Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η αντιπαλότητα των γενεών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η αντιπαλότητα των γενεών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Η Γενιά του Εγώ (ή Γενιά Υ)

Εδώ και μερικές δεκαετίες τα παιδιά του δυτικού κόσμου μεγαλώνουν με κανακέματα και επαίνους και διαρκείς τονωτικές ενέσεις του Εγώ τους σε μια καλών προθέσεων προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησής τους. Πού οδήγησε αυτό; Στην εμφάνιση μιας γενιάς που αν και επισήμως ονομάζεται Γενιά Υ (ως διάδοχος της Γενιάς Χ), τώρα διεκδικεί τον καθόλου κολακευτικό τίτλο της «Γενιάς του Εγώ». Οι εκπρόσωποί της εμφανίζονται εγωκεντρικοί και νάρκισσοι, έχουν υπερτιμημένη άποψη για τον εαυτό τους και διακατέχονται από υπερβολικά υψηλές και έξω από τις δυνατότητές τους προσδοκίες, με αποτέλεσμα να «λυγίζουν» ευκολότερα κάτω από τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής και να ρέπουν περισσότερο προς την κατάθλιψη. Το να σπεύσουμε να τους κατηγορήσουμε είναι εύκολο. Είναι όμως πολύ πιο εποικοδομητικό να κάνουμε μια γερή κριτική και να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που έχουμε υιοθετήσει ως «καλύτερο» για την ανατροφή των παιδιών μας. Οι ειδικοί έχουν ήδη μπει στη διαδικασία και οι προτάσεις τους είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες.


«Τ
ους νέους σήμερα συνεχίζουν να τους παραχαϊδεύουν για πολύ καιρό, ενώ θα έπρεπε πολύ νωρίτερα να έχουν αρχίσει να μαθαίνουν ότι δεν είναι τέλειοι». Αυτό ήταν το συμπέρασμα του HS, ενός μπλόγκερ που σχολίαζε ένα άρθρο των «New York Times» το οποίο οίκτιρε την κατάσταση της σημερινής νεολαίας. Το πρόβλημα με τα παιδιά, συνέχιζε, είναι ότι έχουν μια «παραφουσκωμένη» άποψη για τον εαυτό τους επειδή έχουν μεγαλώσει έτσι ώστε να πιστεύουν πως καθετί που κάνουν είναι αξιόλογο και σημαντικό. Δεν επρόκειτο για κάποιον γερογκρινιάρη αλλά για έναν νεαρό που έγραφε για την ίδια του τη γενιά, εκείνους που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1980 και στο 2000 και έχουν ονομαστεί Γενιά Υ ή Γενιά του Εγώ.
Οπως καταλαβαίνει κανείς από το όνομά της, η Γενιά του Εγώ έχει προσελκύσει ήδη τα πυρά. Οι εκπρόσωποί της κατηγορούνται ότι είναι κακομαθημένοι, αλαζονικοί και νάρκισσοι, ότι έχουν μια αδικαιολόγητη αίσθηση πως δικαιωματικά όλα τους ανήκουν. Οι καθηγητές παραπονούνται ότι οι σημερινοί φοιτητές απαιτούν μόνιμη προσοχή. Οι εργοδότες δυσκολεύονται να καταπιούν τα υπερδιογκωμένα εγώ των νεαρών υπαλλήλων τους, ενώ οι ψυχοθεραπευτές λένε ότι βλέπουν μια νέα γενιά ασθενών οι οποίοι έχουν κατάθλιψη επειδή δεν μπορούν να φθάσουν στο ύψος των υπερβολικών προσδοκιών τους. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το φταίξιμο βρίσκεται στους γονείς, στους δασκάλους και στους άλλους ενηλίκους οι οποίοι υπερέβαλαν στο να μεγεθύνουν την άποψη που έχουν τα παιδιά για τον εαυτό τους από τα πρώτα τους χρόνια.
Οι κατηγορίες αυτές δεν βαρύνουν μόνο τη Γενιά Υ αλλά και μια ολόκληρη φιλοσοφία για την ανατροφή των παιδιών, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και εξακολουθεί να ισχύει ακόμη. Αν είναι βάσιμες, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε την άποψη ότι η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης των παιδιών είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσουμε το ότι θα εκμεταλλευθούν στο έπακρο τις δυνατότητές τους. Τι λένε λοιπόν τα στοιχεία; Είναι η σημερινή νεολαία πραγματικά πιο εγωιστική από τις παλαιότερες γενιές; Αν είναι έτσι, αποτελεί αυτό πρόβλημα; Και αν η σύγχρονη δυτική κουλτούρα της οικοδόμησης αυτοεκτίμησης είναι ένοχη, τι μπορούμε να κάνουμε γι' αυτό;

Παραφουσκωμένο Εγώ
Ενας από τους πλέον ένθερμους επικριτές της σημερινής νεολαίας είναι η Τζιν Τουένγκι, ψυχολόγος στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας και συγγραφέας τού «Generation Me». Για να βρούμε αποδεικτικά στοιχεία υπέρ του υπερδιογκωμένου Εγώ της Γενιάς Υ αρκεί, όπως λέει, να κοιτάξουμε την ετήσια μελέτη των αμερικανών πρωτοετών φοιτητών που περιλαμβάνει 9 εκατ. φοιτητές κολεγίου. Αποκαλύπτει ότι το 52% των συμμετεχόντων του 2009 θεωρούσε πως είχε επίπεδα κοινωνικής αυτοπεποίθησης υψηλότερα από εκείνα του μέσου γενικού πληθυσμού σε σχέση με το 30% των φοιτητών που δήλωνε το ίδιο στη μελέτη του 1966. Οι σημερινοί φοιτητές επίσης αξιολογούν τη νοητική τους αυτοπεποίθηση, τις δεξιότητές τους στο να μιλούν δημόσια καθώς και τις ηγετικές τους ικανότητες περίπου κατά 50% υψηλότερα από ό,τι οι ομόλογοί τους του 1966.
Η υπερβολική σημασία της αυτοεκτίμησης για τη Γενιά Υ σκιαγραφήθηκε σε ένα πείραμα το 2010. Μια ομάδα με επικεφαλής τον Μπραντ Μπούσμαν του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους διαπίστωσε ότι οι φοιτητές έδιναν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους - π.χ., το να πάρουν μεγαλύτερο βαθμό ή να δεχθούν μια φιλοφρόνηση - μεγαλύτερη αξία από ό,τι στις ανταμοιβές που κινητοποιούν την ανθρωπότητα από τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως το να φάει κάποιος το αγαπημένο του φαγητό ή το να επιδοθεί σε σεξουαλική δραστηριότητα. Οι φοιτητές επίσης αξιολογούσαν αυτή την επιβράβευση υψηλότερα από το να κερδίσουν χρήματα, να πιουν αλκοόλ ή να δουν τον καλύτερό τους φίλο. Διερευνώντας περισσότερο οι επιστήμονες ζήτησαν από τους φοιτητές να αξιολογήσουν το πόσο ήθελαν καθεμιά από αυτές τις ανταμοιβές καθώς και την ευχαρίστηση που λάμβαναν από αυτές. Το να θέλει κάποιος κάτι περισσότερο από ό,τι του αρέσει θεωρείται ένδειξη εθισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις η ανταμοιβή «τούς άρεσε» περισσότερο από ό,τι «την ήθελαν», αλλά η διαφορά ανάμεσα στα δύο ήταν μικρότερη σε ανταμοιβές που πρόσφεραν ενίσχυση της αυτοπεποίθησης.

Γεγονός ή προκατάληψη;
Η εικόνα δεν είναι ωστόσο τόσο απλή. Ο Μαρκ Λίρι, κοινωνικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ του Ντάραμ της Βόρειας Καρολίνας, προειδοποιεί ότι τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν είναι τόσο ελιτίστικα όσο ήταν τη δεκαετία του 1960 και άρα το δημογραφικό προφίλ των φοιτητών έχει αλλάξει καθιστώντας τις παλαιότερες και τις σημερινές ομάδες φοιτητών μη απόλυτα συγκρίσιμες. «Δεν γνωρίζουμε αν αυτή είναι μια πραγματική αλλαγή ή αν έχει να κάνει με μια αλλαγή των ανθρώπων που εξετάζονται» λέει.
Πράγματι, η Κάλι Τρεζνιέφσκι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις ανέλυσε μια μελέτη 400.000 μαθητών γυμνασίου που διεξάγεται τα τελευταία 30 χρόνια, από το 1976, και δεν βρήκε στοιχεία για αύξηση του εγωισμού σε αυτή την ελαφρώς νεαρότερη ομάδα. «Οι βαθμολογίες στην αυτοεκτίμησση δεν έχουν αλλάξει καθόλου» λέει. Υποπτεύεται ότι ορισμένοι ψυχολόγοι, κυρίως μιας μεγαλύτερης ηλικίας, διακατέχονται από μια πανάρχαια προκατάληψη. «Επικρίνουμε την επόμενη γενιά. Αυτό ακριβώς κάνουμε» τονίζει. Είναι πιθανόν, υποστηρίζει, όλοι και όχι μόνο η Γενιά Υ, να έχουμε σταδιακά γίνει πιο εγωκεντρικοί - καθώς όμως τα στοιχεία είναι περιορισμένα στις άλλες ηλικιακές ομάδες, είναι δύσκολο να εξετάσει αυτή την ιδέα της.

Η «Γενναιόδωρη Γενιά»;
Ακόμη πιο επιφυλακτικός είναι ο Τζέφρι Αρνέτ, ψυχολόγος ο οποίος μελετά την εφηβεία στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης. Επισημαίνει ότι σήμερα οι νέοι προσφέρουν εθελοντική δουλειά σε φιλανθρωπικά έργα σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ και ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις κοινωνικές ανισότητες από ό,τι ενδιαφέρονταν οι γονείς τους. Φθάνει μάλιστα ως το σημείο να ονομάζει τη Γενιά Υ «Γενναιόδωρη Γενιά».
Παρ' όλα αυτά, οι περισσότεροι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι έχει σημειωθεί μια πραγματική αύξηση της αυτοεκτίμησης - τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το φαινόμενο έχει μελετηθεί περισσότερο. Το ερώτημα του αν αυτό αποτελεί πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Οταν ο αμερικανός ψυχολόγος Γουίλιαμ Τζέιμς επινόησε τον όρο «αυτοεκτίμηση» τη δεκαετία του 1890, τον είχε προσδιορίσει ως τον λόγο των επιτυχιών ενός ατόμου προς τις «φιλοδοξίες» ή τους στόχους του. Με άλλα λόγια, η αυτοεκτίμηση είναι ένα υποκειμενικό μέτρο της αξίας του καθενός που αυξάνεται καθώς επιτυγχάνει τους στόχους του. Αυτό ταιριάζει με τον ορισμό που δίνει το λεξικό: «Ο σεβασμός ή η ευνοϊκή άποψη κάποιου για τον εαυτό του». Τι το κακό μπορεί να υπάρχει σε αυτό;

Ματαιοδοξία και ναρκισσισμός
Στις ημέρες μας, παρ' όλα αυτά, η αυτοεκτίμηση έχει αποκτήσει ένα δεύτερο νόημα: «Μια αδικαιολόγητα καλή γνώμη κάποιου για τον εαυτό του, ματαιοδοξία». Αυτός είναι ο ορισμός που ταιριάζει καλύτερα στη Γενιά Υ, σύμφωνα με την κυρία Τουένγκι. Και αυτή είναι η πηγή του προβλήματος. Κατ' αρχάς, τα παραφουσκωμένα εγώ δημιουργούν σε πολλά νεαρά άτομα μη ρεαλιστικές προσδοκίες και η ανικανότητά τους να τις εκπληρώσουν μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση, λέει, ότι το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στην Ατλάντα της Τζόρτζια ανέφερε τον περασμένο Οκτώβριο πως ένας στους εννέα Αμερικανούς άνω των 12 ετών παίρνει αυτή τη στιγμή αντικαταθλιπτικά - αριθμός τετραπλάσιος από το αντίστοιχο ποσοστό στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Η κυρία Τουένγκι βλέπει ένα άλλο δείγμα επικίνδυνα διογκωμένης αυτοεκτίμησης στα αυξανόμενα επίπεδα του ναρκισσισμού. Διαπίστωσε ότι διπλάσιοι φοιτητές είχαν υψηλά επίπεδα ναρκισσισμού το 2006 σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι νάρκισσοι τείνουν να μην ανέχονται την κριτική και έχουν ροπή προς την εξαπάτηση και την επιθετικότητα. «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έρχονται στο γραφείο σου και κάνουν ολόκληρο καβγά για έναν βαθμό» λέει. Επίσης ανησυχούν περισσότερο για την εξωτερική τους εμφάνιση και, όπως τονίζει, οι Αμερικανοί καταφεύγουν στην πλαστική χειρουργική σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ. Στο τελευταίο της βιβλίο, «The Narcissism Epidemic», το οποίο έχει γράψει μαζί με τον Γ. Κιθ Κάμπελ (Free Press, 2009), αφηγείται ανέκδοτα για ανθρώπους που προσέλαβαν δήθεν παπαράτσι για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι είναι διάσημοι ή αγόρασαν τεράστια σπίτια με δάνεια ως απόδειξη του αμερικανικού παραφουσκωμένου εγώ.

Εγώ και στη... μουσική
«Το έχουμε παρακάνει με τον ατομισμό» λέει η κυρία Τουένγκι και αυτό αντανακλάται και στην ποπ κουλτούρα. Μαζί με τον ψυχολόγο Νέιθαν Ντε Βαλ και άλλους ερευνητές κατέγραψαν μια αύξηση της χρήσης της λέξης «εγώ» στους στίχους των αμερικανικών ποπ επιτυχιών από το 1980 ως το 2007. Ταυτοχρόνως η συχνότητα λέξεων που σχετίζονται με άλλους ανθρώπους, με την κοινωνική αλληλεπίδραση και τα θετικά συναισθήματα έχει μειωθεί. Η κυρία Τουένγκι θεωρεί υπεύθυνους τέσσερις παράγοντες: τις αλλαγές στη συμπεριφορά των γονέων, τη λατρεία της διασημότητας, το Διαδίκτυο και τον εύκολο δανεισμό. «Ολοι αυτοί οι παράγοντες επιτρέπουν στους ανθρώπους να έχουν μια διογκωμένη αίσθηση του εαυτού τους, στην οποία το φαίνεσθαι της επίδοσης είναι πιο σημαντικό από αυτή καθαυτή την επίδοση» λέει.
Αλλοι κατηγορούν το κίνημα της αυτοεκτίμησης που ξεκίνησε στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1980. Δυστυχώς, λέει ο κ. Λίρι, το κίνημα γεννήθηκε από μια παρανόηση. Μελέτες είχαν δείξει έναν συσχετισμό ανάμεσα στην υψηλή αυτοεκτίμηση και στις θετικές εξελίξεις στη ζωή. «Ο κόσμος βιάστηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αυτοεκτίμηση ήταν η αιτία αυτών των άλλων πραγμάτων αλλά δεν είναι» λέει. Υστερα από τρεις δεκαετίες και πολλά προγράμματα ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης επικρατεί η άποψη ότι ο καλύτερος τρόπος να αναθρέψει κάποιος τα παιδιά του είναι να οικοδομήσει την αυτοεκτίμησή τους μέσα από συνεχείς επαίνους και θετικές αναδράσεις. Τα στοιχεία είναι όμως είναι ασαφή, στην καλύτερη περίπτωση.

Μειωμένη αντοχή στις δυσκολίες
Το 2003 μια ομάδα με επικεφαλής τον Ρόι Μπαουμάιστερ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριδας στο Ταλαχάσι διεξήγαγε μια μετα-ανάλυση των προηγούμενων ερευνών. Η εικόνα που αναδείχθηκε ήταν σύνθετη. Διαπίστωσαν ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση σχετιζόταν γενικά με πιο χαρούμενη διάθεση και ανάληψη πρωτοβουλίας, ενώ η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνδεόταν με κατάθλιψη. Παρ' όλα αυτά, αντίθετα με το αναμενόμενο, τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση καταθλίβονταν περισσότερο σε στιγμές στρες, ενώ εκείνα που είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση έδειχναν μεγαλύτερη αντοχή όταν έρχονταν αντιμέτωπα με τα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Φάνηκε επίσης ότι η προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης των μαθητών δεν βελτίωνε τις επιδόσεις τους στα μαθήματα και μπορούσε μερικές φορές να είναι αντιπαραγωγική. Η υψηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να προστατεύει τα κορίτσια από τα νταηλίκια, δεν εμπόδιζε όμως τα παιδιά να καπνίσουν, να πιουν, να πάρουν ναρκωτικά ή να κάνουν σεξ - αντιθέτως, τα ωθούσε στο να δοκιμάσουν αυτά τα πράγματα. Οι καλές επιδόσεις στην εργασία σχετίζονταν μερικές φορές με την υψηλή αυτοεκτίμηση, ο συσχετισμός όμως ήταν ευμετάβλητος και η σχέση της αιτιότητας ασαφής. Η αυτοεκτίμηση δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε την ποιότητα ούτε τη διάρκεια των σχέσεων. Η γενική εικόνα ήταν τόσο συγκεχυμένη ώστε ο κ. Μπαουμάιστερ και η ομάδα του θεώρησαν ότι δεν μπορούν να εγκρίνουν προγράμματα για την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης.
Σήμερα οι ψυχολόγοι συμφωνούν στο ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί συχνότερα τη συνέπεια θετικών γεγονότων στη ζωή παρά την αιτία τους - ένα μήνυμα το οποίο ακόμη δεν έχει περάσει σε γονείς και δασκάλους. Ο κ. Λίρι φθάνει ως το σημείο να διαβεβαιώνει ότι η αυτοεκτίμηση που ενισχύεται με τεχνητό τρόπο, χωρίς αναφορά σε επιτεύγματα, δεν έχει καμία εγγενή αξία. Εν τω μεταξύ ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος Χέρμπερτ Μαρς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης υποστηρίζει ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε την αυτοεκτίμηση ως ένα τμήμα της ευρύτερης έννοιας ενός πράγματος που ονομάζεται αυτοαντίληψη και το οποίο περιλαμβάνει επίσης τις απόψεις που έχει κάποιος για την εθνοτική και μορφωτική του ταυτότητα, καθώς και για το φύλο του. Πιστεύει ότι η καλή αυτοαντίληψη και η υψηλή εκπαιδευτική απόδοση αποτελούν την αιτία και το αποτέλεσμα η μια της άλλης. «Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολη τη δουλειά των δασκάλων» λέει. «Δεν πρέπει μόνο να διδάξουν δεξιότητες, πρέπει επίσης να οικοδομήσουν την πίστη των παιδιών στον εαυτό τους και μετά να συνδέσουν αυτά τα δύο».

Πιο σημαντικός ο αυτοέλεγχος
Ο κ. Μπαουμάιστερ υποστηρίζει ότι, αντί να «χτίζουμε» το εγώ των παιδιών, θα πρέπει να οικοδομήσουμε τον αυτοέλεγχό τους. Στο καινούργιο βιβλίο του «Willpower: Rediscovering Our Greatest Strength» (Allen Lane, 2012) παρουσιάζει στοιχεία υπέρ του ότι η δύναμη της θέλησης και όχι η αυτοεκτίμηση είναι το απαραίτητο συστατικό για μια επιτυχημένη ζωή. Υποστηρίζει ότι τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να επιμένουν σε δύσκολα έργα ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους, κάτι το οποίο θα ενισχύσει με φυσικό τρόπο την αυτοεκτίμησή τους. Οι γονείς και οι δάσκαλοι μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της αυτοπειθαρχίας ενθαρρύνοντας τα παιδιά να αποκτήσουν καλές συνήθειες. Και αντί να τους παρέχουν διαρκή και επομένως ανούσιο έπαινο, θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα πραγματικά επιτεύγματα. Αν η προσέγγιση του κ. Μπαουμάιστερ φαίνεται υπερβολικά αυστηρή, ο κ. Λίρι είναι πιο πραγματιστής. Το μήνυμα που θα πρέπει να στέλνουν οι γονείς στα παιδιά τους, λέει, είναι ότι τα αγαπούν ακόμη και αν δεν είναι τέλεια και ότι μπορούν να βελτιωθούν. «Δώστε τους ειλικρινή πληροφόρηση» επισημαίνει. «Και πάνω από όλα, μη λέτε στο παιδί σας ότι είναι το καλύτερο παιδί του κόσμου γιατί κανένα δεν είναι».


Στροφή προς τους άλλους
Η υπερβολική αυτοεκτίμηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, το ίδιο όμως ισχύει και για τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στην εφηβεία τα παιδιά γίνονται ευάλωτα καθώς ο «συμπαγής» εγωκεντρισμός που έχουν στα πρώτα τους χρόνια αρχίζει γρήγορα να αποκτά ρωγμές. Στα κορίτσια η πτώση της αυτοεκτίμησης είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα αγόρια, και στα δυο φύλα όμως η αλλαγή είναι μόνιμη. Επίσης σε αυτές τις ηλικίες η αυτοεκτίμηση μπορεί να είναι υψηλή αλλά ταυτόχρονα ασταθής, να καταποντίζεται με την πρώτη κριτική.
Οι γονείς φυσικά θέλουν να προστατεύσουν το παιδί τους σε αυτή την κρίσιμη ηλικία, όμως το να το στολίζουν με αβάσιμους επαίνους δεν είναι η λύση. Μια καλύτερη τακτική είναι να ενθαρρύνουν τα παιδιά να σκέφτονται τους άλλους. Μια από τις πολλές μελέτες που δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση έγινε από την Τζένιφερ Κρόκερ και την Εϊμι Κανεβέλο του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους, σε περίπου 200 ζεύγη φοιτητών. Διαπίστωσαν ότι όσοι προσπάθησαν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή τους βάζοντας τον ή την συγκάτοικό τους να τους αναγνωρίσει τα καλά σημεία τους απέτυχαν: τόσο η αυτοεκτίμηση των ίδιων όσο και η γνώμη των συγκατοίκων τους για εκείνους μειώθηκαν μέσα στους τρεις μήνες που διήρκεσε το πείραμα. «Εκείνο που πραγματικά λειτούργησε ήταν το να δείχνουν έμπρακτα ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για τον συγκάτοικό τους» λέει η κυρία Κρόκερ.
Της Laura Spinney
Πηγή Το Βήμα 
23.9.2012

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Μια γενιά χωρίς δουλειά και ελπίδα

Η φωτό από εδώ
Σε επιστολή του προς την εφμ Καθημερινή γράφει ο κ. Θ. Ζεκεντες Οικονομολόγος:

Το μέλλον κάθε κοινωνίας είναι η γενιά που έρχεται. Μια γενιά μπορεί να απογειώσει μια χώρα ή να τη βυθίσει στην παρακμή. Η μεταπολεμική γενιά αντιμετώπισε δύσκολες συγκυρίες. Οι νέοι του ’50 ξεκίνησαν τη ζωή τους σε μια κατεστραμμένη χώρα από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, όπου η οικονομική ανέχεια ήταν κυρίαρχη. Χιλιάδες απ’ αυτούς βρήκαν διέξοδο στη μετανάστευση. Η οικονομική κατάσταση της χώρας βελτιώθηκε στη δεκαετία του ’60, οπότε και η Ελλάδα πέτυχε τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης στην Ευρώπη. Η γενιά του Πολυτεχνείου ένιωσε την καταπίεση της δικτατορίας και αγωνίστηκε για περισσότερα δικαιώματα και ελευθερίες.

Οι δύο αυτές γενιές ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας στη μεταπολίτευση. Η πρώτη γενιά έχοντας σύνδρομα ανέχειας δημιούργησε ένα κράτος «πατερούλη», που αναλάμβανε τη συνέχιση λειτουργίας χρεοκοπημένων ιδιωτικών εταιρειών για να μην χάσουν τη δουλειά τους οι εργαζόμενοι και επιδοτούσε κάθε ιδιωτική επενδυτική πρωτοβουλία. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε στρέβλωση στην αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού της χώρας, καθώς υπήρχαν εργαζόμενοι που παρήγαν προϊόντα στα οποία η χώρα δεν ήταν ανταγωνιστική και παράλληλα έμαθαν τους Eλληνες επιχειρηματίες να είναι εξαρτώμενοι από το κράτος, χωρίς εξωστρέφεια και ανάληψη πραγματικού επιχειρηματικού ρίσκου. Με τον τρόπο αυτό ξεκίνησαν την υπερχρέωση της χώρας, καθώς στα 37 χρόνια της μεταπολίτευσης δεν υπάρχει ούτε ένας χρόνος που η Ελλάδα να μην είχε δημοσιονομικό έλλειμμα!

Η γενιά του Πολυτεχνείου έχοντας την αντίληψη ότι το κράτος είναι δυνάστης πέρασε επιτυχώς την αντίληψη ότι είναι αποδεκτό να μην καταβάλλουμε φόρους στο κράτος, διότι δεν μας παρέχει τις υπηρεσίες που θα έπρεπε. Οι Eλληνες στο όνομα των «δικαιωμάτων» τους ανακάλυψαν παραθυράκια φοροδιαφυγής και ο Eλληνας που πλήρωνε φόρους θεωρούνταν ανόητος. Το αποτέλεσμα ήταν μισθωτοί και συνταξιούχοι να καταβάλουν το μεγαλύτερο ποσοστό των φορολογικών εσόδων της χώρας. Αν η μεταπολεμική γενιά συνέβαλε στην αύξηση των δημοσίων δαπανών τότε η γενιά της μεταπολίτευσης ήταν αυτή που συνέβαλε στη μείωση των φορολογικών εσόδων. Η κάθε γενιά λειτούργησε με βάση τα σύνδρομά της σε βάρος όχι μόνο της χώρας, αλλά κυρίως σε βάρος της σημερινής γενιάς. Μιας γενιάς χωρίς δουλειά και ελπίδα, με ανασφάλεια και άγχος.

Η μεταπολεμική γενιά και η γενιά του Πολυτεχνείου εξασφάλισαν απευθείας υπεράριθμες προσλήψεις στο Δημόσιο, σταθερές θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα επιδοτούμενες απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, υψηλές αμοιβές, αξιοπρεπείς συλλογικές συμβάσεις χωρίς αξιολόγηση αποδοτικότητας, πρόωρες και ικανοποιητικές συντάξεις. Oλα αυτά έγιναν σε βάρος του Δημοσίου, το οποίο υπερχρεώθηκε, υπονομεύοντας με το τεράστιο δημόσιο χρέος τη νέα γενιά.

Η σημερινή γενιά διαθέτει περισσότερες γνώσεις και δεξιότητες από κάθε προηγούμενη. Eχει μεγαλώσει χωρίς να στερηθεί τίποτα και χωρίς να έχει αντιμετωπίσει ανέχεια και ανελευθερία. Eχει ζήσει καλά και είναι εντελώς απροετοίμαστη για τη σκληρή πραγματικότητα της ανεργίας, των ελαστικών σχέσεων απασχόλησης, της ετεροαπασχόλησης και της υπεραπασχόλησης. 

Μια γενιά χωρίς ελπίδα, με άγχος και ανασφάλεια, μπορεί να σταθεί αντάξια της πρόκλησης της εποχής μας;

Θανασης Zεκεντες / Oικονομολόγος

5.3.2011

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Τα Ελληνόπουλα στα καφενεία

Ο Απρίλης δεν μας διέψευσε. Τα κυκλαδονήσια μεταμορφωμένα, ολοπράσινα, η θάλασσα βαθυγάλαζη, ηλιοφάνεια, δροσιά, τα δειλινά αβάσταχτα γλυκά, σαν ψεύτικα, ρόδιν’ ακρογιάλια, παπαδιαμαντικά.

Ο αστός ξαποσταίνει και παραμιλά με τόση ομορφιά. Από το μπαλκονάκι αγναντεύει πέλαγος και κυκλάδες νήσους, γύρω τριγύρω βραχοσυστάδες, λοφίσκοι, μαλακά βουνά, αμπάσα, κυανό και πράσινο το χρώμα τους. Στ’ ανοιχτά, φουσκώνουν πανιά σε κομψά σκάφη.

Το quai έχει μεταμορφωθεί προ πολλού σε απέραντο καφενείο· οι ομπρέλες κόβουν το βλέμμα προς τη θάλασσα. Γιώτα-χι σουλατσάρουν ασκόπως. Tα Ελληνόπουλα αναδεύουν ηδονικά τον φρέντο και κενώνουν τον νου από λογισμούς. Ξεκούραστοι, χορτασμένοι ύπνο, έχουν ντυθεί τα καλά ανοιξιάτικά τους, τα πασχαλινά, έχουν στιλβωμένη την κόμη με τζελ, γυαλιά προστατεύουν από το ηλιόφως, στο τραπεζάκι αγρυπνά το κινητό, κλειδιά, τσιγάρα, αθλητική, σήμερα και κυριακάτικη.

Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος. Η κατανυκτική αμεριμνησία στα παραλιακά καφενεία κεντρίζει τον κατηφή αστό· του γεννά ζήλεια. Ηρθε από το άστυ φουρτουνιασμένος, σκοτεινός, γεμάτος λογισμούς αδιέξοδους, με άγχος για το μέλλον. Στο νησί αντίκρισε έναν άλλο κόσμο, νωχελικό, ήρεμο, τακτοποιημένο, σχεδόν άφοβο. Αγνοια κινδύνου; Ενδεχομένως. Ομως και άλλη στάση, άλλη βιοσοφία. Μάλλον και τα δύο. Συνυπάρχουν, σε άλλοτε άλλες δόσεις, αντίρροπα ζεύγη: αμεριμνησία και οκνηρία, αφέλεια και ακηδία, χαμηλή φιλοδοξία και αστήρικτη αυτοπεποίθηση, καταναλωτισμός και ολιγάρκεια, εξωστρέφεια στην παρέα και εσωστρέφεια στην εργασία.

Τη Μεγάλη Πέμπτη ένας νεαρός φίλος, μοντέρνο παιδί, στοχαστής και μαχητής της ζωής, περιέγραφε με μελανά χρώματα τη γενιά των τριάντα-παρά-κάτι, τριάντα-και-κάτι, τη γενιά του: Στο πρώτο έτος της Νομικής είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου, είχαν ορμή, είχαν δύναμη, φιλοδοξίες· δέκα χρόνια αργότερα, τους βλέπω σκυμμένους, κρυμμένους από τη ζωή, δεν ερωτοτροπούν, δεν φλερτάρουν, δεν επιτίθενται, δεν διεκδικούν, γκρινιάζουν για τον μισθό των 1.200 ευρώ, όλο γκρινιάζουν, η κουβέντα τους περιστρέφεται γύρω από το ματς του Τσάμπιονς Λιγκ και κανά καφεδάκι· έχουν ηττηθεί χωρίς καν να ρίξουν μια τουφεκιά· μετά τα είκοσι κοιτάνε πώς θα κρυφτούν μέσω ΑΣΕΠ...

Βούιζαν στ’ αυτιά μου τα λόγια του φιλόσοφου φίλου: Πώς θα κρυφτούν απ’ τη ζωή. Αραγε το θαύμα της ευημερούσας και γλεντοκόπου και υπερηφάνου και ισχυράς Ελλάδος, ανέκαθεν, από τα βάθη της χούντας έως τη μέθη του 2004, ήταν αυτό; Πώς θα κρυφτούμε, θα λουφάξουμε, πώς θα τη βολέψουμε; Ηταν και αυτό.

Αλλά όχι μόνο αυτό. Στα χρόνια που κύλησαν, τα Ελληνόπουλα δεν διέτριψαν μόνο στον φραπέ και στο τζελ κοκοράκι. Σπούδασαν· μαζικά, μέτρια εν συνόλω, αλλά αρκετοί έκαναν και καλές σπουδές, μορφώθηκαν ουσιωδώς, συνέχισαν έξω σε απαιτητικά πεδία, πρόκοψαν. Η γνώση και οι σχετικές συζητήσεις δεν υπολείπονται σημαντικά των αντιστοίχων της Εσπερίας σε αρκετούς τομείς, οι εκδόσεις βιβλίων άνθησαν. Ο αστικός βίος, παρ’ όλες τις στρεβλώσεις, απέκτησε σχήματα, εκλεπτύνσεις, χαρακτήρες μητροπολιτικούς, η επαρχία δεν είναι τόσο ασυνάρτητη όσο το ’70-’80, οι άνθρωποι ανοίχτηκαν σ’ έναν ορισμένο κοσμοπολιτισμό· άλλωστε ο κόσμος εισέβαλε φρενήρης και αδόκητος το ’90 στο ομογενές κρατίδιο, η πολυπολιτισμικότητα επεβλήθη υπό όρους ανάγκης ή αδυναμίας. Δεν ήταν όλα λάθος εξαρχής, ούτε τώρα είναι. Κι όμως κάπου, σε κάποια αφανή πεδία, στράβωσε το πράγμα, εξ ου και τώρα βρισκόμαστε εν μέσω βαθιάς και μακράς κρίσης, αμήχανοι και απαράσκευοι. Η ανάγκη, ο πόνος, η κρίση, θα φανερώσουν τα αίτια των στρεβλώσεων· και θα ‘ναι χρήσιμη γνώση. Το κύριο όμως, τούτη την ώρα, είναι: Υπάρχουν δυνάμεις; Τα Ελληνόπουλα αυτά των είκοσι και τριάντα και σαράντα άντε και πενήντα-παρά, αυτά τα τέκνα της αμεριμνησίας και της βολής, των επιλεγμένων αψιμαχιών χωρίς ρίσκο, γενιές του ΑΣΕΠ και του αορίστου χρόνου, τα τέκνα του Εχει ο Θεός και Αύριο Μέρα Είναι, τα τρυφηλομεγαλωμένα με διά βίου χαρτζιλίκια από γονείς, παππούδες και νονούς, τα κακομαθημένα με κρατικά συσσίτια και επιδοτήσεις, αυτά τα Ελληνόπουλα, αυτός ο μαστροπός λαός και όχλος, πώς μπορεί να αντέξει τούτο το χτύπημα της ιστορίας, να αντεπεξέλθει τα δεινά της μοίρας που ο ίδιος παρασκεύασε, που ο ίδιος επέτρεψε να του παρασκευάσουν;

Μπορεί. Στο σχετικά βραχύ παρελθόν, οι προηγούμενες δυο-τρεις γενιές προσέκρουσαν σε μεγάλους πολέμους και καταστροφές, σε εκατόμβες, σε αλλεπάλληλες πτωχεύσεις, λιμούς και εμφύλιους. Και επέζησαν. Θα επιζήσουν και τα Ελληνόπουλα των απεράντων καφενείων

Tου Nικου Γ. Ξυδακη

11.4.2010

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

Η χαμηλή πτήση της γενιάς 30-40

Η χαμηλή πτήση της γενιάς 30-40

Κοσμοπολίτες, πολυπτυχιούχοι, σκληρά εργαζόμενοι, ξεκίνησαν με προσδοκίες και κατέληξαν στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι
Της Μαργαριτας Πουρναρα
Το είδαμε στα επεισόδια του περασμένου Δεκεμβρίου: Η πίτα της τηλεθέασης μοιράστηκε ανάμεσα στους πιτσιρικάδες και στους μεσήλικες εκπρόσωπους της πολιτικής ζωής. Η γενιά των τριαντάρηδων, των 30 - 40, έμεινε στην αφάνεια. Ο λόγος των ανθρώπων που καλούνται να παράγουν τέχνη, πολιτική, πολιτισμό, σκέψη, επιστημονική έρευνα δεν ακούστηκε καθόλου. Η μελλοντική ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας δεν έδωσε στίγμα, αλλά σιωπή ανυπαρξίας. Αλήθεια, πού χάθηκε; Πού χαθήκαμε; Είμαστε χαμηλοφτερουγισμένοι; Είμαστε ικανοί για τα μεγάλα πετάγματα που απαιτούν οι καιροί;
Με όπλο τον ρεαλισμό και την ανελέητη αυτοκριτική, έξι εκπρόσωποι της ηλικιακής ομάδας 30 - 40 μιλούν στην «Κ» για τις νοοτροπίες, την αυτογνωσία, τις προσδοκίες, τις συμπεριφορές, την κουλτούρα, τις αναζητήσεις μιας γενιάς στριμωγμένης. Με την πλάτη στον τοίχο. Με μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό και διδακτορικά. Με mp3 players γεμάτα τραγούδια που κατεβάσαμε από το Iντερνετ. Με ultra portable PC στις τσάντες. Με εξομολογήσεις και παρεμβάσεις στα μπλογκ. Με πρώιμο θρήνο για τη χαμένη μας δημιουργικότητα που ξεπουλήσαμε για να βρούμε δουλειά κατώτερη των προσδοκιών και των σπουδών μας. Με προσήλωση στο lifestyle και τις επιταγές του. Με μεγάλα όνειρα που χώρεσαν τελικά σε βιτρίνες του Κολωνακίου. Με την στολή του εθελοντή των Ολυμπιακών Αγώνων στην ντουλάπα. Με όραμα μια ευρωπαϊκή Ελλάδα.
Με ανθρωπιστικές και οικολογικές ανησυχίες που δεν οδήγησαν ποτέ σε αγώνες. Με απέχθεια για την πολιτική και το σκυλολόι των τηλεοπτικών παραθύρων. Με εργασιακές αγωνίες και αμφίβολη σύνταξη, ως ασφαλισμένοι μετά το 1992. Με έγνοια για τον δημόσιο χώρο. Με χρόνο ψαλιδισμένο για φλερτ, έρωτα, χουζούρι. Με όνειρο να ζήσουμε ένα διάστημα στο εξωτερικό. Με γονείς που επιμένουν να πρωταγωνιστούν στις ζωές μας. Με παιδιά που είναι ακόμα νήπια. Με ψυχαναλυτές - συμμάχους στον αγώνα της αναζήτησης ταυτότητας. Αλήθεια, ποιοι είμαστε οι 30 - 40;


Βασίλης Μουρδουκούτας, 35
Δουλεύουμε σκληρά από παιδιά
Η γενιά μου είναι η γενιά της ιδιωτικής τηλεόρασης, του MTV, των περιοδικών lifestyle και της ενήλικης αλλά και ριζικά ανατρεπτικής επαφής με την «προσωπική τεχνολογία» (κινητή τηλεφωνία, προσωπικός υπολογιστής, κοκ).
Πρόκειται για μία γενιά που αποφάσισε να ιδιωτεύσει από νωρίς. Επέλεξε δηλαδή συνειδητά να παραμείνει μακριά από ό,τι συνιστούσε έως τις μέρες της πολιτική: κόμμα, κλαδική, πολιτικό κουτσομπολιό, μεγάλες συγκεντρώσεις, σημαιάκια. Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια γενιά α-πολιτική. Παραμείναμε σιωπηλοί, αναμένοντας την πολιτική να αλλάξει. Μάταια. Εκείνη παρέμεινε απαράλλαχτη κι εμείς αποτραβηχτήκαμε ακόμη πιο πολύ. Ισως, το γεγονός που υποστασιοποιεί τη σχέση μας με την πολιτική να είναι η συγκέντρωση του καλοκαιριού 2007 για τις πυρκαγιές (αυθόρμητη, στατική, σιωπηλή, κ.λπ.).
Καταλάβαμε αρκετά γρήγορα, σχεδόν διαισθητικά, τη διαφορά ιδιωτικού – δημόσιου. Αναγνωρίσαμε δηλαδή το τι σημαίνει δημόσιος χώρος και του αποδώσαμε αξία. Νοιαστήκαμε για αυτό που μοιραζόμαστε από κοινού, τόσο ουσιαστικά όσο και αισθητικά. Γίναμε αστοί. Είδαμε την πόλη μας να αλλάζει –έστω άναρχα και «σπασμωδικά»– και αισθανθήκαμε χαρά. Υπήρχαν πια «νησίδες» ελκυστικής αστικής ζωής και εδώ, όπως αλλού στις πόλεις του δυτικού κόσμου.
Το βλέμμα μας ήταν από νωρίς στραμμένο προς τα «έξω». Ανοιχτήκαμε ως γενιά της μαζικής μεταπτυχιακής μετανάστευσης κι εκτεθήκαμε στο «άλλο», στο ξένο, στο διαφορετικό. Γευτήκαμε τα καλά του, το αποδεχτήκαμε. Ενστερνιστήκαμε μια ευρωπαϊκή - κοσμοπολίτικη στάση ζωής. Δίχως να χάσουμε μια κάποια «αίσθηση» της πατρίδας. Η κατεύθυνση του βλέμματος άλλαξε, το «σώμα» παρέμεινε και παραμένει Ελληνικό — δεν «παγκοσμιοποιήθηκε», όπως στην περίπτωση των γενιών που ακολουθούν. Σε αυτό το πλαίσιο, η είσοδός μας στην Ευρωζώνη και η ανάληψη των Ολυμπιακών λειτούργησαν συμβολικά ως επιβεβαίωση του ότι οι πόθοι μας θα εκπληρωθούν: θα κινηθούμε ως χώρα συνολικά προς τα έξω, προοδεύοντας προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, τα χρόνια που ακολούθησαν ακύρωσαν τις προσδοκίες, η θλίψη επανήλθε, η απόσταση ενισχύθηκε.
Είμαστε, τέλος, η πρώτη γενιά που δουλεύει περισσότερο από τους γονείς της. Μας βλέπουν και μας λυπούνται. Το αναφέρουν, το αποδέχονται, νιώθουν το άγχος μας. Κι αυτό διότι, είμαστε η πρώτη γενιά που πίστεψε ειλικρινά στο τρίπτυχο ιδιωτικός τομέας - αξιοκρατία - οικονομική επιτυχία. Δουλέψαμε και δουλεύαμε αγόγγυστα, γιατί θεωρούμε ότι έτσι θα τα καταφέρουμε. Δουλέψαμε σκληρά ενώ ακόμη ήμασταν παιδιά. Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε δίχως να έχουμε εγκαταλείψει την πατρική εστία, κάτι σαν όψιμη «παιδική εργασία». Ωστόσο, η μέχρι τώρα εμπειρία «διαβρώνει» την πίστη μας. Κι αν η διεθνής κρίση φτάσει ουσιαστικά και στην Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει το οριστικό χτύπημα στο τρίπτυχο ιδανικών, αποδεικνύοντας ότι οι ελπίδες μας υπήρξαν φρούδες, και οδηγώντας σε μία ριζική και «οδυνηρή» υπαρξιακή κρίση.
* Ο Βασίλης Μουρδουκούτας είναι πολιτικός επιστήμων. Εργάζεται σε εταιρεία ερευνών αγοράς.
Μάρθα Γιαννακοπούλου, 32
Δεν μπορούμε να γίνουμε golden girls
Η γενιά μας δεν έχει επιδείξει κάτι ώς σήμερα. Ζούμε μια καθυστερημένη, γηρασμένη εφηβεία, έχουμε καθηλωθεί σε μια φάση που δεν θέλουμε να φέρουμε ευθύνη για τίποτα. Είμαστε αυτιστικοί παρά το γεγονός ότι διαθέτουμε μόρφωση και κοσμοπολιτισμό. Δυστυχώς όμως πάσχουμε από ευνουχισμό, με ευθύνη τόσο δική μας όσο και των μεγαλύτερων που μας ανέθρεψαν προσφέροντάς μας τα πάντα.
Βγαίνουμε στο κυνήγι για καλές δουλειές με αμφίβολα αποτελέσματα. Η Ελλάδα ως κοινωνία δεν παράγει τίποτα σε εργασιακό, ερευνητικό επίπεδο (οπότε δεν μπορούμε να γίνουμε golden boys ή girls), ούτε νέες ιδέες υλοποιούνται ούτε καλές υπηρεσίες έχουμε. Επίσης, λόγω του συστήματος των πανελλαδικών, πολλοί από εμάς έχουν σπουδάσει κάτι που δεν ήθελαν. Ετσι δεν είναι καθόλου περίεργο που ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων της γενιάς μας θέλουν να μπουν στο Δημόσιο, να παίρνουν 800 ευρώ και μετά να τσεπώνουν άλλα 500 από τους γονείς στων οποίων το σπίτι εξακολουθούν να μένουν. Σε ό,τι αφορά την στάση μας απέναντι στην πολιτική, θα έλεγα ότι υπάρχουν τρεις χονδρικές κατηγορίες στην γενιά 30 - 40. Η πρώτη ομάδα έχει φοιτήσει σε ακριβά ιδιωτικά σχολεία και είναι απαθής πολιτικά διότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η επαγγελματική καταξίωση. Κάποιοι έφυγαν στο εξωτερικό και δεν ήρθαν πίσω. Η δεύτερη ομάδα είναι εκείνη των άγρια κομματικοποιημένων που μπήκαν στις οργανώσεις ως φοιτητές και έγιναν τσιράκια των νεολαίων, γυρεύοντας να το εξαργυρώσουν αργότερα. Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία όλων των υπολοίπων που δεν έχει τα προνόμια και το βόλεμα των προηγούμενων και υποφέρουν για να βρουν δουλειά. Αυτοί παλεύουν με τα κύματα
Δεν θα έλεγα ότι είμαστε η ουρά της γενιάς των γιάπηδων. Εκείνοι έχουν μια φιλοσοφία –δουλεύεις πολύ, πουλάς τον εαυτό σου, βγάζεις λεφτά– εμείς όχι. Μάλλον κακομαθημένοι είμαστε. Ορισμένοι έχουν την πολυτέλεια να μη δουλεύουν και να τρώνε τα λεφτά των γονιών τους, αλλά είναι μάλλον οι τελευταίοι που θα έχουν αυτό το προνόμιο στην Ελλάδα.
Μέσα στο πλαίσιο της αναξιοκρατίας που υπάρχει στη χώρα μου φαίνεται φυσικό παρεπόμενο να παραμένει η γενιά 30 - 40 στην αφάνεια. Πρέπει να παράξουμε κάτι για να βγούμε μπροστά. Ακόμα και αυτοί που δίνουν μάχες για κοινωνικά, οικολογικά, πολιτικά ζητήματα δεν ακούγεται η φωνή τους διότι όλα τα καπελώνει η ομπρέλα των κομμάτων. Αν όμως έρθει μια νέα μορφή φτώχειας –ένα σενάριο που φαίνεται πολύ πιθανό– τότε θα αναγκαστούμε να αλλάξουμε στάση.
* H Mάρθα Γιαννακοπούλου είναι αρχιτέκτων. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Ανδρέας Τριανταφυλλίδης, 40
Χάσαμε την επαφή μας με τη δημιουργικότητα
Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για την γενιά των 30 - 40. Eκείνοι που βρίσκονται κοντά στα σαράντα, όπως εγώ, έζησαν τον απόηχο της πολιτικοποίησης, την ένταση των διαδηλώσεων. Είχαμε τις μεγάλες καταλήψεις του ’90. Η μουσική που άκουγαν ήταν επίσης πιο πολιτικοποιημένη, με ό,τι είχε απομείνει από το πανκ, τον Ασιμο, τον Σιδηρόπουλο. Δεν θέλαμε να μπούμε στο Δημόσιο αλλά είχαμε την ελπίδα ότι θα αποκατασταθούμε επαγγελματικά σε κάποια μεγάλη πολυεθνική από αυτές που θα έρχονταν στην Ελλάδα. Τελικά, αυτή η προσδοκία εξελίχθηκε σε μεγάλη απογοήτευση. Οι μικρότεροι ζουν άλλο είδος πολιτικοποίησης. Νιώθουν ότι διατυπώνονται ορισμένα αιτήματα όχι με το μυαλό αλλά με το στομάχι, και αντιδρούν.
Προχθές άκουγα κάποιους εικοσάρηδες να παραπονιούνται ότι δεν μπορούν να βγάλουν μια κοπέλα έξω αν δεν έχουν στην τσέπη 50 ευρώ.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η γενιά 30 - 40 έχει γυρίσει την πλάτη στην πολιτική. Θα έλεγα όμως ότι η σχέση που έχουμε μαζί της καθορίζεται από τον περιορισμένο χρόνο μας. Δουλεύουμε πολύ, κάποιοι από εμάς έχουν ήδη οικογένεια. Στην Ελλάδα αν δεν είσαι πάνω από μια ηλικία δεν σε σέβονται. Μέχρι τότε αναγκάζεσαι να σπαταλάς εργατοώρες για να πείσεις ότι αξίζεις. Οι 50άρηδες από την άλλη αποπαιδίζονται (που λέει και ο Σαββόπουλος) και οι φοιτητές έχουν πολυτέλεια χρόνου, οπότε είναι πιο δραστήριοι. Ετσι, καταλήγουμε να παρεμβαίνουμε κοινωνικά με τα blogs. Ενα μεγάλο τμήμα των bloggers είναι στην δική μας ηλικιακή κατηγορία. Νιώθουν ότι συμμετέχουν στα κοινά με ψηφιακό τρόπο διότι δεν είναι εύκολο να το οργανώσουν αλλιώς, λ.χ. να πάνε κάπου, να μιλήσουν με άλλους ανθρώπους. Εχουμε προσωπική σύνδεση με την τεχνολογία. Το χαμένο στοίχημα της γενιάς μας είναι ίσως η δημιουργικότητα. Μας την εξαγόρασαν φθηνά για να μπορέσουμε να βρούμε δουλειά και τελικά η επαγγελματική μας αποκατάσταση δεν ήταν αυτή που περιμέναμε. Ενας δημιουργικός 35άρης προσλαμβάνεται από μια διαφημιστική και στην ουσία γίνεται λογιστής. Εχουμε εκχωρήσει την ικανοποίηση τού να δημιουργείς, με αντάλλαγμα την κατανάλωση. Χάσαμε την επαφή μας με τη δημιουργικότητα. Εκτελούμε πράγματα που έχουν προαποφασιστεί. Μπορεί να ακούγεται μαρξιστικό –η αποξένωση του εργάτη από αυτό που παράγει– αλλά είναι αληθινό. Περνάει η μέρα στο γραφείο και έχεις στείλει είκοσι e-mail και έχεις γράψει τρια μέμο. Δηλαδή, τι έχεις κάνει ακριβώς; Δεν μπορείς να το εξηγήσεις στο παιδί σου, αν σε ρωτήσει...
* O Aνδρέας Τριανταφυλλίδης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.
Δημήτρης Αντωνίου, 30
Πτυχιούχοι και κοσμοπολίτες
Η χρήση του όρου «γενιά» ενέχει κάποιους κινδύνους. Βάζει με άλλα λόγια ετερόκλητες πληθυσμιακές ομάδες στο ίδιο τσουβάλι, τις καθιστά με κάποιο τρόπο ίδιες, τις ομογενοποιεί.
Είναι μάλλον πιο εύκολο και σίγουρα πιο ασφαλές να μιλήσω μόνο για άτομα που γνωρίζω, έχουν γεννηθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τους δόθηκαν πολλές ευκαιρίες. Εχουν σχεδόν όλοι πανεπιστημιακή μόρφωση, έχοντας σπουδάσει τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Αυτό είναι σίγουρα μια μεγάλη διαφορά σε σχέση με τις εμπειρίες των γονιών τους. Με βάση τη σύγκριση αυτή θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «κοσμοπολίτες».
Αν όντως το πανεπιστημιακό τους πτυχίο και η παραμονή τους στο εξωτερικό για εκπαιδευτικούς λόγους αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματά τους, τότε το μεγάλο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: σε ποιο βαθμό έχουν καταστεί πιο φιλελεύθεροι, πιο προοδευτικοί, ικανοί να δουν την παγκόσμια διάσταση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα.
Νιώθω ότι το θέμα της αφάνειας σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα του τελευταίου μήνα και ιδιαίτερα με τη ζωντανή τους κάλυψη από την τηλεόραση. Εάν λοιπόν δεχθούμε ότι οι τηλεοπτικοί φακοί εστίασαν κατά κύριο λόγο στις αντιδράσεις μαθητών, είναι φυσικό να διερωτώμεθα για το ρόλο της ηλικιακής ομάδας των 30 - 40. Ο προβληματισμός όμως αυτός έχει ως σημείο αφετηρίας τα όσα μεταδόθηκαν ζωντανά στην τηλεόραση και αναλύθηκαν από τα τηλεοπτικά πάνελ στη συνέχεια. Εχουμε με άλλα λόγια να κάνουμε με μία ψηφιακή αναπαράσταση της πραγματικότητας και όχι με την ίδια την πραγματικότητα.
Μέλη της ηλικιακής ομάδας των 30 - 40, συμμετείχαν στα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, με διάφορες ιδιότητες: Εκείνη της αγωνιούσας μαμάς που συνοδεύει την κόρη της στην πορεία, του αστυνομικού που λόγω έλλειψης πολιτικού μέσου έχει τοποθετηθεί στα Εξάρχεια, του επαγγελματία χούλιγκαν των γηπέδων που δρα για πρώτη φορά στο Κολωνάκι, της νεαρής δικηγόρου που ξυλοκοπείται, του τριαντάχρονου καθηγητή μέσης εκπαίδευσης. Είναι, όπως αντιλαμβάνεσαι, πολύ πιο δύσκολο να προσδιορίσουμε τα χαρακτηριστικά όσων δεν είδαμε, εκείνων που δεν συμμετείχαν και να αναγνώσουμε ορθά το μήνυμα της μη συμμετοχής τους.
* O Δημήτρης Αντωνίου είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος. Είναι Fellow in educational management στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστημίου Harvard.
Κατερίνα Ανέστη, 37
Προηγείται η συμφιλίωση με το εγώ
Αν το θέμα μας είναι η απουσία ή η σιγή των γεννημένων στη δεκαετία του ’70, τότε θα έπρεπε να μιλήσω όχι για ένα ψέμα αλλά για έλλειμμα πλήρους νοήματος. Αν η φωνή «μας» δεν ακούστηκε μεταξύ των πρωταγωνιστών, όπως μας κατηγορούν, δεν φταίει τόσο η έξη του τηλεθεατή που μας χαρακτηρίζει, όσο καταρχάς το κλασικό σύνδρομο των μεσαίων παιδιών μιας οικογένειας: Ανάμεσα στους «μεγάλους», που φέρουν τα παράσημα του Πολυτεχνείου και την πατέντα κατασκευής μιας σαφώς πολιτικής ταυτότητας μέσα από τις πιέσεις της επταετίας, και τους εξεγερμένους εφήβους με το παλιρροϊκό αίτημα ελεύθερης ζωής και βούλησης, οι φωνές της γενιάς των +30 δεν είχαν ίσως την ίδια γοητεία πρωτοτυπίας ή αυθεντίας. Αλλωστε, εμείς μεγαλώσαμε χωρίς δικούς μας ήρωες, με μια απέχθεια συμμετοχής στην πολιτική, κυρίως εξαιτίας της εμμονικής προσκόλλησής της στο lifestyle πλαίσιο μιας αφόρητα κιτς δεκαετίας. Χαϊδεμένα παιδιά του συστήματος είμαστε, ζήσαμε μάλλον στο απυρόβλητο. Η απόστασή μας, λοιπόν, από τους μεγαλυτέρούς μας και από τους μαθητές και τους φοιτητές είναι σαφής. Οπως και η αμηχανία επικοινωνίας που δημιουργούν οι διαφορετικοί κώδικες ομιλίας και έκφρασης που διαθέτουμε.
Βέβαια, τα πρώτα γεγονότα που σημάδεψαν την εφηβεία της γενιάς μου μαρτυρούσαν πως άλλη θα ήταν η πορεία μας. Αναφέρομαι στις πολύμηνες καταλήψεις των σχολείων στα τέλη της δεκαετίας του 1980 στους όρκους αντίστασης που δώσαμε στο Αction Aid επαναλαμβάνοντας «get up, stand up for your rights». Ηταν όμως άλλα τα χαρακτηριστικά που καθόρισαν την ταυτότητά μας. Η έννοια της εθνικότητας συστέλλεται και μεθερμηνεύεται: είμαστε Ελληνες, αλλά κυρίως πολίτες του ευρύτερου κόσμου καθώς ζούμε, ταξιδεύουμε, σπουδάζουμε στο εξωτερικό. Νομίζω είμαστε οι πρώτοι που φέρουμε τόσο ξεκάθαρα το προνόμιο της καθολικής ορατότητας, της πρόσβασης σε όλες τις πραγματικότητες – είτε κατασκευασμένες είτε βιωμένες. Η κατάρρευση των ορίων κατά την εφηβεία και την αρχή της ενηλικίωσής μας, μάς έκανε δημιουργούς μιας νέας, ενορχηστρωμένης ασυδοσίας, κυρίαρχης από ευφορικούς μύθους που ασπαστήκαμε με ευκολία καθώς δεν υπήρχαν άλλες σταθερές και αιτήματα. Είμαστε οι αυθεντικοί κοσμοπολίτες και ταυτόχρονα οι εγκλωβισμένοι των κυρίαρχων προτύπων ζωής. Οι παντογνώστες που επενδύουμε χρόνο και προσδοκία στο συνεπές ψάξιμο του εγώ μας με τη βοήθεια της ψυχανάλυσης. Νομίζω ότι γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να ενταχθούμε σε μεγάλες ομάδες συλλογικών αιτημάτων, κοινών εξεγέρσεων: το συλλογικό είναι δευτερεύον, προηγείται η συμφιλίωση με το εγώ, η επιστροφή στην σωστή άρθρωση της ταυτότητας. Θα μπορούσε κι αυτό να είναι μια μορφή εξέγερσης, μια διαρκής καταγγελία…
* H Κατερίνα Ανέστη είναι δημοσιογράφος, διευθύντρια έκδοσης στο περιοδικό Lifo.
Αλέκος Λούντζης, 31
Κοιμόμαστε με ανοιχτά τα κινητά
Χωρίς κίτρινα υποβρύχια, χωρίς στυλιζαρισμένα στερεότυπα και δημοσιογραφικά εξώφυλλα δεν υπήρξε ποτέ καμία γενιά· ούτε του Πολυτεχνείου ούτε του ελληνικού μυστακοφόρου σοσιαλισμού ούτε των επτακοσίων ευρώ ούτε όλες οι συμπλεγματικά ακατονόμαστες ενδιαμέσως· ίσως η γενιά της θαλιδομίδης μόνο… Για την πρόσφατη ιστορία, φαντάζομαι ότι είμαστε τα μόνα πραγματικά παιδιά της Ειρήνης στον 20ό αιώνα.
Για την ιστορία της επιτήρησης είμαστε εμείς που μεγαλώσαμε ξεφουρνίζοντας αδιανόητες ανοησίες στις μανάδες μας για να χαθούν τα ίχνη μας και είκοσι χρόνια αργότερα κοιμόμαστε με ανοιχτά τα κινητά μας, που άλλοι χαμογελούσαν και άλλοι ξεκαρφώναμε τις κάμερες που φύτρωσαν στους δρόμους αλλά συσπειρωμένοι φυτευτήκαμε μπροστά από μια οθόνη LCD.
Για την ιστορία της μουσικής πρέπει να είμαστε εμείς που έχουμε τα πλουσιότερα ακούσματα, που είχαμε πρόσβαση στις πιο πολλές πηγές, που κάναμε τις περισσότερες πειρατείες διακινώντας ανεξάντλητο και ασυνάρτητο υλικό ανακαλύπτοντας εκ των υστέρων ότι ξεχάσαμε να δημιουργούμε συλλογές· και όποιος δεν έχει ασκηθεί στο πάθος του συλλέκτη δεν μπορεί να εκτιμήσει τα αντικείμενά του, μπορεί μόνο να τα αριθμήσει.
Αυτά για την ιστορία… Γιατί στην πραγματικότητα, μέσα στο συμπίλημα των καιρών και των πόλεων, εμείς δεν είμαστε αυτοί, όπως και οι εκείνοι με τις δημοσιογραφικές βινιέτες δεν ήταν ποτέ οι άλλοι.
Κάποιοι από εμάς μπορεί και ενίοτε να φαντασιώνουν έναν αποτελεσματικό «σεισμό», ένα μπόσικο κραχ, μια βαθιά ρωγμή στην πραγματικότητα, για να δοθεί επιτέλους και σ’ εμάς μια ευκαιρία να διακριθούμε, να αναδυθούμε από την ανωνυμία μας και να δείξουμε τι αξίζουμε στους ονοματοδότες που μας αγνόησαν. Κάποιοι άλλοι από εμάς είναι βέβαιο πως απεύχονται τέτοια ξεβολέματα και ακροβασίες και αρκούνται στην υψηλόφρυδη κριτική, όντες σίγουροι ότι το προσωπικό μας μεγαλείο δεν περικυκλώνεται από τόσο αόριστες ταξινομήσεις. Εμένα, μιας και με ρωτάτε, τριάντα ενός ετών, ανθρωπολόγο των Αθηνών και της περιφέρειας, η συγκεκριμένη σύγχυση ταυτότητας είναι το μικρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζω.
* O Αλέκος Λούντζης είναι ανθρωπολόγος. Διοικητικός διευθυντής του Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Ενηλίκων.

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

25.1.09

ShareThis