|
||
|
Ενα είδος ηλεκτρονικού ντοσιέ όπου θα καταχωρούνται επιλεκτικά ενδιαφέροντα άρθρα από εφημερίδες, περιοδικά και όχι μόνο. Δεν σημαίνει απαραίτητα πως συμφωνώ πάντα με τα συγκεκριμένα άρθρα, για αυτό μπορεί να υπάρχουν και αντικρουόμενες απόψεις. Τα θεωρώ όμως ενδιαφέροντα για κοινωνικό προβληματισμό.Να διευκρινίσω πως τα συγκεκριμένα άρθρα δεν είναι δικά μου, αναφέρεται όμως η πηγή....
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012
Πως το...σινεμά βοηθάει τον τουρισμό εντός και εκτός Ελλάδας
Ετικέτες
ΕΛΛΑΔΑ,
Επικοινωνία,
Κινηματογράφος,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
Προβολή,
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012
Κέντρο Αθήνας : Σβησμένες οθόνες
Μαζί με το «Αττικόν», που θα είναι απόν από την κινηματογραφική
Αθήνα, φέτος, δίπλα στον κλειστό «Απόλλωνα» απέναντι από τον κλειστό
«Κάουφμαν», μία ολόκληρη σειρά από μισοσβησμένα αστέρια δηλώνει το ίχνος
μιας άλλης πραγματικότητας. Οταν τις προάλλες, σπάνια τύχη, περπάτησα
στην ακτίνα της Πατησίων και είδα το κλειστό «Φιλίπ» της οδού Θάσου, ένα
σινεμά που έφερνε καλές ταινίες, με εκείνη τη συνοικιακή ποιότητα που
έκανε την Αθήνα να είναι «πόλη», ένιωσα ότι αυτό που είχε αρχίσει χρόνια
τώρα, είχε πλέον ολοκληρωθεί.
Μπορεί να είναι η έλλειψη κοινού,
μπορεί να είναι η αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης, μπορεί να είναι τα
λογιστικά μιας εταιρείας, αλλά αυτό που είναι κοινός παρονομαστής ενός
ευρύτερου φαινομένου είναι η «παρακμή». Στο «Φιλίπ» είχα δει, μαθητής
ακόμη, τον «Αθώο» του Βισκόντι, την εποχή που η Πατησίων είχε ακόμη
πολλά και καλά και γεμάτα σινεμά. Υπήρχε ακόμη το «Πιγκάλ» και η
«Αντζελα» και το «Σελέκτ». Υπήρχε το «Μπροντγουέι» και ο «Αχιλλεύς» και
η «Αθηνά» και η «Αλκυονίς». Και τόσα ακόμη. Αλλά, το κοινό είχε
πυκνότητα μεσοαστικής ιδιοσυγκρασίας, κυκλοφορούσε στον δρόμο χωρίς φόβο
στις 2 το πρωί. Δεν υπήρχαν υπολογιστές, βεβαίως, αλλά δεν υπήρχαν και
μαύρες τρύπες στην κοινωνία, υπήρχε «δίχτυ», με χίλια στραβά, αλλά
υπήρχε μία αίσθηση κοινωνίας.
Η πτώση της κινηματογραφικής
αίθουσας στην Αθήνα έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του ’70 σταδιακά, και
στη δεκαετία του ’90 είχε ήδη πολλά θύματα. Σήμερα, οι ελάχιστοι
συνοικιακοί κινηματογράφοι πιστοποιούν με την παρουσία τους την αλλαγή
της εποχής. Οταν πέρυσι πήγα στο συμπαθέστατο «Πτι Παλαί» στο Παγκράτι,
ένιωσα τη γεύση ενός 20ού αιώνα που είχα ξεχάσει.
Η Αθήνα, με τον βίαιο
εκβαρβαρισμό της τελευταίας πενταετίας, κινείται πλέον εκτροχιασμένη και
αμήχανη, αλλά πέραν της σκοτεινής πλέον νύχτας στις συνοικίες, έχω την
αίσθηση ότι κάτι νέο θα γεννηθεί. Δεν θα υπάρχει η αίθουσα της
συνοικίας, αλλά η συνοικία θα δώσει κάτι νέο.
Του Νίκου Βατόπουλου
Πηγή Καθημερινή
2.10.2012
Ετικέτες
Αθήνα-Κέντρο,
Απόψεις,
Βατόπουλος Νίκος,
Κινηματογράφος
Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012
Η νέα αστική ηθική στο σαλόνι του Δαλιανίδη
Το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, η προκυμαία της Θεσσαλονίκης, οι λαϊκές γειτονιές της Πλάκας με τα Αναφιώτικα, τα νεοκλασικά αθηναϊκά σπίτια, το λιμάνι του Πειραιά, η Καστέλα, το Μοναστηράκι, η Κηφισιά, οι προσφυγικοί συνεταιρισμοί, οι υπαίθριες αγορές, οι χωματόδρομοι, οι αυλές των σπιτιών, τα προσφυγικά αλλά και τα εξοχικά προάστια των μεγαλοαστών, η οδός Συγγρού και η λεωφόρος Ποσειδώνος, οι πολυκατοικίες, οι περιοχές της σύγχρονης πόλης, τα πάρκα, τα νεόδμητα αστικά διαμερίσματα, το Κολωνάκι, οι πολυτελείς επαύλεις, τα περίφημα λίβινγκ ρουμ, τα μοντέρνα έπιπλα (το δανέζικο σαλονάκι), η εξηλεκτρισμένη κουζίνα, οι πίνακες τέχνης στους τοίχους, οι ιβουάρ κουρτίνες... Μια ολόκληρη αφήγηση της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας μέσα από τις αλλαγές των χώρων και των τόπων, όπως καταγράφηκαν στον ελληνικό δημοφιλή κινηματογράφο των ετών 1950-1970 προσφέρει η Αγγελική Μυλωνάκη στο βιβλίο της Από τις αυλές στα σαλόνια.
H συγγραφέας έχει ασχοληθεί ειδικότερα με αυτή την 20ετία, καθώς έχει εκδώσει και τη μελέτη Δουλειές με φούντες: η ιστορία της επιχειρηματικότητας μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο '50-'70. Στη νέα της μελέτη παρακολουθεί το πώς εμφανίζεται ο δημόσιος, ο ημι-δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στην Ελλάδα ταυτόχρονα με την εξέλιξη της κοινωνίας. Οχι όμως την πραγματική της εξέλιξη αλλά αυτή που υπάρχει στο φαντασιακό των κατοίκων της.
Οι ταινίες, όπως συμπεραίνει από την έρευνά της, δεν πραγματοποιούν μια εικονική γνωριμία των θεατών με την πόλη, αλλά οικοδομούν τη μυθολογία της. Μια μυθολογία που διακατέχει τους μη αστικούς πληθυσμούς και καθοδηγεί τους άρτι εξαστισμένους εσωτερικούς μετανάστες στο σύγχρονο αστικό κέντρο. Ο ελληνικός κινηματογράφος, δηλαδή, παίζει έναν κοινωνικοποιητικό ρόλο στην εξεταζόμενη εικοσαετία.
Η ροπή προς την αστικοποίηση αναδεικνύεται από τις πρώτες ταινίες: αν εξαιρέσει κανείς μερικές «φουστανέλες», δηλαδή της υπαίθρου, οι περισσότερες ταινίες από το '50 και μετά διαδραματίζονται στην πόλη και μάλιστα στην ανοιχτή πόλη. Η πλακιώτικη γειτονιά στον «Μεθύστακα» ή το Δουργούτι στη «Μαγική πόλη» του Κούνδουρου είναι οι χώροι όπου οι φτωχοί άνθρωποι εργάζονται, παλεύουν, κάνουν όνειρα. Ολα γίνονται στους δρόμους.
Σε αυτές τις ταινίες βλέπουμε συχνά τον Λυκαβηττό, τον Εθνικό Κήπο, το Ζάππειο, την Ακρόπολη, την Ομόνοια, το Σύνταγμα και τους γύρω δρόμους. Κυριαρχούν το ρομαντικό στοιχείο, η συλλογικότητα των λαϊκών συνοικιών, η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Πολύ κοντά στον νεορεαλισμό, ο Κούνδουρος και ο Κακογιάννης κάνουν στις ταινίες τους τα πρώτα κοινωνικά σχόλια. Ξεπερνούν την ηθογραφία και καταγράφουν με κριτική ματιά τις πρώτες εμφανίσεις του δυϊσμού που επέρχεται μεταξύ παράδοσης και νεωτερισμού. Θυμηθείτε μόνο το μπιλιαρδάδικο Magic City στη «Μαγική πόλη» - σε αντίθεση με τον μαχαλά όπου μένουν οι πρωταγωνιστές.
Στο μεταίχμιο λίγο πριν από τη δεκαετία του '60 ο νεωτερισμός της πόλης εμφανίζεται πιο δυναμικά στον κινηματογράφο. Η πόλη σηματοδοτείται πλέον από στοιχεία-σύμβολα αυτού του νεωτερισμού: φανάρια, διαβάσεις πεζών, βιτρίνες εμπορικών καταστημάτων, θέση τροχονόμου, στάσεις λεωφορείων κ.λπ. Η γειτονιά αρχίζει σιγά-σιγά να εξαφανίζεται: παραμένει ως χώρος αλλά όχι ως κοινωνικός σύνδεσμος ανάμεσα στα μέλη της.
Τώρα τον ρόλο της κοινωνικής αλληλεγγύης που συντηρούσε η γειτονιά τον αναλαμβάνει η οικογένεια: τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, την εμφύσηση αξιών και προτύπων συμπεριφοράς. Ηδη αρχίζει να εμφανίζεται η πολυκατοικία, που συμβολοποιείται στην αναπαράσταση του μικροαστικού διαμερίσματος. Το νέο όραμα για τα εξαστικοποιημένα τμήματα της Αθήνας ανατέλλει με τη βοήθεια της αντιπαροχής. Ετσι, στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Στουρνάρα 288» μεταβαίνουμε από την οριζόντια διαστρωμάτωση στην κάθετη, όπως αυτή εμφανίζεται στις εικόνες των διαμερισμάτων.
Νέα αστικά ήθη
Η δεκαετία του '60-'70 αναδεικνύει ένα άλλο πρόσωπο, τόσο στο ελληνικό όσο και στο ευρωπαϊκό σινεμά. Τη φιλόξενη και γραφική πόλη της δεκαετίας του '50 διαδέχεται το άξενο και αποσπασματικό τοπίο της νέας πλήρως αστικοποιημένης πόλης. Οι ελληνικές ταινίες υπηρετούν μια νέα αστική ηθική, όπου όλα γίνονται πια για την ατομική ευημερία. Οι ταινίες δείχνουν το νέο κέντρο της πόλης, που συγκεντρώνει διοικητικές και εμπορικές λειτουργίες, τις νέες δομές που συντείνουν στον επερχόμενο εκσυγχρονισμό.
Μια ξεχωριστή περίπτωση που δεν υπακούει στον προηγούμενο κανόνα είναι τα ελληνικά μιούζικαλ. Οι ανύπαρκτοι και εμφανώς κατασκευασμένοι χώροι του μιούζικαλ αντιμετωπίζουν την πόλη ως τουριστικό αξιοθέατο και προβάλλουν το θέαμα ως ιδεολογία, συμβάλλοντας στη διάδοση στερεότυπων τουριστικών εικόνων σε μια εποχή που ο τουρισμός στη χώρα μας γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη.
Οι ταινίες της δεκαετίας του '60 αλλάζουν την αφήγηση του χώρου. Στην πλειονότητά τους έχουν ως κύριο χώρο το διαμέρισμα. Εκεί διαμορφώνονται οι σχέσεις, οι συγκρούσεις και η κατάληξη της όποιας ιστορίας.
Το αστικό διαμέρισμα συνδέει την έννοια της οικίας με την προβολή ανερχόμενων αξιών της εποχής: καταναλωτισμός, ατομισμός, δυτικά πρότυπα συμπεριφοράς, ντυσίματος, μουσικής, συνηθειών. Ποιος δεν θυμάται τη μόνιμη προσφορά προς τον επισκέπτη σε τέτοιου είδους κατοικίες: «Να σας βάλω ένα ουισκάκι;». Η κατοικία αποτελεί πια μια δήλωση για την προσωπική ταυτότητα του ενοίκου της, αλλά και τον καθρέφτη που αντανακλά τις κοινωνικές αξίες τις οποίες ενστερνίζεται.
Οπως τονίζει η συγγραφέας, όμως, η κατοικία αυτή όπως παρουσιάζεται είναι εξιδανικευμένη: είναι το μικροαστικό όνειρο, είναι το σπίτι που διαφημίζεται ως «παλατάκι λουξ με όλα τα κομφόρ». Η Ελένη Βλάχου το αποκαλεί «Σαλόνι-τέρας… Το σαλόνι με τις "μαρκετερί", με τα ισχνά τραπεζάκια και τα πελώρια βάζα, το σαλόνι το δήθεν πλούσιο, το δήθεν φτασμένο της πλούσιας νύφης, του πλούσιου γαμπρού, που καθρεπτίζει πιο χαρακτηριστικά από οτιδήποτε άλλο την κυριαρχία της σύγχρονης αγουστιάς».
Μέσα σε αυτό το μοντέρνο σπίτι η γυναίκα χειραφετείται, γίνεται επιχειρηματίας, διεκδικεί δικαιώματα έναντι των ανδρών. Το παραδοσιακό μοντέλο της γυναίκας-νοικοκυράς εκσυγχρονίζεται καθώς η παρουσία της στον ιδιωτικό χώρο του διαμερίσματος συνδέεται με την κατανάλωση και τα μοντέρνα έπιπλα και εξαρτήματα. Ολα αυτά επιφανειακά, καθώς το πατριαρχικό πρότυπο εξακολουθεί να κυριαρχεί και είναι αυτό που στο τέλος σφραγίζει την εξέλιξη.
Αν είναι κάτι που μας δείχνει με πλήρη ευκρίνεια η μελέτη της Α. Μυλωνάκη είναι ότι οι ελληνικές ταινίες κατάφεραν να αποτυπώσουν τις πολιτιστικές και κοινωνικές μεταβολές της σύγχρονης κοινωνίας και ταυτόχρονα να συνδιαμορφώσουν ως πολιτιστικό μέσο τις αλλαγές αυτές. Ο ελληνικός δημοφιλής κινηματογράφος καταρτίζει μια νέα γλώσσα, τη γλώσσα των εικόνων, αποσπά την προσοχή του κοινού από την προφορικότητα ή ακόμη και τη γραπτή παράδοση και τον εισάγει στον κόσμο και στην αισθητική των εικόνων.
Είναι το πρώτο ΜΜΕ που αναλαμβάνει με τρόπο συστηματικό και μαζικοποιημένο τη μύηση του λαϊκού κοινού στο ιδιωτικό σύμπαν της κατοικίας. Είναι ένας τρόπος να εισαχθεί ο θεατής σε έναν νέο κόσμο κατανάλωσης υλικών και άυλων αξιών που συμπεριλαμβάνονται στην αστική ζωή στο διαμέρισμα. Θα ακολουθήσει η τηλεόραση, η οποία και θα επεκτείνει την προβληματική και τις εμπειρίες του εμπορικού ελληνικού κινηματόγραφου.
Πηγή Το Βήμα
26.2.2012
Ετικέτες
Βιβλία,
Ηθοποιοί,
Κινηματογράφος,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012
Εφυγε στα 80 της η Τσίτα, ο χιμπατζής του Ταρζάν
Η Τσίτα, ο χιμπατζής που πρωταγωνίστησε στις ταινίες με τον Ταρζάν έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 80 ετών από νεφρική ανεπάρκεια, ανακοίνωσε σήμερα το ίδρυμα που την φιλοξενούσε στο Παλμ Χάρμπορ της Φλόριντα.
"Με μεγάλη μας θλίψη η κοινότητά μας έχασε έναν καλό φίλο και ένα μέλος της οικογένειάς μας στις 24 Δεκεμβρίου", αναφέρει σε ανακοίνωσή του στην ιστοσελίδα του το Καταφύγιο Προστασίας Πρωτευόντων Θηλαστικών Suncoast.Η Τσίτα μεταφέρθηκε στο καταφύγιο γύρω στο 1960 από το κτήμα του ηθοποιού Τζόνι Βαϊσμίλερ, ο οποίος υποδυόταν τον Ταρζάν στις ταινίες της MGM, σύμφωνα με την εκπρόσωπο του καταφυγίου την οποία επικαλείται στην ιστοσελίδα της η εφημερίδα Tampa Tribune.
Οι χιμπατζήδες ζουν κατά μέσον όρο 40 χρόνια στο φυσικό τους περιβάλλον, αλλά μπορούν να υπερβούν τα 60 χρόνια σε συνθήκες αιχμαλωσίας.
Όπως δήλωσε στην Tampa Tribune η Ντέμπι Κομπ του καταφυγίου Suncoast, της Τσίτα της άρεσε η ζωγραφική και το αμερικανικό ποδόσφαιρο.
Πηγή Ημερησία
28.12.2011
Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011
Η αλήθεια για τον αρχηγό της Μεγάλης Απόδρασης
![]() |
| Ο Ρόζτερ Μπάσελ στο αρχείο που δώρισε η οικογένειά του στο Αυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο |
Ολόκληρη η ιστορία του μεγαλύτερου δραπέτη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου θα έρθει επιτέλους στο φως αφού η οικογένειά του έδωσε την περασμένη εβδομάδα τα έγγραφά του στο βρετανικό Αυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο. Το εν λόγω αρχείο, το οποίο αποτελεί μια από τις πολυτιμότερες συλλογές επιστολών, ημερολογίων και φωτογραφιών που «επέζησε» του πολέμου, αλλά έμεινε κρυμμένο για μεγάλο μέρος των 65 τελευταίων ετών, ρίχνει φως στη ζωή του Ρότζερ Μπάσελ, του αξιωματικού της RAF, που ήταν γνωστός ως «Big X» (Μεγάλος Χ) και οργάνωσε το 1944 τη μαζική απόδραση από το στρατόπεδο αιχμαλώτων Stalag Luft III. Η ιστορία απαθανατίσθηκε στο βιβλίο του Πολ Μπρίκχιλ «Η Μεγάλη Απόδραση» και στην ταινία τον ρόλο του Μπάσελ υποδυόταν ο Ρίτσαρντ Ατένμπορο.
Ο επισμηναγός Μπάσελ, απόφοιτος του Κέμπριτζ, δικηγόρος και διεθνής σκιέρ με έντονη ερωτική ζωή, εκτελέστηκε από την Γκεστάπο σε ηλικία 33 ετών με προσωπική διαταγή του Χίτλερ μερικές ημέρες μετά τη νέα του σύλληψη.
Η ανιψιά του, η κινηματογραφίστρια Λίντι Ουίλσον, έφθασε αυτό τον μήνα στο Λονδίνο, αφού η οικογένεια συμφώνησε να δωρίσει στο μουσείο τα έγγραφα του Μπάσελ. Το αρχείο είχε φυλαχτεί μετά τον Πόλεμο και δεν είχε βγει στο φως ώς το 2005. «Η απόφαση να δώσουμε το αρχείο του Ρότζερ στο Αυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο αποτελεί αναγνώριση του ποιος ήταν και του γεγονότος ότι δεν ανήκε μόνο σε μας, αλλά και στη χώρα για την οποία πέθανε», δήλωσε η κ. Ουίλσον. Ελπίζει πως ο θείος της, ο οποίος γεννήθηκε στη Νότια Αφρική αλλά έζησε από τα 14 του στη Βρετανία, θα γίνει τώρα ευρύτερα γνωστός. «Η ελπίδα μου είναι ότι ο ρόλος του θα αναγνωριστεί αληθινά - θα αναγνωριστεί επιτέλους - από τη χώρα που αγάπησε και για την οποία αγωνίσθηκε και ότι θα γίνει μέρος της κουλτούρας της, της ιστορίας της. Σ' αυτήν ανήκει».
«ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΘΑΡΡΟΥΣ». Ο Τόνι Ρίτσαρντς, επικεφαλής εγγράφων και ήχου στο μουσείο, περιέγραψε τη Μεγάλη Απόδραση ως ένα σημαντικό γεγονός του Πολέμου, κυρίως επειδή έκανε φανερή την προθυμία του έθνους να πολεμήσει τον Ναζισμό. «Ηταν μια τέλεια ένδειξη θάρρους: η αποφασιστικότητα να αποδράσει, να κάνει αυτό που πίστευε ότι ήταν σωστό παρ' όλους τους κινδύνους και τις συνέπειες. Ο Ρότζερ Μπάσελ έγινε υπόδειγμα αυτού του θάρρους και της αποφασιστικότητας». Ο Ρίτσαρντς λέει πως η πραγματική σημασία της απόδρασης ήταν η προπαγανδιστική αξία της. «Το να διαβάζεις στις βρετανικές εφημερίδες ότι 76 άνδρες απέδρασαν από ένα στρατόπεδο υψίστης ασφαλείας ήταν πραγματικά εμψυχωτικό. Γι' αυτό ο Χίτλερ το πήρε τόσο σοβαρά. Ηρθε σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν μπορείς να έχεις αιχμαλώτους των επίλεκτων βρετανικών δυνάμεων να κάνουν βόλτες κατά βούληση στη Γερμανία».
Ο Μπάσελ ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από τη σημαντικότερη απόδραση βρετανών και συμμάχων αιχμαλώτων στη διάρκεια του Πολέμου, ένας άνδρας που η προσωπική αντίστασή του στη ναζιστική επίθεση θα έπρεπε πιθανόν να του έχει εξασφαλίσει μια θέση στο συμμαχικό πάνθεον, όπως έγινε με τα κατορθώματα του Ντάγκλας Μπέιντερ, του πιλότου μαχητικού που είχε γίνει άσος παρ' όλο που είχε χάσει τα πόδια του σε αεροπορικό ατύχημα πριν από τον πόλεμο.
Πιλότος ενός Σπιτφάιρ που καταρρίφθηκε πάνω από τη Γαλλία και αιχμάλωτος το 1940, ο Μπάσελ πραγματοποίησε τρεις σημαντικές αποδράσεις. Τον σταμάτησαν στα ελβετικά σύνορα το 1941, αλλά δραπέτευσε και πάλι αργότερα την ίδια χρονιά και έφτασε στην Πράγα, όπου οι Γερμανοί υποψιάζονταν ότι αναμείχθηκε στη δολοφονία του Ράινχαρντ Χάιντριχ, του Ράιχ Προτέκτορ της Τσεχοσλοβακίας, «πρίγκιπα» των Ες-Ες και αρχιτέκτονα της Τελικής Λύσης.
Επειτα από μήνες στα χέρια της Γκεστάπο, ο Μπάσελ εστάλη στο Stalag Luft III, όπου κατάφερε να ηγηθεί 600 αιχμαλώτων που ανήγαγαν την απόδραση σε… βιομηχανική δραστηριότητα. Εβδομήντα έξι άνδρες δραπέτευσαν από το στρατόπεδο μέσω μιας σήραγγας μήκους 105 μέτρων, που την αποκαλούσαν «Χάρι», τη νύκτα της 24ης Μαρτίου 1944. Για λίγες ώρες, οι δραπέτες του Μπάσελ δημιούργησαν ένα «δεύτερο μέτωπο» βαθιά στο εσωτερικό της Γερμανίας σ' ένα κρίσιμο σημείο του Πολέμου. Πέντε εκατομμύρια Γερμανοί λέγεται ότι συμμετείχαν στην καταδίωξη των αξιωματικών της RAF. Ο Χίτλερ ήταν έξαλλος.
Τρεις αιχμάλωτοι κατάφεραν να βγουν από την κατεχόμενη Ευρώπη• 23 συνελήφθησαν και επέστρεψαν σε διάφορα στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου. Πενήντα εκτελέσθηκαν από την Γκεστάπο. Στη Βρετανία ξέσπασε οργή για την κατάφωρη παραβίαση της Συνθήκης της Γενεύης από τη Γερμανία εις βάρος στρατιωτών των Συμμάχων. Ο Αντονι Ιντεν, ο υπουργός Εξωτερικών, απευθύνθηκε στο Κοινοβούλιο μόλις τα νέα έφθασαν στη Βρετανία.
ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΣ. Ο κ. Ρίτσαρντς είπε στους «Τάιμς» του Λονδίνου: «Οταν διαβάσεις το αρχείο, παίρνεις μια γεύση για το τι τύπος ήταν ο Μπάσελ. Ηταν απ' αυτούς που δεν τους ξεχνάς.
Μια ισχυρή προσωπικότητα, πραγματικά χαρισματική, η οποία τον έκανε αγαπητό σε τεράστιο αριθμό ανδρών με τους οποίους υπηρέτησε, καθώς και σε πολλές από τις γυναίκες που συνάντησε.
Ο Ρότζερ ήταν εντελώς παραγνωρισμένος ως ιστορική φυσιογνωμία. Εχει κάθε δικαίωμα να μη λησμονηθεί. Ισως το αρχείο θα μας βοηθήσει να το πετύχουμε».
Το Αυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο κατέχει ήδη τα αρχεία και ηχογραφημένες μαρτυρίες πολλών από τους άνδρες που συμμετείχαν στη Μεγάλη Απόδραση. Ο στόχος του είναι να καταγραφούν οι θυσίες προσώπων στη διάρκεια του Πολέμου οποιοδήποτε κι αν ήταν το υπόβαθρό τους, μέσω των προσωπικών ιστοριών και μαρτυριών τους. Το αρχείο του Ρότζερ Μπάσελ είναι η τελευταία προσθήκη στη βιβλιοθήκη αυτή.
Του Γιώργου Αγγελόπουλου
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
3-4.12.2011
Ετικέτες
Η Μεγάλη Απόδραση,
ΙΣΤΟΡΙΚΑ,
Κινηματογράφος
Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011
Εκδήλωση - Αφιέρωμα στη μνήμη του Γιώργου Φούντα
ΕΚΔΗΛΩΣΗ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ στη μνήμη του Γιώργου Φούντα, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου από το θάνατό του, οργανώνει στις 29/11 (7. 30 μ.μ., είσοδος ελεύθερη) το Ιδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» (Πειραιώς 206, Ταύρος).
Συνδιοργανωτές του αφιερώματος είναι η Τζέλλα Φούντα και ο Θύμιος Φούντας.
Πηγή Ριζοσπάστης
25.11.2011
Συνδιοργανωτές του αφιερώματος είναι η Τζέλλα Φούντα και ο Θύμιος Φούντας.
Πηγή Ριζοσπάστης
25.11.2011
Ετικέτες
Γιώργος Φούντας,
Ηθοποιοί,
Κινηματογράφος
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011
Το Rex θα φωτίσει και πάλι την Αθήνα
![]() |
| 1936 : Εγκαινιάζεται το πολυτελές και υπερσύγχρονο θέατρο "Κοτοπούλη - Rex", ενώ το ιστορικό θέατρο της Ομόνοιας μετατρέπεται, για τις ανάγκες της εποχής, σε κινηματογράφο. |
Να «φωτιστούν» οι υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας. Είναι από τα σχέδια που πέφτουν συχνά στο τραπέζι κάθε πολιτικής ηγεσίας στο υπουργείο Πολιτισμού. Ο Παύλος Γερουλάνος ήθελε πάση θυσία να προχωρήσει την αναβάθμιση της Ακαδημίας Πλάτωνος σε συνάρτηση με το Αρχαιολογικό Μουσείο, στις μέρες του ο Αντώνης Σαμαράς ονειρευόταν το τρίγωνο Ακροπόλ, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Τοσίτσα, όπως και πριν από αυτόν ο Ευάγγελος Βενιζέλος, που πρώτος μίλησε για επέκταση του κορυφαίου μουσείου της χώρας. Αν όλα αυτά έχουν έναν απροσδιόριστο χρονικό ορίζοντα για να υλοποιηθούν, το Rex στην οδό Πανεπιστημίου είναι, όπως φαίνεται, το κτίριο που θα δούμε ανακαινισμένο πριν από όλα τα άλλα.
Η λειτουργία του τον Οκτώβριο 2012 από τις σκηνές του Εθνικού Θεάτρου είναι η ελπίδα των καταστηματαρχών της περιοχής. Ισως είναι όμως και η κινητήριος δύναμη της σωτηρίας της πλατείας Σανταρόζα, η οποία είναι παραδομένη πια στο έλεος των εμπόρων της διακίνησης και των χρηστών.
Εμβλημα μιας εποχής
Η δημιουργία του Rex στα μέσα της δεκαετίας του ’30 ήταν το φως που ονειρεύονταν πολλοί στην τότε νυχτερινή Αθήνα η οποία διψούσε για πολυτέλεια, μεγάλους χώρους διασκέδασης και αμερικανική κινηματογραφική λάμψη. Είναι η εποχή που δημιουργούνται οι μεγαλύτεροι και πολυτελέστεροι κινηματογράφοι της χώρας.
Η «ευρηματική λύση» των Λεωνίδα Μπόνη και Βασιλείου Κασσάνδρα, διακεκριμένων αρχιτεκτόνων της Ecole des Beaux Arts του Παρισιού, πέρασε στη διεθνή βιβλιογραφία. Το 75χρονο σήμερα κτίριο ήταν το πρώτο κέντρο θεαμάτων της Αθήνας. Εντυπωσιακό, σε μια Αθήνα που διχαζόταν κοινωνικά, ενώ τα βράδια ξέχναγε προσωρινά τις διαφορές της στις κινηματογραφικές αίθουσες. Οι αστοί προτιμούσαν το Διονύσια του Συντάγματος, το Σπλέντιτ, το Αττικόν και το Κοσμικόν, ενώ το λαϊκό κοινό, τους κινηματογράφους γύρω από την Ομόνοια και τους συνοικιακούς που πλήθαιναν. Σε αυτήν την Ελλάδα της δεκαετίας του ’30, η ανέγερση του πολυτελούς Παλλάς, με το βαθυπράσινο μάρμαρο Τήνου, τις κολόνες από μάρμαρο Στύρων και τη φαρδιά εντυπωσιακή σκάλα, ήταν γεγονός, όπως δύο χρόνια μετά η κατασκευή των κινηματογραφου Τιτάνια και το 1935 η αρχή της ανέγερσης του Rex.
Η ευρηματική προσαρμογή των γαλλικού τύπου επάλληλων αιθουσών στο μικρό οικόπεδο 26 μ.x44 μ. της Πανεπιστημίου, με τις υπερσύγχρονες τεχνολογικές εγκαταστάσεις, το σύστημα κλιματισμού και την πρόσοψη με σαφείς επιρροές από αμερικανικούς ουρανοξύστες, δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο.
Στο υπόγειο του κτιρίου το Σινεάκ των 582 θέσεων και επάνω, η αίθουσα του κινηματογράφου Rex με πλατεία 803 θέσεων, περιμετρικό εξώστη 321 θέσεων, 9 θεωρεία και υπερώο για άλλα 448 άτομα. Επάνω ακριβώς, το Κοτοπούλη. Η μοίρα του Rex έκτοτε είναι γνωστή. Η πυρκαγιά του 1982 στο Κοτοπούλη ήταν ένα δυνατό χτύπημα, αλλά και η αφορμή για να κηρυχθεί διατηρητέο, να περιέλθει στην κυριότητα του υπ. Πολιτισμού και να ανακαινιστεί. Σήμερα όλο το κτίριο ανήκει στο Εθνικό Θέατρο, ενώ ο κάτω χώρος του μετατράπηκε σε κέντρο ψυχαγωγίας από τον ενοικιαστή του.
Οι φθορές που έχουν να αντιμετωπίσουν οι εγκεκριμένες μελέτες που αφορούν τα αρχιτεκτονικά (Flux-office/Εύα Μανιδάκη, Θανάσης Δεμίρης, Θύμης Δούγκας), τα στατικά (Ερεισμα/Χρήστος Κακλαμάνης) και τα μηχανολογικά (Elxis/Βασίλης Λυκοσκούφης, Σταμάτης Παπαβασιλείου), έχουν να κάνουν με την αποκατάσταση των: υαλοστασίων, μαρμάρινων επενδύσεων, επιχρισμάτων, μονώσεων του δώματος και της μαρκίζας, τη δημιουργία νέων επενδύσεων, την αποκατάσταση φωτισμού νέον... Τα μεταλλικά κουφώματα θα διατηρηθούν ως αναπόσπαστο στοιχείο της μεσοπολεμικής αρχιτεκτονικής και ο μεταλλικός φορέας της μαρκίζας θα ενισχυθεί στατικά, διατηρώντας πλήρως την αρχική μορφή. Εχει ενδιαφέρον ωστόσο ότι οι μελετητές θα επαναφέρουν τον αρχικό φωτισμό και τη σήμανση του κτιρίου με χρήση νέον σε λευκό χρώμα -αναγνωρίσιμο για δεκαετίες-, αφού αντικατασταθεί το σημερινό κόκκινο. Τα τεύχη δημοπράτησης του έργου έχουν συνταχθεί, ενώ οι μελετητές υπολογίζουν ότι αυτές τις ημέρες θα προχωρήσει και η διαδικασία έκδοσης της πολεοδομικής άδειας, ώστε μέχρι το τέλος του έτους να ενταχθεί στο ΕΣΠΑ και να αρχίσουν οι εργασίες. «Είμαστε σε καλό δρόμο» λέει ο αρχιτέκτονας Θ. Δεμίρης στην «Κ», ο οποίος θεωρεί ότι το Rex μπορεί να παραδοθεί τον Οκτώβριο του 2012 όπως έχει ανακοινώσει και ο Γ. Χουβαρδάς, αν δεν έχουμε καθυστερήσεις.
Οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι μελετητές ήταν αρκετές και κυρίως αφορούσαν την προσπάθειά τους να κρατήσουν τον χαρακτήρα του κτιρίου. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν το τελικό αποτέλεσμα να φέρει την ιστορία του Rex. «Να μην είναι ένα γυαλισμένο κτίριο αλλά να διακρίνεται η φθορά των υλικών έχοντας αντιμετωπίσει όλα τα προβλήματα». «Θέλουμε το κτίριο να παραμείνει του ’30 και να διακρίνει όποιος θέλει σ’ αυτό την τεχνολογία της εποχής στα κουφώματα, τις ορθομαρμαρώσεις, το νέον. Δεν θέλουμε να το εκσυγχρονίσουμε, αλλά να διατηρήσουμε τον χαρακτήρα του».
Της Γιώτας Συκκα
Πηγή Καθημερινή
12.11.2011
Ετικέτες
Αθήνα-Κέντρο,
Κινηματογράφος,
Κοτοπούλη,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
Rex
Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011
Ο κινηματογράφος «ΑΣΤΡΟΝ» στα χέρια του υπουργού Πολιτισμού (Στείλτε την κάρτα - έκκληση)
Η τύχη του γνωστού αθηναϊκού κινηματογράφου «Αστρον» (Κηφισίας 37, Αμπελόκηποι) βρίσκεται στα χέρια του υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού κ. Παύλου Γερουλάνου, καθώς η γενική γραμματέας του ΥΠΠΟΤ κ. Λίνα Μενδώνη του έχει προωθήσει τη γνωμοδότηση για την κατεδάφιση του κτιρίου.
Ο κινηματογράφος «Αστρον» δεν κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο από την πλειοψηφία των μελών του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟΤ την Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011. Κυριάρχησε η άποψη ότι το κτήριο δεν φέρει εκείνες τις αξίες που θα το συμπεριελάμβαναν στα διατηρητέα μνημεία. Στη συζήτηση παρέστησαν εκπρόσωποι των φορέων που εδώ και τρία χρόνια δίνουν αγώνα για τη διάσωσή του, του Πολιτιστικού - Περιβαλλοντικού Συλλόγου Κέντρου Αμπελοκήπων, της ΜΟnuMENTA, της Σχολής Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π. και του δήμου Αθηναίων, το δημοτικό συμβούλιο του οποίου έχει λάβει την υπ' αριθμ. 752/09 ομόφωνη απόφαση υπέρ της κήρυξης.
Ο χειμερινός κινηματογράφος ΑΣΤΡΟΝ κτίστηκε το 1957 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Σόλωνα Κυδωνιάτη και είναι από τα λίγα κτήρια που κτίστηκαν με αποκλειστική χρήση κινηματοθεάτρου. Ηταν υπερπολυτελής, 1300 θέσεων, και τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του ήταν επηρεασμένα από το αρ ντεκό. Ο κεκλιμένος εξώστης τον έκανε να ξεχωρίζει. Η λειτουργία του σταμάτησε το 2008. Η εισήγηση της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων που ήταν υπέρ του χαρακτηρισμού του ως μνημείου, αναφέρει την αρχιτεκτονική αξία του κτηρίου και κυρίως την ιστορική του αξία και τη μεγάλη σημασία του ως τοπόσημου των Αμπελοκήπων. Επίσης, επισημαίνει ότι είναι ένα από τα τελευταία αυτοτελή κτήρια χειμερινών κινηματογράφων της Αθήνας. Ωστόσο, η Διεύθυνση Νεώτερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς, εισηγούμενη προς το ΚΣΝΜ, ζήτησε να μην κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο, αφού έχει αλλοιωθεί το αρχικό σχέδιο, είναι ανενεργός ο κινηματογράφος και υπάρχουν πολλοί κινηματογράφοι στην περιοχή. Η εισήγηση αυτή έγινε τελικά δεκτή από την πλειοψηφία των μελών του ΚΣΝΜ στη δεύτερη συζήτηση του θέματος. Στην πρώτη συνεδρίαση του ΚΣΝΜ, της 7ης Ιουλίου 2011, τα μέλη του Συμβουλίου αποφάσισαν το μη χαρακτηρισμό του. Η πλειοψηφία κατά του χαρακτηρισμού επιτεύχθηκε τότε με τη διπλή ψήφο του προέδρου, του νομικού συμβούλου που προήδρευε στη θέση της γενικής γραμματέως του ΥΠΠΟΤ. Αμέσως η ΜΟnuMENTA και ο ΠοΠεΣυΚΑ έστειλαν επιστολή στη ΓΓ του ΥΠΠΟΤ να μην κάνει δεκτή την απόφαση και να επαναφέρει το θέμα για συζήτηση. Το οποίο και έγινε. Την 1η Σεπτεμβρίου τα μέλη του ΚΣΝΜ έκαναν αυτοψία στο κτήριο και στις 15 Σεπτεμβρίου ξανασυνεδρίασαν με αποτέλεσμα την απόφαση που προαναφέρθηκε.
Ο Πολιτιστικός - Περιβαλλοντικός Σύλλογος Κέντρου Αμπελοκήπων και η MOnuMENTA που τάχθηκαν υπέρ της κήρυξης και της πολιτιστικής χρήσης του τονίζοντας τη μεγάλη του σημασία για τους κατοίκους, την περιοχή, την ιστορία του κινηματογράφου, την αρχιτεκτονική και πολεοδομική του αξία θεωρούν ότι η γνωμοδότηση αυτή πλήττει την προστασία των κινηματογράφων ως μνημείων και εκφράζουν την ανησυχία τους ότι μπορεί να αποτελέσει ένα αρνητικό προηγούμενο και για τους υπόλοιπους για τους οποίους κάποια στιγμή θα ζητηθεί ο χαρακτηρισμός τους.
H MOnuMENTA καλεί να στείλουμε μια κάρτα-έκκληση στον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού προτρέποντάς τον να προστατέψει τον κινηματογράφο ΑΣΤΡΟΝ.
Η κάρτα έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της MONUMENTA (εδώ) για να αποστέλλεται ηλεκτρονικά.
Πηγή Καθημερινή
20.10.2011
Ετικέτες
Αθήνα,
Κινηματογράφος,
Cine Αστρον
Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011
Νίκος Κοεμτζής : Στο Μοναστηράκι η τελευταία ...παραγγελιά
Σε ηλικία 73 χρονών και στο πόστο που του είχε παραχωρήσει ο Δήμος για να πουλάει την αυτοβιογραφία του, που ο ίδιος είχε εκδώσει, ξεψύχησε ο πιο πολυσυζητημένος βαρυποινίτης
Το μεσημέρι της Παρασκευής κάποιοι περαστικοί στο Μοναστηράκι σταμάτησαν μπροστά σε έναν ηλικιωμένο άνδρα που φαινόταν λιπόθυμος. Λίγη ώρα αργότερα στο νοσοκομείο αναγνωρίστηκε ο Νίκος Κοεμτζής που ξεψύχησε σε ηλικία 73 ετών, στο πόστο που του είχε παραχωρήσει ο Δήμος της Αθήνας για να πουλάει την αυτοβιογραφία του και να υπογράφει τα βιβλία που μόνος του είχε εκδώσει με την περιπέτεια της ζωής του.
Χρόνια τώρα ο πραγματικός πρωταγωνιστής της "παραγγελιάς" στεκόταν επι ώρες άλλοτε στο Μοναστηράκι, άλλοτε έξω από τα δικαστήρια στην Ευελπίδων, για να κερδίζει τα προς το ζην. Πουλούσε το "Μακρύ ζεϊμπέκικο", που ήταν η προσωπική του αφήγηση με σημείο αναφοράς τη ματωμένη νύχτα 25ης Φεβρουρίου του 1973.
Αποκριές, ξημέρωμα Κυριακής, η αίθουσα στο κέντρο "Νεράιδα" γέμισε αίματα, φωνές και σπαραγμούς. Τρεις άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους μέσα σε λίγα λεπτά και άλλοι επτά είχαν τραυματιστεί όταν ο Νίκος Κοεμτζής ορμούσε με το σουγιά φωνάζοντας "παραγγελιά".
Ο Νικος Κοεμτζής είχε προηγούμενα με τις τότε αρχές και την αίσθηση ότι τον παρακολουθούσαν, καθώς μόλις πριν λίγες ημέρες είχε αποφυλακιστεί. Είχε άλλωστε την πεποίθηση ότι το αριστερό παρελθόν της οικογένειάς του ήταν αιτία για πολλά από τα δεινά του.
Ολα ξεκίνησαν όταν με τον αδελφό του Δημοσθένη ζήτησαν το τραγούδι "Τη ζούλα μου ανακάλυψαν" και τις "Βεργούλες". Η πίστα όμως δεν άδειασε όπως επέβαλλε ο άγραφος κανόνας καθώς μερικοί θαμώνες εξακολουθούσαν να χορεύουν. Ανάμεσά τους συμπτωματικά και μια παρέα αστυνομικών που διασκέδαζαν εκείνη τη νύχτα στο κέντρο.
Οταν ξέσπασε η συμπλοκή με τον Δημοσθένη και άλλους πελάτες που δεν αποχώρησαν από την πίστα, ο Κοεμτζής έβγαλε τον σουγιά που σκόρπισε αίμα και θάνατο ενώ μεταξύ των θυμάτων ηταν δύο αστυνομικοί. Τα δύο αδελφια έσπευσαν να εξαφανιστούν, συνελήφθησαν όμως ενώ κατά τη συμπλοκή ο Νίκος Κοεμτζής τραυματίστηκε στο πόδι. Μια από τις σφαίρες μάλιστα την έβγαλε μόνος του όταν ήταν κρατούμενος.
Το δικαστήριο επέβαλε στον Δημοσθένη τρία χρόνια φυλάκισης. Τον Νίκο Κοεμτζή τον καταδίκασε τρις εις θάνατον και επτά φορές σε ισόβια. Πέρασε τρία χρόνια εν αναμονή της εκτέλεσής του και τελικά το 1977 η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια.
Παρέμεινε κρατούμενος επί 23 χρόνια και τελικά αποφυλακίστηκε από την Πάτρα τον Μάρτιο του 1996. Εν τω μεταξύ είχε μάθει να γράφει και ξεκίνησε να αποτυπώνει τις σκέψεις του σε κείμενα και ποιήματα.
Σε συνεντεύξεις του κατά καιρούς είχε δηλώσει μετανιωμένος για την πράξη του ενώ είχε περιγράψει τη ζωή του στο βιβλίο του.
Από τα παιδικά χρόνια στο Αιγίνιο Πιερίας, μέχρι την πάλη για επιβίωση και το "αδίκημα" όπως έγραφε για το φονικό της παραγγελιάς.
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΙΧΑΣΑΝ
Ταινία από τον Τάσιο, τραγούδι από τον Σαββόπουλο
Ταινία από τον Τάσιο, τραγούδι από τον Σαββόπουλο
Η "Παραγγελιά!", (εδώ ολόκληρη η ταινία) από τις πιο σημαντικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου στις αρχές της δεκαετίας του '80 σε μια εποχή που ο Θόδωρος Αγγελόπουλος διέπρεπε στο εξωτερικό μαζεύοντας βραβεία και ο Νίκος Τζήμας έσπαγε ταμεία με τον "Ανθρωπο με το γαρύφαλλο", βασίστηκε στο μακελειό του 1973 στο κέντρο "Νεράιδα".
Ο σκηνοθέτης Παύλος Τάσιος έδωσε τη δική του ερμηνεία στο γεγονός, θέλοντας να δείξει ότι η ενέργεια του Κοεμτζή δεν ήταν τίποτε άλλο από μια απελπισμένη αντίδραση κατά του συστήματος που τον καταπίεζε.
Προς έμπνευση του Τάσιου και ώθηση για την ταινία λειτούργησε το τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου "Το μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο", γραμμένο για την ιστορία του Κοεμτζή το 1979 στον δίσκο "Ρεζέρβα", ενώ ο σκηνοθέτης, θέλοντας να πάρει τις αποστάσεις του από τυχόν ταυτίσεις με τον δράστη, δήλωνε:
"Είμαι μαζί του στον βαθμό που δεν τον αφήνουν να εκφραστεί ελεύθερα και επαναστατεί η καταπιεσμένη του φύση".
Σκηνές από αρχαία τραγωδία
Στην ταινία του Τάσιου, το νυχτερινό κέντρο όπου έγινε η σφαγή μοιάζει με νεκροταφείο όπου οι ελπίδες των απελπισμένων Ελλήνων είναι θαμμένες.
Στην ταινία του Τάσιου, το νυχτερινό κέντρο όπου έγινε η σφαγή μοιάζει με νεκροταφείο όπου οι ελπίδες των απελπισμένων Ελλήνων είναι θαμμένες.
Σκηνές που θυμίζουν αρχαία τραγωδία, τονίζουν τη μοίρα ενός έθνους που χαραμίζεται σε φονικούς τσακωμούς, "παραγγελιές" μέσα σε νυχτερινά κέντρα γεμάτα χαφιέδες, πόρνες, νταβατζήδες αλλά και σκληροτράχηλους άντρες.
Με πρωταγωνιστή τον Αντώνη Αντωνίου και τους Αντώνη Καφετζόπουλο, Κατερίνα Γώγου, Ολια Λαζαρίδου, Νικήτα Τσακίρογλου, μεταξύ άλλων, να τον πλαισιώνουν, το φιλμ άνοιξε έναν ζωντανό διάλογο με τη θέση του σύγχρονου Ελληνα απέναντι στο παρελθόν και την Ιστορία του, με βασικούς σταθμούς την Κατοχή και τον Εμφύλιο.
Ρεαλιστικό και μοντέρνο συνδύασε τη σαγήνη της μουσικής με λαϊκά τραγούδια που συνέθεσε ο Κυριάκος Σφέτσας και στίχους από ποιήματα της Κατερίνας Γώγου (συζύγου του σκηνοθέτη) με την ίδια να απαγγέλλει.
Tης ΑΝΤΑΣ ΔΑΛΙΑΚΑ
Πηγή Εθνος
25.9.2011
Ετικέτες
Κινηματογράφος,
Κοεμτζής,
Παραγγελιά,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011
Ξυπόλυτοι στα Καμίνια (ελληνικός κινηματογράφος)
Τo 1966 η Νόρα Βαλσάμη , μόλις δεκάξι ετών, πήγε στις Τρεις Γέφυρες, στα στούντιο της Φίνος Φιλμ, προκειμένου να κάνει οντισιόν για το «Τζένη, Τζένη», μια ταινία της οποίας τα εξωτερικά γυρίσματα έγιναν στις Σπέτσεςόπου η ηθοποιός δεν είχε πάει ποτέ. «Δεν ήταν παρά δύο γκρο πλαν » λέει σήμερα η Βαλσάμη, «στα οποία φαινόταν μόνο το πρόσωπό μου,ενώ υποτίθεται ότι τραγουδούσα. Η φωνή όμως δεν ήταν δική μου, γιατί ντουμπλάριζα την Καίτη Χωματά». Αν και δοκιμαστικό, το υλικό άρεσε τελικά στον Φίνο και αποφάσισε να το χρησιμοποιήσει στο «Τζένη, Τζένη», χωρίς ωστόσο το όνομα της Νόρας Βαλσάμη να αναφερθεί στους τίτλους.
Εν αγνοία της η Νόρα Βαλσάμη είχε κάνει το κινηματογραφικό ντεμπούτο της σε μια ταινία στην οποία δεν ήξερε καν ότι... έπαιζε. Μάλιστα, ο Κώστας Σταματίου είχε γράψει στην εφημερίδα «Τα Νέα»: «Πώς γίνεται και αναφέρονται στους τίτλους τα ονόματα των πρωταγωνιστών,του σκηνοθέτη και των υπόλοιπων συντελεστών και δεν αναφέρεται το όνομα της πράγματι έξοχης τραγουδίστριας;». Και δεν ήταν καν εκείνη που τραγουδούσε!
Ωστόσο αυτά τα δύο δοκιμαστικά της Βαλσάμη για το «Τζένη, Τζένη» τελικά αποδείχθηκαν γουρλίδικα για την ηθοποιό. Δεν θα περνούσε πολύς καιρός για να υπογράψει επταετές συμβόλαιο με τη Φίνος Φιλμ. Αμέσως ακολούθησαν οι συμμετοχές της στη «Στεφανία» και στο «Κάτι κουρασμένα παλικάρια», ενώ την επόμενη χρονιά, το 1967, από ένα άλλο νησί του Αργοσαρωνικού θα άρχιζε ουσιαστικά η καριέρα της.
Η ταινία ήταν το «Γοργόνες και Μάγκες» του Γιάννη Δαλιανίδη και το νησί η Υδρα.
«Φυλακισμένη» στο νησί Το «Γοργόνες και Μάγκες» γυρίστηκε κατά τη διάρκεια τριών εβδομάδων το καλοκαίρι του 1967, ως επί το πλείστον στα Καμίνια της Υδρας, και υπήρξε μια αξέχαστη εμπειρία για τη Νόρα Βαλσάμη (όλα τα εσωτερικά της ταινίας γυρίστηκαν στα στούντιο της Φίνος Φιλμ). «Οποτε δεν είχαμε γυρίσματα, περπατούσαμε διαρκώς ξυπόλυτοι,τρώγαμε,χορεύαμε και τραγουδούσαμε με πολύ κέφι. Κάναμε περίπου αυτά που βλέπουμε στο “Γοργόνες και μάγκες” και στα υπόλοιπα μιούζικαλ της εποχής εκείνης.Μέναμε στο “Ξενία” της Υδρας,όπου το φαγητό ήταν καταπληκτικό.Στην ουσία ήταν ένας πανέμορφος συνδυασμός σκληρής δουλειάς- γιατί δουλεύαμε από τα ξημερώματα ως το απόγευμα - και ευχάριστων διακοπών.Περιμένοντας να έρθει η ώρα του πλάνου σου, όλο και μια βουτιά μπορούσες να κάνεις για να δροσιστείς».
Καλά όλα τούτα, μόνο που την εποχή της ταινίας το μυαλό της 17χρονης φερέλπιδος ηθοποιού βρισκόταν αλλού. Η Βαλσάμη είχε μόλις γνωρίσει τον σκηνοθέτη Ερρίκο Ανδρέου, ο οποίος επρόκειτο να γίνει και ο μεγάλος έρωτας της ζωής της. Ο ίδιος ο Φίνος τούς είχε συστήσει στα στούντιό του την εποχή που ο Ανδρέου είχε μόλις γυρίσει μια άλλη ταινία με την Τζένη Καρέζη, το «Εκείνος κι εκείνη».
«Ο Ερρίκος και όχι ο κινηματογράφος ήταν το πραγματικό πάθος μου» λέει σήμερα η Βαλσάμη. «Εκανα τη δουλειά μου ασφαλώς και πολύ σκληρά μάλιστα, όμως η αλήθεια είναι ότι ήθελα να τελειώσω μια ώρα αρχύτερα από την Υδρα για να πάω στην Αθήνα και να βρω τον Ερρίκο.“Λύσσαξες να φύγεις” μου έλεγαν οι συνάδελφοι και μου έκαναν πλάκες.Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα να φύγω.Ημουν αναγκασμένη να μένω διαρκώς στην Υδρα. Περίμενα πώς και πώς να τελειώσει η σκηνή μου και να πάω να του τηλεφωνήσω.Η αγωνία μου να βρω τηλέφωνο αλλά και να “περάσει” η γραμμή δεν περιγράφεται.Κάτι τέτοιες στιγμές σε κάνουν να αναλογίζεσαι πόσο πιο ρομαντικός ήταν κάποτε ο κόσμος χωρίς τη σημερινή ευκολία των κινητών».
Πανικός για ένα φουστάνι
« Επρόκειτο να γυρίσω ένα χορευτικό με τον Βαγγέλη Σειληνό όταν συνειδητοποιήσαμε ότι δεν υπήρχε το χωριάτικο φουστάνι που ήταν απαραίτητο για το γύρισμα » συνεχίζει η Νόρα Βαλσάμη μιλώντας για τη μεγάλη επιτυχία της καριέρας της. «Είχε γίνει μια παρεξήγηση.Εγώ νόμιζα ότι θα φρόντιζε η παραγωγή την γκαρνταρόμπα μου και εκείνοι είχαν βασιστεί σε μένα.Ηρθε λοιπόν η ώρα του γυρίσματος και πουθενά το φουστάνι.Η ώρα περνούσε,η σκηνή έπρεπε να γυριστεί το συντομότερο δυνατόν και εγώ έτρεχα με τον Σειληνό,τη Μάρθα και τον Δαλιανίδη στη χώρα για να βρω ένα χωριάτικο φουστάνι και μια μπλούζα!Με τα χίλια ζόρια τα βρήκαμε και έτσι γυρίστηκε η σκηνή». Κατά τ΄ άλλα όλα πήγαν καλά στην ταινία, γιατί είχε ήδη γίνει πολύ καλή δουλειά με τις πρόβες στα στούντιο της Φίνος Φιλμ στη Χίου 53. «Ημασταν πολύ καλά προετοιμασμένοι» . Η συμβίωση των ηθοποιών στα γυρίσματα του «Γοργόνες και Μάγκες» συνέσφιξε πολύ τις μεταξύ τους σχέσεις. «Μόνο ευχάριστες αναμνήσεις έχω με τη Μάρθα,τη Μαίρη,τον Φαίδωνα και τον Βαγγέλη» λέει η Βαλσάμη για τους συμπρωταγωνιστές της (αντιστοίχως οι Καραγιάννη,Χρονοπούλου,Γεωργίτσης και Σειληνός ). «Κάναμε τα πάντα μαζί. Τρώγαμε μαζί,πηγαίναμε μαζί στα μπαρ,κοιμόμασταν πτώματα το βράδυ γιατί το πρωί είχαμε πάλι γύρισμα - ήμασταν όντως μια οικογένεια.Είχα δεθεί πολύ με τη Μαίρη Χρονοπούλου,με την οποία θα παίζαμε αργότερα μαζί στο “Ρεξ” μαζί με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στο “Ηταν ένας πλέιμποϊ”» . « Ξαναπήγαμε στην Υδρα πάρα πολλές φορές από τότε» λέει η ηθοποιός. «Μια από αυτές τις φορές μάλιστα είχαμε πάει με το κότερο,εγώ,η Αλίκη Βουγιουκλάκη,ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος και η Ζωή Λάσκαρη. Αυτό έγινε λίγο καιρό πριν από τον θάνατο της Αλίκης.Με το που φθάσαμε λοιπόν θυμάμαι ότι πήγα αμέσως να βρω τα σημεία στα οποία είχα κάνει τα γυρίσματα.Συγκινήθηκα πάρα πολύ που ξαναβρέθηκα στα Καμίνια,στους βράχους απ΄ όπου κατέβαινα τα σκαλιά για να χαιρετήσω τον Σειληνό με ένα μαντίλι στο χέρι.Στο τέλος της ταινίας καθεμία από τις ηρωίδες είχε βρει τον αγαπημένο της».
Κατά κάποιον τρόπο αυτό ίσχυσε και για την ίδια τη Νόρα Βαλσάμη, αφού όταν τα γυρίσματα της ταινίας τελείωσαν έτρεξε και αυτή να βρει τον αγαπημένο της, τον οποίο και παντρεύτηκε και παραμένουν ζευγάρι όλα αυτά τα χρόνια.
ΤΟ ΦΩΣ,O ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΕΡΑΣ KAI TO ΜΕΓΑΛΟ ΥΠΑΙΘΡΙΟ ΘΕΑΤΡΟ
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 και για δεκαετίες ολόκληρες, η Υδρα, το πρώτο ελληνικό νησί που προσείλκυσε και τον διεθνή κινηματογράφο, έχει εμπνεύσει και συγκινήσει δεκάδες ανθρώπους του κινηματογράφου
«Εχεις την αίσθηση ότι όλα είναι μέσα στο φως- τίποτε δεν μένει κρυμμένο,ούτε και οι αμαρτίες των ανθρώπων»έλεγε για την Υδρα οΔημήτρης ΧορνστονΝότη Περγιάληστο «Κορίτσι με τα μαύρα» (1956) τουΜιχάλη Κακογιάννη . Ο Κακογιάννης βέβαια είχε πει ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους είχε επιλέξει την Υδρα ως φόντο της μνημειώδους ταινίας του ήταν επειδή βρισκόταν σχετικά κοντά στην Αθήνα και δεν είχε καθόλου αυτοκίνητα,πράγμα που του φάνηκε«γραφική ιδέα». «Το νησί δεν ήταν τουριστικό ακόμη τότε και διατηρούσε την αρχοντιά του και τις παλιές του οικογένειες.Και ο κόσμος ήταν άδολος,αθώος»αναφέρεται στο βιβλίο τουΧρήστου Σιάφκου«Μιχάλης Κακογιάννης: Σε πρώτο πλάνο». Η αθωότητα ήταν χαρακτηριστικό των ταινιών που φιλοξενήθηκαν στην Υδρα στα χρόνια του ΄50 και του ΄60.ΟΛάμπρος Κωνσταντάρας στο «Ταξίδι με τον έρωτα» (1959) τουΑνδρέα Λαμπρινούείχε παρομοιάσει την Υδρα με«μεγάλο υπαίθριο θέατρο»και η Γεωργία Βασιλειάδουτην αποκαλούσε απλά (και ολίγον ψηλομύτικα) ως«η νήσος Υδρα» στους «Γαμπρούς της Ευτυχίας» (1962).Ως τη στιγμή βέβαια που κατέβηκε από το σκάφος. «Επιτέλους!Πάτησα το πάτριον έδαφος!» είπε τότε τρισευτυχισμένη.
Η Υδρα παραμένει μια αυθεντική μικρογραφία της ανόθευτης νησιωτικής Ελλάδας όπως αναφέρεται στο άκρως ενημερωτικό ντοκυμαντέρ «Υδρα καρέ...καρέ» σε σκηνο θεσίαΓιώργου Μαυρωτά, σενάριο- αφήγηση Αρη Μαλανδράκηκαι συντονισμό παραγωγής Νάσου Αργυρόπουλου. Η κομψότητα,η φινέτσα,ο αέρας της αριστοκρατίας,η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική ταυτότητα αλλά και η απλότητα της Υδρας είναι στοιχεία που αξιοποιήθηκαν τα μέγιστα στον ελληνικό αλλά και στον ξένο κινηματογράφο σε ταινίες κάθε είδους.ΟΜπάμπης Μωρέςήταν ο άνθρωπος που έφερε την κοσμική ζωή στην Υδρα ανοίγοντας τη «Λαγουδέρα»,απ΄ όπου πέρασαν οι πάντες και όπου έγιναν γυρίσματα τόσο των «Γαμπρών της Ευτυχίας» όσο και της ταινίας τουΑλκη Παππά«Ψιτ κορίτσια!» (1959) με πρωταγωνίστρια την αδελφή του, Ειρήνη Παπά. Το λιμάνι της Υδρας όμως,πάνω στο οποίο στήθηκαν δεκάδες κάμερες,είναι το σημείο εκείνο του νησιού που έχει παραμείνει σχεδόν αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.
Οι Μαρίνες και οι Φαίδρες
Περισσότερες από 20 ταινίες έχουν γυριστεί στην Υδρα από τότε που οΦιλοποίμην Φίνος έστησε για πρώτη φορά κινηματογραφική μηχανή στο λιμάνι της με το «Τραγούδι του χωρισμού» που σκηνοθέτησε ο ίδιος με τη Λήδα Μιράντακαι τονΛάμπρο Κωνσταντάρα στους βασικούς ρόλους.Γυρισμένο στα τέλη του 1939, το «Τραγούδι του χωρισμού» είναι η πρώτη ταινία που γυρίστηκε στην Υδρα,αλλά η «Μαρίνα»,που γυρίστηκε επτά χρόνια αργότερα,το 1946 (και πάλι με παραγωγό τον Φίνο, αλλά με σκηνοθέτη τονΑλέκο Σακελλάριο), ήταν που έκανε την αρχή ώστε να γίνει η Υδρα ένας από τους ελκυστικότερους κινηματογραφικούς προορισμούς της Ελλάδας.Η Στέλλα Γκρέκαστον ρόλο του τίτλου είναι το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας μιας Υδραίας που αποφασίζει να αναζητήσει την περιπέτεια στην Αθήνα και μπλέκει σε φασαρίες. Το όνομα Μαρίνα συνδέθηκε αρκετά με την κινηματογραφική ιστορία του νησιού.ΗΧριστίνα Σύλβαείχε το ίδιο όνομα στο μελόδραμα τουΚώστα Στράντζαλη«Θυσιάστηκα για το παιδί μου» (1960),ηΜάρθα Καραγιάννη ήταν η παρδαλή Μαρίνα του «Γοργόνες και Μάγκες» και η Λαμπέτη,ασφαλώς,η θλιμμένη Μαρίνα στο «Κορίτσι με τα μαύρα».
Ενα άλλο γυναικείο όνομα που έγραψε τη δική του ιστορία σε σχέση με την Υδρα και τον κινηματογράφο είναι το Φαίδρα.Ηταν το όνομα τηςΣοφίας Λόρενστη διασημότερη ξένη παραγωγή που γυρίστηκε ποτέ στην Υδρα,το «Παιδί και το δελφίνι» (1956),για τις ανάγκες της οποίας ο εφοπλιστήςΓιάννης Λάτσηςπαραχώρησε το γιοτ του «Νεράιδα» (ήταν το γιοτ τουΚλίφτον Γουέμπ στην ταινία ).Φαίδρα όμως ήταν και το όνομα τηςΜελίνας Μερκούρηστην ομότιτλη ταινία του 1962,γυρισμένη από τονΖυλ Ντασσέν.
Επρόκειτο για μια κοσμοπολίτικη εκδοχή της τραγωδίας τουΕυριπίδημε τουςΡαφ ΒαλόνεκαιΑντονι Πέρκινςστο πλευρό της Μερκούρη.
Σημεία του νησιού όπως το λιμάνι,το Μαντράκι,τα Καμίνια και η σπηλιά στα Κανόνια έχουν επίσης φιλοξενήσει μελοδράματα όπως τα «Μόνο για μια νύχτα» (1959) με τη Βούλα Ζουμπουλάκηκαι τονΓιώργο Φούντα και «Εσένα μόνον αγαπώ» (1970) με τον Νίκο Ξανθόπουλοσε ρόλο φτωχού ψαρά, κωμωδίες όπως ο «Τρελοπενηντάρης» (1971) και ο «Μπλοφατζής» (1969),και οι δύο με τον Κωνσταντάρα,σάτιρες όπως ο «Ερωτας του Οδυσσέα» (1984) τουΒασίλη Βαφέα, μιούζικαλ όπως το «Κορίτσια για φίλημα» (1965) του Δαλιανίδη (που είχε επίσης γυρίσματα στη Ρόδο),αλλά και ξένες ταινίες όπως το «τουριστικό» «Νησί του έρωτα» (1963) τουΜόρτον Ντακόσταμε τονΡόμπερτ Πρέστον, τονΤόνι Ράνταλκαι τηΛίλιαν Μηνιάτη.
Του Γιάννη Ζουμπουλάκη
Πηγή Το Βήμα
7.8.2011
Ετικέτες
ΙΣΤΟΡΙΚΑ,
Κινηματογράφος,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011
Ελληνικά νησιά που διέπρεψαν λόγω κινηματογράφου
Παλαιά δημοσίευση
Μια πολύ καλή τουριστική σεζόν διανύει εφέτος η Σκόπελος χάρη στην ταινία «Μamma mia!», αφού η αύξηση της κίνησης σε σχέση με το 2008 ξεπερνά το 20%, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ενωσης Ξενοδόχων του νησιού κ. Ι. Γιολδάση. Από την αρχή της περιόδου οι ξενοδόχοι κατακλύζονταν από τηλεφωνήματα και email για πληροφορίες σχετικές με το νησί αλλά και για τέλεση γάμων στο εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη. «Είναι αμφίβολο σε τι ποσοστό έγιναν οι γάμοι αυτοί» λέει ο κ. Γιολδάσης, ωστόσο γίνονται δύο εκδρομές (μία θαλάσσια και μία οδική) στα σημεία που γυρίστηκε η ταινία, με μεγάλη συμμετοχή. «Η πολιτεία θα πρέπει να φροντίσει να ξαναγίνουν τέτοιες παραγωγές γιατί μόνο οφέλη υπάρχουν» σημειώνει ο πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων και προσθέτει ότι η Φιλίντα Λόιντ, η σκηνοθέτις της ταινίας, επισκέφθηκε ξανά τη Σκόπελο και συζητάει το ενδεχόμενο για μια συνέχεια της ταινίας. Εφερε οφέλη αλλά και επιπτώσεις στο περιβάλλον η ταινία«Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» για την Κεφαλλονιά. Από το 2001 και μετά«χιλιάδες ήταν αυτοί που επισκέφθηκαν το νησί για να δουν τα σημεία όπου γυρίστηκε η ταινία»λέει ο πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων κ.Σπ. Γαλιατσάτος. Ωστόσο τονίζει ότι θα πρέπει η πολιτεία να δίνει τη σωστή κατεύθυνση, αφού η ξαφνική «υπερδιαφήμιση» της Κεφαλλονιάς είχε ως αποτέλεσμα να χτιστούν «κακήν κακώς» πάρα πολλά ενοικιαζόμενα δωμάτια«σε περιοχές που δεν έπρεπε να υπάρχει δόμηση, χάρη στις αγροτουριστικές επιδοτήσεις που δόθηκαν και που κάποιοι τις εκμεταλλεύθηκαν πολιτικά».
Είδε περισσότερους γάλλους επισκέπτες η Αμοργός ύστερα από το«Απέραντο γαλάζιο», διευκρινίζει ο κ.Ευ. Δεσποτίδης, αντιδήμαρχος του νησιού, ο οποίος συμμετείχε ως κομπάρσος στα γυρίσματα που έγιναν στην παραλία της Αγίας Αννας. Μάλιστα αν και έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε, υπάρχει καφέμπαρ στα Κατάπολα με το όνομα«Le Grand Βleu»όπου κάθε βράδυ παίζεται η ταινία.
Θετική κυρίως στην ιταλική δεξαμενή τουριστών ήταν η επίδραση του«Μediterraneo» για το Καστελόριζο. Αυτή η επίδραση διατηρείται ακόμη και σήμερα, όπως λέει εκπρόσωπος του ομώνυμου ξενοδοχείου στο νησί. Οι επισκέπτες στο Καστελόριζο είναι κυρίως Ιταλοί, Αυστραλοί και Ελληνες, μια και το νησί παραμένει άγνωστο σε άλλες αγορές, αλλά και δυσπρόσιτο.
Οι κινηματογραφικές παραγωγές«δίνουν δημοσιότητα στον προορισμό και τον υπενθυμίζουν σε όλη την υφήλιο»επισημαίνει ο πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων Σαντορίνης κ.Ευ.Φύτρος. Το νησί των Κυκλάδων έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές ταινίες και δέχεται επισκέπτες από όλη την Ευρώπη, ενώ συχνά σε θερινούς κινηματογράφους της Σαντορίνης παίζονται παλαιότερες ταινίες που έχουν γυριστεί εκεί. Ωστόσο, παρ΄ ότι διανύουμε το δεύτερο δεκαήμερο του Αυγούστου, η πληρότητα «δεν έχει φθάσει το 100% όπως άλλες χρονιές» λέει ο κ. Φύτρος.
Μια σειρά γενιές, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, αναγνώρισαν την Υδρα ως την «πρώτη διδάξασα» με την ταινία«Το παιδί και το δελφίνι», λέει ο κ.Λ.Χρηστίδης, πρόεδρος της κινηματογραφικής λέσχης του νησιού και ιδιοκτήτης καταστήματος τουριστικών ειδών. Τα τελευταία χρόνια τοποθετήθηκε ένα άγαλμα σε ανάμνηση της ταινίας, ωστόσο- όπως σημειώνει - οι Ευρωπαίοι (Βρετανοί, Γάλλοι, Γερμανοί και Σκανδιναβοί) και οι Ασιάτες που επισκέπτονται σήμερα την Υδρα«δεν έχουν σχέση με την ταινία. Δεν την έχουν δει ποτέ».
Είδε περισσότερους γάλλους επισκέπτες η Αμοργός ύστερα από το«Απέραντο γαλάζιο», διευκρινίζει ο κ.Ευ. Δεσποτίδης, αντιδήμαρχος του νησιού, ο οποίος συμμετείχε ως κομπάρσος στα γυρίσματα που έγιναν στην παραλία της Αγίας Αννας. Μάλιστα αν και έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε, υπάρχει καφέμπαρ στα Κατάπολα με το όνομα«Le Grand Βleu»όπου κάθε βράδυ παίζεται η ταινία.
Θετική κυρίως στην ιταλική δεξαμενή τουριστών ήταν η επίδραση του«Μediterraneo» για το Καστελόριζο. Αυτή η επίδραση διατηρείται ακόμη και σήμερα, όπως λέει εκπρόσωπος του ομώνυμου ξενοδοχείου στο νησί. Οι επισκέπτες στο Καστελόριζο είναι κυρίως Ιταλοί, Αυστραλοί και Ελληνες, μια και το νησί παραμένει άγνωστο σε άλλες αγορές, αλλά και δυσπρόσιτο.
Οι κινηματογραφικές παραγωγές«δίνουν δημοσιότητα στον προορισμό και τον υπενθυμίζουν σε όλη την υφήλιο»επισημαίνει ο πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων Σαντορίνης κ.Ευ.Φύτρος. Το νησί των Κυκλάδων έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλές ταινίες και δέχεται επισκέπτες από όλη την Ευρώπη, ενώ συχνά σε θερινούς κινηματογράφους της Σαντορίνης παίζονται παλαιότερες ταινίες που έχουν γυριστεί εκεί. Ωστόσο, παρ΄ ότι διανύουμε το δεύτερο δεκαήμερο του Αυγούστου, η πληρότητα «δεν έχει φθάσει το 100% όπως άλλες χρονιές» λέει ο κ. Φύτρος.
Μια σειρά γενιές, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, αναγνώρισαν την Υδρα ως την «πρώτη διδάξασα» με την ταινία«Το παιδί και το δελφίνι», λέει ο κ.Λ.Χρηστίδης, πρόεδρος της κινηματογραφικής λέσχης του νησιού και ιδιοκτήτης καταστήματος τουριστικών ειδών. Τα τελευταία χρόνια τοποθετήθηκε ένα άγαλμα σε ανάμνηση της ταινίας, ωστόσο- όπως σημειώνει - οι Ευρωπαίοι (Βρετανοί, Γάλλοι, Γερμανοί και Σκανδιναβοί) και οι Ασιάτες που επισκέπτονται σήμερα την Υδρα«δεν έχουν σχέση με την ταινία. Δεν την έχουν δει ποτέ».
Πηγή Το Βήμα
16.8.2009
Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011
Μια θρυλική συνοικία, μια καταραμένη ταινία ("Συνοικία το όνειρο")
«Αυτή η ταινία δεν με αφορά, δεν με αντιπροσωπεύει. Για μένα τελείωσε στη λογοκρισία της». Είναι σχεδόν τραγική ειρωνεία που ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής μιας ταινίας τόσο σημαντικής για την Ιστορία της χώρας μας όσο η «Συνοικία το Ονειρο» (1961) αναφερόταν σε αυτήν πάντοτε με λύπη. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης δεν ξέφυγε ποτέ από τη μαύρη σκιά της «σφαγής» που ακολούθησε τη δημιουργία της δεύτερης και τελευταίας ταινίας που σκηνοθέτησε. Μιας ταινίας που εφέτος κλείνει μισό αιώνα από τη δημιουργία της και επαναπροβάλλεται αποκλειστικά στον Ζέφυρο.
Σε μια εποχή όπου η Ακροδεξιά έκανε πάρτι στην Ελλάδα, η «Συνοικία το Ονειρο» λογοκρίθηκε έχοντας προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων επειδή « δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας ». Τι ήταν όμως αυτό που είχε προκαλέσει το μένος του κράτους και των αρχών; Ηταν η «ενοχλητική» εικόνα μιας φτωχογειτονιάς της Αθήνας, του Ασύρματου. Μιας παραγκούπολης ανάμεσα στον λόφο του Φιλοπάππου και τα Ανω Πετράλωνα. Το κέντρο του κόσμου για τους κατοίκους της, οι οποίοι με κάθε τρόπο προσπαθούν να ξεφύγουν από τη φτώχεια και την ανέχεια, χωρίς ωστόσο να χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Ανάμεσά τους ο Ρίκος (Αλεξανδράκης), πρώην κατάδικος, νυν μικροκομπιναδόρος, αλλά με καλή καρδιά. Η αγαπημένη του Στεφανία ( Αλίκη Γεωργούλη ), που φλερτάρει με πλούσιους και με την ιδέα να ξεφύγει μια και καλή από τη φτωχογειτονιά. Ο ασκητικός «Νεκροθάφτης» ( Μάνος Κατράκης ), που σέρνεται ενώ προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον εφιαλτικό, όπου ακούς μωρά να κλαίνε και επιθετικές γυναίκες να φωνάζουν. Μια τουαλέτα και ένα τηλέφωνο υπάρχουν για ολόκληρη την περιοχή. Νερό, στου διαόλου τη μάνα... Ο ιταλικός νεορεαλισμός του Ντε Σίκα και του Ροσελίνι ενσωματωμένος στην ελληνική πραγματικότητα της αυγής της δεκαετίας του ΄60.
Αναζητώντας τον Ασύρματο
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Αλέκος Αλεξανδράκης και η τότε σύντροφός του Αλίκη Γεωργούλη αναζητούσαν μια φτωχή περιοχή για τα γυρίσματα της ταινίας τους. Δεν γνώριζαν τον Ασύρματο, μια συνοικία που ονομαζόταν έτσι επειδή εκεί ήταν τοποθετημένος ο ασύρματος των Γερμανών επί Κατοχής. Κάποιος είπε στον Αλεξανδράκη να δει την περιοχή. Το έκανε και είδε στις παράγκες, τις φτιαγμένες από κωνσταντινουπολίτες πρόσφυγες, το ιδανικό σκηνικό του. Θα μπορούσες να πεις ότι βρήκε το ντεκόρ της ταινίας... στο πιάτο. Το ίδιο συνέβη και με τους κομπάρσους. Οι ίδιοι οι ντόπιοι κάτοικοι της περιοχής, αυτοί που διέμεναν στις παράγκες, έπαιξαν στη «Συνοικία».
«Μας έφεραν κοντά,πάνω απ΄ όλα, τα κοινά ιδανικά μας,οι κοινοί στόχοι, η πίστη του ενός στον άλλον και πρωταρχικά η συναίσθηση πως έχουμε όλοι μας την υποχρέωση να προσφέρουμε κάτι ουσιαστικό στην ελληνική κινηματογραφία ξεκόβοντας πια από τις ανούσιες υπηρεσίες που της προσφέραμε οι περισσότεροί μας από πολλά χρόνια» αναφέρει η Αλίκη Γεωργούλη σε κείμενό της δημοσιευμένο στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» της εποχής (1961).
Καθώς οι βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας ταινίας δεν έπαψαν ποτέ να είναι το κεφάλαιο, το θέμα και το έμψυχο υλικό, οι σεναριογράφοι Κώστας Κοτζιάς και Τάσος Λειβαδίτης άφησαν για τέσσερις μήνες κάθε άλλη δουλειά τους, ο Αλεξανδράκης σταμάτησε τις ως τότε επικερδείς κινηματογραφικές εμφανίσεις του, ο Τάσος Ζωγράφος άρχισε να προετοιμάζει τα ντεκόρ. Οσο για τη Γεωργούλη, παράλληλα με τους ρόλους της πρωταγωνίστριας και της διευθύντριας παραγωγής, ανέλαβε και καθήκοντα φροντιστή. « Είχα βγάλει έναν κατάλογο από πάρα πολλά μεταχειρισμένα και φθαρμένα ρούχα, σκεύη και έπιπλα που ήταν αδύνατον να βρεθούν αλλού εκτός από τα ίδια τα σπίτια του συνοικισμού » έγραφε η ηθοποιός στην «Ε.Τ.». « Η ποδιά με τα 100 μπαλώματα πάνω στα 100 άλλα μπαλώματα που φορά η Σαπφώ Νοταρά αποτελούσε το αναγκαίο υλικό για να δοθεί ο επιζητούμενος ρεαλισμός ».
Η απογοήτευση και ο θρύλος
Τα όσα συνέβησαν μετά τα γυρίσματα άνοιξαν μια πληγή που δεν θεραπεύτηκε ποτέ- απόδειξη τα λεγόμενα του ίδιου του Αλέκου Αλεξανδράκη όποτε τον ρωτούσαν για την ταινία. Τις φράσεις στην εισαγωγή αυτού του κειμένου τις είχε πει στον δημοσιογράφο Χρήστο Βασιλόπουλο με αφορμή τη μονογραφία του για τον ηθοποιό στην τηλεοπτική εκπομπή «Η μηχανή του χρόνου». Το φιλμ προβλήθηκε κατακρεουργημένο- και προφανώς ποτέ δεν τον εξέφρασε πλήρως.
Σε συνέντευξή του στα «Νέα» ο Αλέκος Αλεξανδράκης είχε πει ότι χάρη στην προσωπική παρέμβαση της Ελένης Βλάχου στον Κωνσταντίνο Καραμανλή η ταινία μπόρεσε τελικά να παιχτεί, έστω και πετσοκομμένη. Οσο για τις σκηνές που κόπηκαν, κάηκαν στην πυρά! Και πάλι όμως, η πρώτη προβολή του «Συνοικία το Ονειρο» έγινε μέσα σε επεισόδια, καθώς η αστυνομία αποπειράθηκε να εμποδίσει την είσοδο του κοινού στον κινηματογράφο και η παρακολούθησή της ουσιαστικά κατέληξε να είναι πράξη αντίστασης.
« Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε;» είχε ρωτήσει τον Αλέκο Αλεξανδράκη αστυνομικός διευθυντής που σταμάτησε την προβολή της ταινίας. «Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα ». Επίσης η «Συνοικία» δεν προβλήθηκε σε επαρχιακές πόλεις- ειδικά στις «εθνικά ευαίσθητες περιοχές» εκδόθηκε αυστηρή διαταγή απαγόρευσης.
| Στα σκαλοπατάκια που οδηγούσαν στο λόφο του Φιλοπάππου |
Σε εμένα προσωπικά ο Αλεξανδράκης είχε αναφερθεί λέγοντας απλώς ότι «έγινε με πολλούς αγώνες, με πολλά κυνηγητά και τελικά με πολλά χρέη». Οντως, η «Συνοικία το Ονειρο», μετά την προβολή της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και παρά την εύνοια της κριτικής, κατέληξε σε τρομερή αποτυχία. Κατά ένα μέρος συνέβαλε και αυτό στον θρύλο που δημιουργήθηκε γύρω της, θρύλος ο οποίος διατηρείται ακόμη και σήμερα αλώβητος.
Εκτός όμως από το ίδιο το θέμα της ταινίας, εκτός από το κυνηγητό που της ασκήθηκε από τη Δεξιά, για τη μυθοποίηση της «Συνοικίας» έπαιξαν ρόλο και άλλα πράγματα. Το τραγούδι που ερμήνευε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» σε στίχους του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη, έγινε «ύμνος» της φτωχολογιάς και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Τέλος, υπήρξε και το μυστηριώδες παρασκήνιο γύρω από τον Αλεξανδράκη και τη Γεωργούλη: το φιλμ σήμανε την οικονομική καταστροφή τους αλλά και το τέλος της σχέσης τους. Από τότε, μόνο δυσάρεστες θα ήταν οι αναμνήσεις και των δύο για τη «Συνοικία το Ονειρο».
Εκτός όμως από το ίδιο το θέμα της ταινίας, εκτός από το κυνηγητό που της ασκήθηκε από τη Δεξιά, για τη μυθοποίηση της «Συνοικίας» έπαιξαν ρόλο και άλλα πράγματα. Το τραγούδι που ερμήνευε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» σε στίχους του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη, έγινε «ύμνος» της φτωχολογιάς και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Τέλος, υπήρξε και το μυστηριώδες παρασκήνιο γύρω από τον Αλεξανδράκη και τη Γεωργούλη: το φιλμ σήμανε την οικονομική καταστροφή τους αλλά και το τέλος της σχέσης τους. Από τότε, μόνο δυσάρεστες θα ήταν οι αναμνήσεις και των δύο για τη «Συνοικία το Ονειρο».
ΔΥΟ ΝΤΟΠΙΟΙ,ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΩΝ ΓΥΡΙΣΜΑΤΩΝ,ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ
Η Φωτεινή του μπίλι-μπομ
Γέννημα θρέμμα των Ανω Πετραλώνων και ένας από τους πιο ηλικιωμένους σήμερα κατοίκους της περιοχής,ο κ.Παναγιώτηςθυμάται πολύ καλά τα γυρίσματα της ταινίας στο τέρμα της οδού Υπερίωνος: «Ακριβώς δίπλα στα σκαλάκια που οδηγούσαν στο βουνό βρισκόταν το σπίτι του αδελφού μου.Στο αριστερό σου χέρι βρισκόταν ο συνοικισμός,που ήταν το φόντο της ταινίας.Πολλοί κάτοικοι της περιοχής βοήθησαν στα γυρίσματα παραχωρώντας τα σπίτια τους.Ο πατέρας της Φωτεινής που τραγουδάει στο μαγαζί του Βασίλη το “Βρέχει στη φτωχογειτονιά” πουλούσε μαστίχα μπίλι-μπίλι-μπομ.Τη λέγαμε “η Φωτεινή,του μπίλι-μπομ η κόρη”».
«Σεισμός» για τον Γρηγόρη
Παιδάκι δώδεκα χρόνων την εποχή της ταινίας,ο κ.Μανώλης δεν θα ξεχάσει ποτέ την εμπειρία της σκηνής στο νυχτερινό κέντρο,τότε που όλη η γειτονιά της πλατείας Μερκούρη βρέθηκε στο πόδι για να παρακολουθήσει τα γυρίσματα.Η άφιξη του Γρηγόρη Μπιθικώτση βρήκε τον Μανώλη στην απέναντι μονοκατοικία της ταβέρνας στην Καλλισθένους,όπου μαζί με την παρέα του είχε κατασκηνώσει στην ταράτσα προσπαθώντας να διακρίνει μέσα από τις γρίλιες τι διαδραματιζόταν μέσα.Ο κ.Μανώλης θυμάται σαν να ήταν χθες τη φωνή τρόμου της γιαγιάς του,η οποία φοβόταν ότι από την πολυκοσμία «θα κατέβαινε το ταβάνι».
Ο «Βασίλης» της «Φτωχογειτονιάς»
Η ταβέρνα όπου έγιναν τα γυρίσματα της σκηνής του Γρηγόρη Μπιθικώτση (επάνω), με τον Αλέκο Αλεξανδράκη να χορεύει χασαποσέρβικο φωνάζοντας «άτιμε ντουνιά!», υπάρχει ως σήμερα, αλλά με διαφορετική ονομασία. Λέγεται «Της κακομοίρας» (δεξιά), ενώ κατά την περίοδο εποχή των γυρισμάτων της «Συνοικίας» ήταν απλώς «Ο Βασίλης», από το όνομα του πρώην ποδοσφαιριστή κ. Βασίλη Δεδιώτη ο οποίος είχε τη διαχείρισή της. Τα χρώματα στην αφήγηση του κ. Δεδιώτη είναι πολύ έντονα καθώς θυμάται τον Αλέκο και την Αλίκη, «τα καλύτερα παιδιά στον κόσμο», να ξενυχτούν στο μαγαζί του, που ήταν ένα από τα στέκια της παραγωγής. «Το συνεργείο έπαιζε κουμ-καν και η ατμόσφαιρα ήταν πάντα χαρωπή» θυμάται ο κ. Δεδιώτης για τον «Βασίλη»- τη δημοφιλέστατη ταβέρνα για γυρίσματα ταινιών εκείνης της εποχής, με τον ίδιο τον εστιάτορα να εμφανίζεται σε ρόλους κομπάρσων.
Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ
«Ο Αλέκος Αλεξανδράκης δεν μιλούσε ποτέ για τη Γεωργούλη, όπως και η Γεωργούλη δεν μιλούσε ποτέ για τον Αλεξανδράκη» λέει ο φωτογράφος κ.Γιώργος Καλφομανώλης (κάτω δεξιά,στην είσοδο του κινηματογράφου Ζέφυρος), γιoς της Αλίκης Γεωργούλη (επάνω δεξιά,όπως εμφανιζόταν στη «Συνοικία το Ονειρο») από τον δεύτερο γάμο της και σήμερα κάτοχος των δικαιωμάτων της ταινίας.«Αυτό που ξέρω είναι ότι η μητέρα μου και ο Αλεξανδράκης δεν είχαν παρτίδες μετά τον χωρισμό τους». Μάλιστα,στις δυο-τρεις φορές που ο Καλφομανώλης έτυχε να φωτογραφίσει τον Αλεξανδράκη,όποτε του είχε αναφέρει ότι είναι γιος της Γεωργούλη,η αντίδραση του ηθοποιού «δεν ήταν ενθουσιώδης.Νομίζω ότι είχαν μια πολύ μεγάλη διαμάχη ως προς το θέμα της παραγωγής της ταινίας»λέει.«Διότι ο Αλεξανδράκης ως σκηνοθέτης ήθελε να εμφανίζεται και ως παραγωγός, ενώ στην ουσία αυτή η δουλειά έγινε από τη Γεωργούλη. Η αριστερή που έβαλε τον Αλεξανδράκη σε αυτή την υπόθεση ήταν η μητέρα μου.Εκείνη είχε τις γνωριμίες με τον Κατράκη και τον Θεοδωράκη.
Και νομίζω ότι αυτό ήταν που τους διέλυσε». Του Γιάννη Ζουμπουλάκη
Πηγή Το Βήμα
5.6.2011
Ετικέτες
Κινηματογράφος,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ,
Συνοικία το όνειρο
Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011
Πέθανε η Ελίζαμπεθ Τέϊλορ
Πέθανε σήμερα η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, «η τελευταία μεγάλη σταρ του Χόλιγουντ», όπως ήταν γνωστή, σε ηλικία 79 ετών.
Η διάσημη ηθοποιός είχε εισαχθεί πριν έξι εβδομάδες στο Ιατρικό Κέντρο Σίνταρς-Σινάι του Λος Άντζελες, με έντονα καρδιολογικά συμπτώματα.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του εκπροσώπου της, η ηθοποιός είχε χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια.
Το τελευταίο διάστημα παρουσίασε επιπλοκές και η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα να χρειαστεί νοσηλεία.
«Η κατάστασή της είχε σταθεροποιηθεί και ελπίζαμε πως θα επιστρέψει σπίτι της, όμως δυστυχώς, αυτό δεν συνέβη», αναφέρεται στην ανακοίνωση.
Η Τέιλορ είχε βραβευθεί δύο φορές με Όσκαρ για τις ερμηνείες της στις ταινίες «Ζήσαμε στην αμαρτία» (Butterfield 8) το 1961 και «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» το 1967. Είχε προταθεί άλλες τρεις φορές, ανάμεσά τους για τις ταινίες «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» και «Λυσσασμένη Γάτα».
Το 1993, βραβεύθηκε με ένα σπέσιαλ Όσκαρ για την ανθρωπιστική της δράση στην έρευνα για το AIDS.
Είχε παντρευτεί επτά άνδρες, ενώ από τους πιο διάσημους γάμους της ήταν εκείνος με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, τον οποίο είχε παντρευτεί δύο φορές. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στα γυρίσματα της ταινίας «Κλεοπάτρα» το 1963.
Η Τέιλορ γεννήθηκε στο Χάμπσεντ της Βρετανίας από Αμερικανούς γονείς και από πολύ μικρή ηλικία ξεκίνησε την καριέρα της στον κινηματογράφο.
Η πρώτη της εμφάνιση στο σινεμά ήταν το 1943 με την ταινία «Σιωπηλός κατήγορος». Στη διάρκεια της καριέρας της εμφανίστηκε σε περισσότερες από 50 ταινίες.
Η διάσημη ηθοποιός είχε εισαχθεί πριν έξι εβδομάδες στο Ιατρικό Κέντρο Σίνταρς-Σινάι του Λος Άντζελες, με έντονα καρδιολογικά συμπτώματα.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του εκπροσώπου της, η ηθοποιός είχε χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια.
Το τελευταίο διάστημα παρουσίασε επιπλοκές και η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα να χρειαστεί νοσηλεία.
«Η κατάστασή της είχε σταθεροποιηθεί και ελπίζαμε πως θα επιστρέψει σπίτι της, όμως δυστυχώς, αυτό δεν συνέβη», αναφέρεται στην ανακοίνωση.
Η Τέιλορ είχε βραβευθεί δύο φορές με Όσκαρ για τις ερμηνείες της στις ταινίες «Ζήσαμε στην αμαρτία» (Butterfield 8) το 1961 και «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» το 1967. Είχε προταθεί άλλες τρεις φορές, ανάμεσά τους για τις ταινίες «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» και «Λυσσασμένη Γάτα».
Το 1993, βραβεύθηκε με ένα σπέσιαλ Όσκαρ για την ανθρωπιστική της δράση στην έρευνα για το AIDS.
Είχε παντρευτεί επτά άνδρες, ενώ από τους πιο διάσημους γάμους της ήταν εκείνος με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, τον οποίο είχε παντρευτεί δύο φορές. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στα γυρίσματα της ταινίας «Κλεοπάτρα» το 1963.
Η Τέιλορ γεννήθηκε στο Χάμπσεντ της Βρετανίας από Αμερικανούς γονείς και από πολύ μικρή ηλικία ξεκίνησε την καριέρα της στον κινηματογράφο.
Η πρώτη της εμφάνιση στο σινεμά ήταν το 1943 με την ταινία «Σιωπηλός κατήγορος». Στη διάρκεια της καριέρας της εμφανίστηκε σε περισσότερες από 50 ταινίες.
Πηγή TA NEA
23.3.2011
Ετικέτες
Ελίζαμπεθ Τέϊλορ,
Ηθοποιοί,
Κινηματογράφος
Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011
Οταν οι "δύσκολες" γειτονιές κερδίζουν νέους, επίμονους εραστές (Κυψέλη, Πατησίων, Αγ. Παντελεήμονας)
Η μαρκίζα του πρώην θερινού σινεμά «Ατενέ» στην οδό Λευκωσίας, είναι ένα από τα δικά μου σημεία αναφοράς του τέλους εποχής των Πατησίων. Κάθε βράδυ, γυρνώντας από τη δουλειά στρίβω να την κοιτάξω και περίεργο, αλλά η νοσταλγία είναι πάντα εκεί. Θυμάμαι τα γεράνια που είχαν φυτευθεί στην πεντακάθαρη αυλή του, τα καλοκαίρια που περνούσαμε βλέποντας όλες τις ταινίες του χειμώνα. Γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω για παραπάνω από σαράντα χρόνια στη γειτονιά της πλατείας Αμερικής - Πατησίων και η αλλαγή που επήλθε στο περιβάλλον της, σαρωτική τα τελευταία πέντε χρόνια, είναι κάτι με το οποίο εγώ και οι περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής προσπαθούμε να προσαρμοστούμε. Μικρή, μου άρεσε να χάνομαι στους παράδρομους της Πατησίων φτιάχνοντας με τη φαντασία μου τα άλλοτε λαμπερά αρχοντικά σπίτια που συναντούσα. Τώρα μετράω τα μαγαζάκια όλων των εθνικοτήτων που έχουν ανοίξει σε κάθε στενό. Χαμογελάω όταν οι φίλοι μου σχολιάζουν τα πλήθη των ξένων σαν να έχουν βρεθεί σε ένα αποκρουστικό αξιοθέατο της Αθήνας. Κι από μέσα μου, βλέποντας την εξαθλίωση που επικρατεί, σκέφτομαι ότι θα ήθελα ν' άλλαζα πόλη ή χώρα, όμως γειτονιά ίσως και όχι. Για κάποιον περίεργο λόγο μού αρέσει να χάνομαι ακόμη στους δρόμους των Πατησίων και να φαντάζομαι ένα καλύτερο μέλλον. Δεν υπάρχουν ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που έχουν καταφέρει μια παραδειγματική ένταξη των ξένων στην πόλη τους ή μια εκπληκτική αναδιαμόρφωση υποβαθμισμένων περιοχών; Αν μπορούσαν κι άλλοι να δουν αυτό το κομμάτι της Αθήνας ως εργαστήρι μείξης και ένωσης πολιτισμών.
Οι μαθητές στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς ζωγραφίζουν παιδιά όλων των χρωμάτων να κρατούνται χέρι χέρι. Για σκεφτείτε: αν υπάρχει ένα μέρος στην Αθήνα όπου αυτή η εικόνα θα μπορούσε να ζωντανέψει, αυτή δεν είναι η περιοχή των Πατησίων; Υπάρχουν διαφορές απόψεων. Αλλοι φεύγουν, ενώ άλλοι παίρνουν την απόφαση να μετακομίσουν στη γειτονιά μας. Κάποιοι θα παραμείνουν πιστοί ώς το τέλος.
Ο Αγ. Παντελεήμονας είναι και θα παραμείνει γειτονιά μου
Προ δεκαετίας αγόρασα το διαμέρισμα, στο οποίο εξακολουθώ να ζω μέχρι σήμερα. Το ανακαίνισα, το έφτιαξα σύμφωνα με την αισθητική μου κι αποφάσισα να συνεχίσω τη ζωή μου, όπως κάθε σωστός κι αξιοπρεπής Ελληνας. Στον Αγιο Παντελεήμονα. Αλλωστε, με εξυπηρετούν όλες οι συγκοινωνίες, που είναι τριγύρω (λεωφορεία, τρόλεϊ στην Αχαρνών, μετρό Αττική, τρόλεϊ και λεωφορεία στην Πατησίων). Μπορώ, είτε να χρησιμοποιήσω όποιο μεταφορικό μέσο είναι της αρεσκείας μου είτε πεζή να φτάσω γρήγορα στο κέντρο της Αθήνας. Συνήθως, σε μισή ωρίτσα προσεγγίζω το Σύνταγμα. Επιπλέον, έχω την άνεση να βγω σε δύο λεωφόρους, την Αχαρνών και την Πατησίων. Είναι γνωστό, ότι πολλά εμπορικά καταστήματα βρίσκονται στην Πατησίων. Μια σύντομη βόλτα αρκεί, για να με διασκεδάσει και να μου δώσει την ευκαιρία για ψώνια. Αρα, από τις πιο πάνω παραμέτρους κερδίζω τον ελεύθερο χρόνο μου. Ξέρετε, η δημιουργική γραφή και η Δερματολογία είναι απαιτητικές σύντροφοι. Ομως, τα τελευταία χρόνια, εμφανίστηκαν διάφορες φυλές κι εθνότητες, που έφεραν μαζί τους, ήθη, έθιμα και θρησκείες, άγνωστες στην πρακτική τους. Ολα άλλαξαν κι η ζωή έγινε δύσκολη. Πώς να συνηθίσει κανείς τριάντα έγχρωμους στοιβαγμένους σ’ ένα διάρι; Κάτω από το δικό σου. Τι φταίνε αυτοί, τι φταίω κι εγώ; Οχι, δεν θα παραδώσω τους κόπους μου αμαχητί. Θα προσπαθήσω να προσαρμοστώ, αν όχι, θα προσπαθήσω να πουλήσω το σπίτι ή να το νοικιάσω. Αλλά, ποιος υποψήφιος πωλητής ή ενοικιαστής θα δεχτεί τριάντα αλλοεθνείς στον από κάτω όροφο, κι ό,τι αυτό συνεπάγεται. ΄Η ποιος θα ανεχτεί τις ανατολίτικες συνήθειές τους; Μπαχαρικά, εξωτική κουζίνα, ακαθόριστη προσωπική υγιεινή; Εκτός τούτων, οι περισσότεροι ένοικοι της πολυκατοικίας είναι μετανάστες κι αδυνατούν να συνεισφέρουν στα κοινά της πολυκατοικίας. Αποτέλεσμα: πολλά βράδια του χειμώνα να μην υπάρχει θέρμανση λόγω μη αγοράς πετρελαίου κ.λπ. Παρ’ όλ’ αυτά, θεωρώ τον πολύπαθο Αγ. Παντελεήμονα γειτονιά μου και δεν θέλω να τον αποχωριστώ. Θα παραμείνω στις επάλξεις του κι ελπίζω να τα καταφέρω. Ωστόσο, ονειρεύομαι ένα καταπράσινο προάστιο, καθαρό, ευπρεπές, να μπορεί η ζωή να γίνεται βολική ακόμα και με τους μετανάστες.
Του Χρ. Ναούμ
* Ο κ. Χρήστος Ναούμ είναι γιατρός και συγγραφέας.
Γιατί προτιμήσαμε την Κυψέλη
Tο project space salon de vortex είναι ένας νέος αυτοδιαχειριζόμενος χώρος στην Κυψέλη, που σκοπεύει στην παρουσίαση και ανάδειξη συλλογικοτήτων και συνεργασιών από τον χώρο των εικαστικών, της ποίησης και του κοινωνικοπολιτικού στοχασμού, με επίκεντρο την αναπτυσσόμενη ανεξάρτητη σκηνή στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Εγκαινίασε τη λειτουργία του με την κοινή μας έκθεση με τον Γιάννη Γρηγοριάδη και τίτλο «Μοφερισμός μια πρώτη αποτίμηση», στις 20 Ιανουαρίου του 2011 (διάρκεια έως 18 Φεβρουαρίου).
Το «παγκοσμιοποιημένο σκηνικό» και οι τομές της καθημερινής ζωής είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την περιοχή της Κυψέλης. Η πυκνή κατοίκηση, η διάσπαρτη αγορά, οι πολυκατοικίες με την πλούσια τυπολογία, τα ρετιρέ και τα θυρωρεία, η ορθολογική πολεοδομία μαζί με τα κτίρια Μπαουχάουζ και τα ανακαινισμένα νεοκλασικά, η ήπια χρήση των χώρων διασκέδασης και η διατήρηση του δημόσιου χώρου, ορίζουν τη γειτονιά ως αναφορά της καθημερινότητας και ως κυρίαρχη χωρική κλίμακα. Ταυτόχρονα, η ταξική και ηλικιακή διαστρωμάτωση, οι δραστήριες και σε μεγάλο βαθμό αφομοιωμένες αλλοδαπές κοινότητες, οι πολυσύχναστες πλατείες, τα ποικίλα επιτηδεύματα, δημιουργούν μιαν πολυεπίπεδη συνύπαρξη και ένα φορτίο εντάσεων, που με τη σειρά του διαμορφώνει το κατεξοχήν αστικό πεδίο δράσης της τέχνης. Στην Κυψέλη, όπου έζησαν πολλοί ποιητές (Ελύτης, Σαχτούρης, Εγγονόπουλος, Γκάτσος, Δημουλά), λειτουργούν και άλλοι χώροι τέχνης, στεγάζονται εργαστήρια καλλιτεχνών, καθώς και τα ιστορικά θέατρα και πολλοί κινηματογράφοι.
Μαζί με τα πρακτικά πλεονεκτήματα της περιοχής, την εγγύτητα με το κέντρο της πόλης, η Κυψέλη φαίνεται να κερδίζει μια νέα αίγλη, μετά και διά μέσου της παρακμής των δύο δεκαετιών που έκλεισαν τον 20ό αιώνα.
Βιώνοντας και ερμηνεύοντας σε βάθος χρόνου τα παραπάνω, θεωρήσαμε ότι η λειτουργία ενός ανεξάρτητου χώρου για την προβολή της ελληνικής εικαστικής σκηνής, της ποίησης και του κοινωνικοπολιτικού στοχασμού, θα μπορούσε να ενταχθεί και να συμβάλει δημιουργικά στον χαρακτήρα της περιοχής.
Του Γιαννη Ισιδωρου*
* Ο κ. Γιάννης Ισιδώρος είναι εικαστικός καλλιτέχνης και ένας από τους τρεις υπεύθυνους του Salon de Vortex.
Πηγή Καθημερινή
5.2.2011
Ετικέτες
Αθήνα,
Κινηματογράφος,
Πατήσια-Αγ Παντελεήμονας
Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011
«Τελευταίο τανγκό» για τη Μαρία Σνάιντερ
Η ηθοποιός που µοιράστηκε µε τον Μάρλον Μπράντο µια από τις πιο πολυσυζητηµένες ερωτικές σκηνές στην ιστορία του σινεµά, πέθανε στα 58 της χρόνια
Τη θυµόµαστε κυρίως ως νεαρή συµπρωταγωνίστρια του Μάρλον Μπράντο στο θρυλικό «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι». Και δικαίως, αφού το έργο αυτό καταγράφηκε στην ιστορία του κινηµατογράφου ως ακραία αισθησιακό και τολµηρό, έργο που άλλαξε την τέχνη του ερωτικού κινηµατογράφου.
Η Μαρία Σνάιντερ πέθανε χθες σε ηλικία µόλις 58 ετών – η οικογένειά της ανακοίνωσε ότι έπασχε από χρόνια ασθένεια. Γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1952 στο Παρίσι και έκανε τα πρώτα της κινηµατογραφικά βήµατα στα 17 της. Ο Αλέν Ντελόν ήταν εκείνος που της έδωσε µια πρώτη καλή ευκαιρία το 1970 στο «Madly» και λίγο µετά, το 1972, την επέλεξε ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι να πρωταγωνιστήσει στο πλευρό του ηθοποιού-θρύλου Μάρλον Μπράντο, στο πολυσυζητηµένο «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι», που έµελλε να την καθορίσει. Ταινία που είχε δύο υποψηφιότητες για Οσκαρ (Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Α΄ Ανδρικού Ρόλου).
Ο Μπράντο είναι εκεί ένας 45άρης Αµερικανός που ζει στο Παρίσι, προσπαθώντας να ξεπεράσει τις εφιαλτικές µνήµες της αυτοκτονίας της γυναίκας του. Εκείνη (η Μαρία Σνάιντερ) είναι µια 20χρονη κοπελίτσα, αρραβωνιασµένη µε νεαρό σκηνοθέτη. Ταλαιπωρηµένοι και οι δύο από τους δαίµονές τους, συναντιούνται τυχαία και καταλήγουν σε ένα άδειο διαµέρισµα όπου αφήνονται στις πιο ακραίες (για την εποχή) σεξουαλικές τους φαντασιώσεις.
Οµως η ατάκα «Go get the butter» του Μπράντο προς τη Σνάιντερ στοίχισε στον Μπερτολούτσι πεντάχρονη στέρηση των πολιτικών του δικαιωµάτων και χάραξε τη ζωή της 20χρονης ηθοποιού. Μπορεί όλες οι έφηβες εκείνης της δεκαετίας να άλλαξαν την κουπ των µαλλιών τους, εκείνη όµως δεν κατάφερε να διαχειριστεί τον µύθο της. Παρόλο που γύρισε πολλές ταινίες µετά, καµία δεν µπόρεσε να της αφαιρέσει τη στάµπα της αισθησιακής σταρ. Για την περίφηµη σκηνή µε το βούτυρο είχε πει σε συνέντευξή της: «Ηταν ιδέα του Μπράντο και µου το είπαν πριν ξεκινήσουµε το γύρισµα. Στη διάρκεια της σκηνής, παρόλο που δεν συνέβαινε τίποτα στ’ αλήθεια, προσποιούµασταν, εγώ έκλαιγα. Ενιωθα σαν να µε είχαν βιάσει πραγµατικά. Ευτυχώς, ήταν µια κι έξω». Λόγω της ταινίας αυτής, δήλωσε ότι δεν θα ξαναέκανε ποτέ γυµνή σκηνή.
Επόµενη καλή στιγµή της είναι το «Επάγγελµα: Ρεπόρτερ» (1975) του Μικελάντζελο Αντονιόνι, δίπλα στον Τζακ Νίκολσον. Από εκεί και πέρα µάλλον απέφευγε µεγάλες παραγωγές και τα φώτα της δηµοσιότητας. Αλλωστε όλη τη δεκαετία του ‘70 ήταν µπλεγµένη σε σκάνδαλα, µε εθισµό στις ουσίες και µια απόπειρα αυτοκτονίας. Η κινηµατογραφική της πορεία περιορίστηκε σε χαµηλού προϋπολογισµού ευρωπαϊκές ταινίες όπως οι «Memoirs of a French Whore» (1979) και «Mamma Dracula» (1980).
Τη θυµόµαστε κυρίως ως νεαρή συµπρωταγωνίστρια του Μάρλον Μπράντο στο θρυλικό «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι». Και δικαίως, αφού το έργο αυτό καταγράφηκε στην ιστορία του κινηµατογράφου ως ακραία αισθησιακό και τολµηρό, έργο που άλλαξε την τέχνη του ερωτικού κινηµατογράφου.
Η Μαρία Σνάιντερ πέθανε χθες σε ηλικία µόλις 58 ετών – η οικογένειά της ανακοίνωσε ότι έπασχε από χρόνια ασθένεια. Γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1952 στο Παρίσι και έκανε τα πρώτα της κινηµατογραφικά βήµατα στα 17 της. Ο Αλέν Ντελόν ήταν εκείνος που της έδωσε µια πρώτη καλή ευκαιρία το 1970 στο «Madly» και λίγο µετά, το 1972, την επέλεξε ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι να πρωταγωνιστήσει στο πλευρό του ηθοποιού-θρύλου Μάρλον Μπράντο, στο πολυσυζητηµένο «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι», που έµελλε να την καθορίσει. Ταινία που είχε δύο υποψηφιότητες για Οσκαρ (Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Α΄ Ανδρικού Ρόλου).
Ο Μπράντο είναι εκεί ένας 45άρης Αµερικανός που ζει στο Παρίσι, προσπαθώντας να ξεπεράσει τις εφιαλτικές µνήµες της αυτοκτονίας της γυναίκας του. Εκείνη (η Μαρία Σνάιντερ) είναι µια 20χρονη κοπελίτσα, αρραβωνιασµένη µε νεαρό σκηνοθέτη. Ταλαιπωρηµένοι και οι δύο από τους δαίµονές τους, συναντιούνται τυχαία και καταλήγουν σε ένα άδειο διαµέρισµα όπου αφήνονται στις πιο ακραίες (για την εποχή) σεξουαλικές τους φαντασιώσεις.
Οµως η ατάκα «Go get the butter» του Μπράντο προς τη Σνάιντερ στοίχισε στον Μπερτολούτσι πεντάχρονη στέρηση των πολιτικών του δικαιωµάτων και χάραξε τη ζωή της 20χρονης ηθοποιού. Μπορεί όλες οι έφηβες εκείνης της δεκαετίας να άλλαξαν την κουπ των µαλλιών τους, εκείνη όµως δεν κατάφερε να διαχειριστεί τον µύθο της. Παρόλο που γύρισε πολλές ταινίες µετά, καµία δεν µπόρεσε να της αφαιρέσει τη στάµπα της αισθησιακής σταρ. Για την περίφηµη σκηνή µε το βούτυρο είχε πει σε συνέντευξή της: «Ηταν ιδέα του Μπράντο και µου το είπαν πριν ξεκινήσουµε το γύρισµα. Στη διάρκεια της σκηνής, παρόλο που δεν συνέβαινε τίποτα στ’ αλήθεια, προσποιούµασταν, εγώ έκλαιγα. Ενιωθα σαν να µε είχαν βιάσει πραγµατικά. Ευτυχώς, ήταν µια κι έξω». Λόγω της ταινίας αυτής, δήλωσε ότι δεν θα ξαναέκανε ποτέ γυµνή σκηνή.
Επόµενη καλή στιγµή της είναι το «Επάγγελµα: Ρεπόρτερ» (1975) του Μικελάντζελο Αντονιόνι, δίπλα στον Τζακ Νίκολσον. Από εκεί και πέρα µάλλον απέφευγε µεγάλες παραγωγές και τα φώτα της δηµοσιότητας. Αλλωστε όλη τη δεκαετία του ‘70 ήταν µπλεγµένη σε σκάνδαλα, µε εθισµό στις ουσίες και µια απόπειρα αυτοκτονίας. Η κινηµατογραφική της πορεία περιορίστηκε σε χαµηλού προϋπολογισµού ευρωπαϊκές ταινίες όπως οι «Memoirs of a French Whore» (1979) και «Mamma Dracula» (1980).
Του Χάρη Ποντίδα
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
4.2.2011
Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011
Ο Αντονυ Κουίν, τα κανόνια του Ναβαρόνε και η ...πλαζ
ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ το τελευταίο διάστημα λέγεται ότι βρέθηκε στο υπουργείο Οικονομικών για να συναντήσει τον γενικό γραμματέα του υπουργείου κ. Δ. Γεωργακόπουλο ο αμερικανός πρεσβευτής στην Αθήνα κ. Ντάνιελ Μπένετ Σμιθ.
Και τις δύο φορές δεν ανακοινώθηκε το παραμικρό.Τι γύρευε όμως ο αμερικανός πρεσβευτής στο υπουργείο Οικονομικών; Οι Αμερικανοί φαίνεται ότι πιέζουν, εν μέσω οικονομικής κρίσης,την ελληνική κυβέρνηση να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη και να αποκαταστήσει οικονομικά μετά θάνατον τον... Αντονι Κουίν.
Oλα άρχισαν το 1960, όταν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Τα κανόνια του Ναβαρόνε» ο πρωταγωνιστής Αντονι Κουίν «ερωτεύθηκε» έναν μικρό ορμίσκο στη Ρόδο ανάμεσα στις παραλίες Φαληράκι και Λαδικό, 15 χιλιόμετρα νότια από την πρωτεύουσα του νησιού. Μια εκπληκτική παραλία μήκους 250 μέτρων, η οποία, σε συνεννόηση με την τότε κυβέρνηση, συμφωνήθηκε να παραχωρηθεί στον πρωταγωνιστή της ταινίας αντί του ποσού, όπως είχε διαρρεύσει τότε, των... 64.000 δραχμών. Η τότε κυβέρνηση προφανώς συμφώνησε στο συμβολικό αυτό τίμημα για να τιμήσει τον διάσημο ηθοποιό, κάτι που έκαναν και οι Ρόδιοι, οι οποίοι από τότε αποκαλούν τον ορμίσκο «Παραλία Αντονι Κουίν».
Ο Κουίν ήθελε να αξιοποιήσει τουριστικά αυτή την παραλία και πάλευε να την αποκτήσει ως τον θάνατό του το 2001. Ο Κουίν είχε ανοίξει αλληλογραφία με την ελληνική κυβέρνηση και απειλούσε ότι αν δεν ικανοποιούσε το «δίκαιο», όπως το χαρακτήριζε, αίτημά του, τότε «θα διέσυρε τη χώρα διεθνώς». Οταν όμως πέθανε, σε ηλικία 86 ετών, η τέφρα του σκορπίστηκε στα φαράγγια του Τσιουάουα, όπου γεννήθηκε και έζησε τα φτωχά παιδικά του χρόνια. Η παραλία στη Ρόδο δεν περιήλθε ποτέ στην κυριότητά του.
Ο θησαυρός του μακαρίτη
Η χήρα του ηθοποιού κυρία Κάθριν Κουίν δεν ξέχασε όμως την παραλία και άρχισε εδώ και χρόνια έναν αγώνα όχι για να τη διεκδικήσει, αλλά για να εισπράξει αποζημίωση. Σε έκθεσή της που έχει τον τίτλο «Legal and Ρolitical Ηistory», την οποία απέστειλε στο υπουργείο Οικονομικών, περιγράφει με εντυπωσιακό τρόπο, εμπλέκοντας σε αυτήν... βασιλείς, πρωθυπουργούς, υπουργούς, υφυπουργούς, πρεσβευτές, την όλη περιπέτεια της «Παραλίας Αντονι Κουίν». Απαιτεί αποζημίωση εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, κάτι που το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης επιθυμεί να παζαρέψει, ώστε να λήξει η όλη υπόθεση.
Γράμμα στον Καραμανλή
Στην έκθεση την οποία έχει στη διάθεσή του «Το Βήμα» περιγράφεται ανάμεσα στα άλλα και η αλληλογραφία που είχε ο διάσημος ηθοποιός με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και αργότερα με τους υπουργούς κκ. Ι.Παλαιοκρασσά και Π.Δούκα, τους δημάρχους Καλλιθέας και Ρόδου, αμερικανούς γερουσιαστές και τον χρηματοπιστωτικό οίκο ΡriceWaterhouseCoopers.
«Στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 κυκλοφορούσαν φήμες για απαλλοτρίωση της περιουσίας του Αντονι Κουίν. Τον Απρίλιο του 1968 ο Κουίν έλαβε επιστολή από τον γενικό γραμματέα του ΕΟΤ που τον διαβεβαίωνε ότι οι φήμες δεν αληθεύουν και ότι περιμένουν συγκεκριμένες προτάσεις για την αξιοποίηση της περιουσίας του». Με αυτόν τον τρόπο αρχίζει την εξιστόρηση της περιπέτειας του συζύγου της στην έκθεση που παρέδωσε στο ελληνικό υπουργείο Οικονομικών και συνεχίζει: «Ο Κουίν συνέχισε να ελπίζει... Το 1977 ο Κουίν προσέλαβε τον Αλ. Λυκουρέζο. Πληροφορείται ότι η αγορά της γης το 1960 δεν ήταν νόμιμη και ότι η κυβερνητική απόφαση (14185 της 29.4.1960) που αναφέρεται στο συμβόλαιο δεν επικυρώθηκε ποτέ από τη Βουλή, με αποτέλεσμα η πώληση να είναι άκυρη».
«Στις 20.9.1991 ο υπουργός Οικονομικών Γ. Παλαιοκρασσάς έστειλε επιστολή στον Κουίν ενημερώνοντάς τον ότι “ επιθυμώ να σας διαβεβαιώσω για το προσωπικό μου ενδιαφέρον για το πρόβλημά σας και μόλις εξασφάλισα τις απαραίτητες άδειες που θα μου επιτρέψουν να ξεκινήσω τη διαδικασία για να καταθέσω στη Βουλή τον σχετικό νόμο“» αναφέρει σε άλλο σημείο της έκθεσής της η χήρα Κουίν και αποκαλύπτει:
«Αναψυκτικά στην παραλία μου»
«Στις 11.2.1992 ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζέιμς Μπέικερ έγραψε στον Πρόεδρο Καραμανλή, εξηγώντας την ιστορία της παραλίας και ζητώντας του βοήθεια για να βρεθεί μια λύση.Ο Μπέικερ έλαβε απάντηση στις 4.6.1992 από τον νομικό σύμβουλο του Προέδρου της Δημοκρατίας που τον πληροφορούσε ότι ο Πρόεδρος επιθυμεί να βρεθεί μια ικανοποιητική λύση, αλλά δεν έχει την αρμοδιότητα και η επιστολή προωθήθηκε στο υπουργείο Οικονομικών» .
Ο Κουίν στο μεταξύ διόρισε και έναν δικηγόρο από την Ιταλία και η χήρα του αναφέρει: «Στις 5.10.1992 ο δικηγόρος έλαβε επιστολή από τον κ.Παλαιοκρασσά πληροφορώντας τον ότι δεν είναι πλέον υπουργός Οικονομικών και ότι προωθεί την επιστολή Κουίν στον νέο υφυπουργό Οικονομικών Πέτρο Δούκα». Ο κ. Δούκας, όπως αναφέρει η κυρία Κουίν, έστειλε στις 16.10.1992 επιστολή στον σύζυγό της, στην οποία του γνωστοποιούσε ότι η υπόθεση εκκρεμεί στη Δικαιοσύνη και «επομένως προτού εκδοθεί η απόφαση η κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει τίποτε» .
Στην έκθεσή της η κυρία Κουίν σημειώνει:
«Τον Σεπτέμβριο του 2001 οι κληρονόμου του Κουίν προσέλαβαν τη δικηγορική εταιρεία Αβραμόπουλου. Αφού μελέτησαν τα χαρτιά,αποφάνθηκαν ότι υπήρχε περίπτωση να διεκδικήσουμε εκ νέου την επιστροφή δαπανών», δηλαδή περίπου 600.000 ευρώ. Τον Αύγουστο του 2005 η ΡriceWaterhouseCoopers έκανε εκτίμηση του μεγαλύτερου μέρους της περιουσίας στα 311.000 ευρώ.
Και τις δύο φορές δεν ανακοινώθηκε το παραμικρό.Τι γύρευε όμως ο αμερικανός πρεσβευτής στο υπουργείο Οικονομικών; Οι Αμερικανοί φαίνεται ότι πιέζουν, εν μέσω οικονομικής κρίσης,την ελληνική κυβέρνηση να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη και να αποκαταστήσει οικονομικά μετά θάνατον τον... Αντονι Κουίν.
Oλα άρχισαν το 1960, όταν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Τα κανόνια του Ναβαρόνε» ο πρωταγωνιστής Αντονι Κουίν «ερωτεύθηκε» έναν μικρό ορμίσκο στη Ρόδο ανάμεσα στις παραλίες Φαληράκι και Λαδικό, 15 χιλιόμετρα νότια από την πρωτεύουσα του νησιού. Μια εκπληκτική παραλία μήκους 250 μέτρων, η οποία, σε συνεννόηση με την τότε κυβέρνηση, συμφωνήθηκε να παραχωρηθεί στον πρωταγωνιστή της ταινίας αντί του ποσού, όπως είχε διαρρεύσει τότε, των... 64.000 δραχμών. Η τότε κυβέρνηση προφανώς συμφώνησε στο συμβολικό αυτό τίμημα για να τιμήσει τον διάσημο ηθοποιό, κάτι που έκαναν και οι Ρόδιοι, οι οποίοι από τότε αποκαλούν τον ορμίσκο «Παραλία Αντονι Κουίν».
Ο Κουίν ήθελε να αξιοποιήσει τουριστικά αυτή την παραλία και πάλευε να την αποκτήσει ως τον θάνατό του το 2001. Ο Κουίν είχε ανοίξει αλληλογραφία με την ελληνική κυβέρνηση και απειλούσε ότι αν δεν ικανοποιούσε το «δίκαιο», όπως το χαρακτήριζε, αίτημά του, τότε «θα διέσυρε τη χώρα διεθνώς». Οταν όμως πέθανε, σε ηλικία 86 ετών, η τέφρα του σκορπίστηκε στα φαράγγια του Τσιουάουα, όπου γεννήθηκε και έζησε τα φτωχά παιδικά του χρόνια. Η παραλία στη Ρόδο δεν περιήλθε ποτέ στην κυριότητά του.
Ο θησαυρός του μακαρίτη
Η χήρα του ηθοποιού κυρία Κάθριν Κουίν δεν ξέχασε όμως την παραλία και άρχισε εδώ και χρόνια έναν αγώνα όχι για να τη διεκδικήσει, αλλά για να εισπράξει αποζημίωση. Σε έκθεσή της που έχει τον τίτλο «Legal and Ρolitical Ηistory», την οποία απέστειλε στο υπουργείο Οικονομικών, περιγράφει με εντυπωσιακό τρόπο, εμπλέκοντας σε αυτήν... βασιλείς, πρωθυπουργούς, υπουργούς, υφυπουργούς, πρεσβευτές, την όλη περιπέτεια της «Παραλίας Αντονι Κουίν». Απαιτεί αποζημίωση εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, κάτι που το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης επιθυμεί να παζαρέψει, ώστε να λήξει η όλη υπόθεση.
Γράμμα στον Καραμανλή
Στην έκθεση την οποία έχει στη διάθεσή του «Το Βήμα» περιγράφεται ανάμεσα στα άλλα και η αλληλογραφία που είχε ο διάσημος ηθοποιός με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και αργότερα με τους υπουργούς κκ. Ι.Παλαιοκρασσά και Π.Δούκα, τους δημάρχους Καλλιθέας και Ρόδου, αμερικανούς γερουσιαστές και τον χρηματοπιστωτικό οίκο ΡriceWaterhouseCoopers.
«Στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 κυκλοφορούσαν φήμες για απαλλοτρίωση της περιουσίας του Αντονι Κουίν. Τον Απρίλιο του 1968 ο Κουίν έλαβε επιστολή από τον γενικό γραμματέα του ΕΟΤ που τον διαβεβαίωνε ότι οι φήμες δεν αληθεύουν και ότι περιμένουν συγκεκριμένες προτάσεις για την αξιοποίηση της περιουσίας του». Με αυτόν τον τρόπο αρχίζει την εξιστόρηση της περιπέτειας του συζύγου της στην έκθεση που παρέδωσε στο ελληνικό υπουργείο Οικονομικών και συνεχίζει: «Ο Κουίν συνέχισε να ελπίζει... Το 1977 ο Κουίν προσέλαβε τον Αλ. Λυκουρέζο. Πληροφορείται ότι η αγορά της γης το 1960 δεν ήταν νόμιμη και ότι η κυβερνητική απόφαση (14185 της 29.4.1960) που αναφέρεται στο συμβόλαιο δεν επικυρώθηκε ποτέ από τη Βουλή, με αποτέλεσμα η πώληση να είναι άκυρη».
«Στις 20.9.1991 ο υπουργός Οικονομικών Γ. Παλαιοκρασσάς έστειλε επιστολή στον Κουίν ενημερώνοντάς τον ότι “ επιθυμώ να σας διαβεβαιώσω για το προσωπικό μου ενδιαφέρον για το πρόβλημά σας και μόλις εξασφάλισα τις απαραίτητες άδειες που θα μου επιτρέψουν να ξεκινήσω τη διαδικασία για να καταθέσω στη Βουλή τον σχετικό νόμο“» αναφέρει σε άλλο σημείο της έκθεσής της η χήρα Κουίν και αποκαλύπτει:
«Αναψυκτικά στην παραλία μου»
«Στις 11.2.1992 ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζέιμς Μπέικερ έγραψε στον Πρόεδρο Καραμανλή, εξηγώντας την ιστορία της παραλίας και ζητώντας του βοήθεια για να βρεθεί μια λύση.Ο Μπέικερ έλαβε απάντηση στις 4.6.1992 από τον νομικό σύμβουλο του Προέδρου της Δημοκρατίας που τον πληροφορούσε ότι ο Πρόεδρος επιθυμεί να βρεθεί μια ικανοποιητική λύση, αλλά δεν έχει την αρμοδιότητα και η επιστολή προωθήθηκε στο υπουργείο Οικονομικών» .
Ο Κουίν στο μεταξύ διόρισε και έναν δικηγόρο από την Ιταλία και η χήρα του αναφέρει: «Στις 5.10.1992 ο δικηγόρος έλαβε επιστολή από τον κ.Παλαιοκρασσά πληροφορώντας τον ότι δεν είναι πλέον υπουργός Οικονομικών και ότι προωθεί την επιστολή Κουίν στον νέο υφυπουργό Οικονομικών Πέτρο Δούκα». Ο κ. Δούκας, όπως αναφέρει η κυρία Κουίν, έστειλε στις 16.10.1992 επιστολή στον σύζυγό της, στην οποία του γνωστοποιούσε ότι η υπόθεση εκκρεμεί στη Δικαιοσύνη και «επομένως προτού εκδοθεί η απόφαση η κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει τίποτε» .
Στην έκθεσή της η κυρία Κουίν σημειώνει:
«Τον Σεπτέμβριο του 2001 οι κληρονόμου του Κουίν προσέλαβαν τη δικηγορική εταιρεία Αβραμόπουλου. Αφού μελέτησαν τα χαρτιά,αποφάνθηκαν ότι υπήρχε περίπτωση να διεκδικήσουμε εκ νέου την επιστροφή δαπανών», δηλαδή περίπου 600.000 ευρώ. Τον Αύγουστο του 2005 η ΡriceWaterhouseCoopers έκανε εκτίμηση του μεγαλύτερου μέρους της περιουσίας στα 311.000 ευρώ.
«ΑΛΑΖΟΝΙΚΟ ΚΑΘΑΡΜΑ»
Ο Αντονι Κουίν με τον Αλαν Μπέιτς στην πιο διάσημη σκηνή από την ταινία «Αλέξης Ζορμπάς» του Μιχάλη Κακογιάννη
Πιέζουν οι Αμερικανοί
Οπως ισχυρίζονται οι κληρονόμοι του διάσημου ηθοποιού, οι Ελληνες δεν φέρθηκαν όπως έπρεπε στον Αντονι Κουίν ή, όπως καλύτερα τον γνωρίζουν οι περισσότεροι στην Ελλάδα, Αλέξη Ζορμπά. Το θέμα της αποζημίωσης των κληρονόμων του Αντονι Κουίν απασχολεί τους Αμερικανούς, τόσο που,όπως αφήνουν να διαρρεύσει από το υπουργείο Οικονομικών,ετοιμάζεται να το θέσει ακόμη και η κυρία Χίλαρι Κλίντον στον πρωθυπουργό κ. Γ. Παπανδρέου κατά την επίσκεψή της στην Αθήνα τον προσεχή Φεβρουάριο. Ηδη, όπως οι πληροφορίες επιμένουν, το Μέγαρο Μαξίμου ζήτησε από το υπουργείο Οικονομικών ολόκληρο τον φάκελο «Αντονι Κουίν» εν όψει της συνάντησης του Πρωθυπουργού με την επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Του Ν. Χασαπόπουλου
Πηγή Το Βήμα
30.1.2011
Ετικέτες
Αντονυ Κουήν,
Κινηματογράφος,
Οικιστικά,
Ρόδος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















