Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Ο αρχιτέκτονας του Χίλτον ("Ο κόσμος του Εμμανουήλ Βουρέκα")

Στις επαύλεις του στο Ψυχικό, στη Φιλοθέη ή στην Εκάλη κινούνταν με χάρη οι γνωστότερες κυρίες της αθηναϊκής κοινωνίας. Οι πολυκατοικίες του Κολωνακίου, της Κυψέλης και των Αμπελοκήπων ανέδιδαν έναν αέρα ευρωπαϊκό, αν και μπολιασμένο δημιουργικά με στοιχεία «ελληνικότητας». Αλλά κυρίως τα ξενοδοχεία του, το Χίλτον, το Ατενέ Παλλάς, τα Αστέρια της Γλυφάδας, συγκέντρωναν στα σαλόνια και στις εγκαταστάσεις τους όλον τον κομψό κόσμο μιας εποχής ο οποίος κοιτούσε με πάθος το μέλλον αποστρεφόμενος το ζοφερό παρελθόν.
«Πολλά, πάρα πολλά από τα έργα του θεωρούνται σήμερα, αν όχι τα ωραιότερα της πόλης, τοπόσημά της αναμφισβήτητα, κτίρια και τουριστικά συγκροτήματα που δέθηκαν στενά με τη ζωή και την ιστορία της. Αυτό και μόνο φθάνει για να τον καταξιώσει στο πάνθεον των νεοελλήνων αρχιτεκτόνων». Με αυτά τα λόγια η καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής και διευθύντρια των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη κυρία Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη δίνει το στίγμα ενός σπουδαίου αρχιτέκτονα της μεταπολεμικής Ελλάδας, του Εμμανουήλ Βουρέκα (1907-1993), στη μονογραφία «Ο κόσμος του Εμμανουήλ Βουρέκα». Αυτός είναι και ο τίτλος της έκθεσης που εγκαινιάζεται στις 11 Οκτωβρίου στο Νέο Κτίριο του Μουσείου Μπενάκη, στο οποίο άλλωστε έχει παραχωρήσει το αρχείο του ο γιος του, Ανδρέας Βουρέκας-Πεταλάς.
Με σπουδές στη Σχολή Αρχιτεκτονικής της Δρέσδης όπου μυήθηκε στα μοντέρνα κινήματα της αρχιτεκτονικής, ο Βουρέκας θα διαμορφώσει επιστρέφοντας στην Ελλάδα μια πολύ προσωπική έκφραση την οποία θα καθιερώσει μετά τον πόλεμο. Πρόκειται για μια μοντέρνα αστική αρχιτεκτονική, στην οποία ωστόσο εντάσσονται και παλαιότερα στοιχεία με αφαιρετικό τρόπο. Οπως τα νεοκλασικά μπαλούστρα στους εξώστες των πολυκατοικιών, οι στοές με τις καμάρες, οι φεγγίτες των σπιτιών, αλλά ακόμη και οι κιονοστοιχίες του Χίλτον ή του Μεγάρου Μουσικής. Αν όμως οι επαύλεις και οι πολυκατοικίες καθιέρωσαν τον Βουρέκα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στην Ελλάδα, τα ξενοδοχεία και οι τουριστικές εγκαταστάσεις ήταν εκείνα που τον καταξίωσαν και διεθνώς κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Ξενοδοχεία-κοσμήματα
Το Athenee Palace Hotel ήταν το γεγονός της Αθήνας του 1950. Θα ακολουθούσαν το King Minos (1963), το Royal Olympic (1966-68) με συνεργάτη τον Βασίλη Γρηγοριάδη και αργότερα, το 1979, σε συνεργασία με τους Ι. Βικέλα, Κ. Δεκαβάλλα, Σ. Μολφέση και Σ. Δήμου, το ξενοδοχείο Αστήρ Παλλάς. Αλλά το κτίριο-σταθμός που θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της Αθήνας είναι βέβαια το Hilton Athens, τη μελέτη του οποίου αρχίζει ο Βουρέκας το 1958 σε συνεργασία με τους Π. Βασιλειάδη, Σ. Στάικο και Α. Γεωργιάδη.
«Ενα ξενοδοχείο αμύθητου πλούτου πρόκειται να ανεγερθή εις τας Αθήνας» γράφει ο Γ. Σκλιας στις 13.1.1957 στην εφημερίδα «Το Βήμα». Αλλά προτού καν δημοσιευθούν τα σχέδια, ο Γ. Κορομηλάς θα το αποκαλεί ουρανοξύστη, που θα καταστρέψει το αστικό τοπίο. Ετσι, η ανέγερσή του θα αντιμετωπιστεί ως οικονομικο-πολιτικό σκάνδαλο από μεγάλη μερίδα του Τύπου, που θα παραβλέψει την αρχιτεκτονική αξία του.

Ο Ωνάσης και ο Σινάτρα
Στα εγκαίνια πάντως το 1963, παρουσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Αριστοτέλη Ωνάση και του Φρανκ Σινάτρα, θα παραστεί και ο ίδιος ο Κόνραντ Χίλτον, που θα το χαρακτηρίσει ως «ένα κομψό και ήρεμου αξιοπρέπειας μνημείον του 20ού αιώνα», τονίζοντας παράλληλα τις αρχαιοελληνικές νύξεις του. Το βέβαιο ωστόσο είναι ότι αυτό το επιβλητικό αλλά ταυτόχρονα λιτό κτίριο με το ανάγλυφο του Μόραλη και με πρόσοψη που παραπέμπει αυτόματα στην επίσημη ελληνική αρχιτεκτονική θα αποτελέσει το κατ' εξοχήν τοπόσημο της σύγχρονης πόλης.
Η μελέτη των ακτών του Σαρωνικού και οι εγκαταστάσεις των Αστεριών στη Γλυφάδα, της Λαϊκής Πλαζ της Βουλιαγμένης και του τουριστικού συγκροτήματος στο Μικρό Καβούρι θα αποτελούσαν εξάλλου την πρώτη εφαρμογή οργανωμένου λουτρικού και τουριστικού συγκροτήματος στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Ο ευπατρίδης της αρχιτεκτονικής, ένας άνθρωπος ευγενής, ευχάριστος, καλοσυνάτος και ταυτόχρονα εξαιρετικός εργοδότης, όπως λένε όσοι τον γνώρισαν, άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στην Αθήνα που ζούμε.

Από το Κολωνάκι στα Αστέρια της Γλυφάδας
Στις αγαπημένες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου τα κτίρια του Εμμανουήλ Βουρέκα είναι οι «άλλοι» πρωταγωνιστές της μεταπολεμικής Ελλάδας. Οι σκηνοθέτες τα επιλέγουν για να δείξουν τη μοντέρνα Αθήνα που έχει πολυτελείς πολυκατοικίες με ρετιρέ που βλέπουν στην Ακρόπολη, πλούσιες επαύλεις στην Κηφισιά και νέες υπερσύγχρονες πλαζ.
Οπως πολύ εύστοχα σημειώνει η καθηγήτρια κυρία Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη, οι ήρωες της Φίνος Φιλμ, του Αλέκου Σακελλάριου, του Γιώργου Ρούσσου, του Γιάννη Δαλιανίδη ζουν και κινούνται μέσα σε αυτή την Αθήνα που δημιούργησαν ο Μανώλης Βουρέκας και οι σύγχρονοί του. Το ίδιο και οι νεοέλληνες συγγραφείς με πρώτο τον Γιάννη Μαρή, που τα μυθιστορήματά του έχουν συχνά για ντεκόρ το κέντρο της πόλης.
Είναι η εποχή του 1950, του 1960 και των αρχών του 1970. Οι κοσμικοί της Αθήνας χορεύουν σε σάλες των δικών του ξενοδοχείων, δίνουν τα ραντεβού τους σε νάιτ κλαμπ και κέντρα διασκέδασης όπως η «Αργώ» και η «Ωκεανίς» στα Αστέρια της Γλυφάδας ή εμφανίζονται σε ντεφιλέ και τσάι-πινάκλ των φιλανθρωπικών σωματείων. Ταυτόχρονα εισάγονται «νέες» λέξεις, όπως ασανσέρ, ρετιρέ, ενώ ο θυρωρός, τα κοινόχρηστα και η σκάλα υπηρεσίας αποκτούν νέο περιεχόμενο.


πότε & πού:
«Ο κόσμος του Εμμανουήλ Βουρέκα». Εγκαίνια στις 11 Οκτωβρίου στο Νέο Κτίριο του Μουσείου Μπενάκη.
Η ομώνυμη μονογραφία της Μάρως Καρδαμίτση-Αδάμη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μέλισσα.
 
Πηγή Το Βήμα
30.9.2012

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Η νέα αστική ηθική στο σαλόνι του Δαλιανίδη

Στη δεκαετία του ’50 οι ήρωες ζουν στους δρόμους. Εκεί υπάρχει το όνειρο αλλά και η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Ο εκσυγχρονισμός έρχεται μαζί με τη «Θεία από το Σικάγο» (1957) του Αλέκου Σακελλάριου και της Φίνος Φιλμ – στη φωτογραφία, ο Ορέστης Μακρής και η Γεωργία Βασιλειάδου
Το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, η προκυμαία της Θεσσαλονίκης, οι λαϊκές γειτονιές της Πλάκας με τα Αναφιώτικα, τα νεοκλασικά αθηναϊκά σπίτια, το λιμάνι του Πειραιά, η Καστέλα, το Μοναστηράκι, η Κηφισιά, οι προσφυγικοί συνεταιρισμοί, οι υπαίθριες αγορές, οι χωματόδρομοι, οι αυλές των σπιτιών, τα προσφυγικά αλλά και τα εξοχικά προάστια των μεγαλοαστών, η οδός Συγγρού και η λεωφόρος Ποσειδώνος, οι πολυκατοικίες, οι περιοχές της σύγχρονης πόλης, τα πάρκα, τα νεόδμητα αστικά διαμερίσματα, το Κολωνάκι, οι πολυτελείς επαύλεις, τα περίφημα λίβινγκ ρουμ, τα μοντέρνα έπιπλα (το δανέζικο σαλονάκι), η εξηλεκτρισμένη κουζίνα, οι πίνακες τέχνης στους τοίχους, οι ιβουάρ κουρτίνες... Μια ολόκληρη αφήγηση της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας μέσα από τις αλλαγές των χώρων και των τόπων, όπως καταγράφηκαν στον ελληνικό δημοφιλή κινηματογράφο των ετών 1950-1970 προσφέρει η Αγγελική Μυλωνάκη στο βιβλίο της Από τις αυλές στα σαλόνια.
 
H συγγραφέας έχει ασχοληθεί ειδικότερα με αυτή την 20ετία, καθώς έχει εκδώσει και τη μελέτη Δουλειές με φούντες: η ιστορία της επιχειρηματικότητας μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο '50-'70. Στη νέα της μελέτη παρακολουθεί το πώς εμφανίζεται ο δημόσιος, ο ημι-δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στην Ελλάδα ταυτόχρονα με την εξέλιξη της κοινωνίας. Οχι όμως την πραγματική της εξέλιξη αλλά αυτή που υπάρχει στο φαντασιακό των κατοίκων της. 
 
Οι ταινίες, όπως συμπεραίνει από την έρευνά της, δεν πραγματοποιούν μια εικονική γνωριμία των θεατών με την πόλη, αλλά οικοδομούν τη μυθολογία της. Μια μυθολογία που διακατέχει τους μη αστικούς πληθυσμούς και καθοδηγεί τους άρτι εξαστισμένους εσωτερικούς μετανάστες στο σύγχρονο αστικό κέντρο. Ο ελληνικός κινηματογράφος, δηλαδή, παίζει έναν κοινωνικοποιητικό ρόλο στην εξεταζόμενη εικοσαετία. 
 
Η ροπή προς την αστικοποίηση αναδεικνύεται από τις πρώτες ταινίες: αν εξαιρέσει κανείς μερικές «φουστανέλες», δηλαδή της υπαίθρου, οι περισσότερες ταινίες από το '50 και μετά διαδραματίζονται στην πόλη και μάλιστα στην ανοιχτή πόλη. Η πλακιώτικη γειτονιά στον «Μεθύστακα» ή το Δουργούτι στη «Μαγική πόλη» του Κούνδουρου είναι οι χώροι όπου οι φτωχοί άνθρωποι εργάζονται, παλεύουν, κάνουν όνειρα. Ολα γίνονται στους δρόμους. 
 
Σε αυτές τις ταινίες βλέπουμε συχνά τον Λυκαβηττό, τον Εθνικό Κήπο, το Ζάππειο, την Ακρόπολη, την Ομόνοια, το Σύνταγμα και τους γύρω δρόμους. Κυριαρχούν το ρομαντικό στοιχείο, η συλλογικότητα των λαϊκών συνοικιών, η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Πολύ κοντά στον νεορεαλισμό, ο Κούνδουρος και ο Κακογιάννης κάνουν στις ταινίες τους τα πρώτα κοινωνικά σχόλια. Ξεπερνούν την ηθογραφία και καταγράφουν με κριτική ματιά τις πρώτες εμφανίσεις του δυϊσμού που επέρχεται μεταξύ παράδοσης και νεωτερισμού. Θυμηθείτε μόνο το μπιλιαρδάδικο Magic City στη «Μαγική πόλη» - σε αντίθεση με τον μαχαλά όπου μένουν οι πρωταγωνιστές.
 
Στο μεταίχμιο λίγο πριν από τη δεκαετία του '60 ο νεωτερισμός της πόλης εμφανίζεται πιο δυναμικά στον κινηματογράφο. Η πόλη σηματοδοτείται πλέον από στοιχεία-σύμβολα αυτού του νεωτερισμού: φανάρια, διαβάσεις πεζών, βιτρίνες εμπορικών καταστημάτων, θέση τροχονόμου, στάσεις λεωφορείων κ.λπ. Η γειτονιά αρχίζει σιγά-σιγά να εξαφανίζεται: παραμένει ως χώρος αλλά όχι ως κοινωνικός σύνδεσμος ανάμεσα στα μέλη της. 
 
Τώρα τον ρόλο της κοινωνικής αλληλεγγύης που συντηρούσε η γειτονιά τον αναλαμβάνει η οικογένεια: τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, την εμφύσηση αξιών και προτύπων συμπεριφοράς. Ηδη αρχίζει να εμφανίζεται η πολυκατοικία, που συμβολοποιείται στην αναπαράσταση του μικροαστικού διαμερίσματος. Το νέο όραμα για τα εξαστικοποιημένα τμήματα της Αθήνας ανατέλλει με τη βοήθεια της αντιπαροχής. Ετσι, στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Στουρνάρα 288» μεταβαίνουμε από την οριζόντια διαστρωμάτωση στην κάθετη, όπως αυτή εμφανίζεται στις εικόνες των διαμερισμάτων.

Νέα αστικά ήθη
Η δεκαετία του '60-'70 αναδεικνύει ένα άλλο πρόσωπο, τόσο στο ελληνικό όσο και στο ευρωπαϊκό σινεμά. Τη φιλόξενη και γραφική πόλη της δεκαετίας του '50 διαδέχεται το άξενο και αποσπασματικό τοπίο της νέας πλήρως αστικοποιημένης πόλης. Οι ελληνικές ταινίες υπηρετούν μια νέα αστική ηθική, όπου όλα γίνονται πια για την ατομική ευημερία. Οι ταινίες δείχνουν το νέο κέντρο της πόλης, που συγκεντρώνει διοικητικές και εμπορικές λειτουργίες, τις νέες δομές που συντείνουν στον επερχόμενο εκσυγχρονισμό. 
 
Μια ξεχωριστή περίπτωση που δεν υπακούει στον προηγούμενο κανόνα είναι τα ελληνικά μιούζικαλ. Οι ανύπαρκτοι και εμφανώς κατασκευασμένοι χώροι του μιούζικαλ αντιμετωπίζουν την πόλη ως τουριστικό αξιοθέατο και προβάλλουν το θέαμα ως ιδεολογία, συμβάλλοντας στη διάδοση στερεότυπων τουριστικών εικόνων σε μια εποχή που ο τουρισμός στη χώρα μας γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη. 
 
Οι ταινίες της δεκαετίας του '60 αλλάζουν την αφήγηση του χώρου. Στην πλειονότητά τους έχουν ως κύριο χώρο το διαμέρισμα. Εκεί διαμορφώνονται οι σχέσεις, οι συγκρούσεις και η κατάληξη της όποιας ιστορίας.
 
Το αστικό διαμέρισμα συνδέει την έννοια της οικίας με την προβολή ανερχόμενων αξιών της εποχής: καταναλωτισμός, ατομισμός, δυτικά πρότυπα συμπεριφοράς, ντυσίματος, μουσικής, συνηθειών. Ποιος δεν θυμάται τη μόνιμη προσφορά προς τον επισκέπτη σε τέτοιου είδους κατοικίες: «Να σας βάλω ένα ουισκάκι;». Η κατοικία αποτελεί πια μια δήλωση για την προσωπική ταυτότητα του ενοίκου της, αλλά και τον καθρέφτη που αντανακλά τις κοινωνικές αξίες τις οποίες ενστερνίζεται.
Οπως τονίζει η συγγραφέας, όμως, η κατοικία αυτή όπως παρουσιάζεται είναι εξιδανικευμένη: είναι το μικροαστικό όνειρο, είναι το σπίτι που διαφημίζεται ως «παλατάκι λουξ με όλα τα κομφόρ». Η Ελένη Βλάχου το αποκαλεί «Σαλόνι-τέρας… Το σαλόνι με τις "μαρκετερί", με τα ισχνά τραπεζάκια και τα πελώρια βάζα, το σαλόνι το δήθεν πλούσιο, το δήθεν φτασμένο της πλούσιας νύφης, του πλούσιου γαμπρού, που καθρεπτίζει πιο χαρακτηριστικά από οτιδήποτε άλλο την κυριαρχία της σύγχρονης αγουστιάς».
 
Μέσα σε αυτό το μοντέρνο σπίτι η γυναίκα χειραφετείται, γίνεται επιχειρηματίας, διεκδικεί δικαιώματα έναντι των ανδρών. Το παραδοσιακό μοντέλο της γυναίκας-νοικοκυράς εκσυγχρονίζεται καθώς η παρουσία της στον ιδιωτικό χώρο του διαμερίσματος συνδέεται με την κατανάλωση και τα μοντέρνα έπιπλα και εξαρτήματα. Ολα αυτά επιφανειακά, καθώς το πατριαρχικό πρότυπο εξακολουθεί να κυριαρχεί και είναι αυτό που στο τέλος σφραγίζει την εξέλιξη. 
 
Αν είναι κάτι που μας δείχνει με πλήρη ευκρίνεια η μελέτη της Α. Μυλωνάκη είναι ότι οι ελληνικές ταινίες κατάφεραν να αποτυπώσουν τις πολιτιστικές και κοινωνικές μεταβολές της σύγχρονης κοινωνίας και ταυτόχρονα να συνδιαμορφώσουν ως πολιτιστικό μέσο τις αλλαγές αυτές. Ο ελληνικός δημοφιλής κινηματογράφος καταρτίζει μια νέα γλώσσα, τη γλώσσα των εικόνων, αποσπά την προσοχή του κοινού από την προφορικότητα ή ακόμη και τη γραπτή παράδοση και τον εισάγει στον κόσμο και στην αισθητική των εικόνων. 
 
Είναι το πρώτο ΜΜΕ που αναλαμβάνει με τρόπο συστηματικό και μαζικοποιημένο τη μύηση του λαϊκού κοινού στο ιδιωτικό σύμπαν της κατοικίας. Είναι ένας τρόπος να εισαχθεί ο θεατής σε έναν νέο κόσμο κατανάλωσης υλικών και άυλων αξιών που συμπεριλαμβάνονται στην αστική ζωή στο διαμέρισμα. Θα ακολουθήσει η τηλεόραση, η οποία και θα επεκτείνει την προβληματική και τις εμπειρίες του εμπορικού ελληνικού κινηματόγραφου.

Του Γιάννη Μπασκόζου
Πηγή Το Βήμα
26.2.2012

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

Προτάσεις : Παλίμψηστο της ιστορικής μνήμης για τη Λήμνο

Παλαιότερη δημοσίευση 
Μια δίτομη έκδοση για την ιστορική, πολιτιστική και εκκλησιαστική κληρονομιά του νησιού από την προϊστορική εποχή μέχρι σήμερα
ΛΕΥΚΩΜΑ
Της Μαριας Λαμπαδαριδου-Ποθου
Λήμνος: «Εκκλησιαστική κληρονομιά και ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά». Δύο τόμοι, 409 και 470 σελίδες. Επιμέλεια έκδοσης Γιώργος Κωνσταντέλλης, έκδοση 2010.
Η Λήμνος είναι ένα ιδιαίτερο νησί, στο πέρασμα Ανατολής και Δύσης. «Απασέων γαιάων φιλτάτη» την αποκάλεσε ο Ομηρος και τα γλυπτά του Αλκαμένη ήταν εφάμιλλα του Φειδία. Πέντε τραγωδίες ενέπνευσε στους τραγικούς μας ποιητές. Ενα νησί ευλογημένο από τους θεούς. Τελετουργία ζωής και μύθοι και αγώνες ανθρώπων κοσμούν το πέρασμά της στους αιώνες. Και η προσφορά της στον παγκόσμιο πολιτισμό ήταν τεράστια. Υπήρξε κοιτίδα μεγάλου πολιτισμού, αλλά και ιστορικών αγώνων, που άφησαν τα σημάδια τους. Ανώνυμοι και επώνυμοι ήρωες και αυτοθυσίες, μεγαλοπρεπείς ναοί και σχολειά με τη σφραγίδα των δωρητών της σε εποχές σκοτεινές, μια πολύμορφη κληρονομιά που διαγράφει το πρόσωπο του σημερινού Λήμνιου. Μια κληρονομιά που είναι μαζί πολιτισμός και παλίμψηστο της ιστορίας της.
Σήμερα, ένα σπουδαίο δίτομο έργο ήρθε να επικεντρώσει όλους τους θησαυρούς του ακριτικού νησιού, να τους αναδείξει, εν τέλει, να τους διασώσει στους επιλήσμονες καιρούς μας. Εμπνευστής και μαζί χορηγός του μέγιστου αυτού έργου είναι ένας νοσταλγός της διασποράς, που έφυγε παιδί από το νησί και ονειρεύτηκε να καταθέσει την ψυχή του σε αυτήν την πνευματική προσφορά, ο Γεώργιος Κωνσταντέλλης, από τα Καμίνια της Λήμνου. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό έργο εννιακοσίων σελίδων άκρως καλαίσθητο ώς την τελευταία του λεπτομέρεια, που το επιμελήθηκε ο ίδιος ο δημιουργός του. Και οι συνεργάτες του, διαπρεπείς επιστήμονες, ερευνητές και καλλιτέχνες, εργάστηκαν με την ίδια αφοσίωση για να πραγματοποιηθεί αυτός ο μέγας πνευματικός άθλος.
Ιερά κειμήλια και μετόχια
Ο πρώτος τόμος φέρει τον τίτλο: «Λήμνος, εκκλησιαστική κληρονομιά» και αναφέρεται στα ιερά κειμήλια που διασώθηκαν, εικόνες παλαιές, λειτουργικά σκεύη, άμφια, παλαιά βιβλία, χαρακτικά. Μια εμβριθής μελέτη και αξιολόγηση 496 έργων τέχνης που πραγματοποιήθηκε από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Θράκης Γεώργιο Τσιγάρα. Στον ίδιο τόμο, ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Φωκίων Κοτζαγεώργης μελετά και καταγράφει τα Αγιορείτικα μετόχια των βυζαντινών χρόνων, που υπήρξαν πολλά και πλούσια στη Λήμνο λόγω του γειτονικού Αθω και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας του Λήμνιου. Επίσης στον τόμο γίνεται μια ανασκόπηση της ιστορίας της Εκκλησίας στη διαδρομή των αιώνων, ένα κείμενο μεγάλης έρευνας από τη λημνιακής καταγωγής διδάκτορα Θεοδώρα Παλαμηδά-Ευθυμιάδου.
Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι η Λήμνος είχε τόσο πλούσια εκκλησιαστική κληρονομιά. Οι Λήμνιοι έζησαν την εγκοσμιότητά τους στη σκιά του Αθω και ήταν επόμενο να βιώσουν την ιερότητα και το μυστήριο ως αναζήτηση της υπερβατικής γνώσης και να διαμορφώσουν, μέσα από δοξασίες και κατάλοιπα τελετουργιών της αρχαιότητας, μια ιδιαίτερη συνείδηση του θείου.
Ιστορία και πολιτισμός
Ο δεύτερος τόμος φέρει τον τίτλο «Λήμνος, ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά» και προλογίζεται από τον πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών και καθηγητή Κωνσταντίνο Σβολόπουλο, ο οποίος επισημαίνει τη σημασία της διάσωσης του ιστορικού και πολιτιστικού πλούτου και την προσφορά του σε παγκόσμιο επίπεδο. Στη συνέχεια, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Tufts των Ηνωμένων Πολιτειών Robert Devigne αναφέρεται στην προσφορά της Λήμνου στον παγκόσμιο πολιτισμό και συγκεκριμένα στο πρώτο βουλευτήριο της ανθρώπινης ιστορίας, το οποίο υπάρχει στη Λήμνο από την προϊστορική εποχή, στην περιοχή της Πολιόχνης. Σημαντική αναφορά στον οικισμό της Πολιόχνης κάνουν επίσης ο David W. Rupp, καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Brock του Καναδά, και η αρχαιολόγος Μεταξία Τσιποπούλου, διευθύντρια του Εθνικού Αρχείου Μνημείων.
Την έρευνα για τη «Λημνία Γη» ή «Terra sigillata» (γη εσφραγισμένη), που υπήρξε το πρώτο σφραγισμένο φάρμακο στην ιστορία της ιατρικής επιστήμης, υπογράφει ο Λήμνιος γιατρός Σπυρίδων Παξιμαδάς, ο οποίος επί σειρά ετών εργάστηκε πάνω στο φαινόμενο αυτό συλλέγοντας στοιχεία και μαρτυρίες. Επίσης, ο καθηγητής Καρδιολογίας Χριστόδουλος Στεφανάδης αναφέρεται στο ίδιο φαινόμενο της «Λημνίας Γης» σε κείμενό του με τίτλο: «Λήμνια Γη: Το πρώτο φάρμακο παγκοσμίως με σήμα κατατεθέν».
Λαογραφία και μετανάστευση
Ακολουθούν ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία του νησιού. Ο ιστορικός μελετητής και συγγραφέας Θεόδωρος Μπελίτσος, σε εκτενές κείμενό του, αναφέρεται στην ιστορία της Λήμνου από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας, και στην πλούσια λαογραφία της. Ο συγγραφέας Βασίλης Γαμβρούδης μιλάει για τη μεταπολεμική Λήμνο, όπως την έζησε παιδί. Ο εκπαιδευτικός Ηλίας Βολιανίτης γράφει για τους Ελληνες και Λήμνιους του Σουδάν, για τον αγώνα επιβίωσής τους, ενώ για τους Λήμνιους της διασποράς στην Αίγυπτο, την Αμερική, την Αφρική και την Αυστραλία γράφει και πάλι ο Θεόδωρος Μπελίτσος, σε μια πολύτιμη μεγάλης έρευνας εργασία. Πρόκειται για μια ανθρώπινη διαδρομή μόχθου, του 18ου και 19ου αιώνα, διαδρομή φτώχειας, ονείρων, αξιοπρέπειας, αλλά και μεγαλουργίας. Καταγράφει τους πολύ σημαντικούς ευεργέτες και δωρητές της Λήμνου, κυρίως από τους μετανάστες στην Αίγυπτο, που ήταν τότε κοιτίδα πολιτισμού. Προσωπικότητες ισχυρές που όχι μόνο τη Λήμνο ευεργέτησαν, αλλά ολόκληρο το τότε χειμαζόμενο έθνος. Αυτή η καταγραφή των δωρητών της Λήμνου, η διάσωση της μνήμης και του έργου τους, πιστεύω πως είναι από τα πιο σημαντικά που προσφέρει ο παρών τόμος, σε μια εποχή επιλήσμονη. Για παράδειγμα, ο σερ Τζων Αντωνιάδης έφυγε φτωχό δεκάχρονο παιδί από τη Λήμνο και μεγαλούργησε. Είχε αποκτήσει μεγάλα πλούτη και είχε αναλάβει την τροφοδοσία του αγγλικού στρατού κατά την εισβολή στο Σουδάν, στον Κριμαϊκό πόλεμο, και το 1865 η βασίλισσα Βικτόρια του έδωσε το χρίσμα του Ιππότη. Στη Λήμνο πολλά ανάκτορα και σχολειά φέρουν την υπογραφή τής δωρεάς του.
Ομως εκείνο που καταδεικνύει η διαδρομή της μετανάστευσης του περασμένου αιώνα είναι ότι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι του μόχθου βίωσαν την ίδια αγωνία του νόστου και της επιστροφής, την ίδια διακαή αγάπη για τον πάτριο τόπο. Και είτε ως άνθρωποι απλοί της καθημερινότητας είτες ως προύχοντες ευεργέτες επέστρεψαν στην πατρίδα τους, συμβάλλοντας με την εμπειρία τους στην ανάπτυξη ενός νέου πολιτιστικού οράματος.
Ο εμπνευστής των δύο αυτών πολύτιμων τόμων Γιώργος Κωνσταντέλλης ομολογεί πως υπήρξε παιδί της διασποράς και το έργο του αυτό τον τιμάει ιδιαίτερα, γιατί κατάφερε να μετα-ποιήσει τον παιδικό του νόστο σε μέγιστη πνευματική προσφορά.
Αξίζει να αναφερθεί η εξαιρετική φωτογράφιση των κειμηλίων από τον Λήμνιο καλλιτέχνη Χρήστο Καζόλη.

12.10.2010

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Βιβλιοπροτάσεις : Η "ανάσταση" μιας μεγάλης επανάστασης (Μακρυγιάννης-Απομνημονεύματα)

Εκατόν τέσσερα χρόνια ύστερα από την πρώτη τους έκδοση, από τον Γιάννη Βλαχογιάννη, τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη κυκλοφόρησαν, σε τρεις τόμους, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο το ερώτημα: είναι αυτό το έργο σήμερα για μας ζωντανό κείμενο ή είναι ένα πολιτισμικό «τοτέμ» του εθνικού και αισθητικού παρελθόντος;

Τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη κυκλοφόρησαν, σε τρεις τόμους. Η επανέκδοση είναι ασφαλώς καλοδεχούμενη, καθώς μας προσφέρει μια έγκυρη και εύχρηστη μορφή του μνημειακού κειμένου, που όμως, τις τελευταίες δεκαετίες, ταλαιπωρήθηκε αρκετά στην εκδοτική αγορά. Εξίσου καλοδεχούμενα είναι τα συνοδευτικά τεκμήρια που συγκεντρώνονται στον τρίτο τόμο της πρόσφατης έκδοσης: όλα τα σχετικά κείμενα του Βλαχογιάννη (βιογραφία του Μακρυγιάννη, εισαγωγή στα «Απομνημονεύματα», πρόλογος στη δεύτερη έκδοση, που ετοίμαζε το 1945), μια επιλογή από τα πρώτα σχόλια για το έργο (ως το 1930) και, κυρίως, η εισαγωγή του Σπύρου Ασδραχά στη δυσεύρετη πια έκδοση του 1957. Η έκδοση συμπληρώνεται με χρονολόγιο, βασική βιβλιογραφία, ενιαίο ευρετήριο ονομάτων και τοπωνυμίων και γλωσσάρι.

Η επανέκδοση της Εστίας ξαναφέρνει στο προσκήνιο τα ερωτήματα που ακολουθούν αυτό το μυστηριώδες κείμενο από τον καιρό της πρώτης του εμφάνισης. Τι είναι ο Μακρυγιάννης; Ο συγγραφέας ενός «κειμηλίου της δημοτικής γλώσσας, και χωρίς καμιά καλλιτεχνική αξίωση», όπως τον ήθελε ο Παλαμάς; «Ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας ελληνικής λογοτεχνίας», όπως υποστήριζε αργότερα ο Σεφέρης; Το κείμενό του ανήκει στην αρμοδιότητα της ιστορικής επιστήμης ή της λογοτεχνικής κριτικής; Και ακόμα, είναι τα «Απομνημονεύματα» σήμερα για μας κείμενο τέτοιο που να μπορεί να ενεργοποιήσει νέες ενδιαφέρουσες αναγνώσεις; Ή είναι ένα πολιτισμικό «τοτέμ» του εθνικού και αισθητικού παρελθόντος, ένα παλίμψηστο που δεν έχει άλλο να μας προσφέρει, πέρα από τη συναρπαστική ιστορία των αλλεπάλληλων χρήσεων και οικειοποιήσεών του;

Εμπορος- δανειστής
«Το έργο του Μακρυγιάννη στην αρχή δίνει την εντύπωση αυτοβιογραφίας, σύντομα όμως το ίδιο το υλικό του το καθιστά γενικότερη ανιστόρηση», αναφέρει στην εισαγωγή του Γ΄ τόμου ο Σπύρος Ασδραχάς. «Αρχίζει από το έτος 1797 (έτος γέννησης του Μ.) και τελειώνει στα 1850. [...] Οι προθέσεις του συγγραφέα δηλούνται εξαρχής: εξιστόρηση του δικού του βίου, ιδιωτικού και κοινωνικού, αιτιολόγηση και δικαίωσή του, έλεγχος και ηθικό μάθημα (τ. Α΄, σ. 19-23). Η τάση γι΄ αντικειμενικότητα δηλώνεται ρητά: «Θα σημειώσω γυμνή την αλήθεια και χωρίς πάθος. Αλλά η αλήθεια είναι πικρή και όσοι κάμαμεν το κακόν μας κακοφαίνεται, ότι και το κακό το θέλομε και το νιτερέσιον να το κάνομε και καλούς πατριώτες θέλομε να μας λένε» (τ. Α΄, σ. 21). Ας γίνει όμως από τώρα η διασάφηση: για τον Μακρυγιάννη αλήθεια είναι η δική του αλήθεια. Σ΄ όλη του την αφήγηση δε θα βρει ένα λόγο κατανόησης- ή κι ανθρώπινης συμπάθειας- για μορφές ιστορικά δικαιωμένες ή τουλάχιστον αναγνωρισμένες, που μαζί τους συγκρούσθηκε.

Εμπορος και δανειστής ήδη κατά την Τουρκοκρατία, χωρίς καπεταναίικη ή κοτζαμπασήδικη προέλευση, γόνος κατεστραμμένων μικροϊδιοκτητών, σημειώνει την πορεία του ρωμιού από την αγροτικήν οικονομία σε μια μικροεμπορευματική- τοκογλυφική. Από το άλλο μέρος δέχεται τον ηρωικόν άνεμο του αρματολισμού, χωρίς όμως τις οικονομικές εκείνες συναρτήσεις που τον ορίζουν. [...] Η συνύπαρξη αυτών των ιδιοτήτων είναι εκφραστική: από τη μια το νοικοκύρεμα που αποτελεί στοιχειώδες αίτημα του νεοελληνικού αστισμού, από την άλλη το πνεύμα το ηρωικό, ίσως σε μιαν ιδανική αφαίρεση».

Φυλετική συνείδηση
Η περιπέτεια των «Απομνημονευμάτων» αρχίζει με την ανακάλυψη των χειρογράφων του Μακρυγιάννη, το 1901, από τον γιο του Κίτσο· σύμφωνα με τον Βλαχογιάννη, τα χειρόγραφα βρέθηκαν στα υπόγεια του σπιτιού, «μέσα σ΄ ένα τενεκέ, μισοσαπισμένα». Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, ο Κίτσος Μακρυγιάννης φέρεται να κατέθεσε το χειρόγραφο τωνΑπομνημονευμάτων , μαζί με άλλα αντικείμενα του πατέρα του, στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. Από τότε το χειρόγραφο λανθάνει. Ετσι, κάθε μεταγενέστερη επανέκδοση βασίζεται αναγκαστικά στη μεταγραφή και στις άλλες επιλογές του Βλαχογιάννη, στην έκδοση δηλαδή του 1907.

Ριζωμένη στον μαχόμενο δημοτικισμό και στον εθνορομαντικό λαογραφισμό των αρχών του 20ού αιώνα, η ιδρυτική ανάγνωση του Μακρυγιάννη από τον Βλαχογιάννη πληροφορεί, σε κάποιο βαθμό, και όλες τις μεταγενέστερες μυθογραφικές προσεγγίσεις. Αντιπροσωπευτικός κάτοικος ενός οριστικά χαμένου λαογραφικού παραδείσου, ο Μακρυγιάννης του Βλαχογιάννη γράφει «τρόπον τινά διά της σπάθης και ουχί διά της γραφίδος» αλλά συγχρόνως, ως «εκ φύσεως προορισμένος καλλιτέχνης», αναπαριστά τον κόσμο και τα χρόνια του «όχι μόνον εν πραγματικότητι, αλλά και εν ποιητική δυνάμει σημαντική». Το κείμενό του είναι «εξόχως ποιητικό έργο» και μαζί «το γνησιώτατον και καθαρότατον κάτοπτρον των χρόνων εις ους αναφέρεται». Κυρίως, όμως, ο αγράμματος πεζογράφος είναι αυθεντικός φορέας της φυλετικής συνείδησης, «έμπνουν, ένθεον όργανον της εθνικής ψυχής». Οπως γράφει ο Βλαχογιάννης, «η διά της γραφίδος αυτού ρέουσα πηγή ζωής ήρχετο μακρόθεν, λίαν μακρόθεν, εκ των βαθυρρίζων θεμελίων της φυλής και του έθνους εις ο ανήκεν». Και αλλού: «ίσως αυτή η φωνή της εθνικής ψυχής είναι η ψιθυρίσασα εις το ους του Μακρυγιάννη την ιεράν παραγγελίαν της συγγραφής του παρόντος έργου». Με αυτή τη θεολογική μεταφορά, που παραπέμπει βέβαια στον εθνορομαντισμό του Χέρντερ, ο Βλαχογιάννης αποδίδει μεταφυσικές ιδιότητες τόσο στο έθνος όσο και στο κείμενο των «Απομνημονευμάτων», το οποίο εφεξής δεν μεταφέρει αυθεντικά μόνο την αλήθεια του αγωνιστή, αλλά και τα «άνωθεν υπαγορευθέντα».

Στα πρώτα είκοσι περίπου χρόνια της κυκλοφορίας τους, πάντως, η πρόσληψη των «Απομνημονευμάτων» περιορίζεται σε λίγες, σποραδικές και συντομότατες αναφορές, οι οποίες τα συστήνουν ως ιστορικό τεκμήριο, εξαίρουν την «ειλικρίνεια» της μαρτυρίας του στρατηγού και εγκωμιάζουν την αφέλεια, τη χάρη και τη δραματική ένταση του λόγου του. Κατά τα άλλα, η αξία του κειμένου εμφανίζεται περισσότερο λαογραφική παρά λογοτεχνική και συνοψίζεται στη γοητεία «μιας ασυνείδητης τέχνης φυσικής, που δεν της λείπουν ομορφιές» (Κ. Παλαμάς). Στο διάστημα αυτό, εξάλλου, τα «Απομνημονεύματα» διαβάζονται από πολύ λίγους.

Πηγή : ΤΑ ΝΕΑ
19.2.2011

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Η "επανάσταση" της Καλλιρόης Παρρέν (100 χρόνια από την ίδρυση του Λυκείου των Ελληνίδων)

Καλλιρόη Παρέν (1859-1940)
Oταν πριν από 100 χρόνια η Καλλιρρόη Παρρέν και μια μικρή ομάδα από γυναίκες της αστικής κοινωνίας των Αθηνών ίδρυαν το Λύκειον των Ελληνίδων, δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι έναν αιώνα μετά το δημιούργημά τους θα ήταν ένας ζωντανός και δυναμικός οργανισμός που μπαίνει στη δεύτερη εκατονταετία του με τον ίδιο ενθουσιασμό και την ίδια διάθεση για προσφορά, όπως και τότε.

«Ο μεταξύ γυναικών των γραμμάτων, των επιστημών, των τεχνώνσύνδεσμος προς εξυπηρέτησιν και προστασίαν αυτών και προς αναγέννησιν και διατήρησιν των ελληνικών εθίμων και παραδόσεων» ήταν ο σκοπός του Λυκείου των Ελληνίδων σύμφωνα με το καταστατικό του. Ας μην ξεχνάμε ότι εν έτει 1911 οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα ψήφου και ότι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει. Η χειραφέτηση των γυναικών ήταν άγνωστη έννοια και οι Ελληνίδες αντιμετώπιζαν ένα σωρό από απαγορεύσεις στην οικογενειακή, στην κοινωνική και στην επαγγελματική τους ζωή.

Από τα πρώτα βήματά της στον δημόσιο βίο η Καλλιρρόη Παρρέν είχε θέσει ως στόχο της την ανύψωση του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου της Ελληνίδας. Γεννημένη το 1861 (κατ΄ άλλους το 1859), κόρη της κρητικής οικογένειας Σιγανού, σπούδασε δασκάλα στο Αρσάκειο και ανέλαβε για ένα μικρό διάστημα τη διεύθυνση του ελληνικού παρθεναγωγείου στην Οδησσό. Ο γάμος της με τον μετέπειτα διευθυντή του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων Ιωάννη Παρρέν την έβαλε στον κόσμο της δημοσιογραφίας και της συγγραφής.

Η έκδοση της «Εφημερίδας των Κυριών», το 1887, ήταν η πρώτη απόπειρα της Παρρέν να ανοίξει νέους ορίζοντες στις Ελληνίδες, οι οποίες μέσα από τις σελίδες της επί 30 χρόνια θα παρακολουθούσαν συστηματικά την αρθρογραφία της ίδιας και των συνεργατών της. «Αρχηγό και απόστολο του σεμνού ελληνικού φεμινισμού» την είχε αποκαλέσει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν πήγαιναν στο πανεπιστήμιο και ασχολούνταν μόνο με δευτερεύουσες εργασίες ή έμεναν στο σπίτι. Η μέριμνά της για την κατάργηση των απαγορεύσεων- νομικών και κοινωνικών- που ίσχυαν για τις γυναίκες, για την ανύψωση του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου τους και για τη φροντίδα των εχόντων ανάγκη την οδήγησε στην απόφαση να δημιουργήσει το Κυριακό Σχολείο (1889) για εργάτριες και υπηρέτριες, το Ασυλο της Αγίας Αικατερίνης, το Ασυλο Ανιάτων (1892) και τον Πατριωτικό Σύνδεσμο (1898), το μετέπειτα ΠΙΚΠΑ.

Επηρεασμένη από τα ταξίδια της στο εξωτερικό και τις επαφές της με το Διεθνές Συμβούλιο Γυναικών ίδρυσε την Ενωση των Ελληνίδων (1896), που αργότερα συμμετείχε στη δημιουργία του Εθνικού Συνδέσμου μέσω του οποίου προώθησε πρωτοποριακές για την εποχή εκείνη νομοθετικές πρωτοβουλίες. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται η κατάργηση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών, η αργία της Κυριακής, η εισαγωγή των γυναικών στην ανωτάτη εκπαίδευση, η προστασία της παιδικής ηλικίας και άλλες πολλές.

Το επιστέγασμα των προσπαθειών της Παρρέν ήταν η ίδρυση του Λυκείου των Ελληνίδων στις αρχές του 1911, πάνω στα πρότυπα των Lyceum Clubs που υπήρ χαν ήδη σε πολλά μέρη του κόσμου. Γυναίκες και έθνος ήταν ο στόχος της και πάνω σε αυτόν τον άξονα κινήθηκε η δράση του Λυκείου την περίοδο της προεδρίας της, που κράτησε ως τον θάνατό της το 1940, αλλά και στη συνέχεια, με τις άξιες διαδόχους της Αννα Τριανταφυλλίδου, Μαρία Μομφερράτου, Χρυσούλα Καλλία, Ιωάννα Ζαΐμη και Τότα Βαληνάκη.

Εκπαιδευτική δράση, διατήρηση και καταγραφή της πολιτιστικής κληρονομιάς, εκδοτικό και αρχειακό έργο συνθέτουν το τρίπτυχο των δραστηριοτήτων του Λυκείου των Ελληνίδων σήμερα. Η μεταβίβαση της παράδοσης από γενιά σε γενιά γίνεται με τη διδασκαλία των ελληνικών χορών από τις μικρές ηλικίες. Η ενδυματολογική συλλογή διασώζει και αναπαράγει τις παραδοσιακές φορεσιές του τόπου μας. Το πλούσιο φωτογραφικό, δισκογραφικό, οπτικοακουστικό, λαογραφικό και ιστορικό αρχείο του Λυκείου διαφυλάσσει τις ιστορικές μνήμες. Πέραν των μαθημάτων χορού, το εκπαιδευτικό έργο του Λυκείου των Ελληνίδων απλώνεται στη διδασκαλία μιας σειράς δεξιοτήτων (χορωδιακό τραγούδι, κρουστά, θεατρικό παιχνίδι, ζωγραφική και ρυθμική γυμναστική), αλλά και στη δωρεάν διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε αλλοδαπές και ομογενείς γυναίκες. Το τελευταίο είναι ένα σημαντικό και μάλλον άγνωστο στο ευρύ κοινό έργο που ξεκίνησε το 1998 και έχει σήμερα 300 σπουδάστριες, οι οποίες με την αποφοίτησή τους μπορούν να περάσουν με άριστα τις εξετάσεις ελληνομάθειας. «Στη νεότερη ελληνική ιστορία εμφανίστηκαν κατά καιρούς διάφορα γυναικεία σωματεία με ενδιαφέρουσα και συχνά πρωτοποριακή στην εποχή τους δράση, τα οποία προϋπήρξαν του Λυκείου των Ελληνίδων» αναφέρει η σημερινή πρόεδρός του Ελένη Τσαλδάρη στον αφιερωματικό τόμο για τα εκατόχρονα του Λυκείου. «Εκείνο που τους έλειψε ήταν η οραματική στόχευση και η εμβέλεια που κατέστησαν διαχρονικό το Λύκειον των Ελληνίδων και μακροχρόνια την πορεία του». Τα 15.000 μέλη του Λυκείου των Ελληνίδων στα 50 παραρτήματά του ανά την Ελλάδα και σε 16 πόλεις του εξωτερικού αποτελούν ζωντανή απόδειξη ότι ο σπόρος που έσπειρε η Καλλιρρόη Παρρέν έπιασε βαθιές ρίζες.

Του Σπύρου Φράγκου
Πηγή Το Βήμα
2.1.2011

Σημείωση δική μας :
Διαβάστε εδώ ένα ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο "28.05.1952: Οι γυναίκες της Ελλάδας αποκτούν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι"
Ενδιαφέροντα βιβλία για την Καλλιρόη Παρρέν που σας προτείνουμε : 




Για το Λύκειο των Ελληνίδων (έκδοση του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς) :


(περισσότερες πληροφορρίες για τις εκδόσεις του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς μπορείτε να βρείτε εδώ)

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Πόλεμος ξέσπασε ανάμεσα στους βιβλιοπώλες για τα σχολικά βοηθήματα

Σύμφωνα με προσωρινή διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τέλος αναμένεται στα σχολικά βοηθήματα, διότι ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στους βιβλιοπώλες και τους εκδότες για το μειωμένο ποσοστό έκπτωσης στα σχολικά βιβλία, σε σχέση με το καθεστώς που επικρατεί.
Με τελικό αποδέκτη τους γονείς, καταναλωτές το δικαστήριο απαγόρευσε την πρακτική των σχολικών βοηθημάτων. Πιο συγκεκριμένα στο δικαστήριο προσέφυγαν οι ιδιοκτήτες των βιβλιοπωλείων «Παπασωτηρίου», «Ιανός», «Πρωτοπορεία», «Αντρέας και Ουρανία Τσιούστα», «Ν. Σταθάτος», «Ν. Παρασκευόπουλος», όπως και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών – Βιβλιοχαρτοπωλών Πειραιώς και Αθηνών καθώς και προαστίων.
Με την προσφυγή τους ζητούσαν να κριθεί ως «αθέμιτος ανταγωνισμός» η τιμολογιακή πολιτική του βιβλιοπωλείου Ελευθερουδάκης που πωλούσε τα σχολικά βοηθήματα με έκπτωση 20%.

Πηγή www.neolaia.gr
24.9.2010

Τετρακόσια χρόνια ελληνικού βιβλίου σε 2.000 τόμους

O Κωνσταντίνος Σπ. Στάικος είναι ιστορικός και μελετητής του βιβλίου, με πάθος για τις παλαιές εκδόσεις. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 ξεκίνησε να συλλέγει παλαίτυπες (15ος αι.-19ος αι.) ελληνικές εκδόσεις σε μια προσπάθεια που με τα χρόνια εξελίχθηκε σε στάση ζωής. Σπάνιες και μοναδικές εκδόσεις διασώθηκαν από παλιατζίδικα και επαναπατρίστηκαν αποτελώντας ιδιωτική συλλογή που περιλαμβάνει περισσότερους από 1.400 τίτλους σε 2.000 τόμους. Με την ονομασία «Βιβλιοθήκη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης» η συλλογή ανήκει πλέον στο Ιδρυμα Ωνάση, το οποίο έχει αναλάβει τη συντήρηση και τον εμπλουτισμό της. Θα στεγαστεί στο κτίριο του Ιδρύματος Ωνάση (Λεωφ. Αμαλίας 56) και θα είναι ανοιχτή σε κοινό και ερευνητές.

Χθες έγινε η παρουσίαση της συλλογής, η οποία αποτελεί σημαντική μαρτυρία της εκδοτικής δραστηριότητας και των πνευματικών ενασχολήσεων των ελλήνων λογίων της Διασποράς για όλη την περίοδο από την πρώιμη Αναγέννηση ως τον ύστερο Διαφωτισμό. Εχει οργανωθεί σε πέντε θεματικές ενότητες, ενώ περιλαμβάνει λειτουργικά βιβλία και θεολογικά συγγράμματα (μοχλός της εκδοτικής κίνησης των πρώτων αιώνων της τυπογραφίας, με αντίτυπα που ο συνολικός αριθμός τους ξεπερνά τα 5.000.000), βιβλία σχετικά με την Αναγέννηση και τον Ουμανισμό, βιβλία του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και της νεοελληνικής γραμματείας (λογοτεχνικά έργα, λαϊκά αναγνώσματα, γραμματικές-λεξικά και σχολικά εγχειρίδια κάθε είδους).


Το πολυτιμότερο και το αρχαιότερο: σελίδες από το «Μέγα ετυμολογικόν» λεξικό (1499) και «Τα σωζόμενα» του Ομήρου (1488/89)
«Περισσότεροι από 500 τίτλοι της συλλογής δεν βρίσκονται σε καμία δημόσια ελληνική βιβλιοθήκη» τόνισε στο «Βήμα» ο κ. Στάικος προσθέτοντας ότι «η αξία της είναι δύσκολο να εκτιμηθεί». Μας υπέδειξε όμως το πολυτιμότερο απόκτημα της συλλογής, το «Μέγα ετυμολογικόν» λεξικό που τυπώθηκε από τον Νικόλαο Βλαστό στη Βενετία το 1499. Ενα αριστούργημα της τυπογραφικής τέχνης της Αναγέννησης για τα πρωτογράμματα, τα επίτιτλα και την εκτεταμένη ερυθροτυπία του, αποτελεί την πρώτη έκδοση του πρώτου ελληνικής ιδιοκτησίας τυπογραφείου στη Βενετία. Η συλλογή περιλαμβάνει επίσης περιορισμένο αριθμό χειρογράφων του 12ου και του 17ου αιώνα.

Ο επισκέπτης μπορεί να ξεφυλλίσει τα πολύτιμα αποκτήματα και να αναζητήσει υδατόσημα και εκδοτικά σήματα ελληνικών τυπογραφείων, να θαυμάσει τα τυπογραφικά στοιχεία και την εικονογράφηση, αλλά και την αυθεντική στάχωση και βιβλιοδεσία με την οποία παραδίδονται πολλοί από τους τόμους. Από τα πιο εντυπωσιακά βιβλία, το μικρόσχημο Ευαγγέλιο σταχωμένο με μεταλλική ορειχάλκινη διακόσμηση, πιθανότητα της Γιαννιώτικης Σχολής, από το τυπογραφείο του Φοίνικος στη Βενετία το 1852.

Κατάλογος της βιβλιοθήκης θα εκδοθεί τις προσεχείς ημέρες. Η συλλογή θα προβάλλεται στον διαδικτυακό τόπο του Ιδρύματος Ωνάση, ενώ υπάρχει η πρόθεση μελλοντικής ψηφιοποίησης εκδόσεών της. Οι πρώτες φλωρεντινές εκδόσεις
 
Τα αρχαιότερα βιβλία της συλλογής είναι «Τα σωζόμενα» του Ομήρου σε επιμέλεια του σημαντικού έλληνα λογίου Δημήτριου Χαλκοκονδύλη , το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε στη Φλωρεντία από το τυπογραφείο του Δ. Δαμιλά το 1488/89, και η «Ανθολογία διαφόρων επιγραμμάτων» του Μάξιμου Πλανούδη, σε φλωρεντινή έκδοση του Λορέντζο ντε Αλόπα 1494, με επιμέλεια του Ιανού Λάσκαρη, το δεύτερο βιβλίο που τυπώθηκε στη Φλωρεντία και το μοναδικό που τυπώθηκε αποκλειστικά με καπιταλάκια. Η συλλογή περιλαμβάνει και αντίτυπα μοναδικά στον κόσμο, όπως δύο εκδόσεις του τυπογραφείου του Αντόνιο Πινέλι στη Βενετία, ο «Αλέξανδρος ο Μακεδών» (1630) και ένας έμμετρος «Βίος του Αγίου και Μεγάλου Νικολάου» (1636). 

Πηγή Το Βήμα
23.9.2010

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

"Οταν ξαφνικά άνοιξαν οι κρουνοί των χρημάτων, χαλάσαμε"...(Μαρίνα Καραϊτίδη)

Tι είναι εντελώς αδύνατον στο Bιβλιοπωλείο της Eστίας στην οδό Σόλωνος; Tο να απομονώσει κανείς την κυρία Mαρίνα Kαραϊτίδη, την κυρία Mάνια όπως την ξέρουν όλοι, στο γραφείο της για μερικά λεπτά. Aπό αυτό το χώρο των ελάχιστων τετραγωνικών –που δεν έχει πόρτα– περνούν διαρκώς συγγραφείς, ακαδημαϊκοί, εκδότες, βιβλιοπώλες, δημοσιογράφοι, φίλοι και συγγενείς της κυρίας Mάνιας και των εκδόσεων της «Eστίας». Kι εκείνη έχει για όλους μια ιδιαίτερη κουβέντα, ένα σχόλιο, μια παρηγοριά, μια παρατήρηση. Γύρω της έχει όσα χρειάζονται για να τους φιλέψει όλους: καφέ, κουλουράκια, νερό, χυμούς, τσίπουρο. Mιλάει και σερβίρει, σερβίρει και σχολιάζει. Tα πάντα. Tο τελευταίο βιβλίο που διάβασε, την οικονομική κρίση, τις ελπίδες και τις αγωνίες για τη σύγχρονη Eλλάδα.

Ενα ακόμη βραβείο
Για τον κόσμο του βιβλίου δεν είναι μόνο ένας αγαπητός άνθρωπος. Συμβολίζει και την εικόνα του εκδότη που δεν πιστεύει ότι έχει απλώς μια επιχείρηση, αλλά ότι είναι μέρος της πνευματικότητας ενός τόπου.
M’ αυτό το σκεπτικό τιμήθηκε πριν από λίγες μέρες με το Bραβείο Προσφοράς στο Bιβλίο από το περιοδικό «Διαβάζω» – ένα ακόμη βραβείο, μία ακόμη δημόσια αναγνώριση από τους ανθρώπους του βιβλίου. M’ αυτό το σκεπτικό και η «K» επιχείρησε να μονοπωλήσει το γραφείο της χθες το μεσημέρι. Γιατί πάντα έχει να πει κανείς πολλά με την κυρία Mάνια. H οποία έχει πολλούς λόγους για ν’ ανησυχεί και πάντα βρίσκει άλλους τόσους για να ελπίζει.

«Mου λένε κάποιοι ότι το βιβλίο θα πάει καλά, όπως και σε άλλες δύσκολες περιόδους, την Kατοχή ή και τη δικτατορία ακόμα. Oμως τότε δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάνει ο κόσμος. Kαι το κυριότερο, και στις δύο περιπτώσεις είχαμε την ελπίδα ότι θα τελειώσει αυτό και θα ανατείλει ένας καλύτερος κόσμος». Eνώ σήμερα; «Eξαρτάται απ’ όλους εμάς, και περισσότερο από τους νέους ανθρώπους κι εκείνους που επηρεάζουν τους νέους. Tο πιο βασικό είναι να καταλάβουμε ότι υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα από το να έχουμε συνεχώς περισσότερα λεφτά. Δεν θα βρούμε εκεί τον δρόμο μας. Σ’ αυτή τη χώρα πήγαμε μπροστά όταν ήμασταν κατεστραμμένοι. H καταστροφή της Mικράς Aσίας έφερε την αναγέννηση της Eλλάδος. Hρθαν αυτοί οι άνθρωποι, οι κατεστραμμένοι, και έκαναν μια καινούργια χώρα. Mετά τον Eμφύλιο τον τρομερό, ξαναφτιάχτηκε η χώρα. Kαι μετά την κάναμε ρημαδιό. Oταν ξαφνικά άνοιξαν οι κρουνοί των χρημάτων, χαλάσαμε».

Παραδέχεται μια αποπνευματοποίηση και στους ανθρώπους του βιβλίου, απόρροια της γενικής κατάστασης. Aλλά επειδή είναι αισιόδοξος άνθρωπος, δεν παραβλέπει ότι υπάρχουν και άνθρωποι που κρατούν. «Yπάρχει μια καινούργια ματιά που έρχεται είτε από μεγάλους ανθρώπους είτε από πολύ νέους. Kαι ίσως μπορέσουν και τη μεταδώσουν μέσα από τα βιβλία που γράφουν, τη δουλειά, όσα δημιουργούν. Παρ’ όλα αυτά που λένε, έχω εμπιστοσύνη στους νέους ανθρώπους, δεν πιστεύω στις τόσο φοβερές απελπισίες που ακούγονται διαρκώς. Yπάρχουν κύκλοι στην ιστορία. Aυτός ο κύκλος –τον οποίο πρέπει να περάσουμε, γιατί μας δίνει κι ένα μάθημα– ίσως οδηγήσει σ’ έναν άλλο κύκλο που θα είναι καλύτερος. Δεν ξέρω αν θα τον δω εγώ, τα παιδιά μου ή τα εγγόνια μου».

Συμφωνεί με την ομάδα των 25 εκδοτών που δήλωσαν δημοσίως ότι πρέπει να αλλάξει η μορφή των εκθέσεων βιβλίου, και πιστεύει ότι πρέπει να γίνεται μία μεγάλη στην Aθήνα κι όχι ένα σωρό. Πιστεύει ότι οι εκθέσεις βιβλίου που καθιέρωσε τα τελευταία χρόνια το EKEBI «μπορεί να μην ήταν πετυχημένες οικονομικά, αλλά ως διοργάνωση ήταν ευρωπαϊκού επιπέδου. Δεν απέπνεαν μιζέρια». Kαι λέει ξεκάθαρα: «Aρκετά μ’ αυτές τις ιστορίες των παζαριών. Aς κάνουμε κάτι καινούργιο».

Το σχολείο
Πιστεύει ότι ο κόσμος, λόγω της οικονομικής στενότητας, θα περικόψει και από τα βιβλία που αγόραζε. Aλλωστε, το βιβλίο στην Eλλάδα δεν ήταν ποτέ άμεση προτεραιότητα. «Δεν έκανε ποτέ κάτι το σχολείο γι’ αυτό. Tα κακής ποιότητας και εμφάνισης σχολικά βιβλία απέτρεπαν τα παιδιά από την ανάγνωση».

Oμως δεν έχει πρόβλημα και δεν βλέπει απαξιωτικά εκείνους που διαβάζουν τη λεγόμενη light λογοτεχνία. «Eμένα μ’ αρέσει να διαβάζω κάτι που έχει βάρος και θα με κάνει να το ξανασκεφτώ μετά. Oύτε κωμωδίες βλέπω στο σινεμά ή στο θέατρο. Aλλοι θέλουν να ξεχαστούν μ’ ένα ανάλαφρο βιβλίο κι ένα ανάλαφρο θέαμα. Tους κατανοώ».

Tην ίδια στιγμή επισημαίνει και τη διάθεση των ανθρώπων να αναζητήσουν τα βιβλία που ερμηνεύουν τις αιτίες πολλών απ’ όσα ζούμε. «Πάντα υπήρχε βέβαια αυτό το τμήμα του αναγνωστικού κοινού. Iσως τώρα έχει ανοίξει κάπως περισσότερο». Kι αυτό που κυρίως φοβάται στην ελληνική κοινωνία σήμερα είναι «η έκπτωση των δεσμών. Oτι ο κόσμος δεν έχει από πού να πιαστεί, τι και ποιους να πιστέψει. Aυτό στ’ αλήθεια με ανησυχεί».
Eχει διαβάσει χιλιάδες σελίδες στη ζωή της, παρ’ όλα αυτά, τα βιβλία εξακολουθούν να της δίνουν «μεγάλη ευχαρίστηση, ανακούφιση και θυμό καμιά φορά».

Της Ολγας Σελλά
11.6.2010

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Εχουμε μετατρέψει την Ελλάδα σε νυχτερινό κέντρο- Βιβλιοπροτάσεις


Ο Σωκράτης ήταν απατεώνας, κατά τον Αριστοφάνη. Ο κωμωδιογράφος διεκδικούσε μια θέση στην αθηναϊκή ελίτ, δεν έκανε λαϊκό θέαμα. Και οι σοφιστές που στηρίζονταν στις εντυπώσεις ήταν κάτι σαν τα μαζικά μέσα επικοινωνίας. Ολα αυτά στο καινούργιο μυθιστόρημα του συγγραφέα, όπου μέσα από την αρχαία Αθήνα βλέπουμε το σήμερα

Στο νέο του μυθιστόρημα "Το ξυπόλητο σύννεφο" ο Τάκης Θεοδωρόπουλος φέρνει για άλλη μια φορά τους χαρακτήρες της αρχαιότητας στο παρόν, σαν να ήταν δίπλα μας. Συναντήσαμε τον συγγραφέα σε ένα καφέ των Εξαρχείων, πολύ κοντά στα μέρη όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση του έργου του.
- Τι σας ώθησε να γράψετε ένα μυθιστόρημα για τον Σωκράτη και τον Αριστοφάνη μεσούσης της οικονομικής κρίσης;
«“Το ξυπόλητο σύννεφο” είναι ο Σωκράτης τη στιγμή που ο Αριστοφάνης τον κάνει διάσημο στην Αθήνα ρεζιλεύοντάς τον με την κωμωδία του “Νεφέλες”. Δύο παράγοντες με κινητοποίησαν για να γράψω αυτό το μυθιστόρημα. Ο πρώτος είναι ότι όταν ο Σωκράτης στη δίκη του ξεκινάει την απολογία του λέει “δεν φοβάμαι τους σημερινούς κατηγόρους, φοβάμαι τον κωμωδιογράφο, διότι αυτός μου έκανε τη μεγάλη ζημιά”. Αν σκεφθείς ότι η δίκη γίνεται το 399 π.Χ. και η κωμωδία έχει παιχτεί το 423 π.Χ., δηλαδή μιλάμε για ένα τέταρτο του αιώνα μετά, φαντάσου τι ζημιά του είχε όντως κάνει, πόσο τον είχε σημαδέψει. Ο Αριστοφάνης τον έκανε κατά κάποιον τρόπο διάσημο στην Αθήνα, δηλαδή τον σύστησε στους Αθηναίους ως έναν απατεώνα ο οποίος έχει φροντιστήριο και ο οποίος διδάσκει στους μαθητές του πώς να μην πληρώνουν τα χρέη τους με επιχειρήματα...».

- Μήπως,παρεμπιπτόντως,πρέπει να μας υπενθυμίσετε αυτό το μάθημα; «Φοβάμαι ότι αν το διαβάσεις μέχρι τέλους, δεν βοηθάει. Το πρόβλημα με τις σημερινές τράπεζες είναι ότι σε παίρνουν τηλέφωνο και σου στέλνουν ένα χαρτί. Εσύ δεν μπορείς να τις πάρεις τηλέφωνο, οπότε δεν εφαρμόζεται το μάθημα του Σωκράτη».

- Με ποιον τρόπο λοιπόν μπορεί το παρελθόν να μας βοηθήσει;
«Για μένα αυτό είναι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στη δουλειά μου. Αν έχω έναν τρόπο να βλέπω την αρχαιότητα, τη βλέπω μέσα από το σύγχρονο μυθιστόρημα. Στην πραγματικότητα μιλάω για τον κόσμο μας. Οταν βλέπω, ας πούμε, τη σημερινή οικονομική κρίση, που έριξαν έξω την Ελλάδα, σκέφτομαι ότι και ο Περικλής είχε ρίξει έξω την Αθήνα. Αλλά ο Περικλής έχτισε και τον Παρθενώνα, δεν έφτιαξε μπουζουξίδικα. Εκεί είναι όλη η διαφορά. Αυτό που νομίζω ότι ενδιαφέρει περισσότερο τώρα είναι ότι αυτοί έζησαν και την πρώτη μεγάλη κρίση της δημοκρατίας. Δηλαδή έζησαν τη δημοκρατία σαν ανθρώπινο πείραμα και έζησαν και την κρίση της, είδαν τα προβλήματά της εν τη γενέσει τους. Νομίζω ότι αυτό στην κατάσταση που είμαστε σήμερα μας αφορά σχεδόν άμεσα».

- Τι σας ανησυχεί περισσότερο στην κατάστασή μας;
«Πιστεύω ότι το βασικό πρόβλημα που ζούμε σήμερα είναι το ότι έχουμε μετατρέψει την Ελλάδα σε ένα απέραντο νυχτερινό κέντρο. Το χαρακτηριστικό του νυχτερινού κέντρου είναι ότι, όταν μπαίνεις εκεί μέσα, δεν υπάρχει ούτε πριν ούτε μετά. Ζεις τη στιγμή. Ε, δεν μπορείς να ζεις αενάως τη στιγμή, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, επειδή κάποια στιγμή αδειάζει η τσέπη σου, αλλά και ψυχολογικά δεν αντέχεις να ζεις σε ένα απόλυτο αέναο παρόν. Αν δεν υπάρχει παρελθόν, δεν θα υπάρχει και μέλλον. Το παρελθόν μάς δίνει την προοπτική με την οποία μπορούμε να βγούμε από το παρόν, άρα να μπορέσουμε να δούμε το μέλλον».
- Συνδυάζετε έναν σύγχρονο δοκιμιακό λόγο με τα ευτράπελα και τους χαρακτήρες της κωμωδίας.Θεωρείτε ότι το ανάλαφρο στοιχείο στην αφήγηση είναι απαραίτητο για να περάσει το μήνυμα;
«Δεν είμαι μελετητής, είμαι μυθιστοριογράφος. Παρ΄ ότι ο συνδυασμός δοκιμίου και αφήγησης θεωρείται από τους περισσοτέρους ως μια συνθήκη της μετανεωτερικότητας, του post modern είδους, είναι ο ίδιος από τον 19ο αιώνα. Ως τότε υπήρχαν μόνο η φιλοσοφία και η θεολογία, οπότε εμφανίστηκαν το δοκίμιο και το μυθιστόρημα. Είναι δύο τρόποι για να υποστηρίξεις την πλάγια ματιά πάνω στον κόσμο».

- Πόσο αντιλαμβανόμαστε τη σάτιρα της αρχαίας κωμωδίας με τις τρέχουσες σκηνοθεσίες στο θέατρο;
«Αυτό με τον Αριστοφάνη είναι ένα πρόβλημα. Το γέλιο είναι το πιο ρευστό στοιχείο της λογοτεχνίας για έναν πολύ απλό λόγο: επειδή εμείς δεν γελάμε με τα ίδια πράγματα που γελούσαν οι άνθρωποι πριν από 2.000 χρόνια ή και πριν από 100 χρόνια. Οπότε οι σκηνοθέτες προσπαθούν να τον προσαρμόσουν στα σημερινά δεδομένα, να βάλουν μέσα διάφορα σύγχρονα πράγματα για να γελάσει το κοινό, και πάει χαμένη όλη η ουσία. Η ομορφιά του Αριστοφάνη και η δύναμή του είναι η σκληρότητά του. Εχει πολύ σκληρό λόγο. Είναι σαν να σου πετάει πέτρες κανονικά και να σε τραυματίζει».

- Δεν υπάρχουν σήμερα αντίστοιχα λαϊκά θεάματα;
«Εδώ έχουμε άλλη μια μεγάλη παρεξήγηση. Ο Αριστοφάνης δεν ήταν λαϊκό θέαμα. Ο Αριστοφάνης ήταν και διεκδικούσε- και αυτό ήταν από τα βασικά σημεία, πιστεύω, της σύγκρουσής του με τον Σωκράτη- μια θέση στην αθηναϊκή ελίτ με τις κωμωδίες του. Ηθελε να τους πει ότι σε αυτή την τεράστια υπόθεση που λέγεται σοφιστική, η οποία σαρώνει την πολιτική ζωή της Αθήνας πραγματικά, είχε κι εκείνος λόγο. Κι εκεί βλέπεις πάρα πολλά κοινά σημεία με το σήμερα- οι σοφιστές ήταν τα πρώτα μέσα μαζικής επικοινωνίας, δηλαδή στηρίζονταν στις εντυπώσεις. Δεν είναι θέμα ποια είναι η αλήθεια, είναι ποια εντύπωση θα δώσεις. Αρα μπορείς να υποστηρίξεις οτιδήποτε».

ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΟΙ ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Ο δαίμων του Σωκράτη λίγο προτού αποχωρήσει από τα εγκόσμια αφηγείται στον συγγραφέα τα γεγονότα των καιρών εκείνων.Η ιστορία ξεκινάει με τους θεούς,οι οποίοι στέλνουν τον Σωκράτη στην Αθήνα για να την τιμωρήσουν για την αλαζονεία της.Μόλις έχει ξεκινήσει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος και ο λιμός σαρώνει όλη την πόλη,μεταξύ των υπολοίπων και τον ίδιο τον Περικλή.Η συνέλευση των θεών λέει: “Αυτοί θα το ξεχάσουν,είναι τρελοί οι Αθηναίοι.Τι να κάνουμε,δεν μπορούμε να τους καταστρέψουμε,τους έχουμε ανάγκη,μας λατρεύουν,μας στέλνουν θυσίες... ”. Πελατειακή σχέση,προς Θεού...Ο Αλκιβιάδης και ο τύραννος Κριτίας θεωρούνται υπεύθυνοι για τη διάλυση της δημοκρατίας και ο Σωκράτης,φίλος και των δύο,μοιάζει αυτομάτως ύποπτος. Κάποιος πρέπει να αποδώσει δικαιοσύνη.Τι ρόλο έχει παίξει στην έκβαση των πραγμάτων ο Αριστοφάνης;».

Πηγή Το Βήμα
9.5.2010

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Τυπογραφία : Ενας θησαυρός αισθητικών προτύπων

Το «Ανθολόγιο Ελληνικής Τυπογραφίας» επαναφέρει μια παλαιά τέχνη στο επίκεντρο των τεχνολογικών εξελίξεων .

«Η τυπογραφία είναι η μαμή της Αναγέννησης. Το όχημα που τη μετέφερε σε ολόκληρη την Ευρώπη». Δεδομένου ότι το όχημα του σημερινού πολιτισμού είναι η ψηφιακή τεχνολογία, τα λόγια του επιμελητή του «Ανθολoγίου Ελληνικής Τυπογραφίας» (εκδ. ΠΕΚ), Γιώργου Ματθιόπουλου, μοιάζουν να απευθύνονται σε μια φούχτα ιστοριοδιφών.
Κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο υπόγειο της πολυκατοικίας της Σπ. Μερκούρη, όπου στεγάζεται η «Εταιρεία Τυπογραφικών Στοιχείων», για να τον συναντήσω αναλογιζόμουν ότι όλα σχεδόν τα τυπογραφεία και κατά προέκταση η ίδια η τυπογραφία κρύβονται σήμερα σε κάποιο ανήλιαγο υπόγειο. Πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα ότι το «Ανθολόγιο» περιέχει, αν όχι τις λύσεις, τουλάχιστον τα «κλειδιά» για την επίλυση προβλημάτων που προέκυψαν μετά τη δεύτερη μεγάλη επανάσταση από την εποχή του Γουτεμβέργιου: το ηλεκτρονικό βιβλίο ή e-book.

Τέσσερις ενότητες
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, που θα μπορούσαν να υπάρξουν αυτοτελώς ως διαφορετικά βιβλία. Η πρώτη είναι ένα μικρό ιστορικό της ελληνικής τυπογραφίας μέχρι τη δεκαετία του ’70. Η δεύτερη –το μεγαλύτερο τμήμα του βιβλίου– είναι το καθαυτό ανθολόγιο, με τυπογραφικά δείγματα ελληνικών εκδόσεων και βιβλίων από το 1480 μέχρι το 1960. Η τρίτη είναι μια μικρή εγκυκλοπαίδεια των σημαντικότερων τυπογράφων ελληνικών βιβλίων της ίδιας περιόδου. Η ενότητα ανθολογεί επίσης τα μεγάλα τυπογραφεία και τους εκδοτικούς οίκους που εμφανίστηκαν μέχρι τη δεκαετία του ’50. Η τέταρτη είναι ένα τεχνικό εγχειρίδιο των διαφορετικών μεθόδων, υλικών και στοιχείων τυπογραφίας.

Σε αντίθεση με την υπάρχουσα περιορισμένη βιβλιογραφία, το «Ανθολόγιο» απευθύνεται κυρίως στους σπουδαστές γραφιστικής και εφαρμοσμένων τεχνών που στρέφονται στην γραμματογραφία και στην τυπογραφία. Η προσπάθεια ανοίγματος σε ένα ευρύτερο, νεαρό κυρίως, κοινό αποτελεί συγχρόνως μια προσπάθεια αντιστροφής μιας διαδεδομένης επιζήμιας νοοτροπίας. «Εχει περάσει αυτή η κουλτούρα στην Ελλάδα ότι τα πάντα μου τα δίνει έτοιμα ο υπολογιστής. Νομίζουν ότι είναι το μαγικό κουμπί. Ο καθένας τώρα πια μπορεί να μάθει το InDesign στα γρήγορα και σου λέει, έγινα γραφίστας, σχεδιάζω βιβλίο», λέει μελαγχολικά ο Ματθιόπουλος. Κάθεται σε μια περιστροφική καρέκλα, ενώ την οθόνη του υπολογιστή στο πλάι του γεμίζει ένα πελώριο καλλιγραφικό «Και». Στα μάτια μου φαντάζει ερωτηματικό, σχεδόν καγχαστικό, ένα «και;» που εκείνος παλεύει να αντιμετωπίσει.
Νέα πρόταση
Το βιβλίο, όπως λέει, πέρα από αμιγώς ιστορικό εγχειρίδιο είναι ένα μουσείο, ένας θησαυρός αισθητικών προτύπων. «Ενα μέτρο να κρατηθείς, να ελέγξεις, να κρίνεις. Ενα μέτρο αναφοράς που θα βοηθήσει τη νέα γενιά, όσους ασχοληθούν με την γραφιστική και το βιβλίο, να βγάλουν κάτι καινούργιο. Μια δική τους αισθητική πρόταση. Διαφορετικά, απλώς θα αντιγράφουμε. Ο,τι κάνουμε τα τελευταία είκοσι χρόνια». Οπως σε πλείστες άλλες περιπτώσεις η τεχνολογία είναι «δίκοπο μαχαίρι». Κι αυτό διότι, ενώ είναι ένα απλό και συνάμα καταπληκτικό εργαλείο (όπερ σημαίνει ότι η χρήση του προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση και κατασταλαγμένη άποψη για το παραγόμενο αντικείμενο) αντιμετωπίζεται ως υποκατάστατο του δημιουργού. Η ευκολία που παρέχει ο υπολογιστής, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι δεν απαιτείται καμία πνευματική υποδομή ή αισθητική σκευή για τον χειρισμό του.

«Το Ανθολόγιο έρχεται να υπενθυμίσει ότι υπάρχουν θεμέλια που δεν πρέπει να γκρεμίζουμε πριν τα γνωρίσουμε». Να μεταδώσει στους νεότερους κάτι από την αισθητική μέριμνα για το βιβλίο, των τυπογράφων και των εκδοτών που «έβγαιναν από το μελάνι».

Γραμματικές
Η συζήτηση ξεφεύγει για λίγο προς την ιστορία, όπου μαθαίνω ότι η ελληνική τυπώθηκε δεύτερη μετά τη λατινική και ότι τα πρώτα τυπωμένα ελληνικά βιβλία ήταν γραμματικές: Κύριο μέλημα των λογίων της εποχής ήταν να μάθουν τη γλώσσα του πολιτισμού που πάσχιζαν να αναγεννήσουν. Η κουβέντα επιστρέφει στο e-book. «Δεν νομίζω ότι το ηλεκτρονικό θα προκαλέσει τον θάνατο του έντυπου βιβλίου. Ισως το ευνοήσει κιόλας. Θα κυκλοφορεί σε μικρότερο κύκλο βιβλιόφιλων με μεγαλύτερες απαιτήσεις για την αισθητική και τον σχεδιασμό του».
Ο μεγαλύτερος εχθρός των τυπογράφων είναι απ’ ό,τι φαίνεται το πρόχειρα φτιαγμένο, φτηνό ή δωρεάν βιβλίο. Το βιβλίο χωρίς αισθητική, σωστή σελιδοποίηση, μέριμνα για τα περιθώρια, τους τίτλους, την αισθητική αρμονία του εκάστοτε τύπου κειμένου (δοκίμιο, επιστολή, ποίημα) με τη γραμματοσειρά. «Δεν μπορείς να βάλεις ισοπαχή γραμματοσειρά σε κείμενο του Καποδίστρια ή του Ρήγα...». Εντονη είναι η απέχθειά τους για το «χύμα» κείμενο που καλύπτει σαν σεντόνι τη σελίδα. Το μη επεξεργασμένο κείμενο που προς το παρόν προσφέρει το e-book. Κι αυτό γιατί το «χύμα κείμενο είναι σαν το αντίστοιχο κρασί. Το πολύ σε χτυπάει στο κεφάλι. «Μετά από λίγο κουράζει το μάτι. Δεν μπορεί στο e-book ή στα μπλογκ να βλέπεις ένα «χύμα» κείμενο που δεν αντέχεις να διαβάσεις πάνω από δύο-τρεις παραγράφους. Κάποια στιγμή θα υπάρξει απαίτηση –και πολύ σύντομα νομίζω– για καλύτερη σελιδοποίηση. Θα γίνει αισθητή η ανάγκη του ειδικευμένου γραφίστα, σχεδιαστή βιβλίου που θα προσαρμόσει στην οθονούλα την τόση το κείμενο, θα οργανώσει τον χώρο ώστε να βοηθάει την ανάγνωση».

Με άλλα λόγια, το «Ανθολόγιο Ελληνικής Τυπογραφίας» δεν διασώζει απλώς ένα τυπογραφικό ή αισθητικό ήθος, αλλά επαναφέρει μια παρωχημένη για πολλούς τέχνη, στο επίκεντρο των τεχνολογικών εξελίξεων. Μας θυμίζει ότι κάθε «επανάσταση» οφείλει πολλά στις προηγούμενες. Κι ότι όσο θα βασίζουμε τη δημιουργία μόνο στο παρόν, στο μηδέν ή στον εαυτό μας, η ποιότητα της ζωής μας συνεχώς θα πέφτει από την κακή στην χειρότερη στείρα (απο)μίμηση.

Του Σπυρου Γιανναρα
21.2.201

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Ιστορική τοιχογραφία Αστυπάλαιας (Βιβλιοπροτάσεις)

ΕΚΔΟΣΗ. Θα μπορούσε να είναι μία από τις πολλές εκδόσεις που ασχολούνται και καταγράφουν την τοπική ιστορία. Ο ογκώδης τόμος με τίτλο
«Αστυπάλαια - Ιστορία και ιστορίες» του Ελευθέριου Φιλ. Ξάνθου
(κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ξάνθος» με τη χορηγία του Δήμου Αστυπάλαιας)
είναι πολλά περισσότερα. Γιατί πρόκειται για μια εξαντλητική και πολυετή έρευνα σε βιβλιοθήκες και αρχεία, στη διάρκεια της οποίας καταγράφηκαν μαρτυρίες και βιβλιογραφία, συγκεντρώθηκε αρχαίο επιγραφικό υλικό, μεταφράστηκαν κείμενα που αφορούσαν την Αστυπάλαια, βρέθηκαν φωτογραφίες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και έγιναν το τεράστιο υλικό ενός τόμου που συνθέτει ψηφίδα-ψηφίδα την «ιστορική τοιχογραφία της Αστυπάλαιας». Πρόκειται για ένα «φανταστικό και συνάμα συναρπαστικό ταξίδι μέσα στον χρόνο και τον χώρο, ένα ταξίδι που προσπαθεί να κάνει ορατή τη διαχρονική εξέλιξη του νησιού όσο το δυνατόν αρτιότερα» σημειώνει στον πρόλογο ο δημιουργός του τόμου.

Και παρά το τεράστιο έργο και το τεράστιο υλικό που συγκέντρωσε αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη σεμνότητα το εγχείρημά του και εύχεται αυτός ο τόμος να αποτελέσει μια πρώτη «βάση δεδομένων, μια δεξαμενή στοιχείων που μελλοντικά να φανεί πολύ χρήσιμη σε όσους θελήσουν να ασχοληθούν σε βάθος με την ιστορία της Αστυπάλαιας».

Στις σελίδες της έκδοσης γυρίζουμε στο προϊστορικό Αιγαίο, σε όλες τις περιόδους της αρχαιότητας και τα ίχνη που άφησε στο νησί, στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή, στους βυζαντινούς χρόνους, στην εποχή των Ενετών και των Φράγκων, στους Οθωμανούς, στην Ιταλοκρατία και στη σύγχρονη όψη του νησιού. Μια αξιέπαινη προσπάθεια καταγραφής τοπικής ιστορίας.

Πηγή Καθημερινή
17.2.2010

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Ο Κώστας Βουτσάς πάει...πανεπιστήμιο (Βιβλιοπροτάσεις)

Είναι παράξενο, αλλά ποτέ ως σήμερα δεν είχε γραφτεί μια πλήρης μονογραφία εστιασμένη στην καριέρα του Κώστα Βουτσά, ηθοποιού με τεράστια λαϊκή απήχηση, από τις πιο εμβληματικής φιγούρες της νεοελληνικής κωμωδίας και φάρσας. Και εφόσον πλέον η καριέρα του Βουτσά- ο οποίος παραμένει δραστήριος- καλύπτει παραπάνω από μισόν αιώνα, το γεγονός ότι για πρώτη φορά τίθεται κάτω από το μικροσκόπιο του μελετητή-συγγραφέα Κωνσταντίνου Κυριακού κάνει αυτομάτως το βιβλίο του με τίτλο «Κώστας Βουτσάς. Ηθοποιός στην κωμωδία. Ρόλοι, παραστάσεις, ταινίες. Συμβολή στη μελέτη της υποκριτικής τέχνης» (εκδόσεις Αιγόκερως) σημαντικό.

Το πόνημα του Κυριακού, ο οποίος είναι επίκουρος καθηγητής της Θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών (εκεί θα διδάσκεται το βιβλίο του) υπόσχεται να μην ικανοποιήσει αποκλειστικά τους θαυμαστές του ηθοποιού, καθώς απευθύνεται γενικότερα στους θιασώτες και μελετητές του κωμικού είδους στο θέατρο και στον κινηματογράφο. « Ο Βουτσάς καλύπτει δύο περιόδους του εγχώριου κινηματογράφου μας,τον παλιό και τον σύγχρονο κινηματογράφο. Είναι, με άλλα λόγια, ένας ηθοποιός που εκπροσωπεί όλο το κινηματογραφικό φάσμα της τελευταίας 60ετίας » λέει στο «Βήμα» ο κ. Κυριακός. Χρειάστηκαν περίπου πέντε χρόνια για την ολοκλήρωση του βιβλίου καθώς απαιτείτο σχολαστική έρευνα αρχείων- κάτι που ο Κώστας Βουτσάς δεν διατήρησε ποτέ. «Ξεφυλλίζοντας» τον βίο και την επαγγελματική δραστηριότητα του Βουτσά, ο συγγραφέας απέφυγε την προσφυγή σε «ιμπρεσιονιστικές περιγραφές που συνήθως οδηγούν στην ωραιοποιημένη παρουσίαση εποχών και προσώπων». Προτεραιότητά του ήταν «μια διακριτήμέριμνα για την ακριβή προσέγγιση παραστάσεων και ταινιών από την οπτική γωνία ενός ερευνητή των πεπραγμένων στη μεταπολεμική ελληνική σκηνή και οθόνη και όχι από εκείνη ενός συλλέκτη ανεκδοτολογικού και, εν τέλει,ανεπεξέργαστου υλικού » αναφέρει στον πρόλογό του.

Το βιβλίο θα έπρεπε να αποτελέσει μια πρόταση προσέγγισης του καλλιτεχνικού βίου ενός ηθοποιού του ελληνικού θεάματος «ως σύνθεση πηγών, τεκμηρίων και μαρτυριών, ως κριτική επεξεργασία τους και ανασύνθεση, με έμφαση στις συνθήκες που παράγουν, διαμορφώνουν και υποδέχονται την καλλιτεχνική ταυτότητα και προσωπικότητα ενός ηθοποιού ».

Καριέρα σε τρία μέρη

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Κωνσταντίνου Κυριακού

Γραμμένο υπό μορφή βιοχρονολογίου, το πρώτο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στη ζωή και στη δημιουργική πορεία του Βουτσά μέσω προσωπικών αφηγήσεων του ηθοποιού και μαρτυριών συνεργατών του.

Το δεύτερο μέρος εξετάζει τη θεατρική πορεία του από τα επιθεωρησιακά θεάματα και τις «φαρσοκωμωδίες της οδού Ιπποκράτους» ως την Επίδαυρο και το θέατρο Ηρώδου Αττικού.

Το τρίτο μέρος της μελέτης αφορά την κινηματογραφική δραστηριότητα του Κώστα Βουτσά. Οι ταινίες προσεγγίζονται με άξονα τα χαρακτηρολογικά και τυπολογικά στοιχεία των ρόλων που ερμήνευσε και τα εκφραστικά μέσα που επιστρατεύθηκαν. Γίνεται έμμεση αναφορά στα φιλμικά είδη και ήθη της κινηματογραφικής κοινότητας αλλά και στις σκηνικές εκφάνσεις του κωμικού και φαρσικού είδους στην εκάστοτε περίοδο.
Η συνεργασία του με τον κινηματογραφικό μέντορά του Γιάννη Δαλιανίδη σεπροσεγμένες παραγωγές της Φίνος Φιλμ, οι ταινίες του στο πλευρό του υπερπαραγωγικού σκηνοθέτη και παραγωγού Κώστα Καραγιάννη και οι υστερόχρονες ταινίες του στο πλαίσιο του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου με πιο αντιπροσωπευτικά τα φιλμ του Βασίλη Βαφέα, αποτελούν στάδια της μελέτης.

«Ο Κώστας Βουτσάς είναι ο νεότερος ενός τρίπτυχου σχεδίου στο οποίο ήδη έχουν δρομολογηθεί βιβλία για τον Μίμη Φωτόπουλο και τον Βασίλη Λογοθετίδη» μας λέει ο Κ. Κυριακός. «Δυστυχώς οι νεότεροι ηθοποιοί δεν μπορούν να καλύψουν το φάσμα και την ιστορία του κινηματογράφου σε μια ευρύτερη κλίμακα. Για τον Θανάση Βέγγο βέβαια έχει ήδη γραφεί ένα πολύ καλό βιβλίο, το “Ενας άνθρωπος παντός καιρού” του Γιάννη Σολδάτου ».

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Κυριακός
Τίτλος: «Κώστας Βουτσάς. Ηθοποιός στην κωμωδία. Ρόλοι, παραστάσεις, ταινίες. Συμβολή στη μελέτη της υποκριτικής τέχνης»
Εκδόσεις: Αιγόκερως
Σελίδες: 416
Τιμή: 23 ευρώ
Ημερομηνία κυκλοφορίας: Τρίτη 16 Φεβρουαρίου

«Δεν έχω κάνει τίποτε και δεν έχω τίποτε να πω» «Η ζωή μου έχει ενδιαφέρον μέχρι την εποχή που έγινα γνωστός. Μετά δεν νομίζω ότι έκανα κάτι ιδιαίτερο» λέει ο Κώστας Βουτσάς Μ ε περισσότερες από 70 ταινίες (ντεμπούτο το 1958 στην «Κυρά μας τη μαμή») και αμέτρητες θεατρικές παραστάσεις στο ενεργητικό του, ο Κώστας Βουτσάς παραμένει δραστήριος όχι μόνο στο θέατρο (εμφανίζεται δίπλα στη Μιμή Ντενίση στο «Ανθος του κάκτου») αλλά και στον κινηματογράφο. Στην τρέχουσα σεζόν έχουμε ήδη δει δύο ταινίες του («Ο γιος του Τσάρλι», «Νήsos»), ενώ στις 25 Φεβρουαρίου θα προβληθεί «Ο διαχειριστής» του Περικλή Χούρσογλου όπου, κόντρα στην κωμική περσόνα του, ο ηθοποιός υποδύεται έναν μοχθηρό υδραυλικό.
- Γνωρίζατε την έρευνα του Κωνσταντίνου Κυριακού για τη ζωή και το έργο σας;
«Οχι, τώρα τελευταία το έμαθα. Και εξεπλάγην! Μπράβο, λέω. Τέτοιο βιβλίο για μένα! Το αξίζω όμως;».

- Είναι άξιον απορίας ότι τόσα χρόνια δεν σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε μια αυτοβιογραφία ή να αναθέσετε σε κάποιον τη βιογραφία σας.
«Ποτέ δεν με ενδιέφερε, όπως δεν με ενδιέφεραν ποτέ τα λευκώματα του Μάκη Δελαπόρτα, αυτά με τις πολλές φωτογραφίες. Βιογραφία δεν έχω λόγο να βγάλω. Δεν έχω κάνει τίποτε και δεν έχω τίποτε να πω. Δεν προσέφερα δα και τόσο πολλά στο θέατρο, δεν έβαλα αυτό που λέμε ένα λιθαράκι στην προκοπή του θεάτρου. Απλώς η φύση μου έδωσε το χάρισμα να παίζω καλά αυτά που έπαιζα. Αυτό είμαι σε θέση να το πω σήμερα. Δεν νομίζω όμως ότι η ζωή μου ενδιαφέρει τον κόσμο».

- Γιατί να μην ενδιαφέρει τον κόσμο η ζωή σας;
«Γιατί η ζωή μου έχει ενδιαφέρον μέχρι την εποχή που έγινα γνωστός. Ο πατέρας μου ήταν κομμουνιστής, κυνηγηθήκαμε, έκανα διάφορες δουλειές μικρός για να ζήσουμε, όπως στα μπουλούκια στο θέατρο, όπου βγήκα το 1948. Αυτά, ναι. Από εκεί και πέρα όμως, όταν έγινα γνωστός, δεν νομίζω ότι έκανα κάτι ιδιαίτερο. Εκτός αν με δει κανείς ως ηθοποιό. Να δει πώς έχω παίξει. Αυτό έκανε ο κ. Κυριακού και γι΄ αυτό έχει ενδιαφέρον το βιβλίο του».
- Πότε θεωρείτε ότι γίνατε γνωστός;
«Από τότε που κατέβηκα στην Αθήνα, το ΄55 με ΄57, κάπου εκεί μέσα. Ο κινηματογράφος με βοήθησε πάρα πολύ αλλά εγώ ήμουν αφοσιωμένος πάντα στο θέατρο και αυτό ήταν το λίκνο μου. Θυμάμαι ότι μου είχε προτείνει κάποτε ο Φίνος να παίξω σε δύο ταινίες- μία με τη Βουγιουκλάκη και μία με την Καρέζη - και του είπα ότι δεν μπορώ γιατί έχω θέατρο. Δεν είχα θέατρο αλλά του είπα ψέματα για να μην αφήσω το θέατροκαι ας μην έπαιζα».

- Είναι εντυπωσιακή πάντως η αλλαγή σας σε πρόσφατες ταινίες σας όπως «Ο γιος του Τσάρλι» και «Ο διαχειριστής».
«Σε αυτή την ηλικία που βρίσκομαι, τα θέματα είναι περισσότερο νεανικά. Ερωτες, κληρονομιές, τέτοια. Δεν λέω ότι γέρασα- και ας είμαι 79 χρονών-, αλλά για εμάς τους μεγάλους δεν υπάρχουν θέματα. Επομένως με τον εντός εισαγωγικών ναρκισσισμό μου, μου αρέσει να παίζω μικρούς και διαφορετικούς ρόλους. Και το κάνω για να πω στον εαυτό μου “ρε Βουτσά, εντάξει, μπράβο σου, είσαι 62 χρόνια στα πράγματα, αλλά το αξίζεις”. Ειδάλλως θα έλεγα “ρε Βουτσά, κατά τύχη έγινες”».

Πηγή Το Βήμα
10.2.2010

* Στη φωτό ο Κώστας Βουτσάς σε σκηνή από την ταινία "Αγάπησα μια πολυθρόνα"

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Βιβλιοπροτάσεις : Η γέννηση της ιστορίας στην αρχαία Ελλάδα

Τα στάδια της αφηγηματικής ανασύνθεσης του παρελθόντος με βάση την κριτική επεξεργασία της παράδοσης και την αναζήτηση της αλήθειας

Αντώνης Β. Ρεγκάκος, «Επινοώντας το παρελθόν. Γέννηση και ακμή της ιστοριογραφικής αφήγησης στην κλασική αρχαιότητα», εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2009, σελ. 239.

ΕΡΕΥΝΑ. Η ιστοριογραφία, όπως τη γνωρίζουμε στη δυτική παράδοση, είναι επινόηση του ελληνικού πνεύματος. Στους ανατολικούς πολιτισμούς (Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Συρία) καλλιεργήθηκε βέβαια από νωρίς η καταγραφή παρελθοντικών γεγονότων, είτε με συνοπτικό χρονογραφικό τρόπο είτε με την πρόθεση της εξύμνησης βασιλικών κατορθωμάτων, είτε τέλος υπό το πρίσμα μιας θεολογικής θεώρησης του κόσμου. Ο,τι όμως εννοούμε σήμερα με τον όρο ιστορία, δηλαδή η εκτεταμένη αφηγηματική ανασύνθεση του παρελθόντος που βασίζεται στην κριτική επεξεργασία της παράδοσης και στην αναζήτηση της αλήθειας, γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Το νέο βιβλίο του καθηγητή Αντώνη Ρεγκάκου μάς ξεναγεί με τρόπο εύληπτο και γοητευτικό στα πρώτα στάδια της πνευματικής αυτής περιπέτειας, επισκοπώντας το έργο των αρχαιότερων Ελλήνων ιστορικών μέχρι και τον Θουκυδίδη.

Οι «παππούδες»

Ο Ηρόδοτος κέρδισε τον τίτλο του πατέρα της ιστορίας. Ομως το είδος είχε και παππούδες: τους πρώτους «λογογράφους», τους πιονιέρους του αρχαιοελληνικού πεζού λόγου, που το έργο τους σώζεται σήμερα μόνο σε αποσπάσματα. Κορυφαίος ανάμεσά τους ο πολύπλευρος Εκαταίος από τη Μίλητο: οι «Γενεαλογίες» του ήταν η πρώτη προσπάθεια να συστηματοποιηθούν οι γνώσεις για το παρελθόν, ενώ το έργο του «Περιήγηση της γης» έθεσε τις βάσεις της γεωγραφίας και της εθνογραφίας. Αυτός και οι άλλοι πρώιμοι «ιστορικοί» εισήγαγαν βασικά εργαλεία της ιστοριογραφικής πρακτικής: την κριτική στάση έναντι της παράδοσης, την προσωπική έρευνα για συλλογή πληροφοριών, τον έλεγχό τους με βάση τις αρχές του πιθανού και του εύλογου, τη χρήση συστημάτων χρονολόγησης για την οργάνωση του υλικού. Ορισμένοι, όπως ο καλοζωιστής Ιων από τη Χίο, περιέλαβαν ακόμη νοβελιστικές διηγήσεις ή διασκεδαστικά ανέκδοτα, καλλιεργώντας την ιστοριογραφία ως τέχνη αφηγηματική. Το εισαγωγικό τμήμα του βιβλίου επισκοπεί όσα γνωρίζουμε γι’ αυτούς τους πρώτους ιστορικούς, καλύπτοντας ένα κενό στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία. Για πρώτη φορά σε ελληνικό εγχειρίδιο παρατίθενται και μεταφράζονται αποσπάσματα αυτών των συγγραφέων και ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με αυθεντικά δείγματα της γραφής τους.

Το μνημειώδες σύγγραμμα

Το δεύτερο τμήμα είναι αφιερωμένο στον Ηρόδοτο. Με ανάμεικτο ελληνικό και καρικό αίμα στις φλέβες του, ισορροπώντας μεταξύ Ελλάδας και Ανατολής, ο ιστορικός από την Αλικαρνασσό ταξίδεψε στην ανατολική Μεσόγειο, στην περσική αυτοκρατορία και στον Εύξεινο Πόντο για να συλλέξει το πολυποίκιλο υλικό της δημιουργίας του. Το μνημειώδες σύγγραμμά του ήταν κάτι πρωτοφανές στην έως τότε ελληνική πεζογραφία για τη μακρόπνοη σύλληψη και τη σύνθετη κατασκευή του. Ο σκοπός του Ηρόδοτου ήταν διττός: από τη μία πλευρά να εξιστορήσει τους Περσικούς Πολέμους, ιδωμένους στο πλαίσιο της μακρόχρονης και συχνά επεισοδιακής επαφής της Ελλάδας με τον ανατολικό κόσμο. Από την άλλη, να χωρέσει στο έργο του όλα όσα είχε κατορθώσει να μάθει κατά τη φιλέρευνη ζωή του, να περισώσει από τη λήθη το τεράστιο απόθεμα των γνώσεών του, δίνοντάς τους αυτόνομη ύπαρξη μέσω της γραφής. Αυτήν την επιθυμία μαρτυρούν τα αδιάκοπα ξεστρατίσματα από το κεντρικό του θέμα, οι πολυάριθμες εθνογραφικές, γεωγραφικές και επιστημονικές παρεκβάσεις του, οι συναρπαστικές αφηγήσεις που συλλέγει και αναπλάθει. Ο Ηρόδοτος δεν είναι μόνο πατέρας της ιστορίας, αλλά και ο πρώτος ίσως εγκυκλοπαιδιστής της Ευρώπης.

Τα τεχνάσματα του Ηρόδοτου

Ο συγγραφέας του βιβλίου επισκοπεί με διαύγεια τις διάφορες πλευρές της ηροδότειας «Ιστορίας», τα προβλήματα της σύγχρονης έρευνας, τις αντιμαχόμενες θεωρίες και προσεγγίσεις των μελετητών. Παραπέμπει στα καλύτερα σχετικά μελετήματα της διεθνούς βιβλιογραφίας και προσφέρει έναν πολύτιμο βιβλιογραφικό οδηγό για τον φιλομαθή φοιτητή και τον νέο ερευνητή. Περίοπτη θέση καταλαμβάνει η ανάλυση της αφηγηματικής τεχνικής του έργου, ιδίως υπό το φως της σύγχρονης αφηγηματολογίας. Παρά τη φαινομενική αφέλεια και απλότητα της, η αφήγηση του Ηρόδοτου είναι γεμάτη τεχνάσματα που οργανώνουν το πολυποίκιλο υλικό σε ενιαία σύνθεση. Διαφορετικά τμήματα του έργου συνδέονται με εσωτερικούς συνειρμούς και επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπως η αποτυχημένη εκστρατεία, η αντίθεση μεταξύ ελληνικής λιτότητας και ανατολικής χλιδής, ο φθόνος των θεών, η μεταβολή της τύχης. Ο ιστορικός παίζει με τις προσδοκίες και χειραγωγεί την αγωνία του κοινού του, επιβραδύνει τον αφηγηματικό ρυθμό για να δημιουργήσει σασπένς και δημιουργεί έξοχες δραματικές σκηνές φωτίζοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών του.

Επανειλημμένα διαπιστώνουμε πόσο πολλά έχει διδαχτεί ο Ηρόδοτος από τους αφηγηματικούς τρόπους του ομηρικού έπους. Αρχαίες μαρτυρίες τον δείχνουν να παρουσιάζει τμήματα του έργου του σε μορφή διαλέξεων. Ετσι, ο ιστορικός προβάλλει ως διάδοχος των επικών αοιδών, ένας νέος δεξιοτέχνης της προφορικής αφήγησης, με όργανο τώρα τον πεζό λόγο. Πάνω από όλα, όμως, ο Ηρόδοτος υπήρξε ένας διανοούμενος της εποχής του. Η έμφασή του στην προσωπική έρευνα, η πολεμική του ενάντια σε ανταγωνιστές με διαφορετικές απόψεις, η καθολική του περιέργεια για τον φυσικό κόσμο και τον ανθρώπινο πολιτισμό τον φέρνουν κοντά στους σοφιστές και τους επιστήμονες που σημάδεψαν την ελληνική πνευματική ζωή του 5ου αιώνα.

Η τέχνη του Θουκυδίδη
Το τρίτο τμήμα του βιβλίου επικεντρώνεται στον Θουκυδίδη. Δύσκολα φαντάζεται κανείς έναν συγγραφέα πιο διαφορετικό από τον Ηρόδοτο. Γραμμική αφήγηση, χρονογραφική οργάνωση του υλικού, συγκέντρωση στο κύριο θέμα και αποφυγή των παρεκβάσεων, όλα μαρτυρούν εντελώς διαφορετική ιστοριογραφική αντίληψη. Ωστόσο, η σύγχρονη αφηγηματολογική έρευνα αποκαλύπτει πως ο Θουκυδίδης, με τον δικό του τρόπο, είναι αφηγητής το ίδιο ικανός και γεμάτος τεχνάσματα όσο ο Αλικαρνασσέας προκάτοχός του. Και όχι μόνο αυτό: από πολλές απόψεις ο Θουκυδίδης έχει διδαχθεί στρατηγήματα και τρόπους αφήγησης από το ηροδότειο έργο, όπως τον χειρισμό του αφηγηματικού ρυθμού, τη χρήση ενοποιητικών μοτίβων και συνειρμών, τη δημιουργία αγωνίας. Ομως ο Θουκυδίδης στοχάζεται συνειδητά γύρω από την ιστορική του μέθοδο και τις δυνατότητές της, φέρνοντας κάτι ριζικά νέο στην ιστοριογραφία. Για πρώτη φορά τίθεται ρητά ως στόχος του ιστορικού η αναζήτηση της αλήθειας.

Θουκυδίδης και Ηρόδοτος συγκλίνουν τελικά στους διδακτικούς σκοπούς της συγγραφής τους. Ο Ηρόδοτος, γράφοντας στις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου, φαίνεται να εννοούσε το έργο του ως έμμεση προειδοποίηση κατά του αθηναϊκού επεκτατισμού. Ο Θουκυδίδης πάλι, στο τέλος του ίδιου πολέμου, πάσχιζε να εξαγάγει από αυτόν γενικά διδάγματα που θα χρησίμευαν στις μελλοντικές γενιές. Το βιβλίο του καθηγητή Ρεγκάκου προσφέρει μια εξαιρετικά καλογραμμένη και μεθοδική εισαγωγή στην έρευνα γύρω από τους δύο κορυφαίους ιστορικούς και μας καλεί να αναλογιστούμε την αξία που μπορεί να έχει το έργο τους για εμάς σήμερα.

Του Ι. Μ. Κωνσταντακου
Ο Ι. Μ. Κωνσταντάκος είναι επίκουρος καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
2.2.2010

*Στην εικόνα αλληγορική αναπαράσταση της γραμματικής. Εργο του Laurent de la Hire (1650) - Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο

ShareThis