Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Τόμας Αϊγκεντάλερ : "Οι Ελληνες πολιτικοί ευθύνονται για τη φοροδιαφυγή στη χώρα"

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γερμανών Εφοριακών (DSTG) διαφωνεί με την πρόταση Σόιμπλε να έρθουν 160 συμπατριώτες του εφοριακοί στην Ελλάδα, πιστεύει ότι η βοήθεια παρέχεται μόνο όταν είναι επιθυμητή και όχι με το ζόρι και αντιπροτείνει την αποστολή Ελλήνων υπαλλήλων στη Γερμανία προκειμένου να εκπαιδευτούν

Ως πλήγμα για την αξιοπρέπεια της Ελλάδας χαρακτηρίζει την πρόθεση της γερμανικής κυβέρνησης να αποστείλει 160 εφοριακούς στην Αθήνα ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γερμανών Εφοριακών (DSTG) Τόμας Αϊγκενταλερ, ο οποίος πρωτίστως καταλογίζει ευθύνες στους Ελληνες πολιτικούς για την αδυναμία της χώρας μας να πατάξει τη φοροδιαφυγή.
Οπως τονίζει εμφατικά ο κ. Αϊγκενταλερ, οι πολιτικοί αποφασίζουν εάν η φορολογία είναι δίκαιη και ακολουθεί τις επιταγές των νόμων και όχι οι εφοριακοί υπάλληλοι.
Το συνδικαλιστικό όργανο των Γερμανών εφοριακών είχε εκδώσει προ λίγων ημερών μια ανακοίνωση, όπου εκφράζει την αντίθεσή του προς τα σχέδια αυτά και μιλώντας στο «Εθνος της Κυριακής» ο κ. Αϊγκενταλερ διευκρινίζει ότι η πολιτική ηγεσία του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών θα τον βρει απέναντί της σε αυτήν την προσπάθεια.
Ο Γερμανός συνδικαλιστής, ο οποίος προς το παρόν δεν έχει έρθει ακόμη σε επαφή με τους Ελληνες συναδέλφους του για να συζητήσει τις εξελίξεις, αντιπροτείνει την αποστολή εφοριακών από τη χώρα μας στη Γερμανία με στόχο την ενημέρωσή τους για το γερμανικό φορολογικό σύστημα, επισημαίνοντας ότι με αυτόν τον τρόπο η όποια βοήθεια παρασχεθεί δεν θα είναι ενοχλητική, αλλά πραγματικά χρήσιμη.
Μεταξύ των σημαντικών προβλημάτων που εντοπίζει στο ελληνικό σύστημα φορολόγησης, είναι η έλλειψη φορολογικής συνείδησης σε όλους τους Ελληνες, η οποία, όμως, κατά τον κ. Αϊγκενταλερ απορρέει από το γεγονός ότι δεν είναι εμφανής η ανταποδοτικότητα των φόρων και ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών.

Για ποιους λόγους δεν καταφέρνουν οι ελληνικές αρχές να συλλέξουν φόρους και να καταπολεμήσουν τη φοροδιαφυγή;
Κατά τη γνώμη μου υπάρχουν τρεις σημαντικοί λόγοι:
Πέρα από σαφείς και με συγκεκριμένο τρόπο διατυπωμένους νόμους, απαιτείται και πολιτική βούληση για να εφαρμοστούν. Δεν μπορεί κανείς να «φορτώνει»τις ελλείψεις μόνο στους εφοριακούς υπαλλήλους. Είναι αποφασιστικής σημασίας αυτό που επιθυμεί η πολιτική. Θέλει η φορολογία να είναι σωστή, να υπακούει στη νομοθεσία και να είναι δίκαιη ή όχι;
Είναι σημαντικό να υπάρχει επαρκές αριθμητικά προσωπικό, που θα έχει καλή μόρφωση και σήμερα είναι αναγκαίο ένα καλό σύστημα ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων.
Ολόκληρη η κοινωνία πρέπει να αποκτήσει μια καλή φορολογική συνείδηση. Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν για ποιον λόγο πληρώνουν φόρους. Οι φόροι είναι το τίμημα για επαρκείς δημόσιες παροχές, όπως οι υπηρεσίες υγείας, η εκπαίδευση, η ασφάλεια και οι υποδομές.
Διαφωνήσατε με την πρόταση του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, του κ. Σόιμπλε, για την αποστολή 160 Γερμανών εφοριακών στην Ελλάδα. Θεωρείτε ότι υπάρχει πιο αποτελεσματικός τρόπος για να μεταλαμπαδευτεί η απαιτούμενη τεχνογνωσία;
Το ζητούμενο για μένα είναι αν η βοήθεια αυτή είναι επιθυμητή. Εάν η βοήθεια δεν είναι επιθυμητή, τότε είναι πιεστική, με το ζόρι. Αυτό, από ψυχολογικής άποψης είναι λάθος. Μια πιεστική βοήθεια αντίκειται στην αξιοπρέπεια ενός λαού. Θα πρότεινα ως καλύτερη λύση να γίνει η εξής πρόταση: η Ελλάδα μπορεί να στείλει Ελληνες εφοριακούς για μερικούς μήνες στη Γερμανία.
Εκεί θα μπορούσαν οι Ελληνες συνάδελφοι να διαπιστώσουν πώς λειτουργούν οι γερμανικές εφορίες. Να δουν πώς γίνεται ο έλεγχος των επιχειρήσεων και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και, ακόμη, πώς εφαρμόζεται στη Γερμανία η ηλεκτρονική συλλογή και διαχείριση δεδομένων. Θα μπορούσαν στη συνέχεια να πάρουν όλες αυτές τις γνώσεις και πληροφορίες μαζί τους στην Ελλάδα και εκεί να αποφασιστεί τι από αυτά που ισχύουν στη Γερμανία θέλουν να εφαρμοστούν και στην Ελλάδα και τι όχι.
Αυτή θα ήταν μια παροχή βοήθειας με στόχο το να βοηθηθεί η χώρα μόνη της και θα επέτρεπε στην Ελλάδα να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της.
Εάν υλοποιηθεί η δική σας πρόταση, όταν επιστρέψουν στην Ελλάδα από τη Γερμανία οι Ελληνες εφοριακοί, θα έχουν στη διάθεσή τους τα εργαλεία που χρειάζονται προκειμένου να εφαρμόσουν την τεχνογνωσία που έχουν αποκτήσει; Ρωτώ σε συνδυασμό με αυτό που είπατε για την απουσία πολιτικής βούλησης.
Προκειμένου να εφαρμοστεί η τεχνογνωσία που θα έχει αποκτηθεί στη Γερμανία, σαφώς θα πρέπει να υπάρξει η βούληση και να γίνει μια επένδυση στον εκσυγχρονισμό των υποδομών.
Αυτό συνεπάγεται την εκπαίδευση του προσωπικού, την οργάνωση των υπηρεσιών, την ηλεκτρονική διαχείριση δεδομένων και τα ειδικά εγχειρίδια.
Εάν τελικώς η Ελλάδα και η Γερμανία συνάψουν μια σχετική συμφωνία και οι Γερμανοί εφοριακοί «πρέπει» να έρθουν στην Αθήνα, θα συμβουλεύσετε τα μέλη σας να μη συμμορφωθούν;
Κατά τη διάρκεια της πολιτικής συζήτησης θα συμβουλεύσω και θα επιχειρηματολογήσω εναντίον μιας τέτοιας συμφωνίας, ωστόσο δεν έχω κανέναν τρόπο να την αποτρέψω. Θα θέσω υπόψη των μελών μας τα επιχειρήματά μου και ο καθένας θα πρέπει να αποφασίσει μόνος του εάν θέλει να πάει στην Ελλάδα ή όχι.
Κατά τη γνώμη σας, θα μπορούσε η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής να συμβάλει αποφασιστικά στη μάχη με το χρέος;
Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι αποφασιστικής σημασίας για τη βελτίωση της φορολογικής συνείδησης γενικά.
Ακόμη και ο έντιμος φορολογούμενος πολύ γρήγορα θα πει: «Εάν δεν κυνηγά κανείς και δεν τιμωρεί εκείνον που φοροδιαφεύγει, τότε δεν θα είμαι ούτε εγώ ειλικρινής». Η δίκαιη κατανομή φόρων είναι απολύτως αποφασιστικής σημασίας για την ορθή φορολογική συνείδηση.
Ο καθένας θέλει να διαπιστώνει ότι ο γείτονας δεν τυγχάνει πιο ευνοϊκής μεταχείρισης από τον ίδιο. Αυτό ισχύει για όλα τα κράτη του κόσμου.
  • Η δίκαιη κατανομή φόρων είναι αποφασιστικής σημασίας για τη δημιουργία ορθής φορολογικής συνείδησης
  • Για να εφαρμοστούν οι νόμοι καταπολέμησης της φοροδιαφυγής απαιτείται και πολιτική βούληση. Δεν μπορεί κανείς να «φορτώνει» τις ελλείψεις μόνο στους υπαλλήλους
Μαρία Αδαμίδου
madam@pegasus.gr

Πηγή Εθνος
4.3.2012

Ν.Μαραντζίδης : "Αποκρατικοποιήστε τα κόμματα τώρα"

Τα πολιτικά κόμματα ορίζονταν, μέχρι πρόσφατα, ως εθελοντικές ενώσεις πολιτών που οργανωμένα εξέφραζαν κοινωνικές ομάδες και συλλογικά συμφέροντα, ιδεολογίες και πολιτικά σχέδια για το μέλλον. Οργανικά μέλη της κοινωνίας των πολιτών, τα κόμματα θεωρούνταν οι φορείς εκείνοι που συνέδεαν τις διεκδικήσεις τμημάτων της κοινωνίας με το κράτος. Υπό μία έννοια, τα κόμματα αποτελούσαν τους αγωγούς που μετέφεραν αιτήματα και επιδιώξεις από τα κάτω (πολίτες) προς τα πάνω (κράτος).
Οι μεταβολές που συντελέστηκαν σε πολλά επίπεδα εδώ και αρκετές δεκαετίες μετέτρεψαν τα κόμματα από εκφραστές της κοινωνίας σε τμήματα του κράτους, ακριβέστερα σε καταληψίες του κράτους και των κρατικών θεσμών. Η σχέση των κομμάτων με το κράτος είναι πλέον τόσο στενή, ώστε να αδυνατεί κανείς να διακρίνει ποια είναι τα σύνορα ανάμεσά τους. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η μεταμόρφωση των κομμάτων σε ισχυρούς μηχανισμούς, που αναπαράγονται υφαρπάζοντας πόρους που προέρχονται από τους πολίτες, ενεργώντας υποτίθεται στο όνομά τους.
Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης έχουν περιγραφεί κατ’ επανάληψη. Τα κόμματα δεσμεύουν πλούτο αντί να απελευθερώνουν, βάζουν εμπόδια στην ελευθερία αντί να της ανοίγουν τον δρόμο, ενισχύουν τη διαφθορά αντί να την καταπολεμούν, εμποδίζουν την ανάπτυξη αντί να την προωθούν. Διαμορφώνοντας μια κλειστή ολιγοπωλιακή αγορά που συντηρείται από το κράτος, τα κόμματα, από εκφραστές της κοινωνίας έχουν γίνει οι δυνάστες της και σε κάθε περίπτωση έχουν αυτονομηθεί από αυτήν. Ολοένα πιο σπάταλα και άπληστα, λεηλατούν τα χρήματα των ανήμπορων να αντιδράσουν φορολογουμένων.
Βιώνουμε αναμφίβολα μια ασφυκτική κατάσταση. Είναι όμως κατανοητό, πως α-κομματική δημοκρατία δεν μπορούμε να φανταστούμε να υπάρχει, προς το παρόν τουλάχιστον. Καμιά κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν μπορεί ουσιαστικά να λειτουργεί αν δεν υπάρχουν πολιτικά κόμματα, που να επιτελούν ουσιώδεις ρόλους μέσα στο πλαίσιο αυτής. Η λύση, λοιπόν, δεν πρέπει να αναζητηθεί προς την κατεύθυνση μιας υποτιθέμενης κατάργησης των πολιτικών κομμάτων. Αυτό εκτός από αφελές και εντελώς ανέφικτο, μόνο ως προθάλαμος του αυταρχισμού θα μπορούσε να λειτουργήσει.
Η λύση βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στην ιδέα της αποκρατικοποίησης των κομμάτων, δηλαδή στον διαχωρισμό ανάμεσα στα κόμματα και τις κρατικές δομές. Ετσι πετυχαίνουμε, κατ’ αρχήν, να ελαφρύνουμε τους πολίτες από το βάρος μιας τεράστιας σπατάλης, καθώς πρώτιστος στόχος είναι να πάψουμε να συντηρούμε μια τόσο ακριβή δημοκρατία. Επιπλέον, με το σχέδιο αυτό ξαναδίνουμε στα κόμματα το κίνητρο να ξανασυνδεθούν με την κοινωνία, ώστε να αποτελέσουν εκ νέου εκφραστές πραγματικών κοινωνικών συμφερόντων και πολιτικών σχεδίων και να πάψουν να συμπεριφέρονται ως θαμώνες μιας λέσχης κακομαθημένων και κρατικοδίαιτων εισοδηματιών. Η αποκρατικοποίηση των κομμάτων σημαίνει ενίσχυση της κοινωνίας των πολιτών έναντι του αυταρχικού κράτους και εντέλει αναζωογόνηση της ίδιας της πολιτικής.
Προκειμένου να επιτευχθεί αυτή η αποκρατικοποίηση είναι απαραίτητο να προωθηθούν κάποιες συγκεκριμένες αλλαγές:
- Να θεσπιστεί πραγματικός διαχωρισμός της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, μέσω αφενός της συγκρότησης της κυβέρνησης αποκλειστικά από εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς και αφετέρου με την άμεση εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
- Να σταματήσει η υποχρεωτική χρηματοδότηση των κομμάτων από τον κρατικό προϋπολογισμό. Εχω συστηματικά υποστηρίξει την ανάγκη να σταματήσει κάθε χρηματοδότηση χωρίς την ατομική συναίνεση του φορολογουμένου. Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει ως συνέπεια να γίνουν τα κόμματα περισσότερο υπεύθυνα ως προς τη διαχείριση των πόρων, καθώς θα ξέρουν πως η χρηματοδότησή τους δεν είναι απεριόριστη και κυρίως δεν θα εξαρτάται από αυτά τα ίδια αλλά από την αποκλειστική βούληση των πολιτών - φορολογουμένων.
- Να επιτραπεί η οικονομική υποστήριξη στα κόμματα από ιδιώτες, επιχειρήσεις ή φορείς αρκεί τα έσοδα να δηλώνονται μέσω δημόσια προσβάσιμων φορολογικών δηλώσεων των κομμάτων και να μην προέρχονται από ξέπλυμα μαύρου χρήματος και οποιεσδήποτε άλλες εγκληματικές δραστηριότητες.
- Να καταργηθεί η δυνατότητα να εργάζονται μετακλητοί δημόσιοι υπάλληλοι στα πολιτικά κόμματα, που πληρώνονται από τους φορολογουμένους για να κάνουν άλλη εργασία (π. χ. εκπαιδευτικοί). Οι φορολογούμενοι πληρώνουν τους δημοσίους υπαλλήλους για να υπηρετούν την κοινωνία στο σύνολό της, όχι διαιρέσεις αυτής. Αν τα κόμματα χρειάζονται υπαλλήλους μπορούν είτε να βρουν εθελοντές είτε να τους πληρώνουν από τα δικά τους χρήματα.
- Να περιορισθούν οι έμμισθες πολιτικές θέσεις (σύμβουλοι κ. λπ.) στις δομές της κρατικής διοίκησης. Η κρατική πολιτική πρέπει να ασκείται κατά βάση από υπαλλήλους καριέρας και όχι από έμμισθα στελέχη κομμάτων. Αυτό βοηθάει στην εμπέδωση της αντίληψης της συνέχειας του κράτους.
- Να καταργηθεί η χρηματοδότηση των συνδικαλιστικών σωματείων, παρατάξεων κ. λπ. από το κράτος. Στην πραγματικότητα η χρηματοδότηση αυτή δεν αποτελεί κάποιας μορφής κοινωνική πολιτική, αλλά μια ακόμη υφαρπαγή του χρήματος των φορολογουμένων με κατεύθυνση κομματικές συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες.
Το πολιτικό σύστημα που μας οδήγησε στη χρεοκοπία και τον διεθνή εξευτελισμό πρέπει να αλλάξει δομικά αν θέλουμε να σώσουμε τη δημοκρατία μας από νέα υποβάθμιση. Μια νέα θεσμική πραγματικότητα οφείλει να γεννηθεί, προκειμένου να ανακοπεί η πορεία προς την παρακμή.

Του κ. Νίκου Μαραντζίδη 
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

4.3.2012

Κουρτοβικ :Tης κόμπρας το φαρμάκι (ή περί άρνησης του πολιτισμού)

Από όλα τα γκράφιτι που έκαναν την εμφάνισή τους στους τοίχους της Αθήνας την πύρινη νύχτα της 12ης Φεβρουαρίου, το πιο τρομαχτικό - πρωτόφαντα τρομαχτικό - είναι ένα που διάβασα σε διάφορα σημεία του κέντρου, με τη γνωστή υπογραφή της Αναρχίας. Το μαύρο σύνθημα καλούσε σε: 
 
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΛΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ.
 
Eχουμε δει τα τελευταία πενήντα χρόνια διάφορα ριζοσπαστικά κινήματα να απορρίπτουν τη μια ή την άλλη πλευρά του πολιτισμού. 
 
Οι Καταστασιακοί του '60 κατήγγελλαν την κοινωνία του θεάματος, οι φεμινίστριες έστελναν στο πυρ το εξώτερο την «ανδροκρατική» θεώρηση του κόσμου (καταδίκη που βέβαια έπαιρνε σβάρνα το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής τέχνης και λογοτεχνίας και ένα σημαντικό μέρος της επιστήμης), οι προπαγανδιστές του αφροαμερικανικού κινήματος ξέγραφαν τον λευκό πολιτισμό ως ιμπεριαλιστικό και ρατσιστικό, οι μεταμοντέρνοι των «Πολιτισμικών Σπουδών» κατεδάφιζαν («αποδομούσαν») όλες αυτές τις πτέρυγες του πολιτισμικού οικοδομήματος και πολλές άλλες ακόμα. Ποτέ όμως δεν έχω δει να δηλώνεται τόσο ανενδοίαστα, με τόσο κατηγορηματικό και ωμό τρόπο, ότι προϋπόθεση για την «ολική απελευθέρωση» είναι η «συνολική άρνηση του πολιτισμού». Του πολιτισμού γενικά, όχι ενός ορισμένου πολιτισμού.
 
Το εν λόγω σύνθημα δείχνει σαν ιδεολογική κάλυψη για την πυρπόληση ιστορικών κτιρίων της Αθήνας εκείνη τη νύχτα, για κάτι δηλαδή που δεν συνέβη ούτε τον Δεκέμβρη του 2008. Διακηρύσσει ότι απαρχή της «ολικής απελευθέρωσης» οφείλει να είναι η συλλήβδην άρνηση όλων όσα έχουν προϋπάρξει, κάθε γενεαλογικής σχέσης με το παρελθόν. Πράγμα που δεν διανοήθηκε καμία επανάσταση στην Ιστορία. 
 
Για ποια απελευθέρωση όμως μιλάμε εδώ; Για την επιστροφή σε μια αρχέγονη κατάσταση όπου οι άνθρωποι υποτίθεται ότι ζούσαν στη νιρβάνα μιας αγέλης αβασάνιστης από τη φαγούρα της δημιουργίας, φαγούρα που κατέληξε στο καρκίνωμα του πολιτισμού; Για μια ελευθερία των ενστίκτων, που είναι εξ ορισμού «ευγενικά» και οδηγούν σε μια αυθόρμητα δημοκρατική συνύπαρξη των ανθρώπων, λες και δεν ξέρουμε από άπειρα ιστορικά παραδείγματα ότι τα «απελευθερωμένα» ένστικτα των πολλών είναι η μαγιά για την τυραννία των λίγων ή του ενός;

Αλλά θα ήταν αφελές να πάρουμε στα σοβαρά αυτό το σύνθημα ως εξαγγελία ιδεολογικού προγράμματος. Είναι ένα ιδιότυπο ελληνικό υβρίδιο κακοχωνεμένου ακαδημαϊκού μεταμοντερνισμού (απόδραση από τον ιστορικό χρόνο, φυσικά και από την ιστορική κοίτη του πολιτισμού) και τυφλής αντιεξουσιαστικής βίας. 
 
Πρέπει όμως να πάρουμε το σύνθημα στα σοβαρά από μια άλλη άποψη. Γιατί δηλώνει μια επικίνδυνη κλιμάκωση εκείνου που είχαν αναγγείλει, ήδη με δραματικό τρόπο, τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008: μιας διάχυτης, πολιτικά και ιδεολογικά αδέσποτης δυσφορίας, που χρονολογείται πριν από την οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας και καθόλου δεν περιορίζεται σήμερα στις τάξεις των νεόπτωχων. Ούτε νεόπτωχοι ούτε κοινωνικά αποκλεισμένοι ήταν οι πρωτεργάτες των καταστροφών της 12ης Φεβρουαρίου. 
 
 Ηταν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έτσι έβλεπαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους, η ακραία έκφραση μιας γενικευμένης αίσθησης αποτυχίας της χώρας σε όλα όσα μπορούν να δώσουν ή να επιτρέψουν ένα πραγματικό, και όχι προσχηματικό, περιεχόμενο στη ζωή των πολιτών της. Και σε τι άλλο θα μπορούσε να αποδοθεί τελικά αυτή η αποτυχία αν όχι στον πολιτισμό (στην ιδέα για τον πολιτισμό) που αντιπροσώπευαν οι εγχώριες ηγεσίες και ελίτ από τη Μεταπολίτευση και δώθε, ιδιαίτερα τα τελευταία είκοσι χρόνια;
 
Διότι η επαναστατική ρητορεία αυτής της περιόδου επιχειρούσε να συγκαλύψει έναν πρωτοφανή κυνισμό, που απαξίωνε συνειδητά ό,τι είχε να κάνει με τον πολιτισμό. Είναι κοινό μυστικό ότι η πολιτική τάξη δεν είχε ποτέ τον πολιτισμό ανάμεσα στις προτεραιότητές της, παρά τις υποκριτικές διακηρύξεις της, που τον αποκαλούσαν «η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας». Υπήρξαν σε αυτό το διάστημα πρωθυπουργοί και υπουργοί που χλεύαζαν ανοιχτά τις τέχνες και τα γράμματα. Η Αριστερά, άλλοτε πρωτοπόρος στην πολιτισμική δημιουργία, της γύρισε την πλάτη και σύρθηκε, από ιδεολογική αγκύλωση, στην υποστήριξη συντεχνιακών, τεχνοκτόνων αιτημάτων των συνδικαλιστών του καλλιτεχνικού χώρου. Οι φοιτητικές νεολαίες της ασελγούν διαρκώς πάνω στον πολιτισμό και, φωνάζοντας μονότονα ότι η γνώση δεν είναι εμπόρευμα, διεκδικούν στην ουσία την εμπορία άκοπα και ανάξια αποκτημένων πτυχίων. Για την τηλεοπτική σκουπιδοκουλτούρα και την πλημμύρα των lifestyle εντύπων δεν θα πω τίποτα, δεν χρειάζεται. Θα πω όμως για τους διανοούμενους, που έχασαν κάθε επαφή με την πραγματικότητα τυφλωμένοι από την εγωπάθεια, τη νοοτροπία ιερατείου, τον δημοσιοσχεσιτισμό και τη θεσιθηρία.

Με αυτά τα δεδομένα, και με έναν αδηφάγο, κούφιο ευδαιμονισμό θρεμμένο με δανεικά να θριαμβεύει ώσπου έσκασε η φούσκα, δεν υπήρχε τίποτα το υγιές και αξιοσέβαστο σε αυτό που πλάσαραν ως πολιτισμό οι πολιτικοί, πνευματικοί και μιντιακοί ταγοί. Αυτόν τον «πολιτισμό» γνώρισαν οι επίδοξοι εικονοκλάστες, αυτός και μόνον έμαθαν να πιστεύουν πως υπάρχει. 
 
Τυφλωμένοι και οι ίδιοι από το μίσος τους και την πρωτόγονη ιδέα τους για την ελευθερία, βάλθηκαν να ξεκάνουν ό,τι τους φαινόταν πως τον συμβόλιζε. Αλλοι όμως τους έβαλαν στα χέρια βαριοπούλες, λοστούς και κάνιστρα βενζίνης για τις μολότοφ «κόμπρες», κι ας κάνουν τώρα πως θρηνούν πάνω από τα αποκαΐδια. 
 
Του Δημήτρη Κούρτοβικ
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
3.3.2012

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Στ. Ράμφος : Η ευκαιρία ενός χαμένου χρόνου (περί της κρίσης)

Ολες οι προσεγγίσεις της «δηµοσιονοµικής» µας κρίσεως υπογραµµίζουν τον αρνητικό παράγοντα της ελληνικής νοοτροπίας, αλλά δεν προχωρούν. Μου θυµίζουν τον λόγο του Αυγουστίνου για τον χρόνο: Βιώνουν το πρόβληµα, όµως δεν µπορούν να το εξηγήσουν.

Η κρίση που ζούµε έχει οικονοµικοπολιτική επιφάνεια και πνευµατικό βάθος. Το κατανοούν πλέον πολλοί. Αν ήταν απλώς οικονοµικοπολιτική θα περιοριζόταν σε ιδιοτελείς επιλογές ενός ανίκανου και διεφθαρµένου πολιτικού συστήµατος και σε οργανωτικά του προβλήµατα. ∆εν θα είχαµε κράτος πελατειακών σχέσεων και κοινωνία κυριαρχίας δεσµών συγγενείας, εντοπιότητος και συντεχνιακών συµφερόντων. Οι τελευταίοι αποτυπώνουν τα προνεωτερικά θεµέλια του πολιτικού µας συστήµατος και συντηρούν ένα παιδισµό συναισθηµατικής υπερβολής και µειωµένης κριτικής δυνάµεως, που αναπαράγει µία µερικώτατη συλλογική και ατοµική συνείδησι. Εάν στα πνευµατικά ζητήµατα είναι µέρος της λύσεως η κατανόησί τους, εν προκειµένω βοηθεί την κατανόησι η συνεκτίµησι των ιστορικών δεδοµένων.

Ενας μεσαιωνικός θεσμός
Η υπονόµευσι της πολιτικής κοινωνίας αρχίζει µε την επανάστασι του ‘21 και παίρνει την µορφή εµφύλιας συγκρούσεως µεταξύ των οπλαρχηγών και των Φαναριωτών: Οι επιχώριες µερικές εξουσίες αντιστέκονται στην ιδέα της νεοελληνικής κρατικής υποστάσεως, µε τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται για τους πολίτες. Πίσω από τους τοπάρχες και τους πολεµάρχους ενεργεί σαν σκιά ο µεσαιωνικός θεσµός της χωρικής κοινότητος _ τα κλειστά συστήµατα του τόπου και του αίµατος, που δεν ανεγνώριζαν άλλους κανόνες από τα ήθη της παραδόσιµης ιεραρχικής εξουσίας των προεστών. Τα απλά µέλη των κοινοτήτων δεν είχαν ανθρώπινα δικαιώµατα, ώστε να γίνουν _ και να νοιώσουν _ αργότερα ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες. Να σηµειώσω πως η χωρική κοινότης στο Βυζάντιο έµεινε µέχρι τέλους κυρίαρχη κοινωνική συσσωµάτωσι, καθώς η ανάπτυξι των πόλεων κατά τον 11ο και 12ο αιώνα δεν σταθεροποιήθηκε, όπως στην ∆ύσι, η δε τάσι προς εξατοµίκευσι εν τέλει έµεινε άπρακτη, πράγµα το οποίο ωδήγησε στην παρακµή και έριξε το Βυζάντιο στην αγκαλιά της Οθωµανικής αυτοκρατορίας. Εν αντιθέσει πάλι προς την ∆ύσι, η κοινή αλήθεια της πίστεως δεν βρέθηκε τρόπος να χωρέση την αλήθεια της κρίσεως, ώστε να διαπλασθή µε τον χρόνο η πλατύτερη ενεργότερη συνείδησι του νεωτέρου ανθρώπου και να διαµορφωθούν συνθήκες για πολιτική οργάνωσι της κοινωνίας. Η αποτυχία της Βυζαντινής Αναγεννήσεως είχε αίτια και στο απώτερο παρελθόν, τα οποία σχετίζονται µε την ίδια την υφιστάµενη εκεί αντίληψι του χρόνου. Ο κοινωνικός χρόνος αποτελεί µέσον οργανώσεως και προσανατολισµού των σκοπών του ανθρώπου ως ατόµου και συνόλου, πεδίο τροπής της φύσεως σε πολιτισµό, εντάξεώς της στις προοπτικές µας. Εξ ου και πίσω από τους συσχετισµούς δυνάµεων δρουν καθοριστικά οι συσχετισµοί των χρόνων.

Εξηγούµαι: Ο αρχέγονος χριστιανισµός έφερνε µαζί του την παλαιοδιαθηκική έννοια του εσχατολογικού προφητικού χρόνου, προσθέτοντας στην αναµενόµενη έλευσι του Μεσσία το καινοδιαθηκικό άγγελµα της ενανθρωπήσεως του Χριστού. Η ελπίδα για το µέλλον µπορούσε έτσι να βασίζεται σε κάτι το οποίο είχε ιστορικά συµβή. Μιλούµε για ένα χρόνο κινούµενο ευθύγραµµα προς τα εµπρός, συνδετικό στο παρόν του παρελθόντος και του µέλλοντος µε ένα «ήρθε και έρχεται».
Ο ρόλος της Εκκλησίας
Αυτή η χαρακτηριστικά εγχρονική αντίληψι, από τον 2ο αιώνα τείνει να µεταβληθή σε πρόβληµα της σχέσεως χρόνου και κοσµικής αιωνιότητας. Υπό την επίδρασι του Στωικισµού και αργότερα του Νεοπλατωνισµού, η ιστορική-εσχατολογική πίστι της χριστιανικής κοινότητος εξελληνίσθηκε, εις τρόπον ώστε προς τον 3ο αιώνα να συνδυασθή µε την κυκλικότητα του κοσµικού χρόνου. Εκτοτε η Εκκλησία άρχισε να επαναλαµβάνη λειτουργικά τα γεγονότα του ιστορικού παρελθόντος, που περιέγραφαν τα Ευαγγέλια και όχι µόνο, ως γεγονότα λατρείας και πίστεως.

Ετσι εκεί που ο πιστός ξαναζούσε την Κυριακή και στις γιορτές το ιστορικό παρελθόν στο οποίο χρωστούσε τον πνευµατικό εαυτό του, ο λειτουργικός τύπος ανοίχτηκε στην αστρική παράµετρο των εθνικών εορτών _ τα Χριστούγεννα µε την λατρεία του Μίθρα κατά το χειµερινό ηλιοστάσιο ή το Πάσχα µε την εαρινή αναγέννησι της φύσεως. Υπό τέτοιους όρους δεν ήταν δύσκολο η λειτουργική πρακτική να υποκατασταθή στην πραγµατικότητα των ιστορικών γεγονότων και αντί το γεγονός να προκαλή την γιορτή, η γιορτή να δηµιουργή τα γεγονότα. Σ’ αυτή την περίπτωσι η ιστορική µοναδικότητα των γεγονότων, αντί να επανέρχεται σε κάθε ευχαριστιακή σύναξι ως ανάµνησι, κατέληξε να επαναλαµβάνεται ως τακτική συγκέντρωσι πιστών στην διάρκεια του έτους. Το «µεµνηµένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής, και πάντων των υπέρ ηµών γεγενηµένων» υπάγεται στην «προσφορά της λογικής και αναίµακτης λατρείας», διά της οποίας «δεόµεθα και ικετεύοµεν» τον Θεό, να «καταπέµψη το Πνεύµα του το Αγιο» στο εκκλησίασµα και τα δώρα του _ τον άρτο και τον οίνο. Λέω γνωστά οπωσδήποτε πράγµατα. 
 
 Κοινωνικά πισωγυρίσματα
Οµως όταν η λατρεία καταλαµβάνει την ιστορία, µαζί υπεισέρχεται εν είδει αντικειµένου της ένα στοιχείο µυθικό που εύκολα εκβάλλει στην µαγεία. Τότε το ιστορικό παρόν, όπου γιορτάζουν οι πιστοί το έργο του Χριστού και ζητούν τον φωτισµό του Πνεύµατος, γίνεται ασάλευτη αιωνιότης, όχι µεταφορικά αλλά κυριολεκτικά, σαν αδιαφορία για την δηµιουργική ύπαρξι. Αντί να νοηµατοδοτούµε στο παρόν µας την ζωή του Χριστού, επαναλαµβάνουµε τα τυπικά λειτουργικά λόγια και αδειάζουµε το ουσιώδες της λατρείας για την ζωή, η οποία δουλώνεται σε παρόν φαντασιακό, που χαράζει την παθητικότητα µέσα στην ψυχή µας. Εφ’ όσον η σηµασία του ιστορικού παρελθόντος δεν ενεργοποιεί τα τρέχοντα γεγονότα, ο στατικός µύθος της λατρείας το ιεροποιεί και οδηγεί αναγκαστικά σε παράλυσι της ιστορικότητος. Στην συµβατική επανάληψι των ιδρυτικών ευαγγελικών γεγονότων, το παρελθόν τους καταντά απλώς εόρτιο, δηλώνεται δε εµφαντικά µε αχρονική χρήσι του «σήµερον» και του «νυν», που παραπέµπουν σε µια «ζωή αιώνιο». Υπενθυµίζω χάριν παραδείγµατος: Σήµερον της σωτηρίας ηµών το κεφάλαιον· Η Παρθένος σήµερον τον Υπερούσιον τίκτει· Σήµερον κρεµάται επί ξύλου· Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός... Ο µυθικός λειτουργικός χρόνος ανακυκλώνεται στον ανιστορικό χρόνο του ναού, την εικόνα της ουράνιας Βασιλείας. Στον ναό υπάρχει µόνο η Βασιλεία· ο ιστορικός χρόνος είναι ανύπαρκτος, ενώ µαζί του εξανεµίζεται και το υποκειµενικό αίσθηµα. Αυτό κατοχυρώνουν άλλωστε και τα τυπικά της µοναστικής βιοτής. Ο χρόνος εδώ αντί να γεννά αγκυλώνει, αν δεν στρέφει προς τα πίσω. Το βλέπουµε και το ζούµε, λίγο-πολύ, στις νοοτροπίες και τις συµπεριφορές πολλών από εµάς, αφού το αρχαίο τούτο πρότυπο ισχύει και σήµερα για πολύ µεγάλο µέρος των Ελλήνων. Αυτό καλούνται να εσωτερικεύσουν οι πιστοί τις Κυριακές και τις γιορτές, και µαζί την ανιστορικότητα που φέρνει· σ’ αυτό θα πρέπει εν πολλοίς να ριζώνη ο φόβος της αλλαγής, της ελευθερίας, της έρευνας, αλλά και η ανασφάλεια που σπρώχνει µαζικά τους Ρωµηούς _ και τους ορθοδόξους λαούς εν γένει _ στον οµαδισµό και την δηµοσιοϋπαλληλία. Και ίσως-ίσως στα ακατάπαυστα κοινωνικά πισωγυρίσµατα, το εθνικό σισύφειό µας έργο.

«Ρεαλιστές» και «αιθεροβάμονες»
Κάθε πισωγύρισµα είναι υποχρεωτική επιστροφή στην προϊστορία µας, οπότε τα πιο τρέχοντα πράγµατα αποκτούν τον χαρακτήρα του ουσιώδους. Το ζήσαµε στον εµφύλιο πόλεµο και στην δικτατορία των συνταγµαταρχών· θα το ξαναζήσουµε _ µη γένοιτο _ αν επιστρέψουµε στην δραχµή. Βεβαίως ο µυθικός χρόνος δεν είναι συλλήβδην προς εξορκισµό. Γίνεται παραδειγµατικός στον ιστορικό χρόνο και εµπνέει κάθε γενναία συλλογική είτε ατοµική προσπάθεια. Η µαυροφόρα που ωδηγούσε τον ελληνικό στρατό στο έπος του ‘40 (και που δεν ξαναφάνηκε µόλις έγινε η εισβολή των Γερµανών) µορφοποιούσε συµβολικά το αίσθηµα µιας πίστεως, η οποία αιµοδοτούσε την υπερβατική πτήσι των ψυχών. Οταν όµως η συµβολική µορφή διεκδική ρόλο περιεχοµένου και πραγµατικότητος, ο µυθικός χρόνος µεταλλάσσεται σε τύπο µαγικό. Τότε κάνει την εµφάνισί της και η παράνοια σε µια λογική δικών µας αγκυλώσεων, φαντασιώσεων, εξωτερικών εχθρών και συνωµοσιών. Στον ανενεργό χρόνο η δύναµι του αρχετύπου µετεωρίζεται και δεν µεταγγίζεται στο παράδειγµα που εκφράζει τον ενεργό µύθο και επιτρέπη να βιώνουµε το ήθος του στο δικό µας παρόν.

Εφ’ όσον έχουν έτσι τα πράγµατα, δεν χρειάζονται δεκαετίες για να διορθωθούν; Και ποιος µπορεί να περιµένη, όχι δεκαετίες αλλά εβδοµάδες απλώς και µήνες _ αν µείνη, µε τα σηµερινά µυαλά, τίποτε όρθιο στον τόπο µας σε λίγο. ∆ιότι µε µειωµένη την συνείδησι του χρόνου δεν σκεπτόµαστε τις συνέπειες των επιλογών µας ούτε τα παθήµατα µάς γίνονται µαθήµατα. Τότε προς τι όλη η προηγούµενη περιδιάβασι στους αιώνες, την στιγµή που χρειάζονται αποφάσεις και προσπάθειες κατεπείγουσες;

Με δεδοµένο ότι οι «ρεαλιστές» κυνηγοί της «αποτελεσµατικότητος» έφεραν την κατάστασι στο απελπιστικό σηµείο που βιώνουµε, αναγνωρίζω το δικαίωµα στον εαυτό µου και σε άλλους «αιθεροβάµονες», να ζητήσουµε το βάθος του προβλήµατος, προκειµένου η κοινωνία να έχη υπ’ όψιν της τις σκέψεις µας, οι δε πολιτικές ηγεσίες να τις υπολογίζουν εντάσσοντας και τις πιο άµεσες παρεµβάσεις τους σε στρατηγική προοπτική. ∆εν προσδοκώ βεβαίως τίποτε από το υφιστάµενο παρηκµασµένο πολιτικό σύστηµα. 
 
Θα ήθελα να ελπίζω σε όσους από αυτό κατορθώσουν να υπερβούν το ζοφερό ήθος του και κυρίως να ελπίζω στο διάδοχο σχήµα του. Θα µιλούµε για ανανεωµένο πολιτικό σύστηµα εφ’ όσον εκφράζη εκείνους οι οποίοι θα πάρουν επάνω τους σαν δύναµι τον πόνο της χώρας, ξέροντας ότι όσο δεν αφήνουµε την ζωή κι αυτή δεν µας αφήνει. 
Ετσι έχει αντίκρυσµα η ευχή: 
Ευλογηµένος ο καινούργιος χρόνος!

Του Στέλλιου Ράμφου (Ο κ. Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας)
Πηγή Το Βήμα
1.1.2012

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Τρεις δεκαετίες χαμένες

Μεταξύ μιας μεγάλης λίστας συνηθειών που είναι σωστό να αποφεύγουμε, είναι η γνωστή στάση του «εγώ σας τα 'λεγα» και η χαιρεκακία που, κατά κανόνα, τη συνοδεύει. Είναι όμως γεγονός ότι υπάρχει μια -μικρή, είναι η αλήθεια- ομάδα ατόμων που επισημαίνει με συνέπεια την ανάγκη αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας και των κοινωνικών διεργασιών που την επηρεάζουν.
Τα όσα συζητιούνται αυτές τις μέρες για την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας δεν είναι καθόλου καινούργια. Από την εποχή που μπήκαμε στην Κοινή Αγορά είχε διαφανεί η ανάγκη προσαρμογής σε πρότυπα ανταγωνισμού που θα ελάμβαναν στα σοβαρά δύο εξαιρετικά σημαντικές αλλαγές: Την ανάγκη προσαρμογής, από τη μια, σε μια οικονομία χωρίς δασμολογικά σύνορα, με πολύ ταχύτερη μετακίνηση των κεφαλαίων, με προσέγγιση των φορολογικών κανόνων και απελευθέρωση της πιστωτικής πολιτικής.
Ακόμη δυσκολότερη ήταν η ανάγκη προσαρμογής στις νέες δυνάμεις που αναδείχθηκαν με τη μεταφορά των παραδοσιακών βιομηχανιών σε χώρες του τρίτου κόσμου. Οι ελληνικές επιχειρήσεις, φρικτά πληγωμένες από τις υποτιμήσεις της δραχμής και την ξαφνική άνοδο του εργασιακού κόστους, τόσο των καθαρών αμοιβών όσο και του μη μισθολογικού κόστους, υπέστησαν πανωλεθρία από το Made in Taiwan και άλλες συγκυρίες που έφερε εκείνη η πρώιμη παγκοσμιοποίηση.
Αν οι πολιτικοί μας διάβαζαν με προσοχή, στα πρώτα χρόνια του '80, τις μελέτες του ΙΟΒΕ ή το βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση «Η Ελληνική Βιομηχανία» (κάτι που μόνον ο συγγραφέας των τρομοκρατών της «17Ν» φαίνεται πως είχε κάνει...) θα γνώριζαν τις αιτίες για τη συστηματική απώλεια ανταγωνιστικότητας. Συνδικάτα, δημοσιογράφοι και πολιτικοί καθοδηγητές αγνόησαν τα ολοφάνερα σημάδια.
Περιγέλασαν τις προσπάθειες του αναπληρωτή υπουργού και καθηγητή Κωστή Βαΐτσου για μια συγκροτημένη κλαδική πολιτική (1984). Αγνόησαν την αγωνία του υπουργού Εθνικής Οικονομίας καθηγητή Κώστα Σημίτη για την περικοπή του κόστους εργασίας ώστε να πιάσει πραγματικά τόπο η υποτίμηση του 1985. Η τραγωδία της δεκαετίας εκείνης δεν ήταν μόνον ότι φόρτωσαν το κράτος με χρέη, προκάλεσαν ακατάσχετη νομισματική κυκλοφορία, αλλοίωσαν τον οικονομικό ορθολογισμό με τον διψήφιο πληθωρισμό, αλλά κρατικοποίησαν το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανίας, φορτώνοντας απερίγραπτα βάρη στις τράπεζες, δηλαδή στους δυστυχείς καταθέτες και, αργότερα, στους φορολογουμένους.
Στην ίδια περίοδο, υπό την καθοδήγηση του αείμνηστου Γεννηματά και άλλων συνοδοιπόρων του, μπήκαν οι βάσεις του γραφειοκρατικού και κομματικού συνδικαλισμού. Ο εσωτερικός κανονισμός των μεγάλων ΔΕΚΟ κατοχυρώθηκε με νόμους που ψήφιζε η αμέριμνη σοσιαλιστική πλειοψηφία και δεν κατάργησε καμία από τις δύο συντηρητικές κυβερνήσεις μέχρι σήμερα, οι οικονομικές επιπτώσεις των οποίων ουδέποτε εκτιμήθηκαν. Οι «λαμπρές κατακτήσεις» του σπάταλου δημόσιου τομέα αποτέλεσαν σημείο αναφοράς και μίμησης για όλες τις κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις. Το κόστος των κατακτήσεων του κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού στις μεγάλες ΔΕΚΟ πέρασε τελικά στην παραγωγική διαδικασία, στις τιμές και, εντέλει, στον τρόπο ζωής και από εκεί σε ολόκληρο το σύστημα αμοιβών, πλην του εμπορίου και των πολύ μικρών βιοτεχνικών.
Ηταν αδύνατον να αντέξει η οικονομία παρόμοια βάρη χωρίς να προσφεύγει σε συνεχώς μεγαλύτερο δανεισμό, προκειμένου να καλύπτει τις ζημίες της. Το γνωρίζαμε από το 1990. Στις αρχές εκείνου του έτους, ο οικουμενικός πρωθυπουργός Ζολώτας σχηματίζει οκταμελή επιτροπή εμπειρογνωμόνων, υπό την αιγίδα του ακαδημαϊκού Αγγελου Αγγελόπουλου.
Στο κύριο μέρος εκείνης της έκθεσης τονιζόταν η ανάγκη αναδιάρθρωσης της οικονομίας, του φορολογικού και ασφαλιστικού συστήματος, με κύριο στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Μέλη εκείνης της επιτροπής ήταν οι Λουκάς Παπαδήμος, Τάσος Γιαννίτσης και Γιώργος Προβόπουλος.
Τρεις μέρες μετά τη δημοσίευση της έκθεσης (9/4/1990), ο καθηγητής Ζολώτας παρέδωσε, ανακουφισμένος, την εξουσία στις κάλπες και είπε: «Αν ήμουν είκοσι χρόνια νεότερος, θα επέβαλλα τρία πράγματα στους πολιτικούς, να μην κάνουν ελλείμματα, να μην αυξάνουν το δημόσιο χρέος και να μην προσλαμβάνουν έκτακτους υπαλλήλους χωρίς όρια».
Στο μεταξύ, η εξαφάνιση βιοτεχνιών και βιομηχανιών της παραδοσιακής ελληνικής οικονομίας συνεχίστηκε. Η εγχώρια παραγωγή υποχωρούσε συνεχώς υπό το βάρος του ανταγωνισμού των ταϊβανέζικων που εισήγαν με μανία οι ταλαντούχοι έμποροι, των ιταλικών πλακιδίων που κατ' αποκλειστικότητα τοποθετούσαν στις οικοδομές, και άλλων παρόμοιων συναλλαγών. Η διολίσθηση της δραχμής σε τίποτε δεν διευκόλυνε. Το αντίθετο μάλιστα, αφού μισθοί, κρατήσεις, φόροι και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις μεγάλωναν συνεχώς.
Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας ήταν γνωστό πολύ πριν μπούμε στο ευρώ. Η αντιμετώπισή του αναβλήθηκε. Ηλπισαν όλοι ότι οι κανόνες της ενιαίας νομισματικής ζώνης θα διευκόλυναν την προσαρμογή. Συνέβη το αντίθετο. Η εξάλειψη όλων των βαθμών ευελιξίας, που συστηματικά καθιερώθηκε σε όλες τις αγορές της οικονομίας, έγινε εντονότερη μετά την είσοδό μας στο ευρώ. Ο επί μία εικοσαετία πληθωρισμός μισθών και κερδών είχε διαλύσει την ελληνική παραγωγή. Το ισχυρό νόμισμα που αποκτήσαμε, προσφερόμενο σε εξευτελιστική τιμή λόγω χαμηλών επιτοκίων και συγκριτικά υψηλότερου πληθωρισμού, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην εθνική οικονομία. Το οποίο πληρώνουν όλοι οι εργαζόμενοι, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις, όλοι οι μέτοχοι και ελάχιστοι πολιτικοί ή συνδικαλιστές.

Του Μπάμπη Παπαδημητρίου
Καθημερινή
15.1.2011

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

"Η Ευρωζώνη και η Ελλάδα"


 Η χρηµατοπιστωτική κρίση και η κρίση δηµοσίου χρέους της ευρωζώνης οφείλονται στο βασικό πρόβληµα της αρχιτεκτονικής της. ∆ηλαδή ότι αποτελεί «ένα νόµισµα χωρίς κράτος», χωρίς ενιαία πολιτική δηµοσίου χρέους, χωρίς έναν «ύστατο δανειστή» σε περίπτωση ανάγκης όπως η σηµερινή, χωρίς έναν δηµοσιονοµικό πυλώνα ισοβαρή µε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αυτή η ασυµµετρία δεν φαινόταν όταν τα πράγµατα πήγαιναν καλά, σήµερα όµως εξελίσσεται σε παράγοντα αποσταθεροποίησης.

Τέσσερις αρχές απαιτούνται να υιοθετηθούν για την αποκατάσταση της ισορροπίας:

Η πρώτη, και ευκολότερη να εφαρµοστεί πολιτικά και χρονικά, είναι η λειτουργία της ΕΚΤ ως ύστατου δανειστή. Με απλά λόγια, η νοµισµατική χαλάρωση. Με τις συνθήκες που επικρατούν σήµερα, αυτή η λειτουργία δεν θέτει σε κίνδυνο τον στόχο του χαµηλού πληθωρισµού. Η νοµισµατική χαλάρωση έχει ήδη ξεκινήσει από όλες µάλιστα τις κεντρικές τράπεζες του κόσµου.

Η δεύτερη είναι η έκδοση ευρωοµολόγου. Ουδείς σοβαρός οικονοµολόγος σήµερα πιστεύει ότι το ευρώ θα επιβιώσει χωρίς ευρωοµόλογο. Η γερµανική κυβέρνηση όµως έχει αυτοπαγιδευθεί στην αρχική ρητορική της και δεν θέλει να αναφέρει τη λέξη αυτή. Επειδή όµως οι χρηµατοπιστωτικές αγορές δεν αποδέχονται πλέον µεσοβέζικες λύσεις, το ευρωοµόλογο είναι sine qua non για την επιβίωση του ευρώ. Θα βαπτιστεί έτσι το κρέας ψάρι και θα υπάρξουν ισχυρά υποκατάστατα του ευρωοµολόγου, όπως ενίσχυση των πόρων του EFSF, πρόσθετες αµοιβαίες εγγυήσεις, µέχρις ότου η Γερµανία αποδεχθεί την ωµή πραγµατικότητα.

Η τρίτη, και πλέον µακρόχρονη, είναι η σταδιακή δηµοσιονοµική (και πολιτική) ενοποίηση, µε τροποποίηση των συνθηκών και τη δηµιουργία υπουργείου Οικονοµικών της ευρωζώνης, το οποίο θα είναι υπεύθυνο για τη χάραξη δηµοσιονοµικής πολιτικής σε κάθε χώρα-µέλος, καθώς και για την επίβλεψη και τον έλεγχο του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος.

Η τέταρτη αφορά την άρση της «µεροληψίας στασιµότητας» που εµπεριέχεται σε ενιαίες νοµισµατικές ζώνες: ∆ηλαδή ότι η προσαρµογή πρέπει να επιτυγχάνεται µε µείωση των ελλειµµάτων στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, αλλά και µε µείωση των αντίστοιχων πλεονασµάτων. ∆ιαφορετικά, όπως είναι παλαιόθεν γνωστό από την τοποθέτηση του Keynes στη διαπραγµάτευση του Bretton-Woods το 1944, το σύστηµα θα ισορροπήσει µε δραστική µείωση της οικονοµικής δραστηριότητας (ύφεση).

Οσο οι απρόθυµες συντηρητικές κυβερνήσεις των χωρών-µελών της ευρωζώνης αρνούνται (παραλόγως) να υιοθετήσουν αυτές τις αρχές, και επιµένουν στον δηµοσιονοµικό εξαγνισµό των ατάκτων χωρών, τόσο πιο κοντά έρχεται το τέλος του ευρώ. Επειδή όµως όλοι σήµερα αντιλαµβάνονται ότι η διάλυση της ευρωζώνης θα στοιχίσει πολύ, οι αυτές αρχές θα υιοθετούνται, αλλά σιγά-σιγά και µε µισή καρδιά.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα δεν πρέπει να συνεχίσει να δίνει αφορµές να της φορτώνονται όλα τα δεινά, έχοντας επωµιστεί τον άχαρο ρόλο του «αποδιοποµπαίου τράγου». Συνεχίζει να δίνει αφορµές διότι αποκλίνει σηµαντικά από τους στόχους που η ίδια έχει αποδεχθεί: τον δηµοσιονοµικό και τη διαρθρωτική προσαρµογή. Και είναι κρίµα, διότι µπορεί: ∆ιαθέσιµες οικονοµικές έρευνες δείχνουν ότι το τετράπτυχο πόροι ΕΣΠΑ µαζί µε ιδιωτικές επενδύσεις, αξιοποίηση κρατικής περιουσίας και ιδιωτικοποιήσεις, δηµοσιονοµική πειθαρχία µε µείωση κρατικής σπατάλης και απελευθέρωση αγορών, επαγγελµάτων και άρση των εµποδίων στην επιχειρηµατική δραστηριότητα παρέχει επαρκές πλαίσιο για την ανάταξη της οικονοµίας. Απαιτείται όµως η αναγκαία πολιτική βούληση και, κυρίως, κοινός νους...

Του Γιάννη Στουρνάρα
*Ο κ. Γιάννης Στουρνάρας είναι καθηγητής Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου Αθηνών, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ.
Πηγή Το Βήμα
11.12.2011 

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Στα ακίνητα του Φαλήρου να στεγαστεί το ΕΜΣΤ

Της Σοφιας Σταϊκου*
Η Αθήνα δεν χρειάζεται νέα κτίρια, χρειάζεται ελεύθερους χώρους. Δεν είναι απαραίτητο, λοιπόν, για κάθε μουσείο ή πολιτιστικό κέντρο που σχεδιάζεται, να φανταζόμαστε ότι αυτό πρέπει οπωσδήποτε να φιλοξενηθεί σε ένα νεόδμητο οίκημα υψηλών προδιαγραφών. Η Αθήνα διαθέτει πολλά εγκαταλελειμμένα κτίρια, κάποια μεγαλύτερης και κάποια μικρότερης ιστορικής ή/και αρχιτεκτονικής αξίας. Δεν κατανοώ τους λόγους που ορισμένα από αυτά δεν θα μπορούσαν –με τις απαραίτητες τροποποιήσεις και προσθήκες– να στεγάσουν εκθέσεις ή άλλες πολιτιστικές δράσεις. Να γίνουν «κέντρα» υποδοχής και φιλοξενίας άστεγων θεατρικών σχημάτων, εικαστικών ομάδων, μουσικών συνόλων. Σε ευρωπαϊκές μητροπόλεις όπως το Λονδίνο και το Βερολίνο η επανένταξη τέτοιων κτιρίων στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον, μέσω της επανάχρησης, συνιστά κανόνα και όχι εξαίρεση. Ετσι αναδεικνύεται η «υπεραξία» των υποδομών, σώζονται σημαντικά κτίρια και δίνεται ώθηση στον διάλογο μεταξύ παλαιού και νέου. Στην Ελλάδα, όσες φορές επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο επικροτήθηκε. Είχαμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε και εμείς, ως Πολιτιστικό Ιδρυμα Ομίλου Πειραιώς, προσφέροντας «ανάσες» πολιτισμού σε τοπικές κοινωνίες μέσω της μετατροπής παλαιών βιοτεχνικών συγκροτημάτων σε μουσεία. Διατηρώντας έτσι τις «μνήμες» του κτιρίου και αναζωογονώντας το ενδιαφέρον των πολιτών γι’ αυτά.
Δείτε τι συμβαίνει σήμερα με τα ολυμπιακά ακίνητα που βρίσκονται στο Φάληρο. Πλην ενός, τα υπόλοιπα στέκουν άδεια, βρώμικα και σχεδόν κατεστραμμένα. Απαξιωμένα. Γιατί δεν θα μπορούσε σε ένα από αυτά να γίνει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, έργο για την υλοποίηση του οποίου πασχίζουμε πλέον των 10 ετών; Και μάλιστα όταν λίγο πιο πέρα σχεδιάζεται το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Νιάρχου, «γεννιέται» δηλαδή ένας πρόσθετος πυρήνας πολιτιστικών δράσεων στην ίδια περιοχή. Οταν βιώνουμε ως χώρα μια βαθιά οικονομική κρίση και πρέπει αναπόφευκτα να γίνει εξορθολογισμός και των πολιτιστικών δαπανών, φαντάζει αδιανόητο να μην αξιοποιούνται οι υπάρχουσες υποδομές. Την ίδια ώρα δε που στην Ισπανία, το νέο Πολιτιστικό Κέντρο που έφτιαξε ο διάσημος αρχιτέκτονας Οσκαρ Νιμάγιερ κλείνει προσωρινά, αφού δεν μπορού να καλυφθούν τα έξοδα λειτουργίας του!
Ολα αυτά που γίνονται εντός αλλά και εκτός συνόρων δεν πρέπει απλώς να μας προβληματίσουν, αλλά να μας στρέψουν προς άλλες κατευθύνσεις, επαναπροσδιορίζοντας τους όποιους στόχους της όποιας πολιτικής για τον πολιτισμό διαθέτουμε.
* Η κ. Σοφία Στάικου είναι πρόεδρος του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, υπεύθυνη Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης Ομίλου Πειραιώς.

Πηγή Καθημερινή
22.10.2011

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Γράμμα σε έναν βιαστή...

"...Διάλεξα να απευθυνθώ σε σένα γιατί εσύ, όπως διάβασα στις
εφημερίδες, ήσουν αυτός που βίασε εκείνη τη μητέρα των δίδυμων παιδιών
στη Γλυφάδα, το βράδυ που μπήκατε σπίτι τους να τους ληστέψετε
.

Και
γιατί, εκτός από αυτή, κακοποίησες σεξουαλικά και αρκετές ακόμη. Αλλά
είμαι σίγουρη ότι έχεις κάνει και πολλά περισσότερα φρικτά πράγματα.
Αλλά εγώ δεν ήθελα να διαβάσω άλλο.



Το κενό στην προσφώνηση δεν είναι τυχαίο. Είναι το ίδιο κενό που νιώθω
μέσα μου από τη στιγμή που έμαθα την είδηση της σύλληψής σου. Κι επειδή,
με όλα τα στραβά που συμβαίνουν στη ζωή μας, έχουμε μάθει πια πράξεις
σαν τις δικές σου να τις προσπερνάμε σαν νταλίκα στην εθνική οδό,
αποφάσισα να γεμίσω το κενό μου με λέξεις. Γιατί δεν θέλω να ξεχάσω τη
φρίκη που μου προκάλεσες, σε μένα και, φαντάζομαι σε πολλές άλλες
γυναίκες, μητέρες ή όχι. Γιατί λένε ότι όταν σταματήσει να σε τρομάζει η
μορφή του τέρατος, έχεις αρχίσει να γίνεσαι σαν κι αυτό. Κι εμένα με
τρομάζεις ακόμη. Και θέλω να θυμάμαι ότι ποτέ δεν πρέπει να σε συνηθίσω.
Ούτε να σε συγχωρήσω.



Ξέρω ότι η Αστυνομία έκανε τα πάντα να σε βρει, εσένα και την παρέα σου.
Τόνιζαν συνέχεια ότι είναι ζήτημα τιμής γι’ αυτούς να σας πιάσουν και
να σας βάλουν φυλακή. Και το έκαναν.



Θα ήθελα όμως να μην το είχαν κάνει. Όχι βέβαια γιατί θα ήθελα να

συνεχίζετε όλοι εσείς τις αποτρόπαιες πράξεις σας. Αλλά γιατί τότε ακόμη
θα αμφέβαλα ότι υπάρχεις πραγματικά, ότι έχεις σάρκα και οστά, πρόσωπο,
μύτη και φρύδια. Ότι είσαι δηλαδή ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους,
ένας άνθρωπος σαν κι εμένα. Γιατί δεν είσαι.

Είσαι πολλά πράγματα αλλά όχι άνθρωπος.




Σήμερα στο γραφείο μιλούσαν για σένα. Έλεγαν ότι για κάτι τέτοιους

τύπους (πρόσεξες, γράφω τύπους, όχι ανθρώπους) που βιάζουν γυναίκες
μπροστά στα 2χρονα παιδιά τους, αξίζει να επιστρέψει η θανατική ποινή σ’
αυτή τη χώρα. Τους άκουγα, καμιά φορά κουνούσα και το κεφάλι, αλλά δεν
μιλούσα. Γιατί εγώ πιστεύω ότι η θανατική ποινή δεν είναι αρκετή για
σένα. Γιατί δεν ξέρω τι συμβαίνει μετά το θάνατο και θέλω να είμαι
βέβαιη ότι εσένα θα σου συμβεί κάτι κακό. Επίσης ξέρω ότι, στη θανατική
ποινή, πεθαίνεις σχεδόν ακαριαία κι εσένα σου αξίζει κάτι πολύ πιο
επώδυνο, πιο χρονοβόρο, πιο δραστικό. Κάτι που θα βγάλει την ψυχή σου
από το σώμα σου, και θα την αναγκάζει να το κοιτάς με λύπηση και οδυρμό.


Ξέρω, ξέρω τι θα πεις. Ότι είσαι μόλις 24 ετών, ότι πέρασες δύσκολα
χρόνια εκεί στην Αλβανία, ότι η φτώχεια σε έκανε σκληρό, αδίστακτο,
αιμοσταγή. Ότι κανένας δικός σου δεν σε αγάπησε αληθινά, ότι κανείς δεν
σου έμαθε να ξεχωρίζεις το καλό από το κακό, το δίκαιο από το άδικο. Ότι
σε παρέσυραν οι κακές παρέες. Ότι οι Έλληνες είναι ρατσιστές και σε
υποδέχτηκαν με προσβολές και σκληρότητα. Ότι όταν το θέμα είναι η
επιβίωση, οι συναισθηματισμοί δεν έχουν καμία θέση.



Επίτρεψέ μου να διευκρινίσω κάτι, ίσως δεν έγινα κατανοητή. Δεν σε
κατηγορώ για τις κλοπές, τις ληστείες, την οπλοκατοχή, τα ναρκωτικά και
τα τόσα άλλα σου προσάπτει ο εισαγγελέας. Ακόμη και για αυτά όμως θα
μπορούσα να σου πω πολλά. Για τα τόσα παραδείγματα ανθρώπων, από τη χώρα
σου αλλά ή από αλλού, που, παρά τις εντελώς αντίξοες συνθήκες της ζωής
τους, κατάφεραν να ανατρέψουν όλα τα προγνωστικά και να κάνουν την
κόλαση της ζωής τους παράδεισο. Όμως, όπως σου είπα, δεν σε κατηγορώ γι’
αυτό. Δεν σε κατηγορώ καν για το ότι εσύ και η παρέα σου ληστεύατε
σπίτια χωρίς καν να έχετε την ευαισθησία να περιμένετε να αδειάσουν από
τους ενοίκους τους.



Ο λόγος που σου γράφω αυτό το γράμμα είναι για εκείνη τα γυναίκα που
βίασες και κακοποίησες μπροστά στα ίδια της τα παιδιά. Και, κυρίως, για
εκείνα τα δύο παιδιά της.



Ανακατεύω αυτή τη στιγμή στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Δύο ετών διάβασα
ότι ήταν. Μπορεί να τα είχε κάνει μόλις μπάνιο, μπορεί να είχε παίξει
μαζί τους, μπορεί να ήταν η ώρα για το παραμύθι. Εγώ δεν έχω παιδιά αλλά
ξέρω ότι σε αυτή την ηλικία τα παιδιά, έχοντας καταφέρει πια να σταθούν
στα πόδια τους, αρχίζουν να κάνουν τα πρώτα σίγουρα βήματά τους στον
κόσμο με σκοπό να τον ανακαλύψουν. Αυτά τα δύο παιδιά εκείνη την ημέρα
ανακάλυψαν τη φρίκη. Επίσης, τα παιδιά στην ηλικία των δύο ετών, ρωτούν
συνέχεια «γιατί». Το ίδιο σε ρωτώ κι εγώ λοιπόν: γιατί;



Γιατί όταν μπήκες στο σπίτι τους και σκόνταψες πάνω σε τρενάκια και
αυτοκινητάκια, δεν σηκώθηκες να φύγεις; Δεν συγκινήθηκες καθόλου όταν
κατέβαζες από τις ντουλάπες παιδικά ρουχαλάκια ψάχνοντας για χρήματα,
όταν άκουσες το τρομαγμένο κλάμα τους; Ή, αφού είχες τόσο μεγάλη ανάγκη
τα χρήματα, γιατί δεν πήρες απλώς ό,τι σου χρειαζόταν και μετά να
σηκωθείς να φύγεις; Γιατί συνέχισες τη φρίκη, «χαρίζοντας» σε αυτά τα
παιδιά μια ανάμνηση που οι ψυχολόγοι απλώς εύχονται να μπορέσει να
ξεχάσει; Φαντάζομαι θα ένιωσες πολύ άνδρας, εσύ κι οι φίλοι σου, πού
κάνατε κάτι τόσο απάνθρωπο. Φαντάζομαι ότι όταν γυρίσατε στην κρυψώνα
σας γελούσατε, πειράζατε ο ένας τον άλλον, λέγατε αστεία. Φαντάζομαι ότι
για εσένα ήταν ακόμη μια μέρα στη δουλειά.



Θέλω απλώς να σε ενημερώσω ότι την ημέρα που πήγες σε εκείνο το σπίτι,
και σε τόσα άλλα ακόμη, δεν βίασες μόνο μια αβοήθητη γυναίκα. Βίασες μια
οικογένεια. Μια οικογένεια που δεν την ήξερες και δεν σου έφταιξε σε
τίποτα. Μια οικογένεια που αν δεν υπήρχες εσύ τώρα θα συνέχιζε τη ζωή
της κανονικά, θα πήγαινε βόλτα στο πάρκο, θα έσβηνε ξέγνοιαστη κεράκια
πάνω σε παιδικές τούρτες, θα ζούσε «φυσιολογικά». Εσύ όμως εκτός από τη
γυναίκα βίασες και το μέλλον αυτής της οικογένειας. Βίασες και την
ελπίδα τους για ένα καλύτερο αύριο. Το γέμισες με οργή, θυμό και φόβο.



Γι' αυτό, ό,τι κι αν σου συμβεί από δω και πέρα θα σου αξίζει. Γιατί
μπορεί αυτής της γυναίκας να της κατέστρεψες τη ζωή, εμείς οι υπόλοιπες
όμως θα ξέρουμε ότι εκεί έξω κυκλοφορεί ένας λιγότερος. 
Α, και κάτιάλλο. 
Μην ξανακούσω από τα κανάλια και τις εφημερίδες να μιλούν για σένα
και να σε αποκαλούν «ο φερόμενος ως δράστης». Ο χαρακτηρισμός που σου
ταιριάζει είναι «φερόμενος ως άνθρωπος». 
Είπαμε, όχι άνθρωπος.
"Eνα υποψήφιο θύμα σου..."

kamarinia

Πηγή www.tsekouratoi.blogspot.com

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Τραγωδία σε εξέλιξη

Η έρευνα, που δημοσιοποιήθηκε στις αρχές της εβδομάδας, για την κλονισμένη ψυχική υγεία των Ελλήνων εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, ήταν το επισφράγισμα της εμπειρικής παρατήρησης. Οι Βρετανοί επιστήμονες που κατέγραψαν και ανέλυσαν τα στοιχεία (στην ηλεκτρονική έκδοση της ιατρικής επιθεώρησης «The Lancet»), τιτλοφόρησαν τη δουλειά τους: «Επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην υγεία: οιωνοί μιας ελληνικής τραγωδίας». Ποιοι είναι οι οιωνοί; Οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν το 2010 κατά 25% και ακόμη πιο δραματικά φέτος σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας: το πρώτο εξάμηνο του 2011 αυτοκτόνησαν κατά 40% περισσότεροι άνθρωποι απ’ ό,τι το αντίστοιχο διάστημα του 2010. Ο αριθμός των εισαγωγών στα νοσοκομεία αυξήθηκε κατά 24%, το έιτζ εκτινάχθηκε στο 52%, (ποσοστό που συνδυάζεται με τη χρήση ναρκωτικών) κ.ο.κ.

Πριν από ένα μήνα, μια άλλη έρευνα διαπίστωνε ότι το 38% των Ευρωπαίων πολιτών πάσχει από ψυχικά ή νευρολογικά νοσήματα. «Τα ψυχικά νοσήματα είναι η μεγαλύτερη απειλή για την υγεία των Ευρωπαίων κατά τον 21ο αιώνα», αναφέρουν οι συντάκτες της μελέτης.

Οι δύο έρευνες δεν λειτουργούν αθροιστικά. Το ελληνικό πρόβλημα δεν λειτουργεί ως υποσύνολο του ευρωπαϊκού. Η ελληνική συνθήκη έχει, ξεχωριστά, τη δική της βαρύτητα.

Πώς ζούμε τον τελευταίο καιρό στη χώρα μας; Ολο και πιο δύσκολα, με τη δυσφορία να αυξάνεται και τις διεξόδους να απομακρύνονται μέσα σε έναν αυτοκαταστροφικό πυρετό. Η ισοπεδωτική λογική των κυβερνητικών μέτρων ενισχύεται από την αποκαρδιωτική εικόνα της πρωτεύουσας, μιας Αθήνας αγνώριστης, δύσοσμης, εξαχρειωμένης.

Οι καταλήψεις στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, οι βανδαλισμοί σχολικών κτιρίων, οι προγραφές καθηγητών πανεπιστημίου που αντιστέκονται στην αυθαιρεσία των κλειστών ΑΕΙ, η καθημερινότητα που διαταράσσεται ολοένα και περισσότερο με συνεχόμενες κινητοποιήσεις, η ανεργία που φτάνει ή και ξεπερνάει το 20%, το κοινωνικό κράτος που διαρκώς συρρικνώνεται (όχι το κράτος - πατερούλης ούτε το κράτος της ασυδοσίας, των προνομίων και της συναλλαγής), τα μέτωπα που μαίνονται ανάμεσα σε ομάδες εργαζομένων, η αιματηρή φοροκόπωση και η ανθηρή φοροδιαφυγή, οι ανυποχώρητες «αλήθειες», οι αθεράπευτες αδυναμίες και ανεπάρκειες όχι μόνο του πολιτικού προσωπικού, αλλά και της κοινωνίας.

Η «ελληνική τραγωδία» σε εξέλιξη. Κάποιοι αντέχουν περισσότερο την αμείλικτη πίεση, κάποιοι λυγίζουν. Πώς υποδέχεται και πώς περιθάλπει μια αλαφιασμένη χώρα, που καθημερινά βιώνει μια μικρότερη ή μεγαλύτερη ανατροπή σταθερών και δεδομένων, τον ψυχικά ασθενή; Τον αντιλαμβάνεται έγκαιρα, τον στηρίζει ή τον εγκαταλείπει στη δίνη των καιρών; Πόσο λεπτή ή πόσο διακριτή είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην κόπωση, στην παραίτηση, στην κατάθλιψη, στην αυτοκτονία; Θυμός, απόγνωση, αφόρητος ψυχικός πόνος. Πώς ανακουφίζονται σε περίοδο μεγάλης οικονομικής κρίσης όπου κανείς δεν παραμένει αλώβητος ή ανεπηρέαστος;

Η ψυχιατρική βοήθεια είναι η μία πλευρά, που ανήκει στους ειδικούς. Για να παρασχεθεί βοήθεια βέβαια θα πρέπει πρώτα να αναζητηθεί. Οταν όμως τα ποσοστά των αυτοκτονιών αυξάνονται τόσο, μάλλον συνδηλώνεται η απόσυρση, η απομόνωση, η απόκρυψη ή η μεταμφίεση του προβλήματος, ακόμα και η εγκατάλειψη.

Σε μια συντεταγμένη κοινωνία, στην οποία η συνοχή δεν έχει διαρραγεί, ο κλονισμένος ψυχικά άνθρωπος βρίσκει αναφορές και σταθερές, συμπαραστάτες και συνομιλητές. Στην Ελλάδα, η ψυχανάλυση ή η ψυχοθεραπεία αντιμετωπίζονται ακόμη με καχυποψία και δεν έχουν απαλλαγεί από το στίγμα της νόσου. Ο πουριτανισμός, οι παλινδρομήσεις και η περίσσεια αυστηρότητα που εντάθηκαν με την κρίση, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στην αγάπη, στην αλληλεγγύη και στην επικοινωνία. Αν δεν κοπιάσουμε να διαπεράσουμε το τείχος καχυποψίας και επιθετικότητας που μας χωρίζει και μας περιθωριοποιεί, όχι μόνο από τον υπόλοιπο κόσμο αλλά εγκαθιστά και εσωτερικά σύνορα, εντός της κοινωνίας, εντός της πόλης, η οπισθοδρόμηση θα έχει συντελεστεί. Και η «ελληνική τραγωδία» δεν θα έχει τέλος.


Της Μαρίας Κατσουνάκη
16.10.2011

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Η κρίση και τα "πρότυπα" της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Η σταδιακή ισοπέδωση όλων των θεμελιακών αξιών της νεότερης Ελλάδας αντανακλάται αναπόφευκτα στο επίπεδο της μόρφωσης, των γραμμάτων, της τέχνης, της πολιτικής και του πολιτισμού.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι το ξέσπασμα της παρούσας κρίσης, το «όνειρο» και συγχρόνως η «φιλοδοξία» του μέσου Ελληνα, όπως αυτά καλλιεργήθηκαν με την ανοχή -αν όχι με την παρότρυνση της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας- ήταν όχι να αναπτύξει τις δεξιότητες και την προσωπικότητά του, να δημιουργήσει και να προκόψει με την προσωπική του αξία και ικανότητα, αλλά να χρησιμοποιήσει ένα «πολιτικό μέσο» προκειμένου να γίνει δημόσιος υπάλληλος, να εξασφαλίσει έναν μισθό και να ζει αδιάφορα περιμένοντας τη συνταξιοδότησή του. Επιπλέον, τη «δύναμη του λόγου» και τη διάθεση για πνευματική καλλιέργεια διαδέχθηκαν η παθητικότητα και η αποχαύνωση τις οποίες καλλιεργούν η κατευθυνόμενη υποκουλτούρα και η «μαγεία της εικόνας» μιας αισχίστου είδους τηλεόρασης.
Συγχρόνως και αντιστρόφως, οι όποιοι αξιόλογοι δημιουργοί της εποχής μας και γενικότερα οι αποκαλούμενοι «πνευματικοί άνθρωποι» τίθενται συστηματικά στο περιθώριο προκειμένου η νέα γενιά να «γαλουχείται» έχοντας «πρότυπα» ανθρώπους που αναδείχθηκαν ως «καλλιτέχνες» κυνηγώντας το «εύκολο χρήμα» μέσα από τηλεοπτικά ριάλιτι σόου, τα οποία υποτίθεται ότι αναζητούν «ταλέντα» ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να κατακρημνίζουν και να εκμηδενίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Αυτή η κατάσταση δεν θα μπορούσε προφανώς να μην έχει τον ανάλογο αντίκτυπο και στην πολιτική μας ζωή. Αντί για επιστήμονες, τεχνοκράτες και, εν γένει, κοινωνικά καταξιωμένους ανθρώπους με εμπειρία και ικανότητες, το πολιτικό μας σύστημα «επιστρατεύει» συχνά και προωθεί σε αιρετά αξιώματα με κρίσιμες αρμοδιότητες για τη χώρα και τους πολίτες της είτε κομματικούς παράγοντες με μοναδικό προσόν τα ισχυρά τους ερείσματα μέσα στο αντίστοιχο κόμμα είτε αθλητές, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες κ. ά., οι οποίοι χάρη στην κοινωνική τους αναγνωρισιμότητα (και όχι αναγνώριση) καταφέρνουν να «υφαρπάξουν» την ψήφο των πολιτών ενώ στην πραγματικότητα είναι ακατάλληλοι για τα εν λόγω αξιώματα και, εντέλει, καθίστανται «άβουλα πιόνια» της εκάστοτε εξουσίας και όχι εκφραστές της λαϊκής βούλησης.Αυτό εξηγεί εν πολλοίς γιατί οι περισσότεροι από τους σημερινούς πολιτικούς δεν είναι σε θέση να επιλύσουν το παραμικρό πρόβλημα...
Ομως, ο ελληνικός λαός πρέπει επιτέλους να δώσει ένα τέλος σε αυτή την κατάπτωση. Είναι καιρός να γίνει μια επί τόπου αναστροφή: να γυρίσουμε την πλάτη στα «πρότυπα» που τόσα χρόνια προσπαθούν να μας επιβάλουν, να ξαναχτίσουμε την παιδεία μας, να αλλάξουμε νοοτροπία. Το αίτημα για την «ανόρθωση» της χώρας θα μπορούσε ίσως να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: «αξιοκρατία παντού». Από τους διορισμούς των δημοσίων υπαλλήλων μέχρι την εκλογή του πρωθυπουργού της χώρας. Ετσι το πολιτικό μας σύστημα θα ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη των πολιτών, προς όφελος της ίδιας της Δημοκρατίας.

Του Γιάννη Αδαμόπουλου
*Ο κ. Γιάννης Αδαμόπουλος είναι πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Πηγή Καθημερινή
20.8.2011

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Εναλλακτικά πάθη

Από τότε που η εξαδέλφη μου έβαλε τα ακουστικά στα αφτιά της, η επικοινωνία μας πέρασε στη ζώνη του λυκόφωτος. Φορώντας τα και φορώντας στο πρόσωπό της μια έκφραση απόλυτης νιρβάνα, κυκλοφορεί ανάμεσά μας αδιαφορώντας για το αν ζούμε ή πεθαίνουμε, αν έχουμε πιάσει φωτιά ή αν μας παρασέρνει τσουνάμι. «Κλέφτες θα με αρπάξουν και χαμπάρι δεν θα πάρεις!» αντέδρασε η θεία μου (και μητέρα της). «Να σε αρπάξουν για να σε κάνουν τι; Μην ανησυχείς, δεν παθαίνεις τίποτα». Υπό άλλες συνθήκες, με αυτά τα… ασεβή λόγια θα άναβε καβγάς τρικούβερτος. Τώρα απλώς η εξαδέλφη ανεβάζει την ένταση στο mp3 της και συνεχίζει την ακρόαση, αφήνοντας τη θεία να βράζει στο ζουμί της. Όχι, δεν είναι εθισμένη σε κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό ούτε γοητεύτηκε από τα υπερσύγχρονα iPods. «Inner voice» λέγεται αυτό που έχει… πάθει, δηλαδή «εσωτερική φωνή». Η ίδια το αποκαλεί new age εναλλακτική θεραπεία. Εγώ το αποκαλώ το τέλος της οικογενειακής μας αρμονίας – αν υπήρξε ποτέ κάτι τέτοιο.
 
Μια φίλη της της το έμαθε: Μπαίνεις, της είπε, στις ανάλογες ιστοσελίδες, αγοράζεις το πακέτο που ανταποκρίνεται στις εξατομικευμένες ανάγκες σου και στο στέλνουν είτε σε μορφή ψηφιακού αρχείου ήχου είτε ηχογραφημένο σε CD. Εκείνο που έχεις να κάνεις είναι να το ακροάζεσαι καθημερινά, τουλάχιστον για δύο-τρεις ώρες, ή (ακόμη καλύτερα) να το έχεις στο αφτί σου κατά τον βραδινό ύπνο. Τι ακούς; Ήχους της φύσης, προσεκτικά (;) επιλεγμένους ώστε να επιδρούν στο υποσυνείδητό σου με τρόπο θεραπευτικό: βοηθώντας σε να ηρεμήσεις αλλά και να αποκτήσεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, να αγαπήσεις τους αντιπαθητικούς γείτονες, να αντιμετωπίσεις σπαστικές κολίτιδες, έλκη, ψωριάσεις… Η εξαδέλφη μου αγόρασε το πρόγραμμα «Ελέγξτε τη λαιμαργία σας» και ξημεροβραδιάζεται με παφλασμούς κυμάτων και τιτιβίσματα πουλιών της Ισλανδίας, που σου κόβουν, λένε, την όρεξη. «Παρ' όλα αυτά, ούτε ψίχουλο δεν άφησες από το κέικ σοκολάτα του Παρλιάρου» παρατήρησα, επιχειρώντας να θίξω την αξιοπιστία της μεθόδου. «Για να μην την προσβάλω το έκανα» απάντησε και επέστρεψε εις τον αφρό της (ηχογραφημένης) θάλασσας. Αυτήν τη φορά όμως ήμουν αποφασισμένος να της μιλήσω. Τράβηξα λοιπόν το ακουστικό από το αφτί της και συνέχισα: «Εδώ και δύο μήνες κυκλοφορείς καλωδιωμένη και το μόνο που έχεις καταφέρει είναι να κάνεις τα νεύρα μας τσατάλια. Αδύνατον να επικοινωνήσουμε μαζί σου!». «Όχι ότι επικοινωνούσαμε πριν…» παρενέβη η γλυκιά μανούλα της. «Θεία, σιωπή!». «Ασ' την να τα πει, καλέ, έτσι κι αλλιώς ποιος την ακούει;». «Αν με άκουγαν μερικές μερικές και δεν έτρωγαν σαν τις γουρούνες, τώρα δεν θα είχαν ανάγκη τα βρωμόπουλα της... Γροιλανδίας για να αδυνατίσουν!». «Ισλανδίας! Και αν δεν με τάιζες με εκείνες τις ψωμάρες, που τις άλειφες με βούτυρο και τις πασπάλιζες τόνους ζάχαρης, δεν θα ήμουν τώρα εθισμένη στα λιπαρά!». Τις άφησα να τα πουν, δηλαδή να τσακωθούν, και όταν η θεία μου αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, βροντώντας όσο μπορούσε πιο δυνατά την πόρτα της, πήρα το ύφος του καλού εξαδέλφου.
 
«Δεν το λέω για να σε εκνευρίσω, αλλά από τότε που υποβάλλεσαι στη… θεραπεία νομίζω πως αντί να αδυνατίζεις παχαίνεις». «Πρώτον, είμαι στα κιλά μου και, δεύτερον, τώρα έχει αρχίσει να επιδρά στο υποσυνείδητό μου, θέλει μερικές εβδομάδες, το είχε πει και η Τίνα». «Η οποία Τίνα είδε αποτέλεσμα;». «Θα έβλεπε, αν την είχε εφαρμόσει συστηματικά. Ο άνδρας της όμως δεν την άφηνε να πέφτει στο κρεβάτι τους με τα ακουστικά, γιατί, λέει, άκουγε και εκείνος τους ήχους της ερήμου – η Τίνα έκανε θεραπεία για την υπερβολική τριχοφυΐα – και ξυπνούσε ιδρωμένος από τον σιμούν». «Απαράδεκτος! Να μη θυσιάσει μερικούς μήνες ύπνου για να απαλλαγεί η γυναίκα του από το μουστάκι;». «Ναι, απαράδεκτος!» με κοίταξε η εξαδέλφη μου, προσπαθώντας να καταλάβει αν μιλούσα σοβαρά. «Αστειεύομαι» παραδέχτηκα και συνέχισα να εξηγώ γιατί οι φωνούλες από το υπερπέραν, τα βελάσματα των νεογέννητων λάμα και το ζουζούνισμα της λιβελούλας στην ανατολή του ήλιου δεν με πείθουν για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες. «Δεν πας καλύτερα σε έναν διαιτολόγο;». «Όχι, ο μοναδικός τρόπος για να αντιμετωπίσεις ένα ψυχοσωματικό πρόβλημα από τη ρίζα του είναι η ενδοσκόπηση…». «Βρε, κορίτσι μου, τι ψυχοσωματικό; Για τρεις τρως!». Με αγριοκοίταξε, πήρε το Mp3 της και αποχώρησε. Γνωρίζοντάς την, της δίνω μερικές ακόμη εβδομάδες προσπάθειας ώσπου να τα παρατήσει. Όχι ότι θα ησυχάσω τότε ή ποτέ, το αντίθετο.
 
Γιατί τώρα αρχίζουν τα χειρότερα: Δεν είχα προλάβει να ολοκληρώσω τη συζήτηση με την εξαδέλφη μου και επανεμφανίστηκε η θεία Ιουλία, με το βλέμμα «τώρα θα σε αποτελειώσω». «Δεν μου λες, παιδί μου», άρχισε, «αυτό το πίνερ βόισε που σου κόβει την όρεξη και σου ρίχνει τις τρίχες…». «Inner voice, θεία μου». «Ναι, αυτό, έχει και άλλες εφαρμογές, ε; Δεν είναι μόνο για χοντρές και τριχωτές…». «Απ' ό,τι ξέρω, έχει». «Ναι... Γιατί κάτι είδα στην τηλεόραση… Μια κασέτα… Με ήχους της Ανταρκτικής που σου τσιτώνουν το δέρμα». «Θεία, τι λες;». «Ναι, ξαπλώνεις, ακούς τα παγόβουνα που σπάνε και αυτό σου μεταφέρει την υγρασία του Βορρά και σου κάνει φυσικό λίφτινγκ». «Εσύ δεν κορόιδευες την κόρη σου με τους ήχους της Ισλανδίας;». «Ναι, θυμήθηκα όμως εκείνο το φοβερό ντοκυμαντέρ για τη θεραπευτική δύναμη των ήχων και των υπερήχων, στο οποίο…». Καταλάβατε; Αντί να συνετιστεί η κόρη, ελάλησε και η θεία! Η οποία έχει αρχίσει να γλυκοκοιτάζει κάτι μαγνητικά βραχιόλια για τον θυρεοειδή, κάτι βιοδυναμικούς κορσέδες για τους ρευματισμούς και μια πορσελάνινη γκέισα-σιντριβάνι από το κεφάλι της οποίας τρέχει νερό, για λόγους φενγκ σούι. Τι και αν τα ιαπωνικά φενγκ σούι τόσων ετών για ευημερία και ευτυχία «ακυρώθηκαν» με το τσουνάμι; Εμείς τώρα τα εισάγουμε στο σπίτι μας. Αχ, τα εναλλακτικά πάθη μου!

Του Κοσμά Βίδου

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Θύματα της Ιστορίας, όχι συντελεστές

H κρίση του συστήματος λειτουργίας της οικονομίας, που το ονομάζουμε «ελευθερία της αγοράς», είναι φανερά διεθνοποιημένη, ταυτίζεται με τους τριγμούς κατάρρευσης του συνολικού «παραδείγματος» της Nεωτερικότητας – κάνει την κατάρρευση συγκεκριμένη, χειροπιαστή.

Πότε καταρρέει ένα πολιτιστικό «παράδειγμα»; Mα, αυτονόητα, όταν παύει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της μεγάλης πλειονότητας των ανθρώπων. Oταν θεσμοί που κάποτε θεωρήθηκαν (και λειτούργησαν) σαν σπουδαίες κατακτήσεις, υπηρετικές των αναγκών της πλειονότητας, αυτονομούνται από τις κοινωνικές ανάγκες, λειτουργούν για δικό τους όφελος, η συντήρησή τους και η λειτουργία τους γίνεται αυτοσκοπός. Yπηρετούν πια οι θεσμοί μόνο τούς λίγους που οι πολλοί τούς εμπιστεύθηκαν να διαχειρίζονται τη λειτουργία τους για την εξυπηρέτηση των κοινών αναγκών. ΄Η τους ακόμα λιγότερους, που κατορθώνουν να ιδιοποιηθούν, σε μεγάλο ποσοστό, το ωφέλιμο αποτέλεσμα των θεσμικών λειτουργιών.

Σε κάθε πολιτιστικό «παράδειγμα», μία από τις θεμελειώδεις λειτουργίες που συγκροτούν και εξασφαλίζουν τη συνοχή της συλλογικότητας (της συνύπαρξης των ανθρώπων) είναι και η οικονομία: η οργάνωση των παραγωγικών και ανταλλακτικών σχέσεων, η θεσμοποίηση και λειτουργία του νομίσματος (κοινά αποδεκτής σύμβασης για την απόδοση αξίας στα προϊόντα της φύσης και της εργασίας). Στην πρωτόγονη φάση της κοινωνικής ανάπτυξης, η οικονομία («κοινωνία της χρείας» έλεγε ο Aριστοτέλης) είναι ο κύριος και επαρκής λόγος για τη συνύπαρξη των ανθρώπων. Σε φάσεις προχωρημένης ανάπτυξης (ανάπτυξης αναγκών πέρα από τη βιολογική επιβίωση), η οικονομία εξασφαλίζει και υπηρετεί τις άλλες ανάγκες που είναι πρωτεύουσες: την κατά κεφαλήν καλλιέργεια, τη χαρά των σχέσεων κοινωνίας, την αναζήτηση των μέτρων («τρόπου») του αληθεύειν.

Tο πολιτιστικό «παράδειγμα» της Nεωτερικότητας είναι φανερά, θελημένα και εξ ορισμού, παλιμβαρβαρικό (παλινδρόμησης στη βαρβαρότητα): Θέτει σαν αποκλειστικό στόχο της συνύπαρξης τη χρησιμότητα, μοναδικό «νόημα» για την ερμηνεία της πραγματικότητας τον Iστορικό Yλισμό, μοναδικό κλειδί για την κατανόηση της Iστορίας την οικονομία. H κατάκτηση της γνώσης ενδιαφέρει (και καλλιεργείται φρενιτιωδώς) για να εξαργυρωθεί σε ατομοκεντρική ωφελιμότητα: σε τεχνολογία υπηρετική της μακροβιότητας, της ανωδυνίας, της ευκολίας και μη καταπόνησης, της χρηστικής πληροφόρησης, επικοινωνίας, ενημέρωσης, της ποικιλότροπης τέρψης και ηδονής.

Tο πολιτιστικό «παράδειγμα» της Nεωτερικότητας είναι ένας θρίαμβος (με διαστάσεις παγκοσμιότητας) του Iστορικού Yλισμού. Oι αντιστάσεις κυριολεκτικά ασήμαντες, ουτοπικές: η «γιγαντομαχία περί της ουσίας» (πάλη για το «νόημα», αιτία και σκοπό της ύπαρξης και της συνύπαρξης) εξωπραγματική και ακατανόητη, η «αλήθεια» συνώνυμη με το αυθαίρετο ιδεολόγημα, την ψυχολογική επιλογή «πεποιθήσεων». Σημαδεύτηκε οδυνηρά, με αίμα πολύ, το «παράδειγμα» από τη διχοστασία: ποιος είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να πραγματωθεί πληρέστερα ο Iστορικός Yλισμός. Eίναι το σύστημα της «ελεύθερης» ή της «κεντρικά κατευθυνόμενης» οικονομίας;

Nίκησε κατά κράτος η ελεύθερη οικονομία. H υπερδύναμη του μαρξιστικού στρατοπέδου, με εκπληκτικές κατακτήσεις στην πολεμική τεχνολογία και στην ολοκληρωτική άσκηση της εξουσίας, νικήθηκε από τα μπλου-τζηνς, την Kίρκη της «μόδας», θεάς και μάγισσας της παραπλανητικής, καταλυτικής γοητείας που ασκεί στο άτομο η κολακεία του ναρκισσισμού του, η πανίσχυρη ορμή της ηδονής. Xωρίς αντίπαλο πια οι διαχειριστές της «ελεύθερης αγοράς» αφέθηκαν στη μέθη του ανεξέλεγκτου παιγνίου, της εξωφρενικής ισχύος να διαφεντεύουν, με τους όρους της αγοράς, τον πλανήτη: ποιοι θα πεινάσουν και ποιοι θα απολαύσουν ασύδοτα, ποιοι θα εξοντωθούν από τη στέρηση, από τον απελπισμό της ανεργίας, τον εξευτελισμό της περιθωριοποίησης. Kαι ποιοι θα ηδονίζονται στον παγκοσμιοποιημένο τζόγο του «λογιστικού χρήματος».

Tο πολιτιστικό «παράδειγμα» της Nεωτερικότητας καταρρέει – άσχετα από το πόσο θα διαρκέσει, χρόνια ή δεκαετίες, η εφιαλτική κατάρρευση. Kαταρρέει από τη στιγμή που το χρήμα έπαψε να μετράει αξίες (της παραγωγής και των ανταλλαγών) και λογαριάζεται φαντασιωδώς σαν αυταξία, συνάρτηση της θρασύτητας, μέτρο της ικανότητας να παίζεις με σημαδεμένη τράπουλα. Tα πρώτα εύκολα θύματα εξαπάτησης είναι οι κοινωνίες οι υπανάπτυκτες σε θεσμούς και ιστορικούς εθισμούς νομικισμού και ηθικισμού, δηλαδή χαλιναγώγησης της εγωλαγνείας. Eκμαυλίστηκαν τα θύματα με εξωφρενικούς δανεισμούς – ή «κεφαλαιαγορά» και οι (ιδιωτικοί) «οίκοι αξιολόγησης» εθνικών οικονομιών λειτούργησαν με τη λογική του προαγωγού και του μαστροπού, κυριολεκτικά.

Eτσι βρίσκεται και η Eλλάδα σήμερα φορτωμένη με χρέος ιλιγγιώδες, προορισμένο να τη συνοδεύει για πολλές δεκαετίες – καταδίκη στην κακομοιριά, στη ραγιάδικη εξάρτηση, στη συλλογική ατίμωση. Πολύ πιθανό να λειτουργήσει το χρέος και σαν καταλύτης οριστικής διάλυσης: H Eλλάδα έχει βάλει υποθήκη για τον δανεισμό της την ίδια την εδαφική της ακεραιότητα – παραχώρησε στους δανειστές της το δικαίωμα να κατασχέσουν τη γη της, τα μνημεία του άλλοτε πολιτισμού της, τις πηγές ενέργειας, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (το νερό που πίνουμε, το φως και τη θέρμανση), αν καθυστερήσουμε την αποπληρωμή του χρέους μας.

Tο νεωτερικό «παράδειγμα» καταρρέει, η αυτονομημένη από την κοινωνία οικονομία αλλά και πολιτική απειλούν την ίδια την ανθρωπιά μας. Eίναι συναρπαστικό, από μιαν άποψη, να ζει κανείς τέτοια κοσμογονία. Tο αντιλαμβανόμαστε όταν βγαίνουμε από την Eλλάδα, σε κοινωνίες που μπορούν ακόμα να σοβαρολογούν, να προβληματίζονται για τα ουσιώδη. Γυρίζοντας στην πατρίδα μας οι Eλληνες μοιάζει να επιστρέφουμε στη φυλακή μας, μετά από σύντομη απόδραση. Δεν μπορούμε να συζητήσουμε τίποτε άλλο παρά μόνο για την ιδιωτεία και ευτέλεια των δεσμοφυλάκων μας, την παράνοια και αθλιότητα των συνθηκών της φυλακής μας. Aυτά και μόνο αυτά, πάντοτε συνεχώς.

Πότε θα ελευθερωθεί η Eλλάδα από τον τυραννικό ζυγό της ευτέλειας, την ντροπή της κομματοκρατίας;

Του Χρήστου Γιανναρά
17.4.2011

Σάββατο 21 Αυγούστου 2010

Το Αυγουστιάτικο εγκεφαλογράφημα ενός δημοσιογράφου


Mη διαβάσετε παρακάτω. Δεν έχει νόημα. Μη διαβάζετε είπαμε. Γιατί επιμένετε; Ε, αφού συνεχίζετε, τουλάχιστον μη μου καταλογίσετε εκ των υστέρων ότι χάσατε τον χρόνο σας... 

Το λοιπόν. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες θυμάμαι τον κ. Ηλία, τον πατέρα ενός κολλητού μου. Φανατικός αναγνώστης της «Κ», ενώ χάζευε ένα αυγουστιάτικο πρωτοσέλιδο, γύρισε κάποτε και μου είπε: «Δεν μου λες, Κωνσταντίνε. Γιατί κοροϊδεύετε τον κόσμο; Γιατί δεν γράφετε στον τίτλο “Σήμερον δεν έχουμε ειδήσεις” και να μη μας υποχρεώνετε να διαβάζουμε μπούρδες;».

Με το εξαιρετικό του χιούμορ ο κ. Ηλίας είπε αυτό που όλοι αντιλαμβάνεστε αυτό τον καιρό και εις μάτην προσπαθούμε να σας αποκρύψουμε. 

Ε, λοιπόν ναι. Αυτές τις μέρες οι δημοσιογράφοι γράφουμε και μπούρδες. Αλλά τι να κάνουμε όταν δεν υπάρχει ψήγμα είδησης; Οι περισσότεροι πολιτικοί είτε λείπουν για διακοπές είτε, αν σηκώσουν το τηλέφωνο, το μόνο ενδιαφέρον που έχουν να σου πουν είναι για τα μπάνια τους. 

Οι εφημερίδες, όμως, πρέπει να κυκλοφορήσουν. Και λόγω ανταγωνισμού δεν μειώνουν τις σελίδες τους. 

Μεταξύ μας, δεν φαντάζεστε το άγχος όσων γράφουμε καθημερινά τις 500 λέξεις του ρεπορτάζ. Βουνό μάς φαίνονται. Εν γνώσει μας κάνουμε την τρίχα τριχιά, ενώ καταφεύγουμε και σε φράσεις «είναι αξιοσημείωτο», «πρέπει να τονισθεί», «προκαλεί μεγάλη αίσθηση», καθώς κατά βάθος γνωρίζουμε ότι η μόνη αίσθηση που σας διεγείρουμε είναι αυτή της νύστας. 

Αφού έχουμε εφεύρει μεταξύ μας και την ερώτηση «εσύ με ποιο εγκεφαλογράφημα θα διεκδικήσεις αύριο το Πούλιτζερ;» για να διασκεδάσουμε τον πόνο μας. 

Εν ολίγοις, γνωρίζουμε πλήρως ότι καρφί δεν σας καίγεται αν ο ανασχηματισμός θα γίνει στις 3 ή τις 4 Σεπτεμβρίου, αν θα είναι δομικός ή επικοινωνιακός ή και για το ποιος θα είναι υποψήφιος περιφερειάρχης Θεσσαλίας. Αλλά τι να κάνουμε; Πρέπει να γεμίσουν οι σελίδες και μετράμε τις μέρες να έρθει ο Σεπτέμβριος και να κάνουμε τη δουλειά μας άνευ μπουρδολογίας.

Oυφ, τις γέμισα τις 350 λέξεις μου. 

Προσωπικά το διασκέδασα, γιατί ήταν το ειλικρινέστερο αυγουστιάτικο εγκεφαλογράφημά μου. 

Για το μόνο που λυπάμαι είναι ότι επιμείνατε να με διαβάσετε μέχρι τέλους, καίτοι εγώ σας προειδοποίησα…

Του Κων/νου Ζουλα
20.8.2010

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Ισλαμιστές λογοκρίνουν τη...Σεχραζάντ στην Αίγυπτο

Αιγύπτιοι ισλαμιστές θέλουν τώρα να λογοκρίνουν "φιλήδονα" αποσπάσματα από τις "Χίλιες και μία νύχτες", ένα από τα πιο ανεκτίμητα λογοτεχνικά έργα του μουσουλμανικού κόσμου. Πρόκειται για την ίδια χώρα οι ιερωμένοι της οποίας κάποτε ανάγκασαν έναν καθηγητή πανεπιστημίου να πάρει διαζύγιο από τη γυναίκα του επειδή είχε τολμήσει να προτείνει επανερμηνεία του Κορανίου. 

Ο Αϊμάν Αμπντέλ Χακίμ, μέλος των "Ισλαμιστών Δικηγόρων χωρίς Δεσμά", θέλει να λογοκριθούν τα παραμύθια που διηγείται η Σεχραζάντ στις "Αραβικές νύχτες", διότι το έπος "περιλαμβάνει βλασφημίες που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από την αιγυπτιακή κοινωνία". "Καταλαβαίνουμε ότι αυτού του είδους η λογοτεχνία είναι αποδεκτή στη Δύση, αλλά εδώ έχουμε διαφορετική κουλτούρα" λέει. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η περίεργη ομάδα των ισλαμιστών δικηγόρων κάνει παρόμοιες δηλώσεις πάνω μια δεκαετία, αλλά η ιδέα ότι ο μουσουλμανικός κόσμος δεν πρέπει να διαβάζει για τον Σεβάχ τον Θαλασσινό, τη Σεχραζάντ και τον Αλαντίν είναι εμφανώς γελοία. 

Αλλά και η Σαουδική Αραβία βρίσκεται σε πόλεμο μετά τον φετβά που κήρυξαν σκληροπυρηνικοί κληρικοί που θέλουν να επιβάλουν νέους, ακόμη πιο αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες.
Ο σεΐχης Αντέλ αλ Καλμπάνι, για παράδειγμα, ισχυρίζεται ότι το Κοράνι απαγορεύει τη μουσική -αν και οι σαουδαραβικές Αρχές δεν επιτρέπουν ούτως ή άλλως τις συναυλίες. 

Ετερος σεΐχης, ο Αμπντούλ Μοχσέν αλ Ομπεϊκάν όρισε ότι η γυναίκα δεν έχει το δικαίωμα να περπατάει δίπλα σε έναν άνδρα -αν και πρόκειται για τον ίδιο ιεροδιδάσκαλο που προτείνει τη μείωση σε δύο των πέντε προσευχών την ημέρα, ώστε να διευκολύνεται η ζωή των σαουδαράβων εμπόρων, οι οποίοι υποχρεώνονται να κλείνουν τα μαγαζιά τους πέντε φορές την ημέρα. 

Ποιος θα το πίστευε ότι αυτή είναι η ίδια Σαουδική Αραβία με τη σύμμαχο των ΗΠΑ που προσπαθεί να πολεμήσει τους βομβιστές της Αλ Κάιντα και που φοβάται ότι το Ιράν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα;
Ο Μοχάμεντ Σαλμάουι, πρόεδρος της Ενωσης Συγγραφέων της Αιγύπτου, λέει ότι οι ισλαμιστές θέλουν να πάρουν εκδίκηση από τους διανοούμενους οι οποίοι αγωνίζονται υπέρ της ελεύθερης δημόσιας συζήτησης στο Κάιρο. "Οι Ταλιμπάν κατέστεψαν τα αγάλματα του Βούδα στο Αφγανιστάν και αυτοί οι άνθρωποι εδώ προσπαθούν να καταστρέψουν ένα ανάλογο μνημείο της κληρονομιάς μας" είπε στους "Los Angeles Times". 

Σε μια περίοδο όπου πολλοί υποψιάζονται ότι θα ξεσπάσει ένας νέος πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ και στη Χεζμπολάχ του Λιβάνου, μοιάζει σχεδόν αδιανόητο να σπαταλά ένας λαός τις δυνάμεις του σε αυτές τις ανοησίες». 

Πηγή Το Βήμα
14.7.2010

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

"Η στρέβλωση του ύφους έφτασε να θεωρείται ιδεώδες"

Ο φιλόλογος, ποιητής και κριτικός Λουκάς Κούσουλας ορίζει το καλό γράψιμο
 

Με τα βιβλία, όπως ακριβώς και με τους ανθρώπους, ο καθένας πορεύεται με τις αγάπες και τις φιλίες του. Εξ ου και ο ελάχιστα επαρκής αναγνώστης δεν διαβάζει με γνώμονα τις εφήμερες μόδες του συρμού (π.χ. τα εκάστοτε ευπώλητα) ούτε απολύτως σύμφωνα με τις επιταγές του λογοτεχνικού κανόνα. Συνήθως το ένα βιβλίο τον πάει στο άλλο, όπως μέσω μιας φιλίας γεννιέται η επόμενη.
Ο φιλόλογος, ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας και μεταφραστής Λουκάς Κούσουλας ανήκει στη χορεία των σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων μαζί με τον Αρανίτση, τον Παπαδημητρακόπουλο ή τον Παπαγιώργη που με μαγεύουν με τη γραφή τους. Ξέρω ότι διαβάζοντάς τον με περιμένει –ίσως και στην επόμενη πρόταση– η ηδονή του μεγάλου ξαφνιάσματος. Μια πανέμορφη άγνωστη λέξη, η απρόσμενη γειτνίαση δύο άλλων, μια απότομη αλλαγή ύφους σαν κατέβασμα ταχύτητας, ο εξαιρετικός ελιγμός μιας φράσης και κυρίως ο ευθύβολος συλλογισμός που φωτίζει σκέψεις, κείμενα, περιστάσεις, την ίδια τη ζωή. Η αποκάλυψη του νοήματος.

Καταγραφές
Ο Κούσουλας, γεννημένος το 1929 στη Σουβάλα του Παρνασσού έχει εκδώσει μεταξύ άλλων από ένα βιβλίο για τον Παπαδιαμάντη και τον Μακρυγιάννη «Ανθρώπους και κτήνη» και «Ο Μακρυγιάννης και το σκάνταλο» (εκδ. Νεφέλη), έναν τόμο λογοτεχνικών κριτικών «Μετά τα φιλολογικά» (εκδ. Νεφέλη), έναν συλλογικό τόμο ποιημάτων «Τα ποιήματα 1962-2002» (εκδ. Δόμος) και προσφάτως δύο βιβλιαράκια στις εκδόσεις Γαβριηλίδη «με κάτι σημειώσεις σαν ημερολογιακές καταγραφές σκέψεων, σχόλια για έργα και για πρόσωπα, παρατηρήσεις για ζητήματα της λογοτεχνίας» υπό τον γενικό τίτλο «Και μόνος και μετά πολλών», περιγράφοντας δηλαδή τη θέση του αναγνώστη και του κριτικού.

«Είχα καταφύγει στο είδος αυτό των καταγραφών από αδυναμία να γράψω ποίημα, αν δεν με επισκέπτεται αυτό. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως αν δεν τις φρόντιζα, αν δεν είχα τη φιλοδοξία να είναι καλό γράψιμο ακυρώνονταν αμέσως». Διαβάζοντάς τες έχεις την αίσθηση ότι κάποιο οικείο σου πρόσωπο σού αφηγείται παραμύθια. Ταυτόχρονα όμως η άνεση π.χ. με την οποία μπαινοβγαίνει μέσα στο παπαδιαμαντικό corpus σαν στο σπίτι του, αντλώντας εικόνες, συμβάντα και πρόσωπα τα οποία στη συνέχεια έρχεται να φωτίσει, προκαλεί κατάπληξη. Στη συζήτηση που έγινε στο σπίτι του ο Κούσουλας μίλησε με νεανικό πάθος και βαθιά κατασταλαγμένη αγάπη για τους λατρεμένους του συγγραφείς, τα κείμενα και τα ποιήματά του, τα «γραμμένα με πολύ κόπο», το (καλό) γράψιμο και τη λογοτεχνική κριτική, η οποία στην περίπτωσή προϋποθέτει την ανάληψη της ευθύνης μιας απερίφραστα προσωπικής άποψης σχετικά με το τι αξίζει και γιατί. «Θεωρώ ότι τα δύο μυθιστορήματα του Μπεράτη το «Πλατύ Ποτάμι» και το Οδοιπορικό του ’43» είναι πολύ ανώτερα από τα δέκα μυθιστορήματα της γενιάς του ’30», υποστηρίζει με θέρμη.

«Οσο προχωρώ στην ηλικία επιβεβαιώνω τη φράση του Ρίλκε ότι τα 9/10 της κριτικής είναι σκύβαλα, για πέταμα, ο ίδιος προσθέτει ότι και για τη λογοτεχνία το ίδιο ισχύει. Ωστόσο, το φαινόμενο που πραγματικά επιβιώνει είναι ότι η κριτική είναι ζωντανή πάντοτε και ωραία. Η κριτική είναι πρωτογενής δημιουργία, όταν είναι όντως κριτική κι όχι για πέταμα. Υπάρχει μια φράση του Ανώνυμου, του Λογγίνου όπως λέγεται, που λέει ότι η κριτική, η αισθητική είναι «πολλής επιστήμης τελευταίον επιγέννημα». Αν δεν υπάρχουν στον αναγνώστη οι προσλαμβάνουσες του καλού κριτικού για έργα και πρόσωπα ακυρώνεται αμέσως το κείμενο. Οπως λέει ο Ελιοτ –ένας κατ’ εξοχήν δάσκαλος του καλού γραψίματος– καταλαβαίνω ένα ποίημα σημαίνει ότι το απολαμβάνω για τους σωστούς λόγους. Αντίθετα αν δεν το καταλαβαίνω για τους σωστούς λόγους, τότε παρεμβαίνω εγώ μέσα σε αυτό και το ποίημα παύει να είναι αυτό που είναι».

Ξύλινη γλώσσα
Η ερώτηση προκύπτει αυθόρμητα: τι είναι το καλό γράψιμο;
«Καλή ερώτηση αν λογαριάσει κανένας ότι στις λεγόμενες μοντέρνες ή μεταμοντέρνες γραφές και ποιος ξέρει πόσες θα βγουν ακόμα, η στρέβλωση του ύφους έφτασε να θεωρείται ιδεώδες. Η αποφυγή αυτής της ξύλινης γλώσσας που άρχισε από την πολιτική και πέρασε στη λογοτεχνία, η αποφυγή της είναι το καλό γράψιμο. Δηλαδή να μην ντρέπεται κανένας μιλώντας καλά. «Το μη καλώς λέγειν ου μόνον εις τούτο πλημμελές, αλλά κακόν τι εμποίει τες ψυχές», λέει ο Πλάτωνας. Αν δεν εκφράζεται κανένας καλά, που βέβαια εννοείται όχι στρόγγυλα με τον τρόπο που νομίζουν μερικοί, αν δεν λέει αυτό που έχει συλλάβει (εφόσον αξίζει τον κόπο αυτό το κάτι) εμποίει κακόν τες ψυχές, εκτός που είναι από μόνο του πλημμελές».

Η δύναμη της κριτικής του Κούσουλα δεν φαίνεται μόνο στην ικανότητά του να φωτίζει π.χ. τον θάνατο του «Βασίλη του Αρβανίτη» του Μυριβήλη, αλλά στους αναπάντεχους συσχετισμούς συγγραφέων (όπως του Παπαδιαμάντη με τον Μπόρχες ή τον Προυστ) που αποκαλύπτουν άγνωστες πτυχές των κειμένων κι από τις δύο πλευρές. «Αν πεις θα συσχετίσω τον Παπαδιαμάντη με τον Προυστ θα καγχάσει ο άλλος. Το ζήτημα είναι αν τελικώς θα τον πείσεις. Νομίζω ότι οι αναγνώστες μου πείστηκαν ότι είχα δίκιο». Η συζήτηση γλιστράει μόνη της στον Μακρυγιάννη. «Αν πραγματικά χρησιμοποιήσω τον Μακρυγιάννη από τη σκοπιά της Ιστορίας και διασταυρώσω πληροφορίες μπορεί πραγματικά να τον ακυρώσω. Ενώ λένε π.χ. ο Δημαράς ότι έγραψε ένα αριστούργημα, το κριτικάρουν ύστερα ως ντοκουμέντο που δεν είναι εξίσου αυθεντικό. Αλλά ο Μακρυγιάννης δεν έγραφε όπως συνέβαιναν τα πράγματα, αλλά όπως ήθελε να έχουν συμβεί. Η καύση όμως του γεγονότος, όπως το ζει ο Μακρυγιάννης, αμέσως το μεταμορφώνει. Κι όπως το ζει, είτε είναι έτσι είτε αλλιώς, βλέπεις έναν άνθρωπο που λογοτεχνικά σε κυριεύει. Το ίδιο θα ’λεγα και για τον Παπαδιαμάντη, οπωσδήποτε. Αν βγάλεις τα 30 σπουδαία του κομμάτια –γιατί ως συγγραφέας πλήρωσε το βαρύ τίμημα της καθημερινής δουλειάς για τον επιούσιο– πρόκειται για πολύ μεγάλο συγγραφέα».

Το κατοχικό παρόν και ο μαρξισμόςΣτο αφήγημά του το «Βουνό» (Εστία) αναφέρεται στα χρόνια 1940-45 όπως τα έζησε στη Σουβάλα. «Οταν λέω κάπου ότι ο αγωνιστής του ’21 που ήταν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι κι έβλεπε μετά από χρόνια τις τελετές της Εξόδου κι εξανίστατο: «Δεν ήταν έτσι βρε παιδιά, δεν ήταν έτσι μωρέ», εμείς που το ’40-’41 ήμασταν παιδιά λέμε «δεν ήταν έτσι» γιατί για μας ήταν μια άλλη πραγματικότητα. Οταν ο αγαπητός κατά τα άλλα Λορεντζάτος επιμένει ότι ο ελληνικός Εμφύλιος ήταν προϊόν του μαρξισμού, κάμει λάθος. Το 1/10 ανήκει στον μαρξισμό, τα 9/10 ήταν των περιστάσεων που είχαν ξεκινήσει στην Κατοχή. Το κατοχικό παρόν δεν έψαχνε για αναγωγές του τύπου μαρξισμός/καπιταλισμός. Ητανε μια πραγματικότητα που άλλαζε με τις ώρες. 

Αλλιώς ήταν το πρωινό της μέρας, αλλιώς το μεσημέρι, αλλιώς το βράδυ. Εχοντας, ας πούμε, κρυμμένα στα κεραμίδια παράνομο Τύπο της Κατοχής με τον Γερμανό 

Συνέντευξη στον Σπυρο Γιανναρα
11.7.2010

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

"Toy Story" των κοσμικών... (Life Style και τα σχετικά κουραφέξαλα)

Βρέθηκα πρόσφατα σε συνέδριο επαγγελματικό. Με ένα γενναίο pot pourri ξένων, «φίρμες» του παγκοσμιοποιημένου κατεστημένου, οι οποίοι είχαν σπεύσει από τις άκρες του πλανήτη, ξετρελαμένοι από την ιδέα δωρεάν ταξιδιού και πολυτελούς διαμονής στην Αθήνα και επιδίδονταν στο… ξέσκισμα του μπουφέ. Με τα δικά μας, εγχώρια μπουμπούκια του πολιτικού - οικονομικού - κοινωνικού κατεστημένου και τις κυρίες τους, να ακκίζονται και να κλείνουν δουλειές και διακοπές, στα μεταξύ τους πηγαδάκια, σα να βρίσκονται επί σκηνής κακού θεάτρου. Την ίδια ώρα, τα σχεδόν πανομοιότυπα πλαστικοποιημένα, μποτοξαρισμένα, παραφουσκωμένα με κολλαγόνο, πρόσωπά τους, να αναζητούν εναγωνίως τα φλας των φωτογράφων. Αηδία; Μπορεί. Αλλά δεν παύουν οι άνθρωποι αυτοί να είναι -σίγουρα, όχι οι καλύτεροι, ούτε οι μόνοι- χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της «αφρόκρεμας», παγκόσμιας και εγχώριας. Μεταξύ τους διαπρέπουν, εξελίσσονται, ζουν.
Κάθε χώρα έχει τους δικούς της: συλλήβδην, ας τους πούμε με το όνομά τους- κοσμικούς. Υπάρχει και μία αντίστοιχη πυραμίδα, ευρύτερης αποδοχής worldclass τέτοιων κοσμικών. Αυτοί πλούτισαν από τη «φούσκα» που δημιούργησαν και -σε μεγάλο βαθμό- «επέβαλαν» και στους μικρομεσαίους (εξαιρετική η τεκμηριωμένη ανάλυση του πρώην κορυφαίου τεχνοκράτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Ραγκουράμ Ρατζάμ, σε πρόσφατα εκδοθείσα μονογραφία του στο Princeton Press). Αυτοί γλίτωσαν από…τις συνέπειες, με κάποιες ή και μηδενικές απώλειες. Ενίοτε είχαν και κέρδη.

Στον κόσμο τους, όλα παραμένουν όμορφα. Πάντα, όμορφα. Αρκεί να είσαι κοσμικός. Να βρίσκεσαι ήδη ή να έχεις την επιτηδειότητα να βρεθείς, στις τάξεις των διαχρονικά σταθερών κοσμικών που περιφέρουν την κεχαριτωμένη υπόστασή τους από κοινωνική συγκέντρωση σε πολιτικό συνέδριο, από πάνελ σε γάμο και από τάλεντ σόου σε executive boardroom. Η -κατ’ αποκλεισμό τρίτων- δικτύωσή τους, παροιμιώδης: τύφλα να έχει η CIA, η NSA, η CSI ή τέλος πάντων, οποιαδήποτε θρυλική μυστική υπηρεσία η οποία αξιώθηκε να δει να γυρίζουν ακόμα και τηλεοπτική σειρά γι’ αυτήν - πρόκειται εξάλλου για τον ύψιστο βαθμό καταξίωσης στο σημερινό κόσμο: να γίνει η ζωή σου σίριαλ, έστω και ριάλιτι.

Η επιβίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινδυνεύει λόγω της τυφλής επιμονής της Γερμανίας στις «προληπτικές περικοπές» και την «υπερβολική δημοσιονομική πειθαρχία», όπως την χαρακτήρισε ο Σόρος - δήλωση η οποία προκάλεσε τη μήνι του Υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, Σόϊμπλε, ο οποίος απήντησε μέσω του «ευαγγελίου» των κοσμικών της διεθνούς οικονομίας, των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. Την ίδια ώρα, η Γαλλία διαφωνεί σε όλα με την Γερμανία και επιμένει ότι η οικονομική ανάπτυξη προέρχεται μονάχα από την ανταγωνιστικότητα. Η δε Ιταλία και Ισπανία, όπου η κοινωνική έκρηξη για τα μέτρα λιτότητας, ήδη είναι έντονη, αποχαιρετούν «επ’ αόριστον» τα σχέδια για πράσινες τεχνολογίες, εναλλακτική ενέργεια και εν γένει, κάθε λόγο περί «πράσινης οικονομίας». Αλλά, στον κόσμο των κοσμικών, όλα καλά. Όλα υπό έλεγχο. Να μην πούμε κιόλας, σε ανάπτυξη!

Εάν όμως δεν ανήκεις στις τάξεις αυτών των αρίστως δικτυωμένων προσώπων («προσωπικοτήτων» ή «επωνύμων» όπως είθισται να αποκαλούνται), έχασες. Και στη συγκεκριμένη συγκυρία στην οποία βρισκόμαστε αυτήν την εποχή στην Ελλάδα, δεν έχασες απλώς. Την έβαψες.

Γιατί τα πράγματα είναι ζοφερά και διαγράφονται ακόμα περισσότερο - όσο κι αν, από ιδιοσυγκρασία, ιστορική εμπειρία και ιδιαιτερότητα και θέρους, είμαστε ακόμα σχετικά χαλαροί. Φαινομενικά. Γιατί, ακόμα και στο Κολωνάκι και την Κηφισιά, υπάρχουν ολόκληροι δρόμοι γεμάτοι σκονισμένες, άδειες βιτρίνες με λουκέτα στις πόρτες και το κόκκινο «ενοικιάζεται» να δίνει τη θέση του μονάχα στο «πωλείται». 

Ανοίγεις το gmail σου να δεις την αλληλογραφία σου και τα διαφημιστικά μηνύματα αναβοσβήνουν επιτακτικά στο πάνω της σελίδας: «Βρες εργασία: Γίνε δότρια ωαρίων και βοήθησε και άλλες γυναίκες. Υπάρχει αποζημίωση», «Οικονομία στο ρεύμα - για σπίτια, γραφεία, επιχειρήσεις: κάνε «κλικ» εδώ. Κέρδισε εκατοντάδες ευρώ»,  «Εμπορία μετοχών online: κερδίστε χιλιάδες ευρώ!».  Το νόημα σαφές: λεφτά υπάρχουν - αλλά πλέον, μονάχα για τους πιο ξύπνιους και τους πιο ανενδοίαστους. Κατά προτίμηση, σε όσους συνδυάζουν ετούτα τα δύο στοιχεία. Η δε δουλειά επιτέλους έπαψε να θεωρείται «απασχόληση» και αποκαταστάθηκε στις πραγματικές τις διαστάσεις ως «εργασία».

Απέναντι, το θηρίο της φτώχειας. Της υποβάθμισης της ζωής. Της ζωής όλων μας (ή τουλάχιστον, της συντριπτικής πλειονότητας); «Αχ, ας ήμασταν όλοι μαζί, έστω και σε αυτό το ζοφερό σημείο», γράφει αρθρογράφος των Τάιμς, σχολιάζοντας τα μέτρα οικονομικής λιτότητας που τις προάλλες επέβαλε η νέα βρετανική κυβέρνηση, «αλλά δεν είμαστε». Και εκεί, όπως και στην Ελλάδα, τα θύματα είναι όσοι δεν μπορούν να διαμαρτυρηθούν με τέτοια ένταση που να κινδυνεύσει η κυριαρχία του πολιτικού συστήματος, το οποίο έχει μάθει να τροφοδοτείται από συγκεκριμένους οικονομικούς κύκλους - οι οποίοι διαφοροποιούνται κατά περίπτωση και εποχή, μονάχα με την έννοια της ανακύκλωσης. Μα ακόμα και οι κορυφαίοι διεθνείς ερευνητές μοιάζουν αυτό να επιβεβαιώνουν! Με πολύπλοκες έρευνες που έγιναν στο CERN, οι επιστήμονες κατόρθωσαν και άκουσαν τον ήχο του μποζονίου, του λεγόμενου «θεϊκού μορίου». Είναι, είπαν, σα να ακούς πολλά νομίσματα να κουδουνίζουν μέσα σε ένα ποτήρι κρασιού που κάποιος ανακινεί.

Δεξιώσεις, πάρτι, συνεστιάσεις, συνέδρια, συμβούλια, τραπέζια κοσμικών. Οι κοσμικοί και τα παιχνίδια τους, οι ζωές μας όλες. Γιατί, κάπως όπως στο Toy Story 3 που αυτές τις ημέρες προβάλλεται στους κινηματογράφους, τα παιχνίδια είμαστε εμείς. Και, πάλι όπως σε αυτήν την τρίτη συνέχεια του Toy Story, αυτό που τώρα ζούμε είναι τον αγώνα των παιχνιδιών ενάντια στον προδιαγεγραμμένο θάνατό τους.

Πηγή Το Πρώτο Θέμα
27.6.2010

ShareThis