Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωγράφοι (Ελληνες). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωγράφοι (Ελληνες). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Φως και χρώματα του Σπύρου Βασιλείου

Σπύρος Βασιλείου - "Το παλάτι του Ιουστινιανού" για το έργο του Δημ. Φωτιάδη "Θεοδώρα"
ΕΚΘΕΣΗ. Μία μόνο πτυχή από το τεράστιο σε όγκο έργο ενός «καλλιτέχνη-εργάτη», του ζωγράφου και σκηνογράφου Σπύρου Βασιλείου, παρουσιάζεται από την Τρίτη, 22 Μαρτίου, στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς: η θεατρική του. Το δηλώνει απευθείας και ο τίτλος της έκθεσης: «Ο Σπύρος Βασιλείου και το θέατρο».

Η επιμελήτρια Ιλια Λακίδου έστησε στο Μουσείο Μπενάκη τις σκηνογραφικές και ενδυματολογικές προτάσεις του Σπύρου Βασιλείου από 44 παραστάσεις και τρεις κινηματογραφικές ταινίες. Ενα μικρό μέρος από τη δουλειά ενός ανθρώπου που «δούλευε ακατάπαυστα» δίνοντας έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα στο έργο του: «την πληθωρικότητα». Ζωγράφιζε, έκανε μακέτες, σχέδια, εικονογραφούσε ναούς αλλά και εκδόσεις, μετείχε σε εκθέσεις, έγραφε τεχνοκριτικά σημειώματα, συμμετείχε στην ίδρυση θεατρικών σχημάτων ή του Καλλιτεχνικού Επαγγελματικού Εργαστηρίου. Εζησε και μεγάλωσε σε μια εποχή πλούσια σε ιδέες, σε δημιουργία, σε οράματα, σε πρωτοβουλίες, σε δράσεις. Πόσο επηρέασε αυτό τη σκηνογραφική του πτυχή; «Καθώς δεν υπήρχε ανάπαυλα από τη μία εργασία στην άλλη, δηλαδή εκεί που ζωγράφιζε, επιμελούνταν και μια παράσταση, ένα εξώφυλλο, ένα περίπτερο στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης ή μια διαφημιστική μακέτα, ήταν φυσικό η μία εργασία να επηρεάζει την άλλη», λέει στην «Κ» η επιμελήτρια της έκθεσης, Ιλια Λακίδου. «Αν και ο Φώτος Πολίτης διέκρινε στον τρόπο που ζωγράφιζε έναν σκηνογράφο, είναι η δουλειά του, στη σκηνογραφία και την αγιογραφία, που επηρέασε -πιστεύω- τελικά τη ζωγραφική του. Σιγά σιγά το τελάρο αδειάζει στη δεκαετία του ’50 και λίγα στοιχεία υπομνηματίζουν, δίκην σκηνικού, χώρους, πρόσωπα και καταστάσεις».

Η πρώτη παράσταση στην οποία μετείχε ήταν τα «Κορακίστικα» του Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού, το 1929 στην Επαγγελματική Στέγη Θεάτρου. Από τότε σχεδίασε το σκηνογραφικό πλαίσιο για 127 παραστάσεις μέχρι το καλοκαίρι του 1984, οπότε υπέγραψε τα σκηνικά για την παράσταση «Ανδρομάχη» που παρουσίασε το Ελληνικό Μπαλέτο Ρένας Καμπαλάδου, στον Λυκαβηττό. Στο διάστημα της ζωής του (γεννήθηκε στο Γαλαξίδι το 1903 και πέθανε στην Αθήνα το 1985) υπέγραψε περίπου 5.000 ζωγραφικά έργα, πήρε μέρος σε δεκάδες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις και σε δύο αναδρομικές, εν ζωή, στην Εθνική Πινακοθήκη.

Μακέτα για το έργο του Σαίξπηρ "Ονειρο καλοκαιρινής νυκτός" (1952, Εθνικό Θέατρο)


Εθνικό και Χορόδραμα
Η Ιλια Λακίδου θεωρεί δύο τις πιο σημαντικές περιόδους στη σκηνογραφική πορεία του Σπύρου Βασιλείου: «Η περίοδος μέσα στον πόλεμο, δηλαδή 1940-49, και η μεταπολεμική, 1950-1967. Η πρώτη γιατί συνέβαλε με τις παραστάσεις που επιμελήθηκε στη γένεση μιας νέας αισθητικής αντίληψης για το θέατρο. Αμέσως μετά την Κατοχή, παραδίδει παραστάσεις που φέρνουν ένα νεοελληνικό εικαστικό λεξιλόγιο στη σκηνή». Ηταν η εποχή (1945-1947) που o Γιώργος Θεοτοκάς ως πρόεδρος του Εθνικού Θεάτρου «προκρίνει τη δουλειά ζωγράφων στο θέατρο -Τσαρούχης, Εγγονόπουλος, Βακαλό, Βασιλείου- θεωρώντας ότι θα δώσουν στην ελληνική σκηνή και ειδικά στο Εθνικό Θέατρο, το ”μεσογειακό φως” που του λείπει. Την αμέσως επόμενη περίοδο, ως ειδικός πια του νεοελληνικού ύφους, θα επιμεληθεί παραστάσεις σε κηποθέατρα, σε υπαίθριους χώρους, σε μνημεία, με θέματα από τη νεότερη ελληνική ιστορία ή το Βυζάντιο. Τότε εντάσσεται στο Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου και προσπαθεί να συμβάλει στη δημιουργία μιας εθνικής θεατρικής αισθητικής».

Κοστούμια, σχέδια, σκηνικά από παραστάσεις ιστορικές, κλασικές, πρωτοποριακές για την εποχή τους. Ποια γεύση θα πάρει ο επισκέπτης φεύγοντας; «Ο Βασιλείου-σκηνογράφος και ο Βασιλείου-ζωγράφος διακρίνεται για τη μεγάλη χρωματική παλέτα του και την επιδίωξη ενός λιτού ύφους με γηγενή χαρακτηριστικά».

Με δυο λόγια στα σκηνικά του, όπως και στα έργα του, αναγνωρίζονται και αποτυπώνονται το φως, τα χρώματα, οι παραδόσεις και η ιστορία αυτής της χώρας.

Της Ολγας Σελλά
19.3.2011

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Αλ. Φασιανός και όχι μόνο....

"Προχθές κοίταζα κάτι παλιές φωτογραφίες που είχα φυλάξει σ' ένα χαρτονένιο κουτί. Σ' αυτές τις φωτογραφίες είδα και κάτι συγγενείς και γνωστούς της οικογένειάς μου, αδύνατους, με λεπτά πρόσωπα, καπέλα, σακάκια σταυρωτά και φαρδιά παντελόνια.

Τα μάτια τους είχαν τόσο ωραία έκφραση που φαινόντουσαν μεγάλα. Αμέσως έκανα τη σύγκριση με τους σημερινούς που είναι πάνχοντροι, προγάστορες και με βλέμμα προκλητικό και αδηφάγο. Και σκέφτηκα ότι οι σημερινοί τρώνε καλά, έχουν πολλά πράγματα, σπίτια, αυτοκίνητα, ψυγεία, αποχυμωτές, μίξερ κι ένα σωρό άλλα που μπερδεύουν τη ζωή τους, την κάνουν πιο ακριβή, αλλά και ευάλωτη από το οποιοδήποτε κράτος. Γιατί από την ύλη αντλείται το χρήμα. Αμα δεν έχεις τίποτε, κανείς δεν μπορεί να σε αγγίξει.

Οταν παντρευόταν κάποιος παλιά, νοίκιαζε μια καμαρούλα σε αυλή. Είχε ένα κρεβάτι, δυο καρέκλες, ένα τραπέζι, μια λάμπα πετρελαίου ή ένα λαμπτήρα 60 κηρίων που κρεμόταν από το ταβάνι. Και έκανε και παιδιά. Και μπορούσε να τα αναστήσει έτσι, γιατί είχε μηδαμινά έξοδα. Ηταν πλούσιος στη φτώχεια του. Ολοι θα αναρωτιόμαστε, οι πιο παλιοί τουλάχιστον, πώς μπορούσαμε και κάναμε τόσα πράγματα αφού δεν υπήρχαν χρήματα. Πόσοι και πόσοι δεν έγιναν ποιητές, ζωγράφοι, επιστήμονες, επιχειρηματίες, ξεκινώντας από τα δωματιάκια στις αυλές αυτές των θαυμάτων.

Τώρα όπως έγιναν τα πράγματα, δύσκολα θα μπορείς να αναπτυχθείς, γιατί σκέφτεσαι τα δευτερεύοντα της ζωής. Πώς να πληρώσεις το ηλεκτρικό, το νερό, το πετρέλαιο, το αυτοκίνητο, τα τέλη και τις εισφορές. Ο σημερινός άνθρωπος δεσμεύεται ή καλύτερα παγιδεύεται από τις απαιτήσεις της ίδιας του της ζωής. Η ευτυχία τον πλησιάζει λίγο και χάνεται γρήγορα χωρίς να μπορεί να την αγγίξει, γιατί συνήθως καραδοκούν ο φόβος και η δυστυχία. Τα σκέφτομαι όλα αυτά και λέω μέσα μου πως ευτυχής είναι αυτός που έχει τις λιγότερες ανάγκες. Οταν μπαίνεις σ' ένα καινούργιο δωμάτιο που είναι άδειο, λες τι ωραίο που είναι και πόσο μεγάλο. Μετά, όταν αρχίζεις να το κατοικείς, μαζεύεις πράγματα και ύστερα από χρόνια βλέπεις τον χώρο να έχει μικρύνει. Βλέπεις ότι αδίκως τα μάζευες όλα αυτά τα πράγματα, σου είναι άχρηστα και δεν τολμάς να τα πετάξεις μη τυχόν και τα χρειαστείς κάποια στιγμή. Ετσι δεσμεύεσαι και πάσχεις.

Ο Τσαρούχης έμενε σ' ένα μικρό δωματιάκι στο Παρίσι. Εκεί ζούσε, ζωγράφιζε, έτρωγε. Μια γνωστή του που τον επισκέφτηκε, του λέει: «Βρε Γιάννη μου, τώρα που κερδίζεις και χρήματα, να καλυτερεύσεις τη ζωή σου και να πάρεις έναν πιο μεγάλο χώρο».

Κι ο Τσαρούχης τής απάντησε:

«Εμένα το επόμενο στάδιο θα είναι να γίνω κλοσάρ».  

Δεν κατάλαβε η κυρία ότι δεν τον ένοιαζαν οι συνθήκες της ζωής του, αλλά η δημιουργία. Ας προσπαθήσουμε κι εμείς λοιπόν μέσα σ' αυτή την κρίση να εργαζόμαστε, να δημιουργούμε κάτι."



Πηγή : LesNouances (Youtube)

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

"O άγνωστος Μόραλης" - Εκθεση στο Μουσείο Μπενάκη

Εσωτερικό οικίας στη Φιλοθέη με μεγάλη σύνθεση του Γ. Μόραλη
Ηταν τακτικός στο καφεδάκι του στο κυλικείο του εξώστη του Μουσείου Μπενάκη. Εντεκάμιση, δώδεκα το πολύ, κάθε μεσημέρι ο Γιάννης Μόραλης έφθανε με το μπαστούνι και το καπέλο του ενώ είχε το πολύ ένα δίωρο στη διάθεσή του για κουβέντα. Δύο παρά τέταρτο έπρεπε να φύγει για να γευματίσει, κατά την αγαπημένη του συνήθεια, στου Φιλίππου. Οι συναντήσεις του με τη Φανή-Μαρία Τσιγκάκου, επιμελήτρια του Μουσείου Μπενάκη για λογαριασμό της έκδοσης που συνόδευσε την έκθεση «Γιάννης Μόραλης. Αγγελοι, Μουσική, Ποίηση» (2001) στο Μουσείο Μπενάκη, ξεκίνησαν μάλλον μουδιασμένα. Ο Μόραλης δεν είχε δώσει ποτέ συνέντευξη στη ζωή του. «Εγώ δεν δίνω συνεντεύξεις» είχε πει κοφτά στη συνομιλήτριά του. «Και εγώ δεν είμαι δημοσιογράφος» του είχε απαντήσει εκείνη.

Ο Γιάννης Μόραλης έξω από το γιαπί του Ηilton της Αθήνας στις αρχές της δεκαετίας του 1960, εποχή που δημιούργησε την πρόσοψη του ξενοδοχείου
«Θέλω απλά να κάνουμε μια κουβέντα». Η κουβέντα γέννησε ένα βιβλίο- από τις σημαντικότερες εκδόσεις για τη νεοελληνική τέχνηκαι μια φιλία. Οκτώ χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2009, όταν ο Γιάννης Μόραλης αποφάσισε να δωρίσει μια σειρά αρχιτεκτονικών του συνθέσεων στο Μουσείο Μπενάκη και η Φανή-Μαρία Τσιγκάκου ήρθε και πάλι να τον συναντήσει με το μπλοκάκι στο χέρι για την καταγραφή, τον βρήκε... ζεσταμένο. «Θα γράψεις όλα όσα θα σου πω;» της είπε. Κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία της νέας έκθεσης. Τα 120 προσχέδια που φύλαγε ο Μόραλης στο ατελιέ του και τα οποία δώρισε στο Μουσείο Μπενάκη τρεις μήνες προτού πεθάνει αποτελούν τον κορμό αυτής της έκθεσης. Πολλοί Αθηναίοι γνωρίζουν ότι ο καλλιτέχνης έχει αφήσει το αποτύπωμά του στην πρόσοψη του Ηilton. Πόσοι όμως γνωρίζουν το αληθινό εύρος της εικαστικής παρέμβασης του Μόραλη στην αισθητική δημόσιων κτιρίων και κατοικιών; Πόσοι ξέρουν ότι ο καλλιτέχνης έχει κάνει παρεμβάσεις σε περισσότερα από 30 κτίρια; Από την είσοδο του Δημαρχείου Αθηνών ως τον τοίχο στη σκάλα του «Διονύσου» στου Φιλοπάππου και από τα τέσσερα υπόστεγα του ΟΛΠ ως το αναψυκτήριο της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Γιάννης Μόραλης δημιούργησε ειδικές συνθέσεις που συνδέονται οργανικά με τον χώρο.

Αποψη της οικίας του Θ. Αγγελόπουλου στο Ψυχικό με τη σφραγίδα του Γιάννη Μόραλη
«Δεν νομίζω ότι κανένας άλλος ασχολήθηκε τόσο πολύ με την οργανική σύνδεση του εικαστικού έργου με τον αρχιτεκτονικό χώρο» σημειώνει η Φανή-Μαρία Τσιγκάκου, επιμελήτρια της έκθεσης «Οι αρχιτεκτονικές συνθέσεις του Γιάννη Μόραλη. Με οδηγό την αίσθηση», που εγκαινιάζεται στις 9 Φεβρουαρίου. «Η οικοδομική και η γεωμετρία δεν είναι ξένα στοιχεία στην τέχνη του Μόραλη.Οι αρμονικές γραμμές,ηαρμονία της σύνθεσης,το στέρεο της σύλληψης και η λιτότητα του εικαστικού λεξιλογίου έχουν σχέση με την αρχιτεκτονική. Ο Ελύτης έλεγε για τον Μόραλη, “ μ΄ ένα ολιγοψήφιο αλφάβητο στα χέρια του...”».

Σύμφωνα με την κυρία Τσιγκάκου, το Ηilton Αθήνας εγκαινίασε τη νέα διάσταση του έργου του Μόραλη και συνόψισε τη συμβολή του στην αρχιτεκτονική. Η συνεργασία του με το ξενοδοχείο ξεκίνησε το 1959 και ολοκληρώθηκε το 1962. Ακολούθησε μια σειρά προτάσεων για διαμορφώσεις ξενοδοχείων, τραπεζών, δημόσιων κτιρίων και κατοικιών. Οσοι παρατηρήσουν με προσοχή την παράσταση στην πρόσοψη του Ηilton Αθήνας θα αντιληφθούν ότι συνδυάζει τα στοιχεία της φιλοξενίας, του ταξιδιού και της διασκέδασης. Απεικονίζει τη θεά Αθηνά, έναν βωμό με τις προσφορές ιερειών, αυλητρίδες που παρέχουν διασκέδαση, έναν ίππο και ένα καράβι.

Εκτός όμως από τις εξωτερικές, ο Μόραλης είχε πραγματοποιήσει και εσωτερικές παρεμβάσεις στο ξενοδοχείο. Επειτα από την ανακαίνισή του εν όψει των Ολυμπιακών του 2004 ωστόσο οι περισσότερες καταστράφηκαν. «Και ένας τοίχος του Galaxy Βar διακοσμημένος από τον Μόραλη προβάλλεται ελάχιστα» μας λέει η κυρία Τσιγκάκου. Γιατί άραγε να μην υπάρχει ούτε μία πλακέτα που να υπενθυμίζει ότι ένας από τους μεγαλύτερους έλληνες καλλιτέχνες του 20ού αιώνα εργάστηκε εκεί; Κατεστραμμένα, σύμφωνα με την επιμελήτρια, είναι και τα τέσσερα υπόστεγα που ο καλλιτέχνης δημιούργησε για τον ΟΛΠ. Αντιθέτως,οι άνθρωποι της Citibank διέσωσαν την ξύλινη επένδυση που είχε σχεδιάσει στο υποκατάστημα του Κολωνακίου και μετά το τέλος της λειτουργίας του.

Η έκθεση, σε καλλιτεχνική επιμέλεια της Λίλης Πεζανού, θα περιλαμβάνει όλα τα προσχέδια του Μόραλη, τις φωτογραφίες των κτιρίων, τις φωτογραφίες των συνθέσεων που έκανε για κάποιους εσωτερικούς χώρους, αλλά και αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως πόμολα, τούβλα, πλακάκια και πλάκες που φέρουν την υπογραφή του. «Το μεγάλο βιβλίο που τη συνοδεύει- απαραίτητο εργαλείο για τους μελετητές του Μόραλη ως προς τον εικαστικό λόγο του στην αρχιτεκτονική και όχι μόνο- είναι σύλληψη του Διονύση Φωτόπουλου. Ο ίδιος μας κινητοποίησε για μια έκδοση που να περιλαμβάνει όλα τα προσχέδια για όλα τα κτίρια που έχει κάνει ο Μόραλης, καθώς επίσης μακέτες και αρχιτεκτονικά στοιχεία. Σημαντικά είναι και τα κείμενα της έκδοσης που υπογραμμίζουν τη συλλειτουργία αρχιτέκτονα και εικαστικού στην περίπτωση Μόραλη» προσθέτει η κυρία Τσιγκάκου.

«Αυτός ο Μόραλης είναι καλούτσικος»

Εργάτης δουλεύει στην πρόσοψη του Ηilton βάσει σχεδίων του Μόραλη, τα οποία συνδυάζουν τα στοιχεία της φιλοξενίας, του ταξιδιού και της διασκέδασης
Το γεγονός ότι οι αναθέσεις έργων ήταν για συγκεκριμένο έργο,για συγκεκριμένο χώρο και διαστάσεις,δεν ενοχλούσε τον καλλιτέχνη; Δεν το θεωρούσε καταπάτηση της περιβόητης ελευθερίας για την οποία πολλοί συνάδελφοί του κόπτονται; Η Φανή-Μαρία Τσιγκάκου είχε διατυπώσει ευθέως το ερώτημα στον Μόραλη.«Ισα-ίσα» της είχε απαντήσει εκείνος.«Οταν η παραγγελία ή ο χώρος είναι δεδομένα,είναι καλύτερα,διότι αντιμετωπίζεις ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και πρέπει να βρεις τη λύση,δηλαδή να κάνεις κάτι πρωτότυπο.Τι δηλαδή;Να θεωρήσουμε ότι ο Μιχαήλ Αγγελος περιορίστηκε στην Καπέλα Σιστίνα;».

Πώς ήταν η κουβέντα μαζί του;«Α,δεν μιλούσε ο Μόραλης.Ηθελε συγκεκριμένες ερωτήσεις για συγκεκριμένα πράγματα.Νευρίαζε όταν του έλεγα “πώς το κάνατε,κύριε Μόραλη;”.Είχε το εξής καταπληκτικό:Λάτρευε τα έργα του αλλά δεν παινευόταν ποτέ. Ελεγε “αυτός ο Μόραλης είναι καλούτσικος”.Και ποτέ δεν συνέκρινε το έργο του με άλλους.Δεν μιλούσε για τη ζωγραφική του,γιατί ήταν κάτι που αγαπούσε βαθιά και δεν ήθελε να το κάνει αγοραίο.Ο Μόραλης δεν έκανε ζωγραφική,ήταν ζωγράφος.Μιλούσε,ζούσε,φερόταν σαν ζωγράφος και λάτρευε τη ζωγραφική του,για την οποία έτρεφε βαθύτατο σεβασμό.Και όταν τον ρωτούσα πολλά-πολλά για το έργο του,μου έλεγε:“Αυτό που βλέπεις είναι αυτό που καταλαβαίνεις.Δεν μου αρέσουν οι ερμηνείες.Δες το όπως νομίζεις.Με την αίσθηση,βρε Φανή».

ΙΝFΟ
«Οι αρχιτεκτονικές συνθέσεις του Γιάννη Μόραλη. Με οδηγό την αίσθηση». Μουσείο Μπενάκη (κεντρικό κτίριο οδού Κουμπάρη). Από 10 Φεβρουαρίου ως 30 Απριλίου www.benaki.gr σε επιμέλεια Φανής-Μαρίας Τσιγκάκου

Πηγή Το Βήμα
30.1.2011

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

"Το είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι" είναι φάρσα"

«Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» είναι ο τίτλος της έκθεσης που ετοιμάζει ο Γιάννης Ψυχοπαίδης για την άνοιξη του 2011 στο χωριό Ψάρι της Αρκαδίας. «Ηταν ένα σύνθημα-διεκδίκηση της φοιτητικής μας νιότης,ένα είδος επιστροφής στο μέλλον,κάτι που σήμερα δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εργα γεννημένα τον τελευταίο καιρό αναφέρονται και εμπνέονται από πρόσωπα και καταστάσεις ιστορικής υπέρβασης, σαν προσκλητήριο απόντων και παρόντων» εξηγεί ο ίδιος. Από τότε που ξεκίνησε την πορεία του στον κόσμο της τέχνης και των χρωμάτων ο ζωγράφος και καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών διατηρεί σταθερό το κοινωνικό του στίγμα. Είτε με τις πρόσφατες «Ρolaroides», είτε παλιότερα με την «Πατριδογνωσία», ο Ψυχοπαίδης δίνει το «παρών» μέσα από τον καμβά ή με τον δημόσιο λόγο του- σε βιβλία, άρθρα και συνεντεύξεις.

- Αλήθεια,κύριε Ψυχοπαίδη,το ταλέντο φαίνεται εξ αρχής;

«Οχι. Είναι τόσο πλούσια η ανθρώπινη γκάμα. Σε ορισμένους το ταλέντο φαίνεται από την αρχή, σε άλλους καθυστερεί και βγαίνει με τη μορφή μιας αιφνιδιαστικής έκρηξης. Σε κάποιους άλλους καταλαβαίνεις ότι το ταλέντο δεν είναι μόνον ό,τι κάνουν εκεί, στα έξι χρόνια της σχολής, αλλά επίσης ταλέντο είναι τελειώνοντας κάποιος και βγαίνοντας στην ελεύθερη αγορά- γιατί εκεί αρχίζουν τα δύσκολα- πόσο μπορεί να αντισταθεί, πόσα “όχι” μπορεί να πει, ποιες αντιστάσεις έχει. Πώς δεν θα γυρίσει στα εύκολα και τα διακοσμητικά, πώς θα διαφυλάξει την τέχνη του από τη σύμβαση».

- Από κάθε φουρνιά αποφοίτων της Καλών Τεχνών πόσοι μπορούν να ζήσουν από την τέχνη τους;

«Παλαιότερα, σε εποχές λίγο πιο ρομαντικές, τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα. Σήμερα είναι πιο πραγματιστές οι καλλιτέχνες. Πολλοί από αυτούς θα διοχετευθούν στην εκπαίδευση και θα διδάξουν τεχνικά στα σχολεία».

- Ναι,αλλά δεν σπούδασαν γι΄ αυτό στη σχολή.

«Οχι, αλλά το λαμβάνουν πια σοβαρά υπόψη τους ως επαγγελματική αποκατάσταση. Κατά πόσο τώρα μπορούν να συνεχίσουν την τέχνη τους μόνοι τους είναι άλλη συζήτηση. Πρέπει να ισορροπήσουν ανάμεσα στο αυθεντικό καλλιτεχνικό τους κομμάτι και σε όλα τα άλλα, που είναι η ζωή, η καθημερινότητα, η επιβίωση, η οικογένεια, η δουλειά... Θέλει πολλές αντιστάσεις και ζόρια. Πρέπει να είσαι συνειδητός, αφιερωμένος για ώρες. Να μην οδηγηθείς σε δρόμους διακοσμητικούς και εμπορικούς. Αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος στην ουσία. Σε κάθε γενιά επιβιώνει ένας μικρός αριθμός, σχεδόν ο ίδιος κάθε φορά, ανθρώπων που ζουν από την τέχνη τους».

- Τυχεροί,ταλαντούχοι,επίμονοι; «Και κάτι ακόμη: Για να επιβιώσεις πρέπει να δεις και την κοινωνία που θα σε ανεχθεί και θα σε υποστηρίξει. Επιβιώνουν δηλαδή και εκείνοι που εναρμονίζονται με την εποχή και την κοινωνία- δεν είναι απαραίτητα θετικό το να επιβιώνει κανείς καλλιτεχνικά. Επιβιώνουν και κάποιοι που αποδέχονται ένα σύστημα αισθητικής, ενδίδουν στη διακοσμητικότητα και στις εύκολες λύσεις. Δυστυχώς, γιατί αυτό πουλιέται, είναι εμπορεύσιμο. Μπορεί να δικαιωθεί κάποιος από την κοινωνία, αλλά καλλιτεχνικά να παραμείνει ένα μεγάλο ερωτηματικό. Η τέχνη που δεν είναι συμβιβασμένη, η υψηλή τέχνη, είναι πάντα μη εμπορεύσιμη. Δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχει με την αισθητική μιας κοινωνίας. Αντιθέτως, ήταν κόντρα σε αυτά τα ρεύματα και πάντα επιβιώνει λάθρα, με τις δικές της αξίες».

- Σε μια κοινωνία όπως η σημερινή υπάρχουν αξίες;

«Είναι λάθος να μιλάμε για κοινωνία χωρίς αξίες. Το τραγικό είναι ότι έχουμε μια κοινωνία με αξίες, αλλά τι αξίες είναι αυτές; Είναι αξίες που αναπαράγουν την ευτέλεια, τη σύμβαση, έναν καθωσπρεπισμό και έναν φοβικό μικροαστισμό της καλλιέπειας. Αναπαράγουν τα λαμπερά και επιφανειακά. Αυτές οι αξίες έχουν πάρει στον λαιμό τους μια κοινωνία, αισθητικά και όχι μόνο, και την πνίγουν. Η υψηλή τέχνη εμπεριέχει το στοιχείο της αμφισβήτησης και της ανατροπής».

ξεχωριστό από την κοινωνία. Αλλά, όπως και στην κοινωνία, έτσι και στην τέχνη πρέπει τελικά να αναζητούμε την ιδιαιτερότητα και την αυθεντικότητα των ανθρώπων που πάνε κόντρα στο ρεύμα ή έχουν μια άλλου είδους - Είναι παρούσα η ελληνική τέχνη σήμερα;

«Οχι, οι έλληνες καλλιτέχνες είναι. Μεμονωμένοι άνθρωποι, και εδώ και στο εξωτερικό, που μετριούνται ως συγκεκριμένοι με συγκεκριμένη δράση. Το υπόλοιπο είναι ένα γοητευτικό και χαώδες συνονθύλευμα χωρίς κανόνες και κριτική σκέψη, χωρίς κριτήρια. Θεσμικά, δεν υπάρχει τίποτε, ούτε ατομικά ούτε σε ένα πλαίσιο ευρύτερης κριτικής διάστασης, ώστε να μπαίνουν τα πράγματα σε διαβαθμίσεις και ιεραρχήσεις».

- Σαν να περιγράφετε την ίδια την Ελλάδα...

«Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Το ζητούμενο είναι να αναζητήσουμε αυτές τις αξίες που λειτουργούν σε πείσμα αυτής της πραγματικότητας. Δεν θα μπορούσε η τέχνη να είναι κάτι αισθητική, μια συνέπεια, μια διάθεση καινούργιας αλληλεγγύης και συναδελφικότητας, οργανώνουν πράγματα γύρω τους που δεν είναι ατομικές υποθέσεις. Αυτές είναι οι αξίες που χαίρεσαι να υποστηρίζεις».

- Τι σας θυμώνει πιο πολύ στην Ελλάδα σήμερα;

«Είναι τόσο πολλά που είναι δύσκολο να τα περιγράψεις. Εχω περάσει το στάδιο του μεγάλου θυμού, ακολούθησε εκείνο της ουδέτερης παρατήρησης και της κριτικής ματιάς. Ο κίνδυνος είναι ένα τρίτο στάδιο, μια απομάκρυνση από την πραγματικότητα συνδυασμένη με μια απώθηση. Αυτό θα το χαίρονταν πάρα πολλοί, γιατί ακριβώς αυτό θέλουν από εμάς, να απομακρυνθούμε αηδιασμένοι και να μην έχουμε να κάνουμε τίποτε με αυτή την κοινωνία και τελικά να εξοριστούμε, είτε πραγματικά είτε μεταφορικά. Δηλώνω ότι δεν θα τους κάνω το χατίρι, και δεν το λέω ηρωικά. Είναι θέμα επιβίωσης. Δεν θα αποτελέσουμε τη νέα γενιά των εξορίστων. Ηδη πάρα πολλοί φεύγουν έξω».

- Δεν μας κρατά δηλαδή η Ελλάδα; «Οχι. Σε διώχνει. Και εκεί είναι το μεγάλο ζητούμενο, το μεγάλο στοίχημα: θα καταφέρουν να μας διώξουν όλους; Πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να συμβεί κάτι τέτοιο».

- Μιλάτε σαν να υπάρχει οργανωμένο σχέδιο.

«Δεν είμαι υπέρ της θεωρίας των συνωμοσιών. Καθόλου. Οταν βλέπεις συστηματικά μέσα στα χρόνια τρόπους, συμπεριφορές, νοοτροπίες, αντιλήψεις, πολιτικές που οδηγούνται νομοτελειακά προς μια ευρύτερη απαξίωση αξιών, ανθρώπων, θεσμών, πρέπει να αναρωτηθείς για τη διάρκεια. Το έγκλημα δεν είναι στιγμιαίο, είναι διαρκές. Μπορεί να θεωρήθηκαν οι πραξικοπηματίες της χούντας ένοχοι στιγμιαίου εγκλήματος, στην ουσία όμως ήταν ένα διαρκέστατο έγκλημα που είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πίσω. Ξαναδιάβαζα τελευταία τα γράμματα του Μπάιρον από την Ελλάδα του 1824 και είναι σαν να μιλάει για το σήμερα».

- Είμαστε,όπως λέγεται,όλοι συνυπεύθυνοι για την τωρινή κατάσταση;

«Εδώ ακριβώς παίζεται η μεγαλύτερη φάρσα. Μιλώντας για συνενο χή, η κυβέρνηση θέλει να πετύχει να μοιράσει τις ευθύνες με τον ίδιο τρόπο ανάμεσα σε θύτες και θύματα. Είναι μια τακτική πονηρή και έξυπνη και μέσα από τον λαϊκισμό της δείχνει να πιάνει. Στηρίζεται ακριβώς στην ενοχή του κοινού μοιράσματος, ώστε να φύγουν οι ευθύνες από τους πραγματικά υπεύθυνους. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθούν η ποιότητα και το μέγεθος της ευθύνης των ανθρώπων που κυβέρνησαν αυτόν τον τόπο τα τελευταία 40 χρόνια με αυτούς που τους ψήφισαν και τους ανέχτηκαν».

- Δεν τα φάγαμε δηλαδή όλοι μαζί; «Αυτό, είτε χοντροκομμένα είτε εντέχνως, καλλιεργείται για να φύγουν οι ευθύνες από αυτούς που συμμετείχαν διαχρονικά και τις έχουν ως άκρως υπεύθυνοι. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε απόλυτη απαξίωση πραγμάτων που έχουν να κάνουν με τον δημόσιο χώρο, την κοινωνία, και κυρίως με την έννοια του πολίτη. Αυτό που απαξιώθηκε περισσότερο είναι ο πολίτης. Σήμερα υπάρχει ως ιδιώτης. Ο ιδιώτης με την κλασική έννοια είναι καταδικαστέος από την κοινωνία. Αυτό πέτυχαν σήμερα στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει πια κοινωνικός ιστός, έννοιες αλληλεγγύης, κοινού αγώνα, οραμάτων, καινούργιων ιδεών, παιδείας. Το 2007 κατάφεραν, μετά από συστηματικές προσπάθειες, να κάψουν την Ολυμπία. Ηταν κάτι που ξεπερνούσε τον μέσο όρο του δράματος. Μια τέτοια ύβρις...».

- Σαν να κάηκε η Ακρόπολη; «Ακόμη περισσότερο. Η Ακρόπολη είναι ένα μνημείο που αφορά την ελληνική δημοκρατία. Η Ολυμπία είναι ένας τόπος που αφορά την ανθρωπότητα ως συνύπαρξη και συναγώνα. Αυτό κάηκε στην Ολυμπία και αφορούσε την ελληνική κοινωνία ιδιαιτέρως. Δοκιμάστηκε η έννοια της κατάργησης κάθε έννοιας άμιλλας». «Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ»
«Το 2007 κατάφεραν, μετά από συστηματικές προσπάθειες, να κάψουν την Ολυμπία. Ηταν κάτι που ξεπερνούσε τον μέσο όρο του δράματος.Μια τέτοια ύβρις...» λέει ο Γιάννης Ψυχοπαίδης
- Την αγαπάμε σήμερα την Ελλάδα; «Τι σημαίνει “αγαπάμε”; Σημαίνει δίνουμε και παίρνουμε,όπως σε μια σχέση.Ε,λοιπόν,η πατρίδα δεν μας αγαπάει.Εμείς την αγαπάμε.Και αυτό είναι μια σχέση νοσηρή. Αυτή τη στιγμή εμείς έχουμε όλη αυτή την αναφορά σε μια παλιότερη Ελλάδα και προσπαθούμε να διαφυλάξουμε κάποια αυθεντικότητα.Αμφιβάλλω πολύ αν ένας εικοσάρης σήμερα αγαπάει με τον ίδιο τρόπο την πατρίδα του.Την αγαπάει σαν μια κατάσταση μεγαλώματος της παιδικής του ηλικίας.Με μεγάλη όμως ευκολία αναζητεί τρόπους ζωής και ποιότητες ζωής σε έναν άλλον τόπο.Γιατί αυτή τη στιγμή περιβάλλεται από ένα αδιέξοδο και μια έλλειψη προοπτικής.Εχουν ακυρωθεί τα αυθεντικά».

- Και οι νέοι πώς αντιδρούν; «Εχουν την κουλτούρα του αυτισμού,με τις εξαιρέσεις τους φυσικά.Πρέπει να τους δώσουμε κάτι να τους εμπνεύσει για να ανθίσουν.Είναι ζόρικα τα πράγματα.Τρέχουν κι αυτοί μέσα στη σύγχυση.Οι εκρήξεις σήμερα είναι ατομικές.Σαν άναρθρες κραυγές μιας κοινωνίας που πάει να τρελαθεί.Είναι μια σκόρπια δύναμη».

- Μπορούν να μετουσιωθούν όλα αυτά σε τέχνη; «Μα,αυτά είναι η τέχνη.Αυτό το ανακάτεμα είναι η τέχνη.Τα συμπεριλαμβάνει με έναν μαγικό τρόπο- στις καλές της εκδοχές.Ισως τελικά τα αισθήματα μπορούν να κινητοποιήσουν τους ανθρώπους,να τους ξαναθυμίζουν τις καλές τους στιγμές.Αν το αποδεχθούμε,έχουμε κάνει ένα βήμα μπροστά».

Της Μυρτώς Λοβέρδου
Πηγή Το Βήμα
19.122010

Ενας Ελληνας στην αυλή του βασιλιά της Αβησσυνίας

Σε ένα ταξίδι με προορισμό την Αίγυπτο, ο 27χρονος τότε Γιώργος Προκοπίου γνώρισε τον Παύλο Μελά, ο οποίος έμελλε να αποδειχθεί ο άνθρωπος που θα του άλλαζε τη ζωή. Εχοντας ήδη ξεχωρίσει ως ζωγράφος, με σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (αργότερα θα συνέχιζε τις σπουδές του στο Παρίσι, στη Βιέννη και στο Μόναχο), ο Μελάς σύστησε τον σμυρνιό καλλιτέχνη σε έναν στρατηγό από την Αβησσυνία. Αυτός με τη σειρά του κάλεσε τον Προκοπίου στην αυλή του αυτοκράτορα της χώρας Μενελίκ, ο οποίος αναζητούσε τον κατάλληλο ζωγράφο για να φιλοτεχνήσει την προσωπογραφία του. Από εκεί αρχίζει η γοητευτική περιπέτειά του στην αφρικανική ήπειρο των αρχών του 20ού αιώνα. Είχε προηγηθεί η παραμονή του, μαζί με τον συγγραφέα αδελφό του Σωκράτη, στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια, ενώ το ταξίδι με καραβάνι προς την Αβησσυνία, που διήρκεσε 50 ημέρες, χάρισε μοναδικές εμπειρίες στους ταξιδιώτες του.

Με την ευχή της μάνας του - «παιδί μου, να πας στην Αβησσυνία» ο Γιώργος Προκοπίου βρέθηκε ενώπιον του αυτοκράτορα. «Ο πόθος ν΄ αποκτήσω τη μεγάλη τιμή,να φτιάσω την εικόνα της Μεγαλειότητός του» είπε «μ΄ έκαμε να λησμονήσω και οικογένεια και κόπους.Το όνειρό μου να επιτύχω τη δόξα να κάνωεγώ πρώτος την εικόνα του μεγάλου αυτοκράτορος της Αβησσυνίας» .

 

Ενα ατελιέ δεν άργησε να στηθεί. Αλλά προτού ποζάρει ο Μενελίκ, ο έλληνας ζωγράφος χρειάστηκε να δοκιμαστεί ζωγραφίζοντας τον εξάδελφό του Ντετράς Ντεσσάμα και τον ελβετό σύμβουλό του Αλφρέδο Ιλγκ. Φωνάζοντας με ενθουσιασμό την ντόπια έκφραση επιδοκιμασίας «βάι γουτ, βάι γουτ, καρά- καράκαρά!» ο Μενελίκ «έχρισε» ουσιαστικά τον Προκοπίου ζωγράφο του και ζωγράφο της Αυλής.

Η παραμονή του στην Αφρική ως το 1911 του χάρισε εμπειρίες, χρώματα και εικόνες, ενώ μια πλούσια συλλογή έργων τέχνης έμεινε πίσω - πορτρέτα της βασιλικής Αυλής αλλά και ανώνυμων πολιτών. Παράλληλα, με μια σειρά φωτογραφιών απαθανάτισε στιγμιότυπα της εκεί καθημερινότητας, καθώς πλάι στην αγάπη του για τη ζωγραφική είχε προστεθεί και το ενδιαφέρον του για τη φωτογραφία- αργότερα ο Προκοπίου θα περνούσε και στην κινηματογραφική κάμερα, αφήνοντας πίσω του, μεταξύ άλλων, στιγ
μιότυπα από την πολιτική ζωή του τόπου, καθώς και από το αλβανικό Μέτωπο.

Επιστρέφοντας στη γενέτειρά του ο Γιώργος Προκοπίου συνεχίζει με όλο και περισσότερες περγαμηνές να ζωγραφίζει. Η ελίτ κοινωνία της Σμύρνης επιζητεί τον τιμημένο καλλιτέχνη για ένα πορτρέτο. Η κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα τον βρει κυνηγημένο. Με την Καταστροφή της Σμύρνης το ΄22 καταδικάζεται σε θάνατο από τουρκικό στρατοδικείο. Τελικά θα σωθεί, μαζί με όλη του την οικογένεια και την καλλιτεχνική του περιουσία, χάρη στον γάλλο πρόξενο. Τα Χριστούγεννα τον βρίσκουν στον Πειραιά. Αργότερα, στην Αθήνα, οι σημαντικές γνωριμίες του θα τον κάνουν περιζήτητο ενώ οι εκθέσεις του σηματοδοτούν παράλληλα και κοσμικά γεγονότα. «Χθες το απόγευμα ο πρόεδρος της κυβερνήσεως κ.Βενιζέλος συνοδευόμενος υπό των υπουργών κκ. Γόντικα και Βουρλούμη, των υφυπουργών Παπαδάτου και Δοξιάδου και άλλων πολιτικών προσώπων επεσκέφθη την έκθεσιν του ζωγράφου κ. Γ. Προ κοπίου εις την αίθουσα “Παρνασσός”.Ο κ.Πρόεδρος παρέμεινε αρκετήν ώραν εν τη αιθούση της εκθέσεως περιεργαζόμενος με πολύ ενδιαφέρον τους πίνακας του σμυρναίου καλλιτέχνου και αφού τον συνεχάρη θερμότατα διά το πολυσύνθετον ιστορικόν έργον του, διά τ΄ αρχαία και θαυμαστά μνημεία, τα τοπία της Ελλάδος και τα επιτυχή πορτραίτα, ηγόρασε εν τέλει τον “Σαλπιγκτή” από την σειράν των ιστορικών έργων, ως ανάμνησιν της εξαιρετικής αυτής εργασίας, η οποία τιμά την ελληνικήν τέχνην και ψυχήν» έγραφε το «Ελεύθερον Βήμα» στις 28 Δεκεμβρίου 1928. Αλλωστε ο Προκοπίου είχε φιλοτεχνήσει το 1919, μετά την απελευθέρωση της Σμύρνης από τον ελληνικό Στρατό, μεγάλη προσωπογραφία του Βενιζέλου σε μετάξι, η οποία και είχε τοποθετηθεί στην προκυμαία της Σμύρνης.

Ανάμεσα στους φίλους του συγκαταλέγονται προσωπικότητες όπως ο Σπύρος Μερκούρης, που ήταν και παράνυμφος στον γάμο του το 1906 με τη Λούλα, το γένος Αγγέλου Φασιλή- με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον Ανδρέα και τον Αγγελο-, ο τραπεζίτης Γιώργος Ζερβουδάκης, με τον οποίο έκαναν μαζί και επιχειρηματικές δουλειές, ο Βικάτος, ο Ιακωβίδης, η οικογένεια Γερουλάνου... Οι εκθέσεις του, είτε ομαδικές είτε ατομικές, πολλαπλασιάζονται, ενώ συμμετέχει στην
ίδρυση της Ομάδας Ελλήνων Ακαδημαϊκών Ζωγράφων.

Το 1940 έμελλε να είναι καθοριστικό και για τον ίδιο: παρ΄ ότι υποφέρει από βρογχικά, παίρνει ειδική άδεια για να μεταβεί στο Μέτωπο και να απεικονίσει τις μάχες. Σκίτσα, φωτογραφίες, αλλά και η τελευταία ημιτελής ελαιογραφία του Αργυροκάστρου, μαζί με ένα γράμμα- τελευταίο και αυτό- στη γυναίκα του, από το αντίσκηνό του, σε θερμοκρασία 20 υπό το μηδέν. Πεθαίνει από συγκοπή καρδιάς στις 20 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς.

Το πλούσιο έργο του Γιώργου Προκοπίου πέρασε από πολλά στάδια: ρεαλισμός, ρομαντισμός, εμπρεσιονισμός. Μέσα από τις προσωπογραφίες και τα πορτρέτα, τους τόπους και τα τοπία, τις σκηνές της μάχης ο Προκοπίου παρέμεινε δάσκαλος και ζωγράφος της νεοελληνικής τέχνης. Η τέχνη του παρακολουθεί τις αλλαγές της Ιστορίας, ενώ η καλλιτεχνική καταγραφή της Αφρικής, σε εποχές όπου τα ταξίδια ήταν εξαιρετικά δύσκολα, προσέθεσαν σε αυτόν τον ιδιαίτερο ζωγράφο μια εξωτική διάσταση, πλάι σε έναν εξίσου ιδιαίτερο πατριωτισμό- ξεκινώντας από τη Σμύρνη πριν από την καταστροφή και φθάνοντας ως την Αθήνα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. 
 
Της Μυρτώς Λοβέρδου
Πηγή Το Βήμα 
19.12.2010

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Το σπίτι ενός "παλαβού μπογιατζή" (Θεόφιλος Χατζημιχαήλ)

Πώς δημιουργήθηκε πριν από 45 χρόνια, μετά κόπων και βασάνων, το μουσείο του μεγάλου ναΐφ ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ στη Μυτιλήνη, το οποίο σήμερα υπολειτουργεί και κινδυνεύει να σαπίσει από την υγρασία

«Ηρθαμε να αποκατασταθούμε απέναντι στον Θεόφιλο γιατί δεν σταθήκαμε ικανοί να αναγνωρίσουμε την αξία του στη ζωή του». Με μια εντυπωσιακή συστράτευση πνευματικών ανθρώπων, όπως ο Ηλίας Βενέζης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, αλλά και χιλιάδων κατοίκων της Λέσβου εγκαινιάστηκε στις 29 Αυγούστου 1965 το Μουσείο Θεόφιλου στη γενέτειρα του ζωγράφου, στο θέρετρο Βαρειά της Λέσβου. Τότε η κοπιαστική και δύσκολη πορεία αναγνώρισης του «παλαβού μπογιατζή», μια πρωτοβουλία του τεχνοκριτικού και εκδότη Στρατή Ελευθεριάδη (Τeriade), του προέδρου της Επιτροπής Εορτών Θεόφιλου Αγγελου Κατακουζην ού, καθηγητή του Πανεπιστημίου των Παρισίων, και σύσσωμης της «γενιάς του ΄30» έμοιαζε να δικαιώνεται.

Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα «ο αλήτης με τη λερή φουστανέλα» ζητεί εκ νέου αποκατάσταση. Το μουσείο του υποφέρει από την εγκατάλειψη και την αδιαφορία, την ίδια ώρα που σε ένα άλλο μουσείο, το Μπενάκη (οδός Κουμπάρη) στην Αθήνα, η έκθεση έργων του καλλιτέχνη από τη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες. Σε τι κατάσταση ακριβώς βρίσκεται σήμερα το «θαυμάσιο δώρο του Τεριάντ στη Λέσβο», όπως είχε γράψει ο Ηλίας Βενέζης στο «Βήμα» της Τρίτης 7 Σεπτεμβρίου 1965; Το Μουσείο Θεόφιλου, το οποίο υπάγεται στον Δήμο Μυτιλήνης, λειτουργεί χωρίς φύλαξη από τις 4 το απόγευμα και μετά, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία στο «Βήμα» επισκέπτριάς του το καλοκαίρι «λόγω της υγρασίας και της έλλειψης συντήρησης τα έργα σαπίζουν».

Το ίδρυμα που δώρισε ο Στρατής Ελευθεριάδης στον Δήμο Μυτιλήνης, σε αρχιτεκτονικά σχέδια Γιώργου Γιαλλουλέλη, αποτελούμενο από τέσσερις αίθουσες που φιλοξενούν 86 έργα φιλοτεχνημένα από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, λειτουργεί πλέον με προσωπικό μόνο μία υπάλληλο, η οποία μάλιστα παραμένει απλήρωτη από τις αρχές του 2010. «Βρίσκομαι εδώ εκτελώντας χρέη ταμία και φύλακα από τις 10 το πρωί ως τις 4 το απόγευμακάθε μέρα εκτός Δευτέρας» μας λέει η συμβασιούχος του δήμου κυρία Κολυβά Πηνελόπη. «Δεν υπάρχει άλλος εργαζόμενος στο μουσείο. Και από επισκεψιμότητα... κάθε πέρυσι και καλύτερα. Ερχονται περισσότεροι Ελληνες και λιγότεροι ξένοι, οι οποίοιωστόσο ξέρουν να μου πουν πράγματα τα οποία εγώ από το 2006που είμαι εδώδεν γνώριζα». Είναι μοιραίο, φαίνεται, η φουρτουνιασμένη ψυχή του καλλιτέχνη να μην μπορεί να βρει ανάπαυση.

«Πού οδηγούμεθα; Ενας Κατακουζηνός να εκθέτει σπίτι του έναν κομμουνιστή μπογιατζή. Να τον επαινεί ο Σεφέρης και να κόπτεται υπέρ αυτού ένας Χατζηκυριάκος-Γκίκας! Πού οδηγούμεθα, ύψιστε Θεέ;». Με αυτό το σχόλιο η εφημερίδα «Αθηναϊκή» υποδεχόταν το 1946 την πρώτη έκθεση έργων του Θεόφιλου στην Αθήνα, στο σαλόνι του Αγγελου Κατακουζηνού, 12 χρόνια μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη. Οι καιροί ήταν δύσκολοι. Η Αθήνα έβγαινε από την Κατοχή και έμπαινε στον Εμφύλιο, κομμένη στα δύο. Ο αυτοδίδακτος εκπρόσωπος μιας τέχνης αυθόρμητης, που έμοιαζε να πηγάζει από ξωκκλήσια της Μάνης ή κεντήματα της Κρήτης, φάνταζε ως ιδανικός στόχος- παρ΄ ότι από το 1945 ένας άλλος Μυτιληνιός, ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ζητούσε με άρθρο του να οργανωθεί μια μεγάλη έκθεση «για την περισυλλογή και τη διάσωση των έργων του Θεόφιλου». Ο δεξιός Τύπος απαξίωνε τον παλαβό μπογιατζή που υπονόμευε την «καθαρότητα» του Ελληνισμού, ενώ ο αριστερός απορούσε πώς ένα παιδί του λαού μπορεί να βρει στέγη στο σαλόνι ενός μεγαλοαστού, όπως ο αθηναίος νευρολόγος-ψυχίατρος Αγγελος Κατακουζηνός.

Ο ενθουσιασμός ωστόσο για τον καλλιτέχνη που ανακάλυψε στο Πήλιο ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος και είδε ο Τeriade στη Μυτιλήνη να γίνεται αντικείμενο χλεύης, αφού ζωγράφιζε σε τοίχους μαγαζιών και καφενέδων Μεγαλέξανδρους και Γοργόνες, δεν ήταν γραφτό να σβήσει εύκολα. Ο Θεόφιλος εξάλλου είχε επιβιώσει του ακαδημαϊσμού και της ηθογραφίας του 19ου αιώνα. Θα «σκόνταφτε» στον 20ό;

Ζητεί ξανά ψήφο εμπιστοσύνης
Το γράμμα του Τeriade με το οποίο ο τεχνοκριτικός και εκδότης εξουσιοδοτούσε τον Αγγελο Κατακουζηνό να σχηματίσει μια τιμητική επιτροπή για τα εγκαίνια του Μουσείου
«Το βρισίδι που φάγαμε τα χρόνια της έκθεσης Θεόφιλου το ξεχνάς- καλά κάνεις» έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης σε επιστολή του προς τον Αγγελο Κατακουζηνό, ο οποίος δεν είχε σκοπό να παραιτηθεί από την προσπάθεια ανάδειξης του έργου του ζωγράφου και δημιουργίας ενός Μουσείου Θεόφιλου. Οι θαυμαστές του έργου του Θεόφιλου εξάλλου πλήθαιναν σιγά σιγά. Δύο εκθέσεις στην Αθήνα και στο Παρίσι με πρωτοβουλία του ίδιου του Τeriade το πιστοποίησαν με τον καλύτερο τρόπο. Το έδαφος ήταν πλέον πρόσφορο για την ίδρυση του Μουσείου Θεόφιλου στη Λέσβο.

Επειτα από παράκληση του Τeriade ο Κατακουζηνός προέβη στις απαραίτητες ενέργειες, ενώ τη διαμόρφωση του Μουσείου Θεόφιλου ανέλαβε ο Γιάννης Τσαρούχης . Τα εγκαίνια έγιναν μέσα σε πανηγυρικό χαρακτήρα παρουσία σημαντικών εκπροσώπων της «γενιάς του ΄30»- η οποία υποστήριξε το εγχείρημα- και εκατοντάδων κατοίκων του νησιού, οι οποίοι με την αυθόρμητη παρουσία τους ήθελαν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους για την πρωτοβουλία.

Σήμερα, περίπου μισό αιώνα μετά τη μεγάλη δικαίωση του έργου του Θεόφιλου, ο λαϊκός ζωγράφος ζητεί... εκ νέου ψήφο εμπιστοσύνης.

Οχι στην Αθήνα, όπου σημειώνονται ουρές για να απολαύσουν τους πίνακές του, αλλά στο ίδιο το βουκολικό τοπίο όπου γεννήθηκε, πόνεσε, πείνασε και περιφρονήθηκε.

Της Κατερίνας Λυμπεροπούλου
Πηγή Το Βήμα
2.10.2010

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Περπατάς και δεν έχεις που να ακουμπήσεις το βλέμμα σου

Παναγιώτης Τέτσης, ζωγράφος - ακαδημαϊκός - Ο μεγάλος δάσκαλος μιλάει για την Αθήνα, την κρίση, το περιβάλλον

Ο Παναγιώτης Τέτσης είχε φτάσει νωρίτερα στο ραντεβού, γιατί ήθελε να εξασφαλίσει ένα γωνιακό, ήσυχο τραπέζι. Θαμώνας του εστιατορίου, ήξερε ότι σε λίγη ώρα θα γέμιζε από παρέες και επαγγελματικά ραντεβού για το μεσημεριανό φαγητό. Ο ενθουσιασμός του για το γουρουνόπουλο στο φούρνο με πατάτες και «κρουστή, ξεροψημένη πετσούλα» είναι τόσο μεταδοτικός, που δύσκολα αντιστέκεσαι αν και είναι μόλις 1 η ώρα. Στην περιγραφή του πιάτου βάζει τα πιο ρεαλιστικά και ελκυστικά χρώματα της τέχνης του. Οχι. Ο εικαστικός καλλιτέχνης δεν επιδίδεται σε γευσιγνωστικές ασκήσεις. Απλώς, εκτιμά το αυθεντικά ωραίο όπου κι αν το συναντάει. Και μάλιστα ανιδιοτελώς. Γιατί ο ίδιος επιλέγει να φάει κάτι ελαφρύ: φρέσκα φασολάκια.

Η κουβέντα ξεκινάει από τη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Πιερ Σουλάζ, του 90χρονου πλέον Γάλλου φορμαλιστή –από τους τελευταίους ζωντανούς εικαστικούς μύθους της χώρας του– που διοργανώθηκε πρόσφατα στο Μπομπούρ, στο Παρίσι. Παρατηρώ ότι οι παραλλαγές πάνω στο μαύρο στα μεγάλα ταμπλό που φιλοτεχνεί είναι αποκαλυπτικές. «Πόση ποικιλία μπορεί να έχει η μονοχρωμία», λέω. Κάτι ανάμεσα σε διαπίστωση και ερώτηση. «Μα κι εμένα μια θητεία μου είναι στο ασπρόμαυρο. Οπως το είπατε. Εχει τέτοιο πλούτο το μαύρο, που ίσως δεν βρίσκεις στο χρώμα. Προσωπικά εκτιμώ τις μαυρόασπρες ταινίες».

– Τι σας συγκινεί στο χρώμα; Τι προσπαθείτε να συλλάβετε με το χρώμα;

– Μην το λέτε έτσι. Τα υλικά των ζωγράφων είναι αυτά. Ο κολορίστας βρίσκει την ισορροπία στη σχέση του τόνου, της απόχρωσης και της ποσότητας, της έκτασης, της ποιότητας.

Οι ρυθμοί ανεβαίνουν, ο ήχος από τα πιάτα και τις παραγγελίες εντείνεται, η ζωή εκτοπίζει την τέχνη. «Στην επιστολή σας, κύριε Τέτση, για τους πρώην εργαζόμενους της Ολυμπιακής που είχαν αποκλείσει την Πανεπιστημίου, η οποία δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της «Κ», διαπίστωσα ότι χρησιμοποιείτε τα μέσα μαζικής μεταφοράς». Η απάντηση δεν διευκολύνει τη συνέχεια: «Εχω ένα πρόβλημα με τα γόνατά μου τελευταία και παίρνω πλέον όλο και πιο συχνά ταξί...». Επιμένω: «Παρ’ όλα αυτά, ήθελα να σας ρωτήσω πόσο έχει αλλάξει η Αθήνα στα χρόνια που τη ζείτε και την ξέρετε;». «Πολύ. Υπάρχει μεγάλη αταξία στους δρόμους. Το πανεπιστημιακό άσυλο έχει καταλήξει να είναι άσυλο για τους κακοποιούς ή τους οργισμένους. Οταν ήμουν πρύτανης στη Σχολή Καλών Τεχνών είδα να γίνονται καταστροφές από καταλήψεις. Μπροστά στα μάτια μου διαδραματίζονταν απίστευτα πράγματα. Τώρα αρχίζει και την πληρώνει το κτίριο της Ακαδημίας Αθηνών, παρότι δεν είναι πανεπιστημιακός χώρος. Για ποιες ιδέες μιλάνε;»

– Γιατί, κατά τη γνώμη σας, γίνονται τόσο βίαιες οι διαμαρτυρίες;
– Μήπως θα έπρεπε να ρωτήσετε κάποιον ψυχίατρο;
– Γιατί; Θεωρείτε το φαινόμενο παθολογικό;
– Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Από την άλλη, στόχος τους είναι και η κλοπή. Παίρνουν ό, τι βρούνε. Η δικτατορία σίγουρα έχει παίξει ρόλο σε αυτές τις αντιδράσεις, αλλά μετά από τόσα χρόνια δεν θα ’πρεπε να έχουν ηρεμήσει;
– Πόσο πιστεύετε ότι επηρεάζει η μεγάλη οικονομική κρίση;
– Τα οικονομικά της Ελλάδος ήταν ανέκαθεν σαθρά. Με εντυπωσιάζει η έκπληξή μας. Δεν ξέραμε εδώ και δεκαετίες ότι δεν παράγουμε, άρα δεν εισπράττουμε; Αναλογιστείτε πόσες εργοστασιακές μονάδες έχουν κλείσει. Είμαστε μια φτωχή χώρα με πλούσιους κατοίκους. Αντιθέτως. Η Πολωνία, για παράδειγμα, είναι μια πλούσια χώρα με φτωχούς ανθρώπους. Εγώ, ούτως ή άλλως, πέρασα τη ζωή μου με περιορισμένα οικονομικά. Τώρα, τα πράγματα είναι καλύτερα, αλλά δεν μου λείπει ποτέ αυτή η έγνοια.
– Από τις πωλήσεις των έργων σας, δεν αποκτήσατε χρήματα;
– Σας είπα ότι τώρα ζω καλά. Εχω ένα σπίτι στην Υδρα, ένα στη Σίφνο, έχω εξασφαλίσει και τον γιο μου τον Αλέξη, που τώρα είναι κοντά 38 ετών. Βέβαια, δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται με προσωπικούς, ατομικούς όρους, γιατί μία, ο μη γένοιτο, χρεοκοπία μάς αφορά όλους. Εκεί όμως που περπατάς στο δρόμο και βλέπεις να κλείνει ένα κατάστημα, ξεπηδάει στην ίδια θέση ένα καινούργιο. Αν κάνετε μια βόλτα πάνω από την Ελλάδα με ελικόπτερο, θα δείτε δεκάδες μαρίνες με σκάφη όλων των ειδών και μεγεθών. Αυτά τα βλέπει και η κ. Μέρκελ! Και ύστερα θέλουμε να μας δώσει χρήματα!.. Δημιουργείται μια περίεργη κατάσταση, όπου ο καθένας εξαιρεί τον εαυτό του. Πάντα οι «άλλοι», ποτέ «εμείς». Υστερα, είναι κι αυτή η υποκρισία. Συμμετέχουμε στην Ωρα της Γης, για παράδειγμα, και μέσα στο υπόλοιπο 24ωρο γίνεται απίστευτη κατασπατάληση ενέργειας και ηλεκτρικού ρεύματος...

Οι περιβαλλοντικές ανησυχίες του Π. Τέτση είναι πολλές και ξεκινούν από την καθημερινότητα, εκεί που ο καθένας μας οφείλει να δίνει τις μικρές, αλλά απαραίτητες, μάχες του. Τον απασχολούν όλα όσα καταγράφει (κατέγραφε τουλάχιστον) στις πεζοπορίες του στο κέντρο της πόλης. Για τα δέντρα στα πεζοδρόμια, αφιερώνει μια ολιγόλεπτη αφήγηση. «Μα κανείς δεν σκέφτεται να τους ρίξει λίγο νερό;», διαμαρτύρεται. Οι εικόνες του από την «παλιά Αθήνα» δεν έχουν καθόλου ξεθωριάσει. Αναβιώνουν με λεπτομέρειες: «Στη μέση της Βασιλίσσης Σοφίας ήταν οι γραμμές του τραμ. Οδόστρωμα αριστερά, δεξιά και τα πεζοδρόμια είχαν διπλή δεντροστοιχία. Οχι μονή, διπλή. Γωνία Οθωνος και Αμαλίας ήταν το σπίτι του Νεγρεπόντη, το ωραιότερο της Αθήνας... Σήμερα, περπατάς και δεν έχεις πού να ακουμπήσεις το βλέμμα σου. Η τόση ασχήμια της Πανεπιστημίου, η μαυρίλα του καυσαερίου, τα κλιματιστικά…».
– Εν τούτοις, το ωραίο ζωγραφίζετε.
– Ωραίο το κάνει η ελληνική ατμόσφαιρα και ο ήλιος. Μέσα σε ένα άσχημο κτίριο μπορείς να δεις μια αντανάκλαση, ένα κομμάτι, που να είναι θέμα ζωγραφικής...
Ο πολιτισμός στην Ελλάδα είναι πάντα τελευταίος στη λίστα
Ο Παναγιώτης Τέτσης, κολορίστας, προσωπογράφος, τοπιογράφος από τους εξέχοντες στην παράδοση της νεοελληνικής ζωγραφικής. Υδραίος, Πειραιώτης, Αθηναίος, πανεπιστημιακός δάσκαλος, Ακαδημαϊκός, μέλος, στο παρελθόν, του Δ.Σ. της Εθνικής Πινακοθήκης. Αντλώ από την τελευταία ιδιότητα για να τον ρωτήσω για την έλλειψη μουσειακής πολιτικής.

«Πιστεύετε ότι η Εθνική Πινακοθήκη εκπληρώνει τον σκοπό της;».
«Η αποστολή της Πινακοθήκης -απαντά- δεν είναι να οργανώνει εκθέσεις, αλλά να δείχνει τις συλλογές της, την πορεία της νεοελληνικής τέχνης. Οι εκθέσεις οφείλουν να λειτουργούν συμπληρωματικά. Η Πινακοθήκη πάσχει στους χώρους, στη διαμόρφωση του κτιρίου. Είναι ακατάλληλο. Οι συλλογές της, επίσης, δεν είναι μόνο ό,τι βλέπετε. Αδικούνται επιπλέον και από τον τρόπο που παρουσιάζονται. Τρία έργα του Βολανάκη, ύστερα Λεμπέσης, κ.ο.κ., στη σειρά. Κάθε έργο, όμως, θέλει τον χώρο του. Δεν μπορεί να παρατίθενται σαν να είναι στρατιώτες. Υπάρχουν σημαντικά έργα και άλλων καλλιτεχνών που δεν είναι τόσο γνωστοί και πρέπει και αυτά να βρουν τη θέση τους».

Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης;
«Ανύπαρκτο. Φιλοξενείται στο Ωδείο. Και αυτός δεν είναι χώρος διαμορφωμένος για μουσείο. Υστερα τι να δω αυτήν την περίοδο; Βίντεο; Τον Μπότσογλου τον ξέρω, τον έχω παρακολουθήσει, έχω δει και προηγούμενες εκθέσεις του. Θα ήθελα να πάω στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης για την έκθεση περί έρωτος, αλλά με εμποδίζουν, δυστυχώς, τα γόνατά μου».

Η Αθήνα είναι μια πόλη ζωντανή πολιτιστικά, συμφωνούμε. Ομως ο πολιτισμός χρειάζεται και υποδομές. «Πώς βρέθηκαν χρήματα για να χτιστεί το κτίριο της Αστυνομίας στην Αλεξάνδρας; Οχι ότι δεν χρειαζόταν, αλλά βρέθηκαν τα χρήματα. Αν ήθελαν να κατασκευάσουν ένα μουσείο, θα τα έβρισκαν. Ο πολιτισμός, όμως, είναι πάντα τελευταίος στη λίστα», σχολιάζει.

Το γεύμα μας ολοκληρώνεται σιγά σιγά και με προετοιμάζει για το επιδόρπιο: «Ξέρετε, εδώ φτιάχνουν και μια καταπληκτική τάρτα μήλου»... Εμφανίζεται βιαστικός ο φωτογράφος Νίκος Πηλός με πλήρη εξάρτυση. «Θα πιω μόνο ένα ποτήρι νερό. Εχω κι άλλη φωτογράφιση», λέει. «Αδύνατον», επεμβαίνει ο κ. Τέτσης. Πρέπει να δοκιμάσει το γουρουνόπουλο. Ο Ν. Πηλός υποχωρεί και υποκύπτει...
Το εστιατόριο είναι, πλέον, γεμάτο. Πρόσωπα διαφορετικής καταγωγής και ηλικίας μάς περιβάλλουν. Στρέφομαι στον συνομιλητή μου: «Ο Μπέργκμαν υποστηρίζει ότι το ανθρώπινο πρόσωπο είναι το καλύτερο τοπίο». «Για μένα, το καλύτερο τοπίο είναι τα χέρια όσο και το πρόσωπο. Είναι πολύ εκφραστικά. Ιδίως σε εμάς, τους Μεσογειακούς. Στα πορτρέτα των μεγάλων ζωγράφων πάντα φαίνονται τα χέρια».
– Ανάμεσα στα τοπία και στους ανθρώπους υπάρχει διαφορά;
– Οχι, οι αξίες που αντλείς από ένα πρόσωπο και ένα τοπίο είναι ίδιες. Στο τέλος τέλος, ένα τοπίο είναι ένα πρόσωπο.
«Αυτόν τον καιρό έχω μπροστά μου ένα δέντρο, μ’ αυτό ασχολούμαι», λέει ο Π. Τέτσης. «Οσο μεγαλώνεις η δραστηριότητα μειώνεται. Υστερα, ψάχνεις περισσότερο και με διαφορετικό τρόπο. Ενα σημερινό έργο μου είναι πιο μεστό από ένα νεανικό... Στο παρελθόν έκανα ακροβασίες που μερικές φορές ήταν εις βάρος άλλων. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στη Σίφνο ήθελα να κάνω ένα μεγάλο πορτρέτο. Ζήτησα από έναν φίλο μου να ποζάρει κάτω από τον καυτό ήλιο. Φανταστείτε: Αύγουστο, ντάλα μεσημέρι... Οι φίλοι μου είχαν πάντα κατανόηση. Θα ήθελα να τους απευθύνω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Να το γράψετε. Εχουν συμβάλει στο έργο μου. Είναι μέρος του».
Θα ’θελα να ήμουν 15 χρόνων κι ας είχα πανελλήνιες

Για τη διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, ο Παναγιώτης Τέτσης παραμένει «ένας από τους τελευταίους οπαδούς της ζωγραφικής του βλέμματος». «Το βλέμμα του, ωστόσο, δεν είναι ούτε αθώο ούτε ακαδημαϊκό. Είναι ένα βλέμμα θρεμμένο από μια μακρά ζωγραφική παράδοση, που ξεκινά από τους μεγάλους Βενετούς του 16ου αιώνα, περνάει από τον Γκρέκο και τον Ντελακρουά και εκβάλλει στον Ματίς, τον Μπονάρ, ακόμη και στον Ρόθκο».

Ο 85χρονος Π. Τέτσης προβάλλει το δικό του αποτύπωμα: «Οταν ήμουν 15 χρόνων, κάποιοι άνθρωποι μου είπαν ότι αυτό που κάνω δεν είναι ασήμαντο. Αρχισα να το παίρνω απάνω μου. Ο Νικολής Χατζηκυριάκος, όχι Νίκος, Νικολής, ο Πικιώνης, ο Φρισλάντερ και παράλληλα ο Περικλής ο Βυζάντιος, αργότερα και ο Πρεβελάκης».
Ο ζωγράφος δεν επιστρέφει στο παρελθόν μόνο για να τιμήσει τους δασκάλους του, αλλά και για να σχολιάσει το σήμερα. «Εχω ζήσει στην Υδρα μέχρι 12 χρόνων. Τα δόντια μου άρχισαν να καταστρέφονται από τα 10. Ομως ο οδοντογιατρός ήταν τότε πολυτέλεια. Ξέρετε πώς έβγαλα το γυμνάσιο; Ηταν Κατοχή, μας λυπήθηκαν και μας έδωσαν το απολυτήριο χωρίς να τελειώσουμε το σχολείο. Εγώ, δεν πήγα στις δύο τελευταίες τάξεις. Γλίτωσα χημεία, τριγωνομετρία, φυσική πειραματική. Στα 15 μου πέρασα τον πόλεμο και την Κατοχή. Και ξέρετε, είμαι ευτυχής γι’ αυτό. Οσοι επιβίωσαν έγιναν δυνατοί. Οχι, σαν τα σημερινά παιδιά που τα έχουν όλα. Ξέραμε να εκτιμούμε και την μπουκιά το ψωμί που δεν υπήρχε. Παρ’ όλα αυτά, θα ’θελα να ήμουν 15 - 16 χρόνων και ας είχα μπροστά μου πανελλήνιες!..»
– Τι νιώθετε να σας έχει στερήσει ο χρόνος;
– Αντιμετώπιζα πάντα πρόβλημα βιοπορισμού. Θα είχα κερδίσει περισσότερο χρόνο αλλά, βέβαια, δεν ξέρω αν θα ήμουν αυτό που είμαι τώρα.
– Ποια είναι η πιο σοβαρή απώλεια που έχετε στο χρόνο;
– Επειδή εργάστηκα πολύ, στερήθηκα χαρές της καθημερινής ζωής. Επρεπε να αναπληρώσω τον χαμένο χρόνο. Στη Σίφνο, ένα καλοκαίρι ολόκληρο, κολύμπησα μόνο τέσσερις - πέντε φορές. Διότι, αν πήγαινα στη θάλασσα, θα έχανα τη μέρα.
– Τι είναι το αύριο για σας;
– Μια ευχάριστη μέρα. Οχι διασκεδαστική. Ευχάριστη. Να ζωγραφίσω κάτι, να συναντήσω έναν φίλο.
– Κοιμάστε με μια ευχάριστη σκέψη στο μυαλό;
– Κάποιες φορές. Οχι πάντα.
– Είστε αισιόδοξος άνθρωπος, κ. Τέτση;
– Μάλλον ναι. Δεν έχω μαυρίλες. Ισως με πιάσουν αργότερα… Προς το παρόν, καλά πάμε!
Oι σταθμοί του
1925
Ο Π. Τέτσης γεννιέται στην Υδρα.

1937
Σε ηλικία 12 ετών η οικογένεια μετακομίζει στον Πειραιά.

1953
Με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι, στην Ecole des Beaux-Arts. Το 1960, μια τρίμηνη τιμητική υποτροφία της ιταλικής κυβέρνησης του δίνει τη δυνατότητα να μελετήσει την τέχνη σε ιταλικά μουσεία, ενώ το 1972 μια χορηγία του Ιδρύματος Ford του επιτρέπει να ασχοληθεί απερίσπαστος στη ζωγραφική και ως τη χαρακατική.
1976
Εκλέγεται καθηγητής στην ΑΣΚΤ, όπου δίδάσκει ώς το 1992.

1993
Εκλέγεται μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της ζωγραφικής.

Της Μαριας Κατσουνακη

11.4.2010

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Ενας αιώνας Μόραλης


Δύσκολο να φανταστεί κανείς το πώς είναι να έχει διατρέξει με τη ζωή του όλον τον τρομερό 20ό αιώνα και να έχει κλέψει και μια γερή ματιά πέρα από τον ορίζοντα του 21ου. Θα ήταν επόμενο όμως το παρελθόν να τον δεσμεύει, τουλάχιστον περισσότερο απ΄ όσο τους νεότερους, να τον κάνει αυτό που λέμε «συντηρητικό». Και όμως, ο Γιάννης Μόραλης, παρά τη μακρά πορεία του, είχε το εξής να πει:«Ξέρετε,εμένα δεν μου αρέσει αυτό που λένε καμιά φορά:“Αχ, τότε ήταν αλλιώς!”. Εκείνη η εποχή ήταν άλλη.Και τώρα είναι άλλη».

Ο ζωγράφος, γλύπτης και σκηνογράφος που σφράγισε με την πορεία του τη νεοελληνική ζωγραφική έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών. Απεβίωσε την περασμένη Κυριακή, στο σπίτι του, στα 93 του χρόνια, καταπονημένος τους τελευταίους μήνες, καθώς τον εγκατέλειπαν οι δυνάμεις του. Κατά τη μακρά και πλούσια ζωή του ο Γιάννης Μόραλης τιμήθηκε με πολλά βραβεία και επαίνους, μεταξύ άλλων το μετάλλιο του Ταξιάρχη του Φοίνικα, το Αριστείο Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών, το μετάλλιο του Ταξιάρχη της Τιμής κ.ά. Το 1988 η Εθνική Πινακοθήκη διοργάνωσε μεγάλη αναδρομική έκθεση, παρουσιάζοντας το σύνολο του έργου του. Αλλά λίγο είχαν αλλάξει όλες αυτές οι τιμές τις συνήθειές του: ο ζωγράφος δεν θα λείψει μόνο από την καλλιτεχνική ζωή του τόπου αλλά και από τη «ζωή της πόλης», γνώριμη φυσιογνωμία καθώς ήταν, κατηφορίζοντας για καφέ στο «Μπραζίλιαν» ή περνώντας από την γκαλερί Ζουμπουλάκη.

Μολονότι θεωρείται ο τελευταίος της Γενιάς του ΄30, ο Γιάννης Μόραλης άφησε το στίγμα του κυρίως μεταπολεμικά, αφομοιώνοντας πληθώρα επιρροών και κινούμενος με ευκολία ανάμεσα σε πάμπολλα καλλιτεχνικά ιδιώματα. Γεννημένος στην Αρτα το 1916, ο Γιάννης Μόραλης έζησε στην Πρέβεζα από το 1922 ως το 1928, εμφανίζοντας κλίση προς την τέχνη από μικρή ηλικία. Το 1931 ακολούθησε την προετοιμασία για τις εισαγωγικές εξετάσεις της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, παρακολουθώντας το προπαρασκευαστικό τμήμα του Δημητρίου Γερανιώτη, όπου γνωρίστηκε με τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Χρήστο Καπράλο και τον αδελφικό του φίλο Νίκο Νικολάου. Πέτυχε στις εξετάσεις και παρακολούθησε το εργαστήριο του Κωνσταντίνου Παρθένη αλλά, όπως αφηγούνταν ο ίδιος στο «Βήμα»,«δεν άντεξα πολύ. Δύο μήνες.Εγώ τότε ζωγράφιζα εντελώς διαφορετικά.Ο αγαπημένος του ήταν ο Νικολάου...». Προτίμησε τελικά το εργαστήριο του Ουμβέρτου Αργυρού, ταυτόχρονα ωστόσο γράφτηκε και στο νεοσύστατο εργαστήριο χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού. «Αυτός που ήταν πραγματικός δάσκαλος»έλεγε ο Γιάννης Μόραλης, «όχι μόνο ως χαράκτης, μας μάθαινε και για τη ζωγραφική,αυτός που ήταν δάσκαλός μου,φίλος μου, τα πάντα,ήταν ο Κεφαλληνός.Για ό,τι ήθελα, για προβλήματα με κοπέλες, ας πούμε,πήγαινα σ΄ αυτόν.Ητανε κά ποτε μια κοπέλα και εγώ την ήθελα και παντρευόταν. Και βγάζει ο Κεφαλληνός το πορτοφόλι του και μου δίνει ένα πεντακοσάρικο και μου λέει:“Κλέφ΄ τηνα!”».

Το 1936 ο Γιάννης Μόραλης με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών φεύγει για τη Ρώμη, όπου παρακολούθησε μαθήματα τοιχογραφίας και μωσαϊκού. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, παρακολουθώντας στην Εcole des Αrts et Μ tiers μαθήματα ψηφιδωτού και στην Εcole Νationale des Βeaux-Αrts μαθήματα ζωγραφικής. Το 1939, με την έναρξη του Β Δ Παγκοσμίου Πολέμου, επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1941 νυμφεύθηκε τη Μαρία Ρουσσέν, την πρώτη του γυναίκα, από την οποία χώρισε το 1945. Το γυναικείο φύλο ήταν πάντοτε ένα ισχυρό ενδιαφέρον στη ζωή του Γιάννη Μόραλη, όχι μόνο από προσωπική άποψη- νυμφεύθηκε άλλες δύο φορές, το 1947 τη γλύπτρια Αγλαΐα Λυμπεράκη, από την οποία χώρισε το 1955, και το 1996 τη Γιάννα Βασσάλου- αλλά και από καλλιτεχνική: το ερωτικό στοιχείο κατέχει κεντρική θέση στη δουλειά του.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Μόραλης κέρδιζε τα προς το ζην από τη συντήρηση έργων τέχνης. Το 1947 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο προπαρασκευαστικό τμήμα της ΑΣΚΤ, ενώ το 1953 έγινε τακτικός καθηγητής εργαστηρίου ζωγραφικής, θέση που διατήρησε ως το 1983, διδάσκοντας πολλούς καταξιωμένους σήμερα καλλιτέχνες της Ελλάδας. Το 1949, μαζί με τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Νίκο Νικολάου και τον Νίκο Εγγονόπουλο, ίδρυσε την καλλιτεχνική ομάδα «Αρμός», στης οποίας και τις τρεις εκθέσεις συμμετείχε.

Την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα ο Γιάννης Μόραλης την έκανε το 1959 στην αίθουσα τέχνης «Αρμός» και τη δεύτερη στην γκαλερί «Χίλτον», όπου εξέθεσε τη περίφημη σειρά έργων «Επιτύμβια». Τη μακρά συνεργασία του με την γκαλερί Ζουμπουλάκη την ξεκίνησε το 1972. Ως το 2006 και τη δέκατη και τελευταία του ατομική έκθεση στην Αθήνα, κάθε καινούργια δουλειά του παρουσιάστηκε εκεί.«Ξέρετε από πότε γνωριζόμαστε;»έλεγε ο Μόραλης για την Πέγκυ Ζουμπουλάκη, ιδιοκτήτρια της γκαλερί.«Πολλά χρόνια. Από εκείνο το μαγαζί στην Αγίας Ζώνης!Με τους σβίγγους!Είχαμε βγει και φάγαμε σβίγγους».Προσηνής και ευδιάθετος, με μια ήπια αλλά ακριβή αίσθηση του χιούμορ, ο Γιάννης Μόραλης μιλούσε συχνά με τέτοιον, απλό, σχεδόν αστείο τρόπο για συνεργασίες και συνομιλίες, σχέσεις και πνευματικές αναζητήσεις που στους νεότερους φαντάζουν θρυλικές.

Σε μια από τις μεσημεριανές επισκέψεις του στην γκαλερί Ζουμπουλάκη είχα βρεθεί εκεί για να του μιλήσω, μολονότι ήξερα ότι δεν έδινε συνεντεύξεις. «Θα σας πω γιατί δεν μου αρέσει η συνέντευξη»μου είπε.«Ξεκάθαρα. Εγώ ζωγράφος είμαι. Οταν πω κάτι για ένα έργο και μετά το δω γραμμένο, λέω “Δεν είναι αυτό”. Κι εγώ που το είπα λέω:“Ετσι το είπα;”. Μπορεί και να το είπα έτσι αλλά, καταλαβαίνετε,έτσι περιορίζεσαι.Αμέσως μπαίνει ένας φραγμός στη σκέψη σου.Αν θέλετε να λέμε ανέκδοτα, μετά χαράς,όσα θέλετε!».

«Με τους μαθητές σου όμως δεν ήσουν έτσι»είχε πει σε εκείνη τη στιγμή η Πέγκυ Ζουμπουλάκη.«Αλλο αυτό» απάντησε ο Μόραλης.«Τους έλεγα πάντοτε ότι αυτό που φιλοδοξώ είναι να μάθετε να διαβάζετε μόνοι σας το έργο σας.Αλλά από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι απλά.Α Β C είναι». «Α Β C»γι΄ αυτόν, ίσως.

Πηγή Το Βήμα
25.12.09

Φωτογραφία Δημήτρη Μυταρά :  Ο Γιάννης Μόραλης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

Ο ζωγράφος που μας έμαθε να βλέπουμε


Σεμνός και με την αγωνία του νέου καλλιτέχνη, ο Γιάννης Μόραλης έμεινε πιστός ώς το τέλος στην αγαπημένη του ζωγραφική

«Η ζωγραφική είναι άχραντο μυστήριο, όπως ο έρωτας. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι σε έκανε να παραδοθείς έτσι σε έναν άνθρωπο, όπως ποτέ δεν ξέρεις τι σου καθοδηγεί το χέρι στον καμβά. Ποια μυστική δύναμη...».

Ο Γιάννης Μόραλης μιλούσε για τον χρωστήρα με αυτή την άσβεστη σπίθα για ζωή, μεταφυσική σοφία και απέραντη συγκίνηση όταν δεν μπορούσε πια να ζωγραφίσει. Τα τελευταία χρόνια, ο γιατρός του τού είχε απαγορεύσει να καταπιάνεται με τα πινέλα και τα χρώματα. Εκείνος είχε κρεμάσει μεταξοτυπίες στους τοίχους του εργαστηρίου, για να μη μοιάζουν αδειανοί. Παρ' όλα αυτά, τόσο στην Αθήνα όσο και στην Αίγινα, δεν υπήρχε ένα πρωινό που να μην περάσει από το ατελιέ του, με την προσήλωση και την ταπεινότητα του προσκυνητή για τον νοερό τόπο που τόσο αγάπησε: τη ζωγραφική.
Διατήρησε αυτή την ανυπόκριτη σεμνότητα, μια ολόκληρη ζωή. Ακόμα και στα 90 του χρόνια, μετά τα εγκαίνια της τελευταίας μεγάλης έκθεσης με λάδια τον Νοέμβριο του 2006 στην γκαλερί Ζουμπουλάκη, αφού είχε ξεναγήσει τον τότε πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή, ρωτούσε χαμηλόφωνα τη Δάφνη, κόρη της Πέγκυς Ζουμπουλάκη: «Τελικά ήταν καλά τα έργα;». Υπήρχε ακόμα μέσα του η αγωνία, η λαχτάρα, η φρεσκάδα της ματιάς ενός νέου καλλιτέχνη, όχι ενός καταξιωμένου μαΐστορα. Δεν είχε απαντήσεις, είχε ερωτήματα.

Θυμάμαι την πρώτη μας γνωριμία. Στο ασανσέρ του Μουσείου Μπενάκη στο Κολωνάκι μαζί με τον Γιάννη Παππά. Δύο κομψοί ηλικιωμένοι κύριοι που αντάλλαζαν πειράγματα με τη σκανταλιάρικη διάθεση εφήβων και ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Ξανασυναντηθήκαμε δεκάδες φορές: σαββατιάτικα πρωινά στην γκαλερί, μεσημεριανά στου Φιλίππου, στο ατελιέ της Αίγινας. Ηταν πάντα καλοντυμένος, ευδιάθετος, ενήμερος για ό,τι συνέβαινε στη χώρα και το εξωτερικό. Ακόμα και τις τελευταίες μέρες της ζωής του, ζητούσε να του αγοράσουν την «Καθημερινή». Δεν είχε το κουράγιο να την κρατήσει αλλά την είχε δίπλα του στο κρεβάτι, για συντροφιά, όπως έναν αγαπημένο φίλο. Ζητούσε από τον οδηγό του, Πασχάλη Νασιούδη (τον «κύριο Γενικό» όπως τον έλεγε χαριτωμένα), να του διαβάσει, πρώτα απ' όλα, την αρθρογραφία του Αντώνη Καρκαγιάννη.

Αγγελος κι αυτός
Μιλούσε για τον θάνατο, γλυκά και καταδεκτικά. Αλλωστε, τα τελευταία χρόνια είχε χάσει όλους τους συνοδοιπόρους του. Περισσότερο απ' όλους, του έλειπε ο Γιάννης Τσαρούχης και το θεσπέσιο χιούμορ του. Το καλοκαίρι του 2008, ο Γιάννης Μόραλης μας έλεγε στο σπίτι του στην Αίγινα ότι σε λίγο θα γίνει και αυτός ένας άγγελος, όπως οι άγγελοι που ζωγράφισε στα έργα του. Τον πρώτο, τον είχε σχεδιάσει σε ηλικία 4 ετών. Είχε πάρει μπογιές και πινέλα από μια θεία του που ήταν ερασιτέχνης ζωγράφος. Οταν έχασε μερικά σωληνάρια, έφτιαξε ένα ανθρωπάκι με φωτοστέφανο για να του τα φέρει πίσω. Το θαύμα έγινε... Και από τότε, οι μορφές των αγγέλων τον συντρόφευαν σε ζωή και τέχνη.
Μια από τις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του ήταν τον Ιούνιο του 2008 στην Ανδρο. Λίγο πριν από τα εγκαίνια της αναδρομικής του από το Μουσείο Γουλανδρή, μπήκε σε ελικόπτερο που τον μετέφερε από την Αίγινα στο Κυκλαδονήσι. Στη διαδρομή, χαιρόταν σαν μικρό παιδί. Ηρθε, είδε τους πίνακές του και αποχώρησε πριν φτάσει ο κόσμος και οι επίσημοι.

«Οταν μπορούσα να τα βγάλω πέρα οικονομικά, δεν τα πουλούσα τα έργα μου. Κάποια έχουν φύγει. Είναι σαν να τα έχω προδώσει. Εχω προδώσει το βλέμμα τους...» έλεγε τότε στους δημοσιογράφους.

Αντίο, Δάσκαλε. Μας λείπεις ήδη...

Με τα λόγια του
Για τη ζωγραφική
«Η ζωγραφική δεν είναι έτοιμη, δηλαδή δεν υπάρχει στη φύση για να την πάρεις και να την αντιγράψεις. Πρέπει να δημιουργήσεις μια σύνθεση. Παίρνεις τα στοιχεία από τη φύση, τα οργανώνεις και τα ισορροπείς».

Για τη γενιά του '30
«Η γενιά του '30 είχε ζήσει τι θα πει πόλεμος. Ετσι υπήρχε η δίψα για ζωή και καινούργια πράγματα. Μετά τις καταστροφές και τις δυστυχίες, υπάρχει κοσμογονία. Τότε, ήταν απολύτως φυσικό να έχεις αναζητήσεις και να προσπαθείς να κατακτήσεις το νέο παρέα με τους συνομηλίκους σου. Θα σας δώσω το παράδειγμα του ελληνικού χοροδράματος που όλοι είχαμε συνεργαστεί. Είχαμε κάνει σκηνικά και ο Τσαρούχης και ο Χατζηκυριάκος και η αφεντιά μου. Ημασταν ένα. Μια οικογένεια. Υπήρχε ντομπροσύνη».


Της Μαργαριτας Πουρναρα


25.12.09

*Στη φωτό Ο Μόραλης με τον Χατζηκυριάκο Γκίκα

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Η έλλειψη του ήθους και ο Γιάννης Μόραλης


Ηταν περίεργη η χθεσινή μέρα στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Ο Γιάννης Τσαρούχης απολύτως παρών, κι ας έχουν περάσει είκοσι χρόνια από το θάνατό του. Στη διαδρομή μας, ανάμεσα στα 680 έργα του, μάς ακολουθούσε μια μεγάλη απώλεια. Μια μεγάλη απουσία, νωπή, προχθεσινή, βαριά: του Γιάννη Μόραλη.

Η απουσία του ενός, του Γιάννη Τσαρούχη, έχει πια αφομοιωθεί. Η συνάντησή μας με τα έργα του, πολλά από τα οποία το κοινό τα βλέπει για πρώτη φορά, αφού κοσμούν ιδιωτικές συλλογές, είναι η αφορμή για να δούμε όλη την πορεία της διαδρομής του ανάγλυφα. Η απώλεια του άλλου, του Γιάννη Μόραλη, είναι καινούργια, γι’ αυτό ισχυρή. Θέλει το χρόνο της... Ξεφυλλίζω ένα παλαιότερο λεύκωμα του Μουσείου Μπενάκη για τον Γιάννη Μόραλη. Στις φωτογραφίες συνυπάρχει με τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Κάρολο Κουν, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Οδυσσέα Ελύτη... Σε κάποια τσουγκρίζει ένα ποτήρι με τον Γ. Μόραλη.

Σε κάποια χρόνια θα γίνει οπωσδήποτε μια εξίσου μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του Γιάννη Μόραλη, θα ξαναδούμε την πορεία του, το σύμπαν του, τις επιδράσεις του. Προς το παρόν υπάρχουν τα λευκώματα γι’ αυτό το ταξίδι. Τα λόγια τα δικά του και των φίλων του.

«Οταν συνοφρυώνεται σκέφτομαι, όταν χαμογελάει δυναμώνω. Κι ας είναι όλη η Ελλάδα εναντίον μου. Το ίδιο θα πω και για δυο τρεις ακόμη. Για τον Γκάτσο, τον Ελύτη, τον Τσαρούχη και για μερικούς που δυστυχώς δεν ζούνε πια. Αυτοί συνθέσανε τον πολιτισμό της μεταπολεμικής Ελλάδας, για να τον καταστρέφουν σαν κοράκια οι πολιτικοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Μέσα στη μοίρα μας κι αυτό», έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ηταν περίεργη η χθεσινή μέρα στο Μουσείο Μπενάκη. Ηταν σαν να είχαμε ξανά μπροστά μας τον Τσαρούχη, τις παρεμβάσεις του, τα χρώματα που έβαζε στον κόσμο γύρω του. Κι αυτό δημιουργούσε μια ευφρόσυνη διάθεση, μια ανάταση. Την ίδια στιγμή ήταν έντονη και εμφανής η απουσία ενός άλλου ανθρώπου, που σχολίασε με την τέχνη του τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό. Ηταν σαν η απώλεια να δημιούργησε την ανάγκη να τον ξαναγνωρίσουμε. Σαν η αναχώρησή του να φώτισε με διαφορετικό τρόπο τη διαδρομή του και την έλλειψή του.

Αναρωτιέμαι πού ακριβώς εντοπίζεται αυτή η έλλειψη... Τι είναι αυτό που θα λείψει όχι μόνο στους δικούς του ανθρώπους, αλλά και σε όσους δεν τον γνώρισαν ποτέ προσωπικά, παρά μόνο μέσω του έργου του και του μύθου του. Οι ελάχιστες συνεντεύξεις που έδωσε στη ζωή του είναι η τωρινή καταφυγή. Για να βρούμε σκέψεις που δεν πρόκειται ν’ ακούσουμε σε καμιά τηλεόραση, να διαβάσουμε σε κανένα έντυπο και σε καμία ανάλυση.
«Ενας από τους λόγους που δεν δίνω συνεντεύξεις είναι γιατί μετά νιώθω ότι τα έργα περιορίζονται. Θέλω τα έργα μου να είναι, όπως κι εγώ, ελεύθερα».

Ναι, τελικά εδώ εντοπίζεται η έλλειψη.
Οχι μόνο στην τέχνη.
Αλλά και στο ήθος.

Tης Ολγας Σελλα


22.12.09
*Στον πίνακα ο Μόραλης μαζί με τον Νικολάου

ShareThis