Ενα είδος ηλεκτρονικού ντοσιέ όπου θα καταχωρούνται επιλεκτικά ενδιαφέροντα άρθρα από εφημερίδες, περιοδικά και όχι μόνο. Δεν σημαίνει απαραίτητα πως συμφωνώ πάντα με τα συγκεκριμένα άρθρα, για αυτό μπορεί να υπάρχουν και αντικρουόμενες απόψεις. Τα θεωρώ όμως ενδιαφέροντα για κοινωνικό προβληματισμό.Να διευκρινίσω πως τα συγκεκριμένα άρθρα δεν είναι δικά μου, αναφέρεται όμως η πηγή....
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010
Κατσίκια και αναδάσωση στην Πεντέλη
Την Κυριακή 3/1/2010 στις ξανακαμένες πλαγιές της Πεντέλης, 300 μέτρα πιο κάτω από το ξωκλήσι των Αγίων Ασωμάτων, τα κατσίκια (διπλανή φωτογραφία) τρώνε ό,τι προσπαθεί να ξαναφυτρώσει και κατευθύνονται νοτιοδυτικά προς τις πρόσφατες αναδασώσεις. Το καταγγείλαμε επώνυμα στην Αστυνομία, στον αντιπρόεδρο της Κοινότητας Πεντέλης κ. Ζώη (ο οποίος μας παρέπεμψε στον πρόεδρο κ. Στεργίου «που έχει ευαισθησία σε αυτά τα θέματα», όπως μας είπε) και φυσικά στον κ. Στεργίου).
Πηγή Το Βήμα
9.10.2010
Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009
Μετά τις φωτιές οι πλημμύρες....
Στοιχεία-σοκ δείχνει μελέτη ερευνητών του ΕΜΠ για τις λεκάνες απορροής όλων των ρεμάτων στη Βορειοανατολική Αττική. Σημαντική η απουσία δάσους (ως και 92%) που θα συγκρατούσε τους χειμάρρους - Απειλούνται Μαραθώνας και Ραφήνα
Οι πληγές που άνοιξαν οι πρόσφατες πυρκαϊές στη Βορειοανατολική Αττική δεν έχουν τελειωμό. Περιοχές οι οποίες βρίσκονται υπό ισχυρή οικιστική πίεσηέχασαν τον φυσικό τους πλούτο και κινδυνεύουν πλέον να πνιγούν.
Μεγάλες εκτάσεις, από το Γραμματικό ως και τη Ραφήνα, θα πλημμυρίσουν με τις πρώτες ραγδαίες βροχοπτώσεις. Και αυτό γιατί οι φωτιές έκαναν στάχτη το δασικό «κάλυμμα» στις λεκάνες απορροής των ρεμάτων με συνέπεια το έδαφος να μην μπορεί να απορροφήσει ούτε... σταγόνα νερού.Το μεγαλύτερο πρόβλημα αναμένεται να αντιμετωπίσει η Ραφήνα.Ο Βαλανάρης- ο μεγαλύτερος χείμαρρος που καταλήγει στο ρέμα της Ραφήνας και περνά από το Ντράφι- έχασε το 92% της δασικής του κάλυψης.
Μεγάλες απώλειες είχαν και άλλα ρέματα της περιοχής, όπως εκτιμούν οι ειδικοί του Κέντρου Εκτίμησης Φυσικών Κινδύνων και Προληπτικού Σχεδιασμού του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ). Μνήμες από παλαιότερες καταστροφές μπορεί να ξυπνήσει και το ρέμα Βρανά στον Μαραθώνα, σύμφωνα με τα συγκλονιστικά στοιχεία που επεξεργάστηκαν οι ερευνητές του ΕΜΠ και τα οποία παρουσιάζει σήμερα «Το Βήμα».
Oι φωτιές του Αυγούστου οδήγησαν στην αύξηση του πλημμυρικού κινδύνου στις περιοχές από το Γραμματικό ως τη Ραφήνα. Οι επιστήμονες του ΕΜΠ, αφού μελέτησαν τις λεκάνες απορροής όλων των ρεμάτων στη Βορειοανατολική Αττική, υπολόγισαν το ποσοστό του δασικού καλύμματος που χάθηκε στο ορεινό τμήμα κάθε λεκάνης. «Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εκεί όπου δημιουργείται η επιφανειακή απορροή δεν υπάρχει πια τρόπος συγκράτησής της με αποτέλεσμα οι όγκοι νερού (και οι παροχές) που κατεβαίνουν στα πεδινά να είναι σημαντικά μεγαλύτεροι. Σημαντική είναι και η αύξηση της στερεοπαροχής, δηλαδή της μεταφοράς φερτών υλικών και λάσπης» σημειώνει ο διευθυντής του Κέντρου Εκτίμησης Φυσικών Κινδύνων και Προληπτικού Σχεδιασμού του ΕΜΠ, καθηγητής κ. Γ. Τσακίρης.
Το πρόβλημα με τα ρέματα της περιοχής είναι γνωστό εδώ και χρόνια. Πολλά από αυτά εκβάλλουν στη θάλασσα μέσω κλειστών αγωγών ή μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές οι οποίες διασχίζουν κήπους, αυλές και σπίτια της παράκτιας ζώνης. Η κατάσταση όμως τώρα αναμένεται ότι θα επιδεινωθεί. Ιδιαίτερα στον Μαραθώνα και στη Ραφήνα.
Το ρέμα της Ραφήνας λόγω των καμένων εκτάσεων βόρεια του Πικερμίου και της Παλλήνης δέχθηκε σημαντική επιβάρυνση. Ολα τα ρέματα της Πεντέλης που συμβάλλουν σε αυτό θα αυξήσουν τις παροχές τους, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του Βαλανάρη, ο οποίος πριν από την πυρκαϊά είχε παροχή (50ετίας) σχεδόν 200 κυβικά μέτρα νερού ανά δευτερόλεπτο. Σήμερα, όπως τονίζει ο κ. Τσακίρης, το 92% της έκτασης της λεκάνης του έχει καεί με αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των παροχών του και σημαντική επιπλέον φόρτιση στα κατάντη τμήματα του ρέματος της Ραφήνας που διέρχονται από την πόλη. Για το ρέμα της Ραφήνας έχει ήδη συνταχθεί προμελέτη διευθέτησης. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ανοιχτό ρέμα της Ανατολικής Αττικής με παροχές 50ετίας περί τα 850 με 900 κυβικά μέτρα νερού ανά δευτερόλεπτο.
Με βάση τους υπολογισμούς του Κέντρου Εκτίμησης Φυσικών Κινδύνων και Προληπτικού Σχεδιασμού τα ποσοστά των καμένων εκτάσεων στις λεκάνες απορροής των ρεμάτων της Πεντέλης που εκβάλλουν στο ρέμα Ραφήνας είναι κατά προσέγγιση:
37% στο ρέμα Νταού Πεντέλης, 60% στο ρέμα της Αγίας Παρασκευής, 30% στο ρέμα Παλαιού Μύλου, 92% στον Βαλανάρη (μαζί με το μικρότερο ρέμα Δασαμάρι), 43% στο ρέμα της Παλλήνης (μαζί με εκείνα της Βίγλας και της Μαρίζας) και 38% στο ρέμα της Ανθούσας.
Προβλήματα με την αύξηση των παροχών δημιουργούνται και σε άλλα ρέματα της Ανατολικής Αττικής. Τα ρέματα αυτά είναι: Σέχρι, Μακεδονομάχου (Ροκφέλερ), Ρούμελης, Βαζάνα (Νέας Μάρκης), Μαρούγκα, Ζούμπερι, Αγ. Ανδρέα, Ξυλοκέριζα, Μάτι και Βουτζά. Μερικά από αυτά έχασαν σημαντικό τμήμα της δασοκάλυψής τους στην ορεινή ζώνη, με συνέπεια οι παράκτιοι οικισμοί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο πλημμύρας από ό,τι πριν από τις πυρκαϊές.
Ενα από τα πιο επικίνδυνα ρέματα, το ρέμα Βρανά, το οποίο παρά την κατασκευή τού αντιπλημμυρικού φράγματος είχε κατακλύσει την πεδινή ζώνη του Μαραθώνα με μεγάλες καταστροφές τον Νοέμβριο του 2005, θα γίνει ακόμη πιο απειλητικό, αφού η έκτασή του πάνω από το φράγμα έχει πια καεί. Εκτιμάται ότι η παροχή αιχμής στη θέση του φράγματος θα είναι περίπου 80% μεγαλύτερη.
Η αύξηση της επιφανειακής απορροής των ρεμάτων στη Βορειοανατολική Αττική είναι αναμενόμενη εξαιτίας της εξαφάνισης της βλάστησης. Οπως εξηγούν οι επιστήμονες του Εργαστηρίου Δασικής Διαχείρισης και Τηλεπισκόπισης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και του WWF Ελλάς, «οι κόμες των δένδρων και η βλάστηση γενικότερα λειτουργούν ως ένα πρώτο εμπόδιο το οποίο μετριάζει την ορμή του νερού, ενώ παράλληλα απορροφούν και μέρος της ποσότητας που πέφτει. Νερό απορροφά και το ριζικό σύστημα των φυτών, το οποίο επιπλέον επιδρά θετικά και στη διήθηση των κατακρημνισμάτων αφού διασωληνώνει το έδαφος». Οι επιπτώσεις αυτές, σύμφωνα με τους δασολόγους, είναι πιο σημαντικές όσο μεγαλύτερη είναι η αποψίλωση της βλάστησης, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση του φράγματος της Ραπεντώσας, όπου η γύρω βλάστηση έχει ολοσχερώς καεί. Παράλληλα, οι πυρκαϊές επιδρούν έμμεσα αλλά εξίσου σημαντικά στην υδρολογία μιας λεκάνης, αλλάζοντας τη δομή του εδάφους και αυξάνοντας τον ρυθμό διάβρωσης. Αυτά συνδέονται, όπως επισημαίνει ο γενικός διευθυντής του WWF Ελλάς κ. Δ. Καραβέλλας, με αυξημένη πιθανότητα και συχνότητα πλημμυρικών φαινομένων, αλλά και με μείωση του χρόνου που απαιτείται ως το μέγιστο της πλημμυρικής παροχής.
Σύμφωνα με σχετική έκθεση του ΑΠΘ και του WWF, τα μόνα έργα που θα χρειαστούν είναι τα ήπια αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά, όπου και αν αυτό κριθεί αναγκαίο από τους ειδικούς επιστήμονες. Αυτά τα έργα θα πρέπει να πραγματοποιηθούν άμεσα και πριν από τη φύτρωση των πρώτων σπόρων πεύκης - δηλαδή το φθινόπωρο που ακολουθεί. «Τα συγκεκριμένα έργα θα πρέπει να γίνονται αμέσως μετά την πυρκαϊά και πριν από τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, προκειμένου να είναι αποτελεσματικά και να αποφευχθεί η καταστροφή τυχόν νέων σπόρων που έχουν βλαστήσει» αναφέρει ο κ. Καραβέλλας.
Πηγή Το Βήμα
6.9.09
Σάββατο 29 Αυγούστου 2009
Eπιπτώσεις σε ζώα και φυτά (από τις πυρκαγιές)
Στην Πεντέλη έχουν καταγραφεί συνολικά περίπου 700 είδη και υποείδη φυτών. Ανάμεσά τους σύμφωνα με στοιχεία του WWF Ελλάς υπάρχουν 3 ενδημικά της Αττικής και περίπου 15 ενδημικά της νότιας Ελλάδας, όπως κενταύριες, κρόκοι, άγρια γαρίφαλα, φριτιλλάριες, αγριοβιολέτες. Υπάρχουν ακόμα 21 είδη ορχιδέες.
Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς σε αυτά τα είδη θα φανούν την επόμενη άνοιξη όταν τα περισσότερα από αυτά θα έχουν ανθίσει οπότε και θα μπορούν να αναγνωριστούν. Εφόσον οι συνθήκες το επιτρέψουν, τα επόμενα χρόνια οι καμένες εκτάσεις θα καλυφθούν από ποικίλη βλάστηση που θα προκύψει είτε από κάποια είδη που αντέχουν στη φωτιά είτε από μετανάστευση είτε από σπόρους που μεταφέρουν τα πουλιά. Από την άλλη, η πανίδα του βουνού είναι σχετικά υποβαθμισμένη λόγω των πολλαπλών πυρκαγιών, αλλά και της εξάπλωσης της δόμησης.
Από θηλαστικά έχουν καταγραφεί αλεπούδες, ασβοί, κουνάβια, λαγοί και διάφορα άλλα μικρά θηλαστικά, μαυροποντικοί, μυγάλες και ποντίκια. Τουλάχιστον 80 είδη πτηνών έχουν καταγραφεί στην περιοχή που κάηκε όπως ασπροκωλίνες, μαυρολαίμηδες, μαυροτσιροβάκους, κοκκινοτσιροβάκους, κατσουλιέρηδες, διάφορες σπίζες, καλόγερους, καμποδενδροβάτες και επίσης χουχουριστές, γερακίνες και βραχοκιρκίνεζα καθώς και γιδοβύζια. Υπάρχουν δύο είδη χερσαίας χελώνας, νεροχελώνες και σε αραιούς πληθυσμούς, φίδια και σαύρες. Από αμφίβια μπορούμε να σημειώσουμε διάφορα είδη βατράχων. Τα περισσότερα από τα είδη ερπετών και αμφιβίων προστατεύονται από την εθνική νομοθεσία και από τη διεθνή σύμβαση της Βέρνης.
Οσον αφορά στις επιπτώσεις της φωτιάς ασφαλώς είναι μεγαλύτερες στα είδη που δεν έχουν τη δυνατότητα να φύγουν γρήγορα και να γλιτώσουν από τις φλόγες. Ετσι πολλά είδη, όπως οι χελώνες, τα φίδια και οι σαύρες, κυριολεκτικά εξαφανίζονται για μεγάλο διάστημα μετά την πυρκαγιά.
Πηγή Καθημερινή
29.8.09
Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008
Το Δημόσιο "χαρίζει" κρατική γη
και οικοδομήθηκε. Σε όλες τις περιπτώσεις μεσολάβησε ένα ατέλειωτο αλισβερίσι στα δικαστήρια για τα περιώνυμα «διακατεχόμενα», όπου το κράτος ξεχνούσε κάθε φορά να υπερασπιστεί το δάσος του. Η περίπτωση της Πεντέλης είναι χαρακτηριστική.Το ένα τέταρτο του βουνού,πάνω από 50.000 στρέμματα, έφθασε με τα χρόνια να ανήκει σε μια αθηναϊκή οικογένεια. Συγκεκριμένα η οικογένεια Ηλιόπουλου είχε στα χέρια της συνολικά 55.000 στρέμματα
στις περιοχές Σταμάτας και Διονύσου. Από αυτά όμως 26.000, ως «διακατεχόμενα», ήταν επί χρόνια υπό αμφισβήτηση. Αξιώνοντας την κυριότητά τους, ώστε να κατορθώσει να τα μοιράσει σε οικόπεδα και να τα μεταπωλήσει, η οικογένεια Ηλιόπουλου προσκόμιζε τίτλους από το 1880. Η «δικαίωσή» της έναντι του ελληνικού κράτους συντελέστηκε μόλις το 1991, με την 1230/1991 τελεσίδικη απόφαση του Αρείου Πάγου.
Η πορεία της υπόθεσης της οικογένειας Ηλιοπούλου ήταν αντίστοιχη με τόσες άλλες. Μη μπορώντας να κατοχυρώσει την ιδιοκτησία της επί των περιοχών, καθώς είχε στην κατοχή της μόνο τίτλους του 19ου αιώνα, η οικογένεια Ηλιόπουλου προσέφυγε κατά του Δημοσίου καταθέτοντας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δύο αναγνωριστικές αγωγές με τις οποίες επικαλέστηκε και χρησικτησία. Η πρώτη αναγνωριστική αγωγή κατατέθηκε στις 12.9.1978 και η δεύτερη στις 23.10.1978. Ενα από τα παράδοξα της υπόθεσης είναι ότι μόλις έναν χρόνο πριν από την κατάθεση της αναγνωριστικής αγωγής, το 1979, οι τότε υφυπουργοί Γεωργίας και Οικονομικών εκδίδουν απόφαση με αριθμό πρωτοκόλλου 160561/1000, η οποία κατέληγε ως εξής: «Αναγνωρίζουμε, συνεπώς, ότι τα κτήματα “Σταμάτα Διόνυσος” Αττικήςανήκουν στο ελληνικό Δημόσιο, του οποίου τα δικαιώματα επ΄ αυτών είναι ισχυρά και αδιαπραγμάτευτα».
Ωστόσο η Δικαιοσύνη, δεδομένης της ασθενούς εκπροσώπησης του Δημοσίου στις δίκες που ακολούθησαν, βρήκε επαρκείς τους τίτλους ιδιοκτησίας που της προσκομίστηκαν και εξέδωσε απόφαση υπέρ των διεκδικήσεων της οικογένειας Ηλιόπουλου.
▅Σταμάτα και Διόνυσος
Ταδασοκτήματα Σταμάτας και Διονύσου πριν από την απελευθέρωση ανήκαν σε Οθωμανούς, υποστήριξαν στο δικαστήριο οι εμφανιζόμενοι ως ιδιοκτήτες. Το κτήμα της Σταμάτας αγόρασε αμέσως μετά την απελευθέρωση ο τότε υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Ζωγράφος. Το 1834 με δήλωσή του το παραχώρησε στονΑνδρέα Λουριώτη. Το 1855, και αφού έχει πεθάνει ο Αν. Λουριώτης και ο γιος του, τα δασοκτήματα περνούν στη σύζυγό του Λουτσίκα. Εκείνη το 1872 τα μεταβιβάζει στον Κωνσταντίνο Βέρση. Το κτήμα του Διονύσου αγόρασε το 1836 από τον Σαδήκ Αγάο πρεσβευτής της Ελλάδας στη Ρωσία Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος . Το 1872 πωλείται και αυτό στον Κωνσταντίνο Βέρση και γίνεται ενιαίο δασόκτημα με την ονομασία «Σταμάτα- Διόνυσος». Το 1877, ως ενιαίο πια, το δασόκτημα πωλείται από τον Κ. Βέρση στην Ευφροσύνη Δ. Σούτσου, σύζυγο του Δημητρίου Σούτσου, δημάρχου Αθηναίων.
Το 1883, με τη συμβολαιογραφική πράξη 26203, ο δικηγόρος και υπουργός τότε Δικαιοσύνης Δημήτριος Γ. Ράλλης , ενεργώντας ως πληρεξούσιος των κληρονόμων της οικογένειας Σούτσου, πουλάει το ενοποιημένο δασόκτημα στον Ασημάκη Ηλιόπουλο αντί τιμήματος 315.000 δραχμών. Σήμερα, τριάντα χρόνια από την αρχική διεκδίκηση, που έληξε υπέρ της οικογένειας Ηλιόπουλου, η μεγαλύτερη έκταση των περιοχών αυτών έχει κατατμηθεί, πωληθεί, διανεμηθεί σε ιδιώτες και οικοδομικούς συνεταιρισμούς, οι οποίοι διεκδικούν τώρα την ένταξη των δασικών εκτάσεών τους στο σχέδιο πόλης.
Τις τελευταίες δεκαετίες δεν είναι λίγοι οι ιδιώτες οι οποίοι προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη διεκδικώντας να κατοχυρώσουν όσα το Δημόσιο αμφισβητούσε ότι κατείχαν και οι οποίοι, όπως αποδείχθηκε, δεν κουράστηκαν καθόλου να το πετύχουν. Παρά το γεγονός ότι δεν είχαν στα χέρια τους παρά διάτρητους τίτλους ιδιοκτησίας που προέρχονταν από την εποχή της τουρκοκρατίας- τα λεγόμενα οθωμανικά χοτζέτια κατάφεραν να αποκτήσουν την κυριότητα των εκτάσεων που διεκδικούσαν.
«Η δικαστική διεκδίκηση για αυτούς δεν ήταν παρά περίπατος » σχολιάζουν μέλη της Ομάδας Κοινωνικής Εγρήγορσης- συστάθηκε από πολίτες που συναντήθηκαν κατά την ενασχόλησή τους με θέματα περιβάλλοντος, αναλαμβάνοντας ως ομάδα πια την υπεράσπιση υποθέσεων ανά τη χώρα. Η ομάδα έχει μάλιστα πραγματοποιήσει εκτεταμένη έρευνα για τις περιπτώσεις όπου το Δημόσιο απώλεσε πολλές χιλιάδες στρέμματα δασικών εκτάσεων εξαιτίας της αδυναμίας του να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του.
▅Η στρατηγική στα δικαστήρια
Ο μηχανισμός είναι απλός και αποτελεσματικός ώστε κανείς να μην μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητά του. Ολα γίνονται διά της δικαστικής οδού. Οι ιδιώτες διεκδικούν την κυριότητα των εκτάσεων στα δικαστήρια. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων το Δημόσιο και οι εκπρόσωποί του εμφανίζονται «νωχελικοί», αδιαφορώντας για τις υποθέσεις.
Ολα ξεκινούν με την κατάθεση μιας αναγνωριστικής αγωγής από κάποιον ιδιώτη κατά του Δημοσίου. Στη συνέχεια ο ένας και μοναδικός υπάλληλος που είναι υπεύθυνος για τη διαδικασία αυτή στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης θα εξετάσει τον φάκελο που έχουν καταθέσει σε βάρος του Δημοσίου οι διεκδικούντες τους τίτλους γης. Αναλαμβάνει, υποτίθεται, να συλλέξει τα στοιχεία που χρειάζονται για να τους αντικρούσει και να υπερασπίσει τα συμφέροντα του Δημοσίου. Το πιθανότερο είναι ότι όταν η υπόθεση φτάσει στο ακροατήριο, ο φάκελος που θα κατατεθεί από την πλευρά του Δημοσίου θα είναι ισχνός σε στοιχεία. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος των δικηγόρων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που εκπροσωπούν το Δημόσιο σε αυτές τις δίκες. Η εμπειρία έχει δείξει ότι τις περισσότερες φορές πάνε στο δικαστήριο χωρίς να έχουν φροντίσει να αναζητήσουν τα στοιχεία που αποδεικνύουν τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των αμφισβητούμενων δασικών εκτάσεων.
«Θα αρκούσε μια προσεκτική έρευνα στο Γενικό Αρχείο του Κράτους ή στο αρχείο του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης για να κερδίσει το κράτος πολλές από τις υποθέσεις, αφού θα αποδεικνυόταν η κυριότητα του Δημοσίου και το διάτρητο των τίτλων των διεκδικητών της δημόσιας δασικής έκτασης»επισημαίνει η Ομάδα Κοινωνικής Εγρήγορσης, η οποία ήδη επεξεργάζεται συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις για την ισχυροποίηση του νομικού οπλοστασίου του Δημοσίου έναντι των επίδοξων διεκδικητών.
Αφού ο ιδιώτης αναγνωριστεί τελεσίδικα ως ιδιοκτήτης από τη Δικαιοσύνη, ακολουθεί το επόμενο βήμα: ο αποχαρακτηρισμός της δασικής έκτασης. Ο πιο πρόσφορος τρόπος είναι αυτή τη φορά οι διαδικασίες των πρωτοβάθμιων- δευτεροβάθμιων επιτροπών επιλύσεως δασικών αμφισβητήσεων.
Πώς προέκυψαν τα «διακατεχόμενα»
ΜΕΓΑΛΕΣ εκτάσεις δασικής γης, οι οποίες λόγω του χαρακτήρα τους είχαν εξαιρεθεί από τον αναδασμό της γης που πραγματοποιήθηκε υπέρ των ακτημόνων και των προσφύγων με νόμο του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1927, αποτέλεσαν τα χρυσά οικόπεδα που διεκδικούνται ως διακατεχόμενα από ιδιώτες, μοναστήρια και άλλους επίδοξους «ιδιοκτήτες».
Οι εκτάσεις αυτές απεικονίζονται σε χάρτες, οι περισσότεροι από τους οποίους χρησιμοποιούνται και σήμερα από τα δασαρχεία. Ο δημόσιος χαρακτήρας ορισμένων εκ των εκτάσεων που εξαιρέθηκαν κατά τη διανομή του 1927 αμφισβητήθηκε μεταγενέστερα από ιδιώτες. Ετσι προέκυψαν τα «διακατεχόμενα», δηλαδή κομμάτια δημόσιας δασικής γης η οποία διεκδικείται από ιδιώτες που ασκούν δικαιώματα χρησικτησίας, όπως ξύλευση, βόσκηση κ.ά.
Οι τίτλοι τους, που εν πολλοίς θεωρούνται διάτρητοι, περιγράφονται σε οθωμανικά χοτζέτια, όχι ακριβώς... κανονικά. Και αυτό γιατί δεν είχαν δηλωθεί ως όριζε ο νόμος του 1834 του Καποδίστρια. Επρόκειτο, εξηγούν όσοι έχουν ερευνήσει την προέλευσή τους, για τίτλους που οι εμφανιζόμενοι ως ιδιοκτήτες κατήρτισαν εκ των υστέρων, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες πόλεις της πάλαι ποτέ επικράτειας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, προκειμένου να κατοχυρώσουν γη που δεν τους ανήκε. Οι ενδιαφερόμενοι ταξίδευαν μέχρις εκεί για να βρουν κάποιον «συνταξιούχο» ο οποίος είχε αξιώματα κατά τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας και ο οποίος τους έφτιαχνε τους πλαστούς τίτλους που χρειάζονταν, με το αζημίωτο φυσικά..
Το δάσος του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου
Η ΥΠΟΘΕΣΗ του Αμαλιείου Ορφανοτροφείου Κορασίδων, που διεκδίκησε έκταση δάσους 26.000 στρεμμάτων θεωρείται από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις εκχώρησης δικαιωμάτων του Δημοσίου σε ιδιώτη, τουλάχιστον κατά την περίοδο πριν από το ξέσπασμα του σκανδαλωδών μεταβιβάσεων μεταξύ Δημοσίου και Μονής Βατοπαιδίου. Η συνολική έκταση που κατέχει σήμερα το Αμαλίειο Ορφανοτροφείο είναι 35.000 στρέμματα δασικής γης που εκτείνεται στη Βορειοανατολική Αττική καλύπτοντας περιοχές σε Καπανδρίτι, Μαλακάσα, Μήλεσι, Σκάλα Ωρωπού, Νέα Παλάτια, Συκάμινο, Χαλκούτσι, Μαρκόπουλο. Από τα 35.000 στρέμματα τα 26.000 ήταν δασικά, στη συνέχεια χαρακτηρίστηκαν ως «διακατεχόμενα» και το 1995 πέρασαν με τελεσίδικη δικαστική απόφαση στην ιδιοκτησία του Αμαλιείου.
Η αρχή της διεκδίκησης σε βάρος του Δημοσίου έγινε στις 24 Οκτωβρίου 1984 με την κατάθεση αναγνωριστικής αγωγής κατά του ελληνικού Δημοσίου. Το Αμαλίειο στηρίχθηκε σε οθωμανικά χοτζέτια από τα οποία προέκυπτε ότι ιδιοκτήτης των περιοχών ήταν ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος στη συνέχεια μεταβίβασε τις εκτάσεις σε σύζυγο και παιδιά και εκείνα με τη σειρά τους τις μεταπώλησαν στον Ανδρέα Συγγρό. Ο Ανδρέας Συγγρός τις κληροδοτεί στο Αμαλίειο με ιδιόγραφο κωδίκελλο που κατήρτισε το 1897. Δύο χρόνια μετά, το 1899, ο Συγγρός πεθαίνει και οι δασικές εκτάσεις περνούν στο Αμαλίειο Ορφανοτροφείο. Ωστόσο έχοντας στα χέρια του μόνο αμφιλεγόμενους τίτλους, το Αμαλίειο καταθέτει το 1981 αναγνωριστική αγωγή επικαλούμενο και χρησικτησία.
Στο Πρωτοδικείο εμφανίζεται ως μάρτυρας υπέρ του Δημοσίου ο τότε διευθυντής Προστασίας Δασών κ. Ελευθέριος Φραγκιουδάκης, μιλώντας για στοιχεία που υπάρχουν στα Αρχεία του Κράτους, τα οποία είχε παραδώσει σε φωτοαντίγραφα στον δικηγόρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Αλλά τα στοιχεία αυτά ουδέποτε κατατέθηκαν επισήμως στο δικαστήριο από τους νομικούς εκπροσώπους του κράτους.
Ετσι το Δημόσιο χάνει πανηγυρικά με την υπ΄ αρ. 9512/1992 απόφαση του Πρωτοδικείου τα δικαιώματά του και η ήττα του επικυρώνεται με τις εφετειακές αποφάσεις 7401/93 και 835/1995 του Αρείου Πάγου. Τα άλλοτε δημόσια δάση είναι πλέον του Αμαλιείου. Δεν εμπίπτουν στις διατάξεις περί δημοσίων δασών, πριν από μερικά χρόνια κάηκαν και για την τεχνητή αναδάσωσή τους πρέπει τώρα να συναινέσει το Αμαλίειο, ως νόμιμος ιδιοκτήτης.
ΠΗΓΗ ΤΟ ΒΗΜΑ
23.11.08
