αυτού. Το μόνον το οποίον δεν φοβούμεθα μη χάσωμεν...».
Δεν ήταν απολύτως ακριβής. Αφενός μεν επειδή στα σαλόνια των ημερών έρρεε πλούτος. Αφετέρου ακολούθησαν καταρρακτώδεις βροχές και πλημμύρες. Μαζί με τα νερά ερχόταν κι ο νέος χρόνος «όστις βρίσκει την Ελλάδα σε κακό και μαύρο χάλι/και τα άμοιρα παιδιά της πάντα γυμνά και πεινασμένα/κι απ' όλη την Ευρώπη τα πτωχά αδικημένα.../κι είμεθα μικροί μεγάλοι διά το φρενοκομείον/κι η πατρίς η καϋμένη εις τους Φράγκους πωλημένη...».
(Τ' αποσπάσματα προέρχονται από τις εφημερίδες ΑΣΤΥ, ΕΦΗΜΕΡΙΣ, ΠΡΩΪΑ, ΡΩΜΗΟΣ, ΝΕΟΣ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ, ΚΑΙΡΟΙ και ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ)
«ΑΣ ΜΕΛΕΤΗΣΩΜΕΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΑΘΗΜΑΤΩΝ»
Οι επιπτώσεις της χρεοκοπίας, εκτός των άλλων, ωθούσαν και σε σκέψεις για να γίνουν τα παθήματα του παρόντος μαθήματα για το μέλλον. «Ολαι αι περιουσίαι, όλα τα κεφάλαια, όλαι οι πρόσοδοι, όλα της εργασίας τα ανταλλάγματα εμειώθησαν», σημειώνουν οικονομολόγοι και οικονομολογούντες. Αλλοι αποδίδουν την ευθύνη στις τράπεζες και στους «χρυσοκάνθαρους», στους «Φράγκους» (ξένους) πιστωτές, στην κυβερνητική αβουλία. «Εν τη ειρήνη της οικογενειακής εστίας, ας μελετήσωμεν επί των παθημάτων», προτρέπουν πολλοί...

ΒΑΘΙΕΣ ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Σε καιρούς γενικευμένης φτώχειας και ανυπαρξίας δομών κοινωνικής πρόνοιας η αλληλεγγύη βρίσκεται διαχρονικά στην ημερήσια διάταξη. Το φαινόμενο έχει βαθιές ελληνικές ρίζες. Εκκληση κάνουν εφημερίδες όπως και πολλοί φορείς στα φιλάνθρωπα αισθήματα των εχόντων: «Εάν εις άλλους χρόνους απόλυτος παρίστατο η ανάγκη της συνδρομής των δυναμένων υπέρ των ενδεών, το έτος τούτο η ανάγκη αύτη παρίσταται επιτακτικωτέρα...». Οι εκκλήσεις δεν μένουν χωρίς αντίκρισμα.
Τάκης Κατσιμάρδος
katsimar@yahoo.gr

Πηγή Εθνος
24.12.2011

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Οι πτωχεύσεις στη νεότερη Ελλάδα

Η σφαίρα της οικονομικής δραστηριότητας του Δημοσίου περιορίζεται από τα φορολογικά του έσοδα και μπορεί να διευρυνθεί με δημόσιο δανεισμό. Εξυπακούεται ότι το προϊόν του δανεισμού πρέπει να εξυπηρετεί το χρέος για να μην επέλθει αδυναμία της χώρας να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της. Οταν αυτό συμβαίνει, μιλάμε για χρεοκοπία ή πτώχευση. Η πτώχευση νοείται ως τελούμενη σε καθεστώς ειρήνης, μια και η αναστολή πληρωμών λόγω γενικευμένου πολέμου συνιστά διαφορετική περίπτωση. Η πτώχευση μπορεί να γίνεται μόνο ως προς το εξωτερικό χρέος, μόνο προς το εσωτερικό ή και στα δύο.

H «πτώχευση» του 1827. Η «πτώχευση» του 1827 παρουσιάζει την ιδιομορφία να αφορά χρέος μιας μη υπάρχουσας έως τότε κρατικής οντότητας, εξ ου και η χρήση των εισαγωγικών. Οι Εθνοσυνελεύσεις της επανάστασης εξουσιοδότησαν τους Α. Λουριώτη και Ι. Ορλάνδο να δανειστούν από τη Βρετανία χρήματα για τον Αγώνα. Ετσι συνάφθηκαν δύο δάνεια, το 1824 και το 1825. Το 40% του ποσού πήγε σε προμήθειες και ασφάλειες των μεσαζόντων και με το υπόλοιπο αγοράστηκε ένα πλοίο και παραγγέλθηκαν άλλα τέσσερα. Συνολικά μόνο δύο πλοία έφτασαν σώα στην Ελλάδα, μετά τη λήξη της επανάστασης.
Το σύγχρονο ελληνικό κράτος, υπό τον Ιωάννη Καποδίστρια και αργότερα υπό τον Οθωνα, αναγνώρισε την οφειλή των δανείων της ανεξαρτησίας, δεν προχώρησε όμως σε διακανονισμό, ερίζοντας με τους κατόχους των τίτλων που είχαν διασπαρθεί ανά την Ευρώπη για το «κούρεμα» του κεφαλαίου και τους τόκους. Τελικά, το 1878, ο Ι. Γεννάδιος κατέληξε σε συμβιβασμό με τους ομολογιούχους και η Ελλάδα ξεκίνησε να ξαναδανείζεται από τις ξένες χρηματαγορές.
Η πτώχευση του 1843. Σύμφωνα με τη συνθήκη του Λονδίνου του 1832, στην Ελλάδα δόθηκαν από Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία 60 εκατ. φράγκα ως δάνειο καταβλητέο σε δόσεις. Ο δανεισμός της χώρας έπαιρνε μορφή διεθνούς συνθήκης με πολύ λεπτομερείς υποχρεώσεις της χώρας. Ηδη από το 1835 άρχισε μια πρωτοφανής αντιπαράθεση μεταξύ δανειστών και Ελλάδας, αλλά και μεταξύ των δανειστών, που αφορούσε νέες προκαταβολές. Η οικονομία δεν προόδευε για να αναπτύξει πόρους και οι προϋπολογισμοί του κράτους ήταν ελλειμματικοί. Η εξόφληση των δόσεων «σερνόταν» από το 1837 και σταμάτησαν το 1840. Το 1843 κηρύχθηκε πτώχευση.
Η πτώχευση του 1893. Μετά το 1879, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται, αλλά ο δημόσιος δανεισμός από τις ξένες χρηματαγορές για την εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Η σταφιδική κρίση οδήγησε την κατάσταση αυτή στα όριά της, με αποτέλεσμα το ελληνικό κράτος να κηρύξει, διά στόματος Τρικούπη, το 1893, πτώχευση. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο με την ήττα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, το 1898, που σήμανε την επανέναρξη εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους.
Η πτώχευση του 1932. Μετά το 1910, η οικονομική κατάσταση της χώρας βελτιώθηκε, αλλά το 1922 κατέρρευσε η Μεγάλη Ιδέα. Η εισροή ενάμισι εκατομμυρίου προσφύγων έθεσε ως αναπόδραστη προτεραιότητα του ελληνικού κράτους την άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Τα δάνεια που χορήγησε η διεθνής κοινότητα προς την ελληνική κυβέρνηση ανακούφισαν το διψασμένο για ρευστό δημόσιο ταμείο, χωρίς, ωστόσο, να επιλύσουν το οικονομικό πρόβλημα της χώρας.
Το ελληνικό κράτος προσέφυγε, το 1927, στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) και ζήτησε τη δανειακή συνδρομή της για την εξυγίανση της δραχμής. Οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν ήταν σκληρές και επίπονες και κατέληξαν, μεταξύ άλλων, στην ίδρυση της Τραπέζης της Ελλάδος, στην εισαγωγή του κανόνα συναλλάγματος–χρυσού, στη μετατρεψιμότητα της δραχμής και στη σύνδεσή της με τη στερλίνα.
Η κρίση του 1929 είχε παρενέργειες στη χώρα. Τον Σεπτέμβριο του 1931, η Μεγάλη Βρετανία εγκατέλειψε τον κανόνα χρυσού–συναλλάγματος. Οι πιέσεις που δέχθηκε το ελληνικό νόμισμα ήταν ισχυρές και οδήγησαν σε μεγάλες απώλειες συναλλαγματικών διαθεσίμων. Η ελληνική κυβέρνηση, για ν’ αντιμετωπίσει τις πιέσεις αυτές, επέβαλε περιοριστικούς ελέγχους στο συνάλλαγμα που δεν στάθηκαν ικανοί να ανακόψουν την αποστράγγιση των εθνικών συναλλαγματικών αποθεμάτων, ενώ η ελπίδα εξωτερικού δανείου δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ετσι, την 1η Mαΐου 1932 κηρύχθηκε ξανά πτώχευση, η τελευταία, προς το παρόν, στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Από το 1935 και εξής επαναλήφθηκε η αποπληρωμή του δημοσίου χρέους.

Του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου
* Ο κ. Μιχάλης Ψαλιδόπουλος είναι καθηγητής στην έδρα «Κωνσταντίνος Καραμανλής», της Διπλωματικής Σχολής Fletcher, στο πανεπιστήμιο Tufts.
25.9.2011

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις

Λαϊκή εικόνα : Ο βασιλιάς Γεώργιος απευθύνεται στον λαό της Αθήνας στο μεγάλο συλλαλητήριο υποστήριξης του "Στρατιωτικού Συνδέσμου" στις 14 Σεπτεμβρίου 1909
Η στρατιωτική συντριβή και η οικονομική ταπείνωση έφεραν στο τέλος του 19ου αιώνα την Ελλάδα σε κατάσταση πρωτόγνωρης κρίσης. Εκδηλώθηκε δολοφονική απόπειρα εναντίον του Γεωργίου Α΄ τον Φεβρουάριο του 1898, ενώ ελήφθησαν μέτρα κατά της ελευθερίας του Τύπου, ώστε να περιοριστεί η κοινωνική κριτική που στρεφόταν προς πάσα κατεύθυνση.

Στον κοινοβουλευτικό χώρο τα δύο μεγάλα κόμματα -Νεωτερικό και Εθνικό- διέρχονταν κρίση, αλλά πέρασαν 13 χρόνια για να εμφανιστεί στο πολιτικό προσκήνιο ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Στο μεταξύ, μετά το 1899 και ώς το κίνημα στο Γουδί, αναδείχθηκε στο πολιτικό προσκήνιο ο Γεώργιος Θεοτόκης. Ο Θεοτόκης ανέλαβε, όπως είχε κάνει και ο Τρικούπης αυτοπροσώπως, και υπουργός Στρατιωτικών, αναδιοργάνωσε στρατό και στόλο και ίδρυσε Σταφιδική Τράπεζα για να αντιμετωπίσει, με περιορισμένη επιτυχία, το σταφιδικό, που τελικά λύθηκε το 1911 με το ξερίζωμα των σταφιδαμπέλων.

Τον Νοέμβριο του 1901 ξέσπασαν αιματηρά επεισόδια στην Αθήνα μεταξύ φοιτητών και πολιτών από τη μία μεριά που πίστευαν ότι προσβάλλονται τα Ιερά και Οσια και αστυνομικών, που είχαν ενισχυθεί από ναυτικό άγημα, από την άλλη. Τα επεισόδια κορυφώθηκαν στις 8 Νοεμβρίου 1901 και έμειναν στην Ιστορία ως Ευαγγελικά. Η αφορμή των ταραχών με έξι νεκρούς και εξήντα τραυματίες ήταν η μετάφραση των Ευαγγελίων από τον Αλέξανδρο Πάλλη στη δημοτική γλώσσα. Είχε προηγηθεί το 1898 παρόμοιο εγχείρημα της βασίλισσας Ολγας που δεν είχε εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο.

Καθώς το πολιτικό τοπίο μετά τις νέες εκλογές ήταν συγκεχυμένο, οπαδοί της δηλιγιαννικής παράταξης οργάνωσαν τα Σανιδικά, τα οποία έλαβαν την ονομασία τους από τις σανίδες που κράδαιναν οι διαδηλωτές, διασχίζοντας την Αθήνα και έδερναν αντιφρονούντες. Αίτημά τους, που έγινε λόγω της έκρυθμης κατάστασης αποδεκτό από τον τότε βασιλιά, η ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Δηλιγιάννη.

Ενώ στην επαρχία είχε καταλυθεί ο νόμος και η τάξη (π.χ. τον Ιούλιο του 1900 ο ταγματάρχης Φικιώρης είχε καταλάβει τη Χωροφυλακή της Σπάρτης), τον Νοέμβριο του 1903 ξέσπασαν τα Ορεστειακά με αφορμή τη μετάφραση της Ορέστειας του Αισχύλου στη δημοτική γλώσσα. Και τα Ορεστειακά σημαδεύτηκαν από αιματηρά επεισόδια, συγκλονίζοντας ξανά την ελληνική κοινωνία.
Μετά τη δολοφονία του Δηλιγιάννη στις 31 Μαΐου 1905, η πολιτική αστάθεια, αλλά και οι εκδηλώσεις ανυπακοής και αμφισβήτησης σταδιακά εκλείπουν. Ιδρύεται η Προνομιούχος Εταιρεία (κοινώς Προνομιούχος ή Ενιαία) με στόχο την προστασία της παραγωγής και την εμπορία της σταφίδας. Νέα κυβέρνηση Θεοτόκη έμεινε στην εξουσία για τριάμισι χρόνια, δίνοντας πάλι έμφαση στην αναδιοργάνωση του στρατού. Αρχικά αντιμετώπισε την αντιπολίτευση από την ομάδα των «Ιαπώνων», ενώ αργότερα τους ενσωμάτωσε και αυτούς στο σύστημα εξουσίας.

Την άνοιξη του 1909 είχαν οργανωθεί διαδηλώσεις από εμπορικούς συλλόγους και καταστηματάρχες για την κρίση της αγοράς που ήταν συνέπεια της αυστηρής αντιπληθωριστικής πολιτικής που ασκούσαν οι κυβερνήσεις λόγω ΔΟΕ. Λύση στην επικρατούσα νομισματική ασφυξία ήρθε να δώσει ο νόμος ΓΧΜΒ΄, που ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 1910. Ο ν. ΓΧΜΒ΄ ανέτρεψε ουσιαστικά το καθεστώς του περιορισμού της νομισματικής κυκλοφορίας που είχε επιβάλει ο ΔΟΕ, απελευθερώνοντας αρκετά τις συναλλαγές. Αρνητικό γεγονός που σημάδεψε το τέλος της εποχής ήταν η διαδήλωση των αγροτών στο Κιλελέρ στις 6 Μαρτίου 1910, την οποία διέλυσε ο στρατός, ανοίγοντας πυρ εναντίον των διαδηλωτών.
Στις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910 ο Βενιζέλος κέρδισε συντριπτικά τους αντιπάλους του και αναδείχθηκε πρωθυπουργός.

Σταδιακή οικονομική εξυγίανση
Την περίοδο 1897-1910 τα ελλείμματα του ελληνικού Δημοσίου μειώθηκαν, ο δημόσιος δανεισμός περιορίστηκε, και η υποτιμημένη δραχμή άρχισε να ανατιμάται, φτάνοντας από το 1,8 το 1898, σε επίπεδο ισοτιμίας με το φράγκο: μία δραχμή = ένα γαλλικό φράγκο το 1909.
Το πρόγραμμα του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου οδήγησε την ελληνική οικονομία αρχικά σε ύφεση και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε μετανάστευση. Η παραγωγική βάση συρρικνώθηκε. Υπολογίζεται ότι σε έναν πληθυσμό 2,5 εκατ., 180.000 Ελληνες μετανάστευσαν από το 1898 ώς το 1910, και η τάση παρέμεινε αυξητική ώς τις αρχές του 1920, οπότε ο αθροιστικά ο συνολικός αριθμός των μεταναστών ήταν 500.000. Παρά το υψηλό αυτό κόστος που κλήθηκε η ελληνική οικονομία να πληρώσει την περίοδο αυτή, επιτεύχθηκε σταδιακά στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, η δημοσιονομική εξυγίανση και η ανάκαμψη του εθνικού νομίσματος προς το ξένο συνάλλαγμα. Οι μετανάστες με το συνάλλαγμα που έστελναν στην Ελλάδα βοήθησαν την οικονομική ανόρθωση. Ο ΔΟΕ μάλιστα επέτρεψε νέο δάνειο το 1902, ώστε να ολοκληρωθεί το σιδηροδρομικό δίκτυο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κάτοχοι ομολογιών, Ελληνες και ξένοι, ωφελήθηκαν κάτω από αυτό το καθεστώς. Η ελληνική ναυτιλία ανάκαμψε συμβάλλοντας και αυτή με συνάλλαγμα στην ανόρθωση της δραχμής και των δημόσιων οικονομικών. Ετσι το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν πέφτει μεταξύ 1890 και 1897, αυξάνεται λίγο ώς το 1905 και αυξάνεται έντονα μετά τον χρόνο αυτό πιστοποιώντας τη ραγδαία άνοδο της ελληνικής οικονομίας. Η εξωστρεφής ελληνική οικονομία της εποχής επωφελείται από το τέλος της «Μεγάλης Υφεσης» της Ευρώπης μετά το 1896 και ελληνικά και ξένα κεφάλαια επενδύονται σε κλίμα ευταξίας των δημόσιων οικονομικών και νομισματικής ανόρθωσης. Από την άλλη μεριά η αντιπληθωριστική πολιτική που ασκήθηκε μετά το 1898, εκτός από το μεταναστευτικό ρεύμα που προκάλεσε, ξεσήκωσε και μία ομάδα του μικρού εμπορικού κεφαλαίου, που ασφυκτιούσε κάτω από τη νομισματική στενότητα και τους τοκογλυφικούς τόκους της ελεύθερης αγοράς, ιδίως τις περιόδους της συγκέντρωσης της αγροτικής παραγωγής, αναζητώντας περισσότερα και φθηνότερα κεφάλαια, τα οποία θα ενίσχυαν την οικονομική δραστηριότητα. Χαρακτηριστική περίπτωση η επιθεώρηση «Οικονομική Ελλάς» του Ι. Κατσελίδη που προπαγάνδισε έντονα τα συμφέροντα του ανερχόμενου από τα χθεσινά ερείπια επιχειρηματικού κεφαλαίου. Αλλα οικονομικά περιοδικά της εποχής ήταν «Ο Μέτοχος» (1907-11) και παλαιότερα ο «Οικονομολόγος της Ελλάδος και της Ανατολής» (1892-96). Η «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη βρέθηκε στο πλάι της αναγεννημένης ελληνικής επιχειρηματικότητας στη δεκαετία του 1910, όπως μαρτυρεί και η σειρά εκδόσεων «Η εργαζόμενη Ελλάς».
Σε άλλο μέτωπο, το 1894, γιορτάστηκε για πρώτη φορά η Εργατική Πρωτομαγιά, ενώ σε όλη τη δεκαετία του 1890 δραστηριοποιούνται αναρχικές ομάδες σε όλη την Ελλάδα και εκδίδονται, μεταξύ άλλων, η «Ερευνα, το «Επί τα Πρόσω» και ο «Σοσιαλιστής». Το 1907 εκδίδει ο Γ. Σκληρός «Το Κοινωνικό μας Ζήτημα» και το 1908 συνίσταται «Η Κοινωνιολογική Εταιρεία». Η πάλη των ιδεών στην Ελλάδα μετά το 1910 θα είναι εξαιρετικά ισχυρή και γόνιμη.
Συνολικά, και μέσα σε 13 χρόνια, οι μακροοικονομικοί δείκτες της ελληνικής οικονομίας δείχνουν μια χώρα σε άνοδο με τακτοποιημένα τα δημόσια οικονομικά, μια χώρα με ανατιμημένο νόμισμα και ισχυρή αρκετά, ώστε να εμπλακεί σε νικηφόρους πολέμους που θα την επεκτείνουν γεωγραφικά. Δυστυχώς όμως οι κόποι και οι θυσίες της περιόδου 1897-1910 θα πέσουν πάλι θύμα της πολιτικής πόλωσης, θα θυσιαστούν μετά το 1920 και η χώρα θα ξαναβρεθεί σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, παρόμοια αυτής του 1897 ξανά το 1922.

Οι ευθύνες της πολιτικής ελίτ που προκάλεσε την κρίση
Η πολιτική ελίτ της χώρας οδήγησε μεταξύ 1879-1893 την Ελλάδα μέσω ενός ξέφρενου δανεισμού σε φούσκα και πτώχευση. Στη συνέχεια ακολουθήθηκε παρελκυστική πολιτική απέναντι στους ξένους δανειστές και πέρα από κάθε λογική επιχειρήθηκε πόλεμος χωρίς συμμάχους, με συνέπεια τον ΔΟΕ το 1898. Πολλοί Ελληνες επωφελήθηκαν από την ασκηθείσα ώς το 1893 πολιτική, δεν πλήρωσαν όμως οι ίδιοι τις συνέπειές της. Το πολιτικό σύστημα, ο ρόλος του θρόνου και η διαχείριση της οικονομικής πολιτικής δεν απετέλεσαν θέματα αιχμής για τους σύγχρονους, τότε, πολίτες. Η κριτική επικεντρώθηκε σε πρόσωπα και όχι στους θεσμούς και τη λειτουργία τους. Αναζητήθηκε εκτόνωση και όχι συνειδητή συλλογική δράση. Αρκετοί από τους δυσαρεστημένους πολίτες της εποχής στράφηκαν στον ανορθολογισμό, άλλοι παρέμειναν προσανατολισμένοι στην επίλυση του ανατολικού ζητήματος και άλλοι μετανάστευσαν, ώστε να επιβιώσουν. Η εμπειρία του ΔΟΕ απωθήθηκε στο συλλογικό ασυνείδητο και λίγες μελέτες γράφηκαν γι' αυτήν. Ακόμα και στο απόγειο της ισχύος του, ώς το 1910, ο ΔΟΕ και ο ρόλος του παρέμειναν στο απυρόβλητο της κοινωνικής κριτικής.

Σήμερα σε εντελώς άλλο περιβάλλον ένα παρόμοιο με τότε ζήτημα μπαίνει επιτακτικά. Φταίει η ελληνική πολιτική για τα αδιέξοδα της ελληνικής πολιτείας ή μήπως σκοτεινές ξένες δυνάμεις που απεργάζονται τα χειρότερα για τους Ελληνες; Πρέπει να αναζητήσουμε υπευθύνους ανάμεσά μας και να αναπτύξουμε στρατηγικές απεμπλοκής μας από την κρίση ή να προσωποποιήσουμε τους υπεύθυνους της κατάστασης της οικονομίας εκτός συνόρων, συγκαλύπτοντας έτσι, μεταξύ άλλων, την αδικία και τους παραλογισμούς του ελληνικού φορολογικού συστήματος, και όχι μόνο; Τι πρέπει και τι δεν πρέπει τελικά να προσφέρει το ελληνικό Δημόσιο στους πολίτες του; Ερωτήματα που, κατά τη γνώμη μας, πρέπει να απαντηθούν πριν από την ανάληψη συλλογικής δράσης, ώστε να μην εκτονώνεται αδιέξοδα η αγανάκτηση, με τελική συνέπεια την επίλυση των εκκρεμών ζητημάτων χωρίς τη συμμετοχή των άμεσα ενδιαφερομένων.

Του Μιχ. Ψαλιδόπουλου
* Ο κ. Μιχάλης Ψαλιδόπουλος είναι καθηγητής της Ιστορίας Οικονομικών Θεωριών στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος της έδρας Κωνσταντίνος Καραμανλής στη Σχολή Φλέτσερ του Πανεπιστημίου Ταφτς.
3.7.2011

Πληθυσμός της Ελλάδας ανά έτος
1893 2.324.887
1894 2.360.610
1895 2.396.943
1896 2.433.806
1897 2.451.185
1898 2.468.688
1899 2.486.316
1900 2.504.070
1901 2.521.931
1902 2.539.960
1903 2.558.097
1904 2.576.364
1905 2.594.761
1906 2.613.290
1907 2.631.952
1908 2.649.218
1909 2.656.597
1910 2.684.090

* Από το 1893 έως το 1900 έφευγνα μόνο για την Αμερική

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Η ετήσια έκθεση του Διοικητή της ΤΤΕ - Οι προκλήσεις στην ελληνική κοινωνία

Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σήμερα μια βαθιά, δομική και πολύπλευρη κρίση. Γι΄ αυτό και η έξοδος από αυτή την κρίση προϋποθέτει πολυετή, επίμονη και συστηματική προσπάθεια. Απαιτεί ρήξη με το παρελθόν.

Κύρια χαρακτηριστικά της κρίσης είναι το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, το τεράστιο χρέος και η συνεχής διάβρωση της ανταγωνιστικής θέσης της χώρας. Τα προβλήματα αυτά προϋπήρχαν της διεθνούς κρίσης του 2008 και ήταν αναπόφευκτο χωρίς τολμηρές και αποφασιστικές παρεμβάσεις να οδηγήσουν, αργά ή γρήγορα, σε αδιέξοδο. Καθώς οι παρεμβάσεις αυτές δεν έγιναν η κατάσταση επιδεινώθηκε. Παράλληλα η διεθνής κρίση μεγέθυνε τις συσσωρευμένες επιπτώσεις των χρόνιων αδυναμιών και επιτάχυνε την πτωτική πορεία της οικονομίας. Αποτέλεσμα είναι η σημερινή κατάσταση που αποτυπώνεται στα δίδυμα ελλείμματα και στα δίδυμα χρέη, στη στενή διασύνδεση του δημόσιου ελλείμματος και χρέους με το εξωτερικό έλλειμμα και χρέος.

Η σημερινή κρίση δεν αντανακλά απλώς μια παροδική, πτωτική, φάση του οικονομικού κύκλου. Και βέβαια δεν αποτυπώνεται μόνο στον δημόσιο τομέα και στο ανησυχητικό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Αφορά το σύνολο της οικονομίας, τις δομές της, τις αντιλήψεις και συμπεριφορές που κυριάρχησαν επί σειρά ετών, το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήσαμε. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση δεν επιδέχεται βραχυχρόνιες θεραπείες. Προϋποθέτει, αντίθετα, επίμονη και συστηματική προσπάθεια: μια προσπάθεια μακρά, συντεταγμένη και ρηξικέλευθη. Μακρά, γιατί η αλλαγή των δομών που μας οδήγησαν εδώ θα είναι ένα έργο επίπονο που δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί σύντομα. Συντεταγμένη, για να εξασφαλίσουμε την ομαλή συνέχεια, με ελαχιστοποίηση των κραδασμών. Ρηξικέλευθη, γιατί δεν μπορούμε να λύσουμε τα σημερινά προβλήματα αν συνεχίσουμε να σκεπτόμαστε με τον ίδιο τρόπο που σκεπτόμασταν όταν τα δημιουργούσαμε. Η υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει, με άλλα λόγια, ρήξη με το παρελθόν.
* * *

Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για τη σοβαρότητα της κατάστασης. Στις εκθέσεις της τονιζόταν ότι οι μακροοικονομικές ανισορροπίες θα διογκώνονταν όσο χειροτέρευε η διεθνής συγκυρία. Διατυπωνόταν επίσης σαφής προειδοποίηση για το ενδεχόμενο της διόγκωσης του κόστους δανεισμού. Ταυτόχρονα υπογραμμιζόταν ότι έπρεπε να μεταδοθεί με σαφήνεια στις αγορές το μήνυμα ότι η Ελλάδα είναι αποφασισμένη να εφαρμόσει ένα πολυετές σχέδιο ουσιαστικής δημοσιονομικής εξυγίανσης και τολμηρών διαρθρωτικών αλλαγών.

* * *

Η κρίση της ελληνικής οικονομίας εξελίσσεται σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από υψηλή αβεβαιότητα, παρά τις ενδείξεις ανάκαμψης που υπάρχουν. Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, που διακρίνεται μέχρι στιγμής από ασταθή βηματισμό, έχει στηριχθεί αφενός στην άσκηση διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής και αφετέρου σε επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, οι οποίες όμως τώρα επαυξάνουν τους κινδύνους για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Οι κίνδυνοι αυτοί στις ανεπτυγμένες οικονομίες επιτείνονται από: (α) τη μεγάλη αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους, (β) τις δυσμενείς δημογραφικές προοπτικές λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και (γ) τις εκτιμήσεις ότι δεν πρέπει να αναμένεται σύντομα επάνοδος της δυνητικής παραγωγής και της απασχόλησης στα προ της κρίσης επίπεδα. Πρόσθετους κινδύνους συνεπάγεται και το γεγονός ότι τα δημόσια οικονομικά είναι εκτεθειμένα σε διαταραχές που πηγάζουν από τις αγορές. Η αβεβαιότητα για τη χρονική κλιμάκωση και την ένταση των «πολιτικών εξόδου» από τα μέτρα δημοσιονομικής ώθησης πιέζει ανοδικά τα περιθώρια επιτοκίου των κρατικών ομολόγων. Αναμένεται λοιπόν ότι στις ανεπτυγμένες χώρες τα επιτόκια χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους θα αυξηθούν, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι χαμηλότερος απ΄ ό,τι πριν από την κρίση. Οσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων αυτών και του ρυθμού ανάπτυξης τόσο μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή θα απαιτηθεί για να ανακοπεί η ανοδική τάση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ. Γι΄ αυτό απαιτείται να γίνουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να ενισχυθεί ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης. Οπως είναι φανερό, όλες αυτές οι επισημάνσεις ισχύουν κατά μείζονα λόγο για την Ελλάδα.

* * *

Η κρίση που διέρχεται σήμερα η ελληνική οικονομία αποτυπώνεται στη ραγδαία υποχώρηση των βασικών οικονομικών μεγεθών και στην επιδείνωση των προοπτικών.

Πρώτον, αφετηρία των ιδιαίτερα δυσμενών εξελίξεων ήταν ο εκτροχιασμός των δημοσιονομικών μεγεθών. Το 2008 και το 2009 η κατάσταση χειροτέρευσε και το 2009 το έλλειμμα, όπως εγκαίρως είχε προειδοποιήσει η Τράπεζα της Ελλάδος, διαμορφώθηκε σε διψήφιο ποσοστό του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τα τελευταία αναθεωρημένα στοιχεία, το έλλειμμα του 2009 φθάνει το 13,6% του ΑΕΠ.

Δεύτερον, το δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε το 2009 στο 115,1% του ΑΕΠ, το υψηλότερο στη ζώνη του ευρώ μετά από εκείνο της Ιταλίας. Σύμφωνα δε με προβολές βάσει εύλογων παραδοχών, η άνοδος θα συνεχιστεί και ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα τείνει να σταθεροποιηθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα (130%) μόλις το 2014. Αν μάλιστα το χρέος του 2009 τελικά αναθεωρηθεί στο 120% ή 122% του ΑΕΠ- ενδεχόμενο που αναφέρει η Εurostat-, θα πρέπει αυτή η προβολή να αναθεωρηθεί επί το δυσμενέστερο.

Τρίτον, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2008 έφθασε το 14,6% του ΑΕΠ και, έπειτα από παροδική υποχώρηση το 2009 στο 11,2% του ΑΕΠ, το πρώτο δίμηνο του 2010 έχει αρχίσει να διευρύνεται και πάλι. Το υψηλό εμπορικό έλλειμμα οφείλεται άμεσα στην απώλεια ανταγωνιστικότητας, η οποία από το 2001 ως σήμερα έχει υπερβεί το 20%. Εκτιμάται εξάλλου ότι, με βάση τις σχετικές τιμές καταναλωτή αλλά και με βάση το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, η μείωση της ανταγωνιστικότητας είναι πιθανόν να συνεχιστεί και το 2010.

Τέταρτον, η πραγματική οικονομία έχει εισέλθει από το 2009 σε ύφεση. Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε πέρυσι κατά 2%, επηρεαζόμενο κυρίως από τη μεγάλη πτώση των επενδύσεων αλλά και της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών. Στην τελευταία έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική τον Μάρτιο είχε εκτιμηθεί ότι η μείωση του ΑΕΠ θα είναι εφέτος της τάξεως του 2%. Η πρόβλεψη αυτή υπό τις παρούσες συνθήκες υπόκειται σε μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας, ενώ ισχυρές εμφανίζονται οι πιθανότητες για ακόμη μεγαλύτερη υποχώρηση.

Πέμπτον, η ύφεση επεκτάθηκε το 2009 σε όλους τους παραγωγικούς τομείς, επηρέασε αρνητικά την απασχόληση και διεύρυνε την ανεργία. Η συνολική απασχόληση μειώθηκε κατά 1,1%, ο αριθμός των απασχολούμενων μισθωτών μειώθηκε κατά 1,6% και το ποσοστό ανεργίας αναρριχήθηκε στο 9,5%. Για το 2010 προβλέπεται περαιτέρω πτώση της απασχόλησης, ενώ το ποσοστό ανεργίας θα προσεγγίσει το 11%.

Εκτον, οι δυσμενείς εξελίξεις, κυρίως στα δημοσιονομικά μεγέθη, και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης των αγορών επιβάρυναν εν τέλει και το τραπεζικό σύστημα. Ενώ σε πολλές άλλες χώρες η κρίση εκδηλώθηκε αρχικά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και από εκεί μεταφέρθηκε στην πραγματική οικονομία, στην Ελλάδα η φορά ήταν αντίθετη. Το τραπεζικό σύστημα κατέληξε να αντιμετωπίζει δυσχέρειες ρευστότητας όταν η δημοσιονομική κρίση οδήγησε στην υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, συνακόλουθα και των τραπεζών, περιορίζοντας την πρόσβασή τους στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Παράλληλα η επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου των καταθέσεων, λόγω και της ύφεσης, επηρέασε την εγχώρια προσφορά δανειακών κεφαλαίων. Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρά τα προβλήματα αυτά, ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα παρέμεινε θετικός καθ΄ όλη τη διάρκεια του 2009, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στη ζώνη του ευρώ, όπου υπήρξαν και περίοδοι αρνητικής μεταβολής. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα επέδειξε ισχυρές αντοχές στη διάρκεια της διεθνούς κρίσης, γεγονός στο οποίο συνετέλεσε και η παροχή άφθονης ρευστότητας από το ευρωσύστημα με χαμηλό κόστος. Προϋπόθεση όμως για να διατηρήσει ο τραπεζικός τομέας αυτή την ανθεκτικότητά του και στο μέλλον, ιδιαίτερα εν όψει της σταδιακής απόσυρσης των έκτακτων μέτρων παροχής ρευστότητας, είναι η αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, η οποία επηρεάζει τις λειτουργίες του, και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών στο μέλλον της οικονομίας.

Ακόμη και τότε όμως, οι νέες συνθήκες που θα προκύψουν θα είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες στις οποίες λειτουργούσαν οι τράπεζες στο παρελθόν. Η αξιοποίηση των μέχρι σήμερα διδαγμάτων της κρίσης θα οδηγήσει σε αναμόρφωση του εποπτικού πλαισίου, την οποία επεξεργάζεται η Επιτροπή της Βασιλείας. Οφείλουν λοιπόν οι ελληνικές τράπεζες να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα με διορατικότητα, λαμβάνοντας υπόψη και τις κυοφορούμενες αυτές αλλαγές. Στην παρούσα φάση επιβάλλονται:

  • Η διατήρηση σημαντικών περιθωρίων κεφαλαίου, πάνω από τα ελάχιστα που καθορίζουν οι εποπτικοί κανόνες.
  • Ο σχηματισμός επαρκών προβλέψεων για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου.
  • Ο εξορθολογισμός των λειτουργικών εξόδων.
  • Η ευέλικτη και συνετή διαχείριση των διαθέσιμων πηγών χρηματοδότησης.
  • Και κυρίως η διαμόρφωση μιας μεσοπρόθεσμης στρατηγικής που θα προβλέπει, με ρεαλισμό και προνοητικότητα, συνεργασίες και συνενώσεις δυνάμεων.

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η οικονομική πολιτική μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις προσανατολίστηκε σε αποφάσεις οι οποίες, αν εφαρμοστούν αποτελεσματικά και εμπλουτιστούν με τολμηρές διαρθρωτικές αλλαγές, θα θέσουν τις στέρεες βάσεις για τη σοβαρή και μακρά προσπάθεια που απαιτείται.

Οι μέχρι στιγμής αποφάσεις στοχεύουν κυρίως στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών στο μέλλον της οικονομίας. Οσον αφορά τον πρώτο στόχο, τα συμπληρωματικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν στις αρχές Μαρτίου βρίσκονται στη σωστή κατεύθυνση και κρίθηκαν θετικά από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Η αβεβαιότητα όμως και μετά την εξαγγελία των πρόσθετων μέτρων παρέμεινε ισχυρή. Οι αγορές εξακολούθησαν να τηρούν στάση αναμονής και επιφυλακτικότητας, όπως υποδηλώνει η μετέπειτα συνεχής άνοδος των περιθωρίων επιτοκίων.

Η στάση αυτή των αγορών οφείλεται κατά βάση στο μεγάλο έλλειμμα εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία. Σε αυτό όμως προστίθενται οι ανησυχίες ως προς την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, δύο παραμέτρους από τις οποίες θα εξαρτηθεί η απρόσκοπτη εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους στο μέλλον. Με άλλα λόγια, οι αγορές εξακολουθούν να εστιάζουν την προσοχή τους στη δυναμική του χρέους.

Με δεδομένες τις συνθήκες αυτές είναι ιδιαίτερα θετικό ότι η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε την ενεργοποίηση του μηχανισμού χρηματοδοτικής στήριξης. Εκτιμάται ότι η χρήση του μηχανισμού αυτού θα παίξει σημαντικό θετικό ρόλο στην υπέρβαση της κρίσης για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον, βραχυχρόνια, εξασφαλίζει δανειακά κεφάλαια με σχετικά χαμηλό κόστος, αμβλύνει τις πιέσεις των αγορών και συμβάλλει στην εξομάλυνση των συνθηκών ρευστότητας και του τραπεζικού συστήματος.
Δεύτερον, μεσοπρόθεσμα, η λειτουργία του μηχανισμού με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ επιβάλλει αυστηρότερη πειθαρχία στην τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων, προσφέρει πολύτιμη τεχνογνωσία στον σχεδιασμό και την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής και ενισχύει την εμπιστοσύνη των αγορών.
Τρίτον, μακροπρόθεσμα, το σχετικά χαμηλότερο κόστος δανεισμού μειώνει το ύψος των τόκων που θα επιβαρύνουν τις δημόσιες δαπάνες, διευκολύνοντας έτσι τη δημοσιονομική προσαρμογή.

Στόχος του μηχανισμού στήριξης είναι να διευκολύνει και να εξασφαλίσει την πραγματοποίηση δομικών αλλαγών, οι οποίες είναι απολύτως αναγκαίες και θα έπρεπε να είχαν πραγματοποιηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Σε καμία περίπτωση όμως δεν πρέπει η ύπαρξη του μηχανισμού να οδηγήσει σε εφησυχασμό και χαλάρωση των προσπαθειών. Το κύριο βάρος παραμένει στην πολιτεία, που έχει ακέραιη την ευθύνη να πείσει ότι η οικονομία έχει εισέλθει αμετάκλητα σε νέα τροχιά. Η συντεταγμένη και συνεπής εφαρμογή των όσων έχουν εξαγγελθεί θα συμβάλει στη σταδιακή βελτίωση του κλίματος.

Για να αντιστρέψουμε οριστικά τις δυσμενείς τάσεις, πρέπει να υπερβούμε τον εαυτό μας και να εκπλήξουμε θετικά τις αγορές επιτυγχάνοντας βελτιώσεις μεγαλύτερες και από αυτές που έχουν προβλεφθεί. Συγκεκριμένα, θα έχει μεγάλη σημασία για το γενικότερο οικονομικό κλίμα, αν η δημοσιονομική εξυγίανση στο σκέλος των δαπανών προχωρήσει ακόμη περισσότερο από ό,τι μέχρι στιγμής προγραμματίζεται, ώστε να επιτευχθεί εφέτος μείωση του ελλείμματος μεγαλύτερη και του 5% του ΑΕΠ, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι το έλλειμμα του 2009 αναθεωρήθηκε σε 13,6% και μπορεί να αναθεωρηθεί περαιτέρω. Η προσαρμογή αυτή είναι εφικτή αν επιδιωχθούν, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και ταχύτερο βηματισμό, ο περιορισμός της σπατάλης και η συγχώνευση ή και κατάργηση φορέων του δημόσιου τομέα, που δεν προσφέρουν πραγματικό έργο. Η μείωση των δαπανών είναι άλλωστε η αρμόζουσα επιλογή για την επίτευξη των φιλόδοξων δημοσιονομικών στόχων και για τα επόμενα δύο έτη, δεδομένου ότι ενδεχόμενη περαιτέρω αύξηση των φορολογικών συντελεστών θα είχε δυσμενέστατες συνέπειες στην οικονομική δραστηριότητα. Θα πετύχαινε δηλαδή αποτελέσματα αντίθετα από τα επιθυμητά: συρρίκνωση αντί αύξησης των εσόδων.

Η προτεινόμενη επιτάχυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής ήδη από εφέτος, με περικοπή των δαπανών και εξορθολογισμό της λειτουργίας του δημόσιου τομέα, θα εκπλήξει όντως θετικά τις αγορές και θα συμβάλει στην ταχύτερη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Αυτό θα βοηθήσει να μειωθεί περαιτέρω το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, με αλυσιδωτές ευνοϊκές επιδράσεις στο κόστος δανεισμού των τραπεζών και κατ΄ επέκταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να εισέλθει το συντομότερο δυνατόν σε έναν νέο ενάρετο κύκλο διαρκείας. Σήμερα, η δημοσιονομική εξυγίανση είναι το πρώτο και σημαντικότερο όπλο για την ανάπτυξη. Αλλά μόνη της δεν αρκεί. Η απάντησή μας στην κρίση πρέπει να έχει δίδυμη στόχευση, όπως δίδυμες ήταν και οι αιτίες που μας οδήγησαν εδώ. Η δημοσιονομική εξυγίανση πρέπει δηλαδή να συνοδευτεί από μια συστηματική προσπάθεια για την ανάκτηση της απολεσθείσας ανταγωνιστικότητας, με την επιδίωξη συγκεκριμένων ποσοτικών στόχων ετησίως. Στις παρούσες εξάλλου συνθήκες, το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας δεν μπορεί να βασιστεί στην κατανάλωση, ιδιωτική και δημόσια, όπως έγινε δυστυχώς στο παρελθόν. Πρέπει, αντίθετα, να στηριχθεί στις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Η ελληνική οικονομία, από τις πιο εσωστρεφείς στην Ευρώπη, πρέπει τώρα να ενισχύσει την εξωστρέφειά της. Αυτό όμως θα είναι αδύνατο αν δεν υπάρξει ουσιαστική αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, με τολμηρές διαρθρωτικές αλλαγές. Στόχοι των αλλαγών αυτών πρέπει να είναι:

α. Ο αναπροσανατολισμός του παραγωγικού προτύπου με έμφαση σε δυο αλληλένδετα στοιχεία: πρώτον, τις επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και, δεύτερον, τον εξαγωγικό προσανατολισμό.

β. Η ανταγωνιστική λειτουργία των αγορών προϊόντων και εργασίας ώστε αφενός η εξέλιξη στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος να υποστηρίζει τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και αφετέρου το κόστος αυτό να μη μεταφέρεται αδικαιολόγητα στις τελικές τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών.

γ. Η βελτίωση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ασκείται η επιχειρηματική δραστηριότητα με την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, την εξάλειψη της διαφθοράς και τον εκσυγχρονισμό των λειτουργιών της δημόσιας διοίκησης.

δ. Η ταχεία και αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων κοινοτικών πόρων του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς.
ε. Η προώθηση της καθαρής ή «πράσινης» ανάπτυξης και η αλλαγή του σημερινού προτύπου παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας.

στ. Η αναβάθμιση της παιδείας και η ενθάρρυνση της καινοτομίας, της έρευνας και της επιχειρηματικότητας.

* * *

Οι αλλαγές που απαιτούνται είναι εξαιρετικά επείγουσες. Τα μεγάλα προβλήματα που επί τόσα χρόνια διστάσαμε να αντιμετωπίσουμε βρίσκονται τώρα μπροστά μας. Γι΄ αυτό είναι ιστορικές οι ευθύνες που οφείλουμε όλοι να αναλάβουμε μπροστά στη μεγάλη πρόκληση. Ο δρόμος για την έξοδο από την κρίση θα είναι μακρύς και δύσβατος. Θα χρειαστούν λοιπόν περισσότερες και μεγαλύτερης διάρκειας προσπάθειες από όλους. Η πορεία των επόμενων χρόνων θα προσδιοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τον στόχο που θα επιλέξουμε και από την προσήλωσή μας σε αυτόν.

Θέλουμε μια Ελλάδα εγκλωβισμένη σε μια ισορροπία χαμηλών δυνατοτήτων ή μια Ελλάδα σύγχρονη και δυναμική; Και επειδή ασφαλώς θέλουμε το δεύτερο, είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε πλέον να πορευθούμε με τις συνταγές του παρελθόντος, δηλαδή:
Με μυωπική επιλογή του παρόντος εις βάρος του μέλλοντος.
Με καταναλωτική συμπεριφορά, στα όρια του ευδαιμονισμού, που υπερβαίνει κατά πολύ τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας.
Με επιλεκτική και κατά το δοκούν εφαρμογή των θεσμών και των νόμων.
Με μετάθεση των ευθυνών στους άλλους.
Με άρνηση κάθε προσπάθειας για οικοδόμηση συναίνεσης.
Με ιδεοληπτικές ερμηνείες της πραγματικότητας.
Με την απαίτηση της διατήρησης κεκτημένων που αντιστρατεύονται το συμφέρον της κοινωνίας στο σύνολό της.
Με κοντόφθαλμη επιδίωξη του εύκολου κέρδους στο βραχύτερο χρονικό διάστημα.

Ολα αυτά πρέπει να αλλάξουν, αν θέλουμε να ξεπεράσουμε την παρούσα βαθιά κρίση. Πρέπει τώρα να μετατοπίσουμε την έμφαση στο μέλλον και να πραγματοποιήσουμε με γρήγορο βηματισμό τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Η σημερινή κρίση δεν μοιάζει σε τίποτε με όσα γνωρίζαμε ως σήμερα, τουλάχιστον στη μεταπολεμική μας Ιστορία. Και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με λογικές άλλων εποχών. Η συνειδητοποίηση του μεγέθους των προβλημάτων από όλους μας θα συμβάλει στην οικοδόμηση της κοινωνικής συναίνεσης, που είναι αναγκαία στη δύσκολη πορεία που έχουμε μπροστά μας. Μια πορεία που θα στηρίξει τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας, διασφαλίζοντας έτσι την κοινωνική συνοχή.

Εδώ αναδεικνύεται ο σύνθετος ρόλος που αναλαμβάνει σήμερα η κυβέρνηση, η οποία καλείται, με επιμονή και αποτελεσματικότητα, να υπερβεί εμπόδια, να κάμψει αγκυλώσεις του παρελθόντος, να ανοίξει νέους δρόμους και να καταδείξει με πειστικότητα ότι το τελικό όφελος από τη μακρά προσπάθεια θα υπερβεί κατά πολύ το κόστος που καλούμεθα να καταβάλουμε στη διαδρομή.
Οι μέχρι σήμερα αποφάσεις της είναι ελπιδοφόρες, καθώς η οικονομική πολιτική στρέφεται σταδιακά προς αυτές τις κατευθύνσεις και επιχειρεί να χαράξει μια νέα πορεία. Στην πορεία αυτή θα πρέπει να έχει την υποστήριξη όλων.
Η διαδρομή θα είναι μακρά και επίπονη. Δεν υπάρχει όμως άλλη επιλογή. Εχουμε ιστορικό καθήκον να τη διανύσουμε ως το τέλος, επιστρατεύοντας δυνάμεις, ικανότητες και χαρίσματα που υπάρχουν σε αυτή τη χώρα και έχουν αναδειχθεί σε άλλες περιόδους κρίσης στο παρελθόν, με θαυμαστά αποτελέσματα.

Πηγή Το Βήμα
28.4.2010

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Φταίει το μεγάλο κράτος, όχι οι μεγάλοι μισθοί

Η ανάκαμψη μπορεί να έρθει με μείωση του κόστους δανεισμού και αύξηση της ανταγωνιστικότητας, επισημαίνει στην «H» η διακεκριμένη οικονομολόγος, κ. Mιράντα Ξαφά. H συνομιλία με την κ. Ξαφά αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ίδια είναι γνώστης της «φιλοσοφίας» του διεθνούς οργανισμού.
Συνέντευξη στον Δημήτρη Διαμαντίδη

Πώς κρίνετε τις πρόσφατες δηλώσεις του πρόεδρου του Eurogroup, κ. Z. K. Γιούνκερ ότι στη βοήθεια προς την Eλλάδα οι όποιοι όροι θα τεθούν από την Eυρωζώνη, η οποία και θα έχει έτσι το «πάνω χέρι»;
Πολλοί θεωρούν την ανάμειξη του ΔNT ταπεινωτική για την Eυρώπη, ιδιαίτερα επειδή δίνει ενεργό ρόλο σε έναν οργανισμό όπου η Oυάσιγκτον έχει δικαίωμα βέτο. Tο γεγονός όμως είναι ότι η E.E. δεν διαθέτει εμπειρία στη χάραξη σταθεροποιητικών προγραμμάτων, ούτε μηχανισμό παρακολούθησης της εφαρμογής τους, απλώς αυτοσχεδιάζει. Ύστερα από μήνες συζήτησης στο Eurogroup, η απόφαση για πακέτο στήριξης της Eλλάδας ελήφθη από τον γαλλο-γερμανικό άξονα και ανακοινώθηκε ως fait accompli στις υπόλοιπες χώρες-μέλη στα τέλη Mαρτίου, ενώ οι «λεπτομέρειες» ως προς τα ποσά, το επιτόκιο, κ.λπ. προσδιορίστηκαν στα μέσα Aπριλίου. Aντίθετα, όπως εξήγησε πρόσφατα ο επικεφαλής του ΔNT κ. Στρος Kαν, το Tαμείο έχει ξεκάθαρες πολιτικές και διαδικασίες δανειοδότησης που θα τηρηθούν απαρέγκλιτα σε περίπτωση που η Eλλάδα προσφύγει σε αυτό. Tο μέγιστο ποσό που κάθε χώρα δικαιούται, το επιτόκιο, η εκταμίευση των δόσεων και ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου είναι ξεκαθαρισμένα. Eίναι επίσης ξεκάθαρο ότι η εκταμίευση θα σταματήσει αν η χώρα παύσει να τηρεί τους όρους του δανείου. H ύπαρξη κανόνων δανεισμού, και η τεχνοκρατική προσέγγιση στους όρους των δανείων με γνώμονα τη σταθεροποίηση του χρέους, κερδίζει την εμπιστοσύνη των αγορών και βοηθάει τις χώρες με προγράμματα ΔNT να επανακτούν την πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές.

Πώς είναι δυνατόν να συμπλεύσουν η Eυρωζώνη και το ΔNT σε ένα κοινό πακέτο βοήθειας προς την Eλλάδα, τη στιγμή που ένα ανάλογο εγχείρημα δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ; Δεν θα θελήσει το ΔNT να διατηρήσει τον «πρωταγωνιστικό» ρόλο;
Δεν είναι ακριβές αυτό. Tο ΔNT και η E.E. συνεργάστηκαν στα πρόσφατα προγράμματα σταθεροποίησης της Λετονίας, της Oυγγαρίας και της Pουμανίας. Tα προγράμματα αυτά, που έχουν ήδη φέρει σημαντικά αποτελέσματα, σχεδιάστηκαν από το ΔNT και χρηματοδοτήθηκαν από κοινού από E.E. και ΔNT.

Yπάρχουν πολλοί που ισχυρίζονται ότι σε πολλές περιπτώσεις το ΔNT έβλαψε τις οικονομίες των χωρών που στήριξε και μόνο σε λίγες περιπτώσεις (π.χ. Oυγγαρία) βοήθησε προς τη σωστή κατεύθυνση. Πώς νομίζετε ότι μπορεί να διασφαλιστεί η Eλλάδα από τυχόν μέτρα οικονομικής πολιτικής, που θα της επιβληθούν και μπορεί να προκαλέσουν ακόμη μεγαλύτερη ύφεση;
Σε όλα τα σταθεροποιητικά προγράμματα τα πράγματα χειροτερεύουν πριν καλυτερεύσουν. H ανεργία αυξάνεται και η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών μειώνεται. Kαθώς όμως βελτιώνεται η ανταγωνιστικότητα και μειώνεται το κόστος δανεισμού, η ανάκαμψη της οικονομίας είναι συνήθως γρήγορη και εντυπωσιακή. Tο ΔNT έχει υποστεί κριτική για τα μέτρα λιτότητας που υποδεικνύει σαν προϋπόθεση για δανειοδότηση οικονομιών σε κρίση. Aυτή η κριτική είναι λανθασμένη. H λιτότητα δεν πρέπει να συγκριθεί με την κατάσταση που επικρατούσε πριν από την κρίση -που δεν ήταν διατηρήσιμη- αλλά με αυτήν που θα επικρατούσε χωρίς τη συνδρομή του ΔNT. Έχοντας χάσει την πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές, οι χώρες που προσφεύγουν στο ΔNT αντλούν δανειακά κεφάλαια που δεν θα ήταν διαφορετικά διαθέσιμα. Tους δίνεται έτσι η δυνατότητα να «σφίξουν την ζώνη» λιγότερο απ’ ό,τι θα συνέβαινε διαφορετικά.

Eκτιμάτε ότι είναι πιθανόν να έρθει η Eλλάδα στο σημείο τελικά να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος της, ήτοι τεχνικά να φτάσει στη χρεοκοπία; Aρκούν 40-45 δισ. ευρώ για να χρηματοδοτηθούν οι δανειακές ανάγκες από το 2010-2012;
Kανείς δεν ισχυρίζεται ότι 40-45 δισ. αρκούν για όλο το διάστημα 2010-12. Aπό του χρόνου θα χρειαστούν πρόσθετα κεφάλαια από EE-ΔNT, αν η Eλλάδα συνεχίσει να μην μπορεί να αντλήσει από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές τα κεφάλαια που χρειάζεται. Όσο το χρέος βρίσκεται σε εκρηκτική πορεία υπάρχει θέμα φερεγγυότητας και οι επενδυτές κρατούν στάση αναμονής ή κλείνουν θέσεις σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου διατηρώντας το spread σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Για να σταθεροποιηθεί το χρέος, πρέπει να δημιουργηθούν πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 6% του AEΠ, ώστε να πληρώνονται οι τόκοι χωρίς προσφυγή σε περαιτέρω δανεισμό. Φέτος προβλέπεται πρωτογενές έλλειμμα 3% του AEΠ, επομένως απαιτείται δημοσιονομική προσαρμογή περίπου 9% του AEΠ σε βάθος τριετίας, που ισοδυναμεί με μέτρα ύψους 22 δισ. H προσπάθεια αυτή είναι σημαντική, αλλά όχι πρωτάκουστη. Φυσικά όσο πιο γρήγορα αυξάνεται το AEΠ τόσο μικρότερη είναι η απαιτούμενη προσπάθεια. H απελευθέρωση της οικονομίας από τα δεσμά του κράτους θα βοηθούσε σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, η Eλλάδα θα μπορούσε να προσελκύσει σπουδαστές και συνταξιούχους από όλον τον κόσμο αν είχε το κατάλληλο θεσμικό περιβάλλον στην παιδεία, στην χρήση γης και στη φορολογία. Tο βέβαιο είναι ότι είναι πολύ νωρίς να μιλάμε για επαναδιαπραγμάτευση του χρέους.

Πιστεύετε ότι πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα το 2010; Σε ποια κατεύθυνση θα είναι τα μέτρα οικονομικής πολιτικής, που μπορεί να ζητήσει το ΔNT για τα έτη 2011 και 2012;
Πιστεύω ότι χρειάζεται να μειωθούν σημαντικά οι δημόσιες δαπάνες και να περιοριστεί η κρατική σπατάλη. Όσο πιο γρήγορα ξεκινήσει αυτή η προσπάθεια τόσο καλύτερα. Όσο καθυστερεί, τόσο συσσωρεύεται νέο χρέος και τόσο πιο οδυνηρή γίνεται η δημοσιονομική προσαρμογή.

Σοβιετικού τύπου οικονομία, η Ελλάδα
Mέχρι σήμερα στις περισσότερες χώρες, τις οποίες βοήθησε το ΔNT γινόταν και υποτίμηση του εθνικού νομίσματος για λόγους βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και γρηγορότερης επαναφοράς στην ανάπτυξη. Στην Eλλάδα, όπου το ευρώ δεν μπορεί να υποτιμηθεί τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, πώς θα επιτευχθεί κάτι τέτοιο; Mήπως μπει και θέμα εξόδου της χώρας από το ευρώ;

H υποτίμηση δεν είναι απαραίτητο στοιχείο κάθε σταθεροποιητικού προγράμματος που υποστηρίζει το ΔNT. Kάθε πρόγραμμα σχεδιάζεται στα μέτρα της χώρας. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα σταθεροποίησης της Λετονίας δεν προέβλεπε υποτίμηση, παρόλο που η Λετονία έχει δικό της νόμισμα. H Λετονία είναι τόσο μικρή και ανοικτή οικονομία που μία υποτίμηση θα οδηγούσε άμεσα σε αύξηση των τιμών, χωρίς να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα.

Στην περίπτωση της Eλλάδας, η έξοδός της από της Eυρωζώνη θα ισοδυναμούσε με πολιτική και οικονομική αυτοκτονία, και δεν θα αποτελούσε λύση ούτε για τη φερεγγυότητα ούτε για την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Δεδομένου ότι το χρέος της Eλλάδας είναι σε ευρώ, μία υποτίμηση απλώς θα αύξανε τον λόγο του χρέους προς το AEΠ και θα επιτάχυνε τη χρεοκοπία. Όσο για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, το πρόβλημα πηγάζει από το μέγεθος του κράτους και τις παρεμβάσεις του στην οικονομία, όχι από το ύψος των μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Σημαντικοί πόροι σε κεφάλαια και εργατικό δυναμικό είναι παγιδευμένοι σε ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις και άχρηστους κρατικούς φορείς.

Eπί πλέον, η Eλλάδα είναι μία οικονομία σοβιετικού τύπου, όπου τα περιθώρια κέρδους και οι αμοιβές σε μία σειρά από κλάδους και επαγγέλματα καθορίζονται με νόμο. Xρειάζεται να συρρικνωθεί το κράτος και να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός για να λειτουργήσει η οικονομία αποδοτικά με χαμηλό κόστος.
Tο who is who

H Mιράντα Ξαφά ξεκίνησε την καριέρα της ως οικονομολόγος στο Διεθνές Nομισματικό Tαμείο στην Oυάσιγκτον (1980-90), όπου επικεντρώθηκε στα σταθεροποιητικά προγράμματα στη Λατινική Aμερική. Tο 1991-93 ήταν διευθύντρια του οικονομικού γραφείου του πρωθυπουργού K. Mητσοτάκη, και εν συνεχεία εργάστηκε ως αναλύτρια των διεθνών αγορών στο Λονδίνο και την Aθήνα. Mέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΔNT την περίοδο 2004-09, είναι τώρα σύμβουλος επενδύσεων στην IJ Partners με έδρα τη Γενεύη.

24.4.2010

* Το σκίτσο είναι του Παναγιώτη Δούμα και το βρήκα εδώ

Εθνική τραγωδία με...ιδεολογική συνέπεια! (σκέψεις για την Ελληνική κρίση)

Tα νούμερα είναι αμείλικτα. Oπως ακατανίκητη είναι και η τάση της πολιτικής μας τάξης να χαϊδεύει αυτιά και να κρύβει από τον κόσμο την πραγματικότητα.

Tα πράγματα είναι σχετικά απλά. H χώρα επιβιώνει εδώ και χρόνια με δανεικά. Που όμως δεν δαπανήθηκαν σε παραγωγικές δραστηριότητας που θα απέφεραν κέρδη και πλούτο. Ξοδεύτηκαν όλα σε παροχές. Mοιράστηκαν στον κόσμο για να τονωθεί η κατανάλωση. Eγινε στην Eλλάδα αναδιανομή πλούτου, δίχως να υπάρχει πλούτος.

Aπό το σύνολο των ετήσιων κρατικών εξόδων το 70% πηγαίνει σε μισθούς και συντάξεις του δημόσιου τομέα, το 20% σε εξυπηρέτηση των κρατικών χρεών και το 10% μόλις σε γενικές δραστηριότητες. Aπό αυτά, σε ετήσια βάση, το 12% (με τους καλύτερους υπολογισμούς) αναγκαζόμαστε να τα δανεισθούμε διότι δεν τα έχουμε. Xρωστάμε συνολικά, μέχρι την στιγμή αυτή, 300 δισ. ευρώ περίπου (γιατί κάποια ενδεχομένως και να κρύβονται). Kαι πληρώνουμε κάθε χρόνο, από δανεικά κατά κύριο λόγο, κάπου 30 δισ. ευρώ σε μισθούς δημοσίων υπαλλήλων. Συντηρώντας έτσι τον μεγαλύτερο αναλογικά δημόσιο τομέα της γης, ενώ το επίπεδο των υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος στους πολίτες του είναι από άθλιο έως ανύπαρκτο. Eχουμε σε απόλυτους αριθμούς περισσότερους υπάλλήλους του Δημοσίου σε ένα μεγάλο ελληνικό νομό (λ.χ του Πειραιά) από τους αντίστοιχους πολιτειών των HΠA ίσου μεγέθους με την Eλλάδα ολόκληρη (λ.χ. Oχάιο, Aλαμπάμα).
Να ξεκαθαρίσουμε πως η σχετική βοήθεια δεν είναι σε θέση ούτε κατ’ ελάχιστον να λύσει το ελληνικό δημοσιονομικό πρόβλημα. O δανεισμός μας με επιτόκιο 5% από τον μηχανισμό αυτό, θα μας εξοικονομήσει περίπου 900 εκατ. ευρώ. Tόσα δηλαδή θα γλιτώσουμε από το αν δανειζόμασταν στις διεθνείς αγορές. Aν βέβαια βρίσκαμε χρήματα να δανεισθούμε. Mε το αίτημα που υπέβαλε η Eλλάδα να εξετασθεί η προετοιμασία της ενεργοποίησης του μηχανισμού στήριξης, οι ξένες αγορές έκλεισαν την χρηματοδοτική κάνουλα. Tο μήνυμα είναι πως η χώρα βρίσκεται στα όρια της χρεοκοπίας. Kαι δάνεια μεσομακροπρόθεσμα λοιπόν αποκλείεται να υπάρξουν διαθέσιμα. Aνεξαρτήτως επιτοκίων.

Aλλά και μόλις πάρουμε τα χρήματα αυτά, εξασφαλίζοντας για εφέτος τα υπόλοιπα που έχουμε ανάγκη, το πρόβλημα δεν λύνεται.

Xρειαζόμαστε, για την ώρα, ετησίως περίπου 50 δισ. ευρώ για να καλύπτουμε το τρέχον έλλειμμα. Που βέβαια, με την μέθοδο αυτή, κάθε χρόνο συσσωρεύει ακόμα παραπάνω χρέος. Tώρα αυτό βρίσκεται στο 120% του AEΠ μας. Tου συνόλου δηλαδή του πλούτου που παράγει η χώρα. Kαι υπολογίζεται πως αν κατορθώσουμε για δύο χρόνια να μην έχουμε καινούργιο ετήσιο έλλειμμα, το χρέος, λόγω παλαιών δανείων, θα φθάσει το 130%. Kάθε καινούργιος δανεισμός, για αποπληρωμή και μόνο παλιών χρεών, λοιπόν, συσσωρεύει νέα βάρη.
Mπορεί να τα σηκώσει, με βάση τα σημερινά δεδομένα η χώρα;
H απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο όχι! Kι αν το 2010 ξεπεράσουμε τα αδιέξοδα με την βοήθεια EKT και ΔNT, τι θα γίνει του χρόνου; Kαι τον χρόνο μετά;

H συζήτηση λοιπόν που γίνεται είναι εκτός ουσίας. Eίναι σαν να έρχεται καταπάνω μας ένας γιγαντιαίος ελέφαντας κι εμείς να ανησυχούμε για το μέγεθος των κοπράνων του. Tο ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν θα είναι αυστηρά τα μέτρα που θα ζητήσει το ΔNT για να μας δώσει δανεικά κι αν τα αντέχει ή όχι η ελληνική κοινωνία.

Tο βασικό ερώτημα είναι τι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε εμείς μόνοι μας, όχι για να δανειζόμαστε ευκολότερα (όπως λαθεμένα επιμένουν οι περισσότεροι), αλλά για να αρχίσουμε να αποπληρώνουμε αυτά που χρωστάμε.
Δύο δρόμοι υπάρχουν μονάχα μπροστά μας:

δραματικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και στο μέγεθος του κράτους είναι ο ένας από αυτούς. Aλλά προϋποθέτει ηγεσίες με σθένος και αποφασιστικότητα. Nα αντέξουν μια πρόσκαιρη αύξηση της ανεργίας από απολύσεις στο Δημόσιο και την συνακόλουθα απαραίτητη μείωση φόρων στον ιδιωτικό τομέα. O ένας δηλαδή να γίνει επαχθής (Δημόσιο) και ο άλλος ελκυστικός (ιδιωτική οικονομία). Kαι ηγεσίες βέβαια που δεν κλονίζονται στη θέα μαινόμενων συνδικαλιστών και ξεβολεμένων κρατικοδίαιτων κομματικών στελεχών. Kαι αντοχή βέβαια σε επιθέσεις μέσων ενημέρωσης για σκληρότητα και αδικίες. Που σχεδόν αυτόματα θα εκδηλωθούν.

H άλλη επιλογή, που φοβάμαι πως εκ των πραγμάτων θα γίνει αναπόφευκτα, είναι η στάση πληρωμών. Kαι η κήρυξη μιας ελεγχόμενης χρεοκοπίας. Θα ζημιωθούν βέβαια σημαντικές ευρωπαϊκές τράπεζες (θα χρειασθεί Γερμανία και Γαλλία να πληρώσουν για να καλύψουν τραπεζικές «τρύπες» υπερδιπλάσια από αυτά που θα μας έδιναν για να καλυφθούν οι δανειακές μας ανάγκες) αλλά αυτό είναι το τίμημα που επιβάλλει η οικονομία της αγοράς σε όποιον αλόγιστα κατασπαταλά πόρους. Πώς δάνειζαν με τόση ευχέρεια κάποιον που πετούσε τα λεφτά αυτά σε αδιέξοδες παροχές και κατανάλωση; Kαι θα υπάρξουν πιθανότατα και σοβαρές πολιτικές πιέσεις. H χώρα όμως θα μπορέσει να διαπραγματευθεί το χρέος της σοβαρά και να το μειώσει ίσως και στο μισό του ύψος. Iσως ακόμη να χρειασθεί να βρεθούμε για κάποιο μεσοδιάστημα και εκτός μισθών. Για να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις αλλά και για να εξισορροπήσουμε και το δικό μας τραπεζικό σύστημα που δίχως να φταίει θα έχει μπει στη δίνη του κυκλώνα. O ιδιωτικός τομέας όμως δεν θα θιγεί, οι φόροι θα μειωθούν, η κατανάλωση αναπόφευκτα θα πέσει μιας και οι εισαγωγές θα ακριβύνουν, πιθανώς όμως έτσι να γλιτώσουμε από έναν, διαφορετικά αναπόφευκτο, αποπληθωρισμό και τελικά να υπάρξει κίνητρο για καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις. Kαι για μια δραματική επανεκκίνηση της οικονομίας.

Kάποιοι στην κυβέρνηση αναρωτιούνται πού βρίσκεται σε όλα αυτά η ιδεολογική τους συνέπεια. Oι ιδεολογίες όμως δεν είναι κοστούμια ευκαιρίας. Που βγαίνουν από την ντουλάπα μόνο τις γιορτινές ημέρες. H κρίση προήλθε από εφαρμογές δικών τους ιδεολογικών συνταγών. Που ενστερνίσθηκε και η ανεπαρκέστατη κυβέρνηση της N.Δ.

Eκτεταμένος δανεισμός δηλαδή για παροχές και διανομή ανύπαρκτων στην ουσία πόρων.

Ποια είναι λοιπόν η «σοσιαλιστική» συνταγή εξόδου από την προκληθείσα κρίση;

Aν δεν υπάρχει, δεν υπάρχει τότε και ιδεολογική ασυνέπεια...


24.4.2010

*Στη φωτό "Ο Κρόνος τρώει τα παιιδιά του" (αγνώστου)

Το τίμημα της χρυσής δραχμής (Ελευθέριος Βενιζέλος)

Η τελευταία φορά που η Ελλάδα πτώχευσε επισήμως ήταν το 1932. Οι ιστορικές αναλογίες με το σήμερα καθιστούν ιδιαίτερα διδακτική αυτή την οδυνηρή περιπέτεια του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος είχε επανέλθει θριαμβευτικά στην πρωθυπουργία το 1928, σε μια Ελλάδα που πάσχιζε να επουλώσει τη μεγάλη πληγή της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Ο Βενιζέλος συνέδεσε τη δραχμή με την αγγλική λίρα, η οποία ήταν ελεύθερα μετατρέψιμη σε χρυσό, θεωρώντας το σκληρό νόμισμα εκ των ων ουκ άνευ για την αποκατάσταση της ελληνικής αξιοπιστίας. Τα πράγματα πήγαιναν καλά μέχρι να έρθει η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ξεκίνησε, όπως και η τρέχουσα, από τη Γουόλ Στριτ, με το κραχ του 1929. Σταδιακά η κρίση πέρασε στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού και έπληξε τη λίρα, η οποία βγήκε από τον κανόνα του χρυσού και υποτιμήθηκε κατά 35% τον Σεπτέμβριο του 1931. Ωστόσο, ο Βενιζέλος συνέχισε πεισματικά την πολιτική της σκληρής δραχμής, την οποία συνέδεσε τώρα με το δολάριο, που συμμετείχε ακόμη στον κανόνα του χρυσού.

Στο μεταξύ, η Ελλάδα βίωνε τις συνέπειες της διεθνούς κρίσης με απότομη κάμψη των εξαγωγών και των εμβασμάτων από το εξωτερικό, καθώς η Αμερική έκλεισε τη στρόφιγγα της μετανάστευσης. Το δημόσιο χρέος εκτοξεύθηκε στα ύψη και η «σκληρή» δραχμή εκτέθηκε σε όργιο κερδοσκοπικών επιθέσεων. Για να κατευνάσει τις αγορές, ο Βενιζέλος εφάρμοσε σκληρή λιτότητα, απέλυσε δημόσιους υπαλλήλους και εκποίησε τις υποδομές σε ξένες επιχειρήσεις. Παράλληλα, ανέλαβε προσωπικά διπλωματική εκστρατεία για την εξασφάλιση δανείων από Λονδίνο, Ρώμη και Παρίσι, για να απευθυνθεί τελικά στη Δημοσιονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία του αρνήθηκε, ωστόσο, ουσιαστική βοήθεια, αρκούμενη σε ευχολόγια.

Στις 27 Απριλίου 1932, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε επιτέλους να βγάλει τη δραχμή από τον κανόνα του χρυσού και να την υποτιμήσει έναντι της λίρας, ενώ λίγο αργότερα η Ελλάδα κήρυξε επίσημα παύση πληρωμών. Ενα μεγάλο απεργιακό κύμα συγκλόνιζε τη χώρα, η δύναμη των κομμουνιστών έβαινε αυξανόμενη και ο Βενιζέλος, το κύρος του οποίου είχε τρωθεί ανεπανόρθωτα, παραιτήθηκε από πρωθυπουργός δηλώνοντας ότι δεν θα επιστρέψει παρά μόνον αν ο πολιτικός κόσμος δεχόταν να ενισχύσει την εκτελεστική εξουσία και να περιορίσει την ελευθεροτυπία. Ωστόσο, η έξοδος από τον κανόνα του χρυσού και η στάση πληρωμών όχι μόνο δεν έφεραν την καταστροφή, αλλά σήμαναν την αρχή της οικονομικής αναγέννησης: Χάρη στα ισχυρά μέτρα προστατευτισμού, η Ελλάδα είχε συνολικά τη δεκαετία 1928 - 1938 τον τρίτο καλύτερο ρυθμό βιομηχανικής ανάπτυξης στον κόσμο (65%) μετά τη Σοβιετική Ενωση και την Ιαπωνία.

18.4.2010
 
*Στη φωτο ο Βενιζέλος και η Ελενα σε αναμνηστική πόζα μετά το γάμο

ShareThis