Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Επιστήμη και δημόσιος διάλογος

Για πολλούς πολιτικούς παρατηρητές, ο μεγάλος νικητής των αμερικανικών εκλογών δεν ήταν ο Μπαράκ Ομπάμα, αλλά ένας σχετικά άγνωστος μέχρι πρόσφατα δημοσιογράφος και πολιτικός αναλυτής, ο Νέιτ Σίλβερ. Πριν από τέσσερα χρόνια λίγοι ήταν αυτοί που γνώριζαν το όνομα του ντροπαλού αυτού νεαρού που είχε ως βασικά του χόμπι το μπέιζμπολ και το πόκερ. Αυτό όμως άλλαξε όταν, λίγο πριν από τις αμερικανικές εκλογές του 2008, άρχισε να αναλύει προσεκτικά δεκάδες δημοσκοπήσεις που προέρχονταν από κάθε γωνιά της Αμερικής. Σύντομα παρουσίασε ένα στατιστικό μοντέλο που στάθμιζε την αξία των δημοσκοπήσεων αυτών, καταλήγοντας στη διατύπωση προβλέψεων για το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα, τις οποίες και ανανέωνε καθημερινά στην ιστοσελίδα του. 
Οταν το εκλογικό αποτέλεσμα επαλήθευσε τις προβλέψεις του, η ιστοσελίδα του πήρε μεταγραφή στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», που επεδίωκαν τη δυναμική επέκτασή τους στον χώρο της διαδικτυακής δημοσιογραφίας. Δεν εκπλήσσει επομένως το γεγονός πως οι πρόσφατες εκλογές αντιμετωπίστηκαν ως ένα κρίσιμο τεστ για τον Σίλβερ: θα αποδείκνυαν αν η επιτυχία του 2008 ήταν αποτέλεσμα τύχης ή ικανότητας. Η προσοχή των πάντων κορυφώθηκε όταν, αντίθετα από πολλούς δημοφιλείς τηλεοπτικούς αναλυτές που ισχυρίζονταν πως ο Ομπάμα και ο Ρόμνεϊ ήταν δημοσκοπικά τόσο κοντά ώστε κάθε πρόβλεψη να είναι ουσιαστική αδύνατη, ο Σίλβερ διατηρώντας τη χαρακτηριστική του ψυχραιμία πρόβλεψε πως οι πιθανότητες επανεκλογής του Ομπάμα υπερέβαιναν το 90%. Το εκλογικό αποτέλεσμα τον δικαίωσε απολύτως. Η συζήτηση που ακολούθησε την επιτυχία αυτή, επικεντρώθηκε στο αν έχουν κανένα νόημα οι πολιτικές αναλύσεις που δεν προέρχονται από ειδικούς επιστήμονες με πρόσβαση σε λεπτομερή στατιστικά στοιχεία και την ικανότητα της ανάλυσής τους μέσω της επιστημονικής μεθόδου.
Η συζήτηση αυτή εγείρει ένα γενικότερο ερώτημα: κατά πόσο είναι δυνατή η διεξαγωγή του δημόσιου διαλόγου αν δεν βασίζεται σε επιστημονικές μεθόδους; Τελικά τι αξία έχει ο λόγος του κάθε δημοσιολογούντος; Είναι αλήθεια πως ο πειρασμός του να πιστέψει κανείς πως η επιστήμη παρέχει όλες τις απαντήσεις είναι μεγάλος. Παράδειγμα του κινδύνου που ενέχει η αντίληψη αυτή αποτελεί η ιστορία ενός άλλου ανερχόμενου νεαρού Αμερικανού δημοσιογράφου και συγγραφέα, του Τζόνα Λέρερ. Με τρία πετυχημένα βιβλία στο ενεργητικό του, ο Λέρερ ειδικεύθηκε στην εκλαΐκευση της επιστημονικής έρευνας και στον τρόπο με τον οποίο μας επιτρέπει να κατανοήσουμε μια σειρά από περίπλοκες συμπεριφορές και φαινόμενα, όπως π.χ. η ανθρώπινη δημιουργικότητα. Πρόσφατα όμως αποδείχθηκε, πως για τον Λέρερ η επιστήμη λειτουργούσε ως ένα είδος μαγείας: στην προσπάθειά του να εξηγήσει επιστημονικά σύνθετες πτυχές της ανθρώπινης πραγματικότητας, κατασκεύασε κάποια από τα πορίσματα, χρησιμοποιώντας πρακτικές που απορρίπτονται τόσο από την επιστήμη όσο και την ποιοτική δημοσιογραφία. Το αποτέλεσμα ήταν η απόλυσή του από τα περιοδικά στα οποία δημοσιογραφούσε.
Παρά την προφανή επιτυχία του εγχειρήματος του Σίλβερ (και την αντίστοιχα παταγώδη αποτυχία των διαφόρων τηλεοπτικών δημοσιολογούντων), θεωρώ πως το ζήτημα της σχέσης επιστήμης και δημόσιου διαλόγου δεν επιδέχεται απόλυτες απαντήσεις. Η επιστημονική προσέγγιση είναι μεν ευκταία, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημόσια παρέμβαση. Από τη μία, τα ζητήματα που κυριαρχούν στη δημόσια σφαίρα είναι συνήθως πολύ πιο σύνθετα από την πρόβλεψη μιας εκλογικής αναμέτρησης: άλλο πράγμα είναι να σταθμίζεις δημοσκοπήσεις και άλλο να επιχειρείς την πρόβλεψη της έκβασης της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης ή του Μεσανατολικού. Από την άλλη, οι πολιτικές διαφωνίες έχουν συνήθως περισσότερο αξιακή και λιγότερο εμπειρική βάση. Για να το πω διαφορετικά, διαφωνίες μπορεί να προκύπτουν ακόμη και όταν υπάρχει συμφωνία ως προς τα στοιχεία που προκύπτουν μέσω της επιστημονικής μεθόδου.
Δεν υποστηρίζω βέβαια πως ο δημόσιος διάλογος πρέπει να γίνεται ερήμην της επιστήμης. Θεωρώ όμως, πως δεν πρέπει να προσδίδουμε στην επιστήμη δυνατότητες που είτε εκ φύσεως δεν μπορεί να ικανοποιήσει, είτε δεν έχει κατορθώσει να καλύψει ακόμη.
Μπορώ να φανταστώ την αντίδραση ορισμένων ως προς το θέμα αυτό. Τι σημασία έχουν όλα αυτά για την Ελλάδα του σήμερα; Στη χώρα μας το πρόβλημα δεν είναι η σύγκρουση σοβαρών δημοσιολογούντων και επιστημόνων, αλλά η κυριαρχία τσαρλατάνων, δημαγωγών και απατεώνων. Τα ΜΜΕ (για να μην αναφερθώ στο Διαδίκτυο) καλλιεργούν τον φθηνό εντυπωσιασμό, τον ωμό λαϊκισμό και την πιο ακραία συνωμοσιολογία. Το θέαμα που παρουσιάζουν οι συζητήσεις στη Βουλή είναι αποκαρδιωτικό.
Και όμως, θεωρώ πως το θέμα της ποιότητας του δημόσιου διαλόγου έχει τεράστια σημασία γιατί αφορά κεντρικά πολιτικά ζητήματα, όπως είναι η δημόσια σφαίρα, η τεχνοκρατική προσέγγιση της πολιτικής, ο ρόλος των διανοουμένων, του Διαδικτύου και των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, και εν τέλει η ποιότητα της δημοκρατίας. Ο αποτελεσματικότερος τρόπος αντιμετώπισης του χαμηλού επιπέδου που χαρακτηρίζει τον δημόσιο διάλογο στη χώρα μας είναι η επίμονη έμφαση σε έναν διαφορετικό τύπο διαλόγου. Σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, είναι μεγάλη η ανάγκη μιας σοβαρής και ουσιαστικής δημόσιας σφαίρας που θα βασίζεται στην επιστημονική μέθοδο χωρίς όμως να εξαντλείται σ’ αυτήν.

Του Στάθη Ν. Καλύβα 
(Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale)
25.11.2012

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Οικονομική κρίση και λαϊκισμός

Πριν λίγες μέρες έγινε η κοινή απεργία ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ. Στην απεργία εκτός από τους δημοσίους υπαλλήλους, τους εργαζόμενους στις ΔΕΚΟ και στον ιδιωτικό τομέα, συμμετείχαν και δημοσιογράφοι, μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι. Το διεκδικητικό πλαίσιο ήταν πολύ σαφές ως προς τις αρνήσεις και πολύ ασαφές ως προς τις καταφάσεις. Η συνδικαλιστική ηγεσία απορρίπτει τα συγκεκριμένα μέτρα που εφαρμόζει ή σχεδιάζει να εφαρμόσει η κυβέρνηση, αλλά αδυνατεί να προτείνει συγκεκριμένα εναλλακτικά σχέδια για την έξοδο από την κρίση. Ακριβώς αυτή η απόφαση έκανε εφικτή την προσωρινή απεργιακή συμπαράταξη εργαζομένων με τόσο μεγάλες διαφορές ως προς τις εργασιακές σχέσεις, τις συνθήκες εργασίας, το εισόδημα και την ασφάλεια. Όμως αυτή η αντίφαση, επίσης, περιορίζει τη δυναμική και την αποτελεσματικότητα της κινητοποίησης. Ελάχιστα θα επηρεαστεί η κυβερνητική πολιτική από την απεργία. Οι εργαζόμενοι εξέφρασαν την αγωνία τους, η οποία ούτως ή άλλως ήταν γνωστή και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες έκαναν το τυπικό τους καθήκον όπως αναμενόταν.

Το ερώτημα λοιπόν, παραμένει ανοικτό.
Τι είναι αυτό που μπορεί να ενοποιήσει τους εργαζόμενους απέναντι στην οικονομική κρίση; Ενδεχομένως θα μπορούσε ο εθνικιστικός λαϊκισμός: φταίνε οι ξένοι, η Ευρώπη, η Αμερική, ο ιμπεριαλισμός… Αρα, πρέπει να σπάσουμε τα δεσμά της υποταγής, να φύγουμε από την Ε.Ε., να επιστρέψουμε στη δραχμή, να απαντήσουμε στην παγκοσμιοποίηση, αντιτάσσοντας ηρωική εθνική άμυνα. Αλλά αυτή την καταστροφική περιχαράκωση μόνο ο Εμβέρ Χότζα θα τολμούσε να εφαρμόσει.

Θα μπορούσε, ίσως, ο κοινωνικός λαϊκισμός: φταίνε οι «άλλοι», οι πλούσιοι. Οι υπόλοιποι, δηλαδή εμείς, είμαστε όλοι φτωχοί και αθώοι. Αρα, αυτό που απαιτείται είναι μια ανατροπή, μια επανάσταση. Κομμουνιστική; Νεοκομμουνιστική; Μετακομμουνιστική; Αδιάφορο το ερώτημα και άγνωστη η απάντηση για τους λαϊκιστές. Αλλά η κοινωνία, μόνο στα παραμύθια χωρίζεται απλώς σε πλούσιους και φτωχούς. Ανάμεσα σ’ αυτούς κατατάσσεται κλιμακωτά η μεγάλη πλειονότητα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, η οποία άλλωστε παράγει και το μεγαλύτερο μέρος του Εθνικού Προϊόντος. Δεν είμαστε ούτε όλοι φτωχοί, ούτε όλοι αθώοι. Αυτό που κινδυνεύουμε να χάσουμε δεν είναι μόνον οι αλυσίδες μας.
Σύμπνοια θα μπορούσε να υπάρξει και δια του συνενοχικού λαϊκισμού: να μην πληρώσει κανείς. Αλλά, εάν δεν πληρώσει κανείς, τότε θα χρεοκοπήσουμε όλοι (δίκαιοι και άδικοι, δεξιοί και αριστεροί, πλούσιοι και φτωχοί).

Τελικά ο λαϊκισμός (όλων των ειδών) ενώνει δια της ρητορικής και διασπά στην πράξη. Πίσω από τα μεγάλα λόγια κρύβεται η αρχαία ματαιοπονία: ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Φυσικά αυτοί που συνήθως σώζονται, είναι οι πλούσιοι (ίσως και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες).

Γι’ αυτό η αναγκαία ενότητα των εργαζομένων, ενότητα δημιουργική και προωθητική, μπορεί και πρέπει να συγκροτηθεί πέραν του λαϊκισμού.

Προϋποθέσεις της ενότητας είναι η ρεαλιστική αναγνώριση της πραγματικότητας και η κοινωνική συνεννόηση. Η οικονομική κρίση δεν είναι αφηρημένη έννοια. Συνεπάγεται, αναμφίβολα, οικονομικά βάρη. Αυτό που πρέπει να διεκδικήσουν οι εργαζόμενοι και αυτό μπορεί να τους ενώσει, είναι η δίκαιη κατανομή των βαρών, δηλαδή η επιβάρυνση του καθενός, ανάλογα με τις δυνάμεις του. Και αυτές οι οικονομικές θυσίες θα πιάσουν τόπο. Να αξιοποιηθούν, να οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση και όχι στην πάχυνση των καραδοκούντων (ως συνήθως) επιτηδίων.

Του Γιώργου Καριπίδη

27.2.2010

ShareThis