Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες ανθρώπων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες ανθρώπων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Οταν το "Εθνος" βρήκε στα Σκόπια τον πραγματικό Ζορμπά

Πριν από σχεδόν 17 χρόνια, τον Μάρτιο του 1997, το «Εθνος», μετά από δημοσιογραφική έρευνα στην ΠΓΔΜ και στη Σερβία, αποκάλυπτε τον τάφο του Ζορμπά στα Σκόπια.

Ο Μίκης Θεοδωράκης επισκέφθηκε τον τάφο του Ζορμπά στα Σκόπια.
Ο Μίκης Θεοδωράκης επισκέφθηκε τον τάφο του Ζορμπά στα Σκόπια.
Τον Γιώργου Ζορμπά, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του ήρωα του Νίκου Καζαντζάκη, Αλέξη Ζορμπά, «αυτού που μου έμαθε ν' αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι τον θάνατο», όπως έγραφε. «Βρήκαμε τον τάφο του Ζορμπά στα Σκόπια» έγραφε στην πρώτη του σελίδα το «Εθνος».
Η έρευνά μας είχε γίνει στον άξονα Θεσσαλονίκης - Σκοπίων - Βελιγραδίου, αναζητώντας τους απογόνους του, που τους εντοπίσαμε στο Βελιγράδι για να φτάσουμε τελικά στο νεκροταφείο «Μπούτελ» των Σκοπίων.
Με το ρεπορτάζ εκείνο, στο οποίο συμμετείχαν οι Χρίστος Τελίδης, Μαρία Ριτζαλέου και Εύρης Τσούμης, επιχειρήσαμε να ρίξουμε φως στα άγνωστα χρόνια του κοσμοπολίτη Ελληνα της βαλκανικής στα Σκόπια, από το 1930 μέχρι τον θάνατό του το 1941.
Το ρεπορτάζ του «Εθνους» στις 31/3/1997 για τον ήρωα του Νίκου Καζαντζάκη.
Το ρεπορτάζ του «Εθνους» στις 31/3/1997 για τον ήρωα του Νίκου Καζαντζάκη.
Λίγες εβδομάδες μετά την αποκάλυψη του «Εθνους», ο Μίκης Θεοδωράκης πήγαινε στα Σκόπια για να παρουσιάσει σε μια μεγάλη συναυλία του στην αίθουσα της όπερας του Λαϊκού Θεάτρου το έργο του «Ζορμπάς ο Ελληνας» σε χορογραφία Λόρκα Μασίνε. Μια συναυλία που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση και στην οποία είχε παραστεί ο τότε πρόεδρος της ΠΓΔΜ Κίρο Γκλιγόροφ.
Σ' αυτή την αναζήτηση στη γειτονική χώρα, όπως γράφαμε, ο Γιώργος Ζορμπάς για τα αρχεία της ΠΓΔΜ ήταν τότε άγνωστος. Μετά την αποκάλυψη εκείνη, η οποία συνοδεύτηκε λίγο αργότερα με την επίσκεψη του ίδιου του Μίκη Θεοδωράκη στον τάφο του Ζορμπά, τα πράγματα άλλαξαν και τα ΜΜΕ των Σκοπίων αναφέρονται από καιρού εις καιρόν στον Γιώργο-Αλέξη Ζορμπά.

Η αναζήτηση
Ούτε ο τότε διευθυντής των νεκροταφείων του «Μπούτελ» Γιόβαν Ντένκοφσκι, ούτε κάποιος από τους υπαλλήλους γνώριζε τίποτα σχετικό με τον τάφο του Ζορμπά. Η αναζήτηση είχε ξεκινήσει μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών που διέθεταν ήδη την εποχή εκείνη τα νεκροταφεία για να οδηγηθούμε αρχικά στον τάφο ενός καθολικού Στέφαν Ζορμπά, που είχε πεθάνει το 1993.
Η συνέχιση της προσπάθειας μας έφερε σε έναν οικογενειακό τάφο της οικογένειας Γιάντα από τη Σερβία. Ηταν ο τάφος της κόρης του Ζορμπά, της Κατίνας Γιάντα (1906-1969) και του άντρα της Γιοβάν Γιάντα, γραμμένες στα σλαβικά. Στα λατινικά τελευταίο υπήρχε το όνομα του Γιώργου Ζορμπά με ημερομηνία γέννησης το 1869 και θανάτου το 1943. Η τελευταία ήταν λάθος, αφού ο Ζορμπάς πέθανε και διορθώθηκε τα επόμενα χρόνια.
«Ο Γιοβάν Ντένκοφσκι, ο διευθυντής των νεκροταφείων, δεν πίστευε στα μάτια του. Είχα ακούσει για τον Ζορμπά αλλά δεν ήξερα ότι ήταν θαμμένος εδώ» έλεγε τότε στο «Εθνος». Ο Ζορμπάς είχε ταφεί αρχικά στα παλιά νεκροταφεία νότια της πόλης των Σκοπίων και αργότερα τα δύο εγγόνια του που ζούσαν στο Βελιγράδι μετέφεραν τα οστά του και τα τοποθέτησαν στον οικογενειακό τάφο των γονιών τους.
Γι' αυτά τα χρόνια του Ζορμπά στα Σκόπια -που είναι και τα τελευταία της ζωής του- τα στοιχεία είναι συγκεχυμένα. «Ενα πρωί ξημερώματα χωρίσαμε» γράφει ο Ν. Καζαντζάκης στο βιβλίο του για τον χωρισμό του με τον Ζορμπά, που έγινε στις αρχές του '30. «Αυτός πήγε κατά Βορρά και καταστάλαξε στη Σερβία, σ' ένα βουνό δίπλα στα Σκόπια, όπου ξεπάτωσε, λέει, πλούσια φλέβα λευκόλιθο, τύλιξε μερικούς παραλήδες, αγόρασε σύνεργα, στρατολόγησε εργάτες κι άρχισε πάλι να ανοίγει μέσα στη γης γαλαρίες. Τίναξε βράχους, έφτιαξε δρόμους, έφερε νερό, έχτισε σπίτι, παντρεύτηκε, γέρος κοτσανάτος, μια όμορφη γλεντοχήρα, τη Λιούμπα και έκανε παιδί μαζί της».
Η εγγονή του πάντως, η αρχιτέκτων Αννα Γκάιγκερ, που πέθανε το 2002 στο Βελιγράδι, επέμενε ότι ο Ζορμπάς δεν παντρεύτηκε τη Λιούμπα και δεν απέκτησε μαζί της παιδιά. Πάντως εδώ υπάρχουν ερωτηματικά καθώς και η απορία ποιος είναι εκείνος ο καθολικός Στέφαν Ζορμπά;
Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΜΟ ΤΟΥ ΖΟΡΜΠΑ
«Αδικο! Τέτοιες ψυχές δεν πρέπει να πεθαίνουν»
«Εύρον πράσινην πέτραν ωραιοτάτην, ελθέ αμέσως, Ζορμπάς» τηλεγραφούσε στον φίλο του Ν. Καζαντζάκη από τα Σκόπια ο Ζορμπάς. Κι όταν αυτός του έγραφε ότι δεν μπορούσε, του απαντούσε: «Είσαι, και να με συμπαθάς αφεντικό, καλαμαράς. Μπορούσες και συ, κακομοίρη, μια φορά στη ζωή σου να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα και δεν την είδες». Οταν οι Γερμανοί κατέλαβαν τη περιοχή, δέσμευσαν το ορυχείο του και την παραγωγή των μεταλλευμάτων. «Ο Ζορμπάς έσκασε από τον καημό του, πλάνταξε...» μας είχε πει ο συμπατριώτης του, λαογράφος Νικόλαος Σάρμας. Το 1941 ο Καζαντζάκης έμαθε για τον θάνατο του Ζορμπά. Και η είδηση αυτή τον γέμισε απελπισία. Στην «Αναφορά στον Γκρέκο» έγραψε:

«Στο σπίτι με περίμενε ένα γράμμα με πένθιμο φάκελο, γραμματόσημο σέρβικο, κατάλαβα. το κρατούσα και το χέρι μου έτρεμε. Γιατί να το ανοίξω; Μάντεψα ευτύς το πικρό μαντάτο. 'πέθανε, πέθανε', μουρμούρισα, κι ο κόσμος σκοτείνιασε. [...] Εκλεισα τα μάτια κι ένιωθα αργά, ζεστά, να κυλούν στα μάγουλά μου τα δάκρυα. 'Πέθανε, πέθανε, πέθανε...' μουρμούριζα 'ο Ζορμπάς, ποτέ πια! Πέθανε το γέλιο, κόπηκε το τραγούδι'. [...] Οχι λύπη, θυμός με συνεπήρε. 'Αδικο! Αδικο!' φώναξα 'τέτοιες ψυχές δεν πρέπει να πεθαίνουν. Πότε πια θα μπορέσει το χώμα, το νερό, η φωτιά, η τύχη, να πλάσουν ένα Ζορμπά;' [...] Ολη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι. [...] Τι να κάμω, συλλογίζουμουν όλη τη νύχτα, τι να κάμω για να ξορκίσω το θάνατό του; Ανοιξε η καταπαχτή του σπλάχνου μου, πετιούνται απάνω οι θύμησες, σπρώχνουν η μια την άλλη, βιάζουνται και ζώνουν αγριεμένες την καρδιά μου ανοιγοκλειούν το στόμα, φωνάζουν να περμαζώξω από τη γης, από τη θάλασσα, από τον αέρα το Ζορμπά και να τον αναστήσω. Αυτό δεν είναι το χρέος της καρδιάς; Γι' αυτό δεν την έπλασε ο Θεός; ν' ανασταίνει τους αγαπημένους; Ανάστησέ τον!»

Πηγή : Εθνος της Κυριακής
17.11.2013

Γιαγκούλας, ο ωραίος των ορέων (ο λήσταρχος και η μυθοπλασία περί αυτού)

Προδημοσίευση από αλλόκοτες και ηρωικές ιστορίες λήσταρχων τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα
Της Ολγας Σελλα
Το 1926, όταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος κήρυσσε δικτατορία, κυκλοφορούσαν σε τευχίδια διάφορα λαϊκά αναγνώσματα για τους περίφημους ληστές. Ενα από αυτά είχε τίτλο «Ο ασύλληπτος ληστής Γιαγκούλας» και είχε τιράζ τον απίστευτο αριθμό των 50.000 τευχών ανά φυλλάδιο! Η ιστορία αυτού του ληστή, από τους τελευταίους που έδρασαν στον ελληνικό χώρο, απασχολεί τον ακούραστο, πολυγραφότατο Βασίλη Τζανακάρη.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Σερραίος συγγραφέας καταπιάνεται με την έρευνα για πρόσωπα και γεγονότα που επηρέασαν την πρόσφατη ιστορία ή μικροϊστορία του τόπου. Η συστηματική και αφοσιωμένη δραστηριότητά του στην έρευνα τού έχουν χαρίσει ήδη το Κρατικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας (το 2007, για το βιβλίο του «Δακρυσμένη Μικρασία, 1919-1922»). Αυτή τη φορά, ο Βασίλης Τζανακάρης καταπιάνεται με τη δράση, τον μύθο και τους θρύλους που συνόδευσαν τους ληστές και τους αρματολούς, που έδρασαν μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, αλλά και με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν από τις αρχές ή στηρίχτηκαν από τον πληθυσμό.
Κανόνας η μπέσα
Από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη εβδομάδα το νέο πολυσέλιδο και τεκμηριωμένο έργο του Βασίλη Τζανακάρη. Τίτλος του, «Φώτης Γιαγκούλας, ο απέθαντος» και υπότιτλος «Ο αιματοβαμμένος αστερισμός ενός “ωραίου των ορέων” και άλλες ληστρικές ιστορίες».
Μια γοητευτική αφήγηση που ξεκινάει από τη μεγάλη διάδοση που είχαν τον 19ο αιώνα τα λαϊκά φυλλάδια με τις ιστορίες ληστών (ίσως γιατί πάντα, σε κάθε εποχή, έχουν πέραση οι κάθε λογής «ασυμβίβαστοι», που γίνονται ταυτόχρονα και «τιμωροί» των κακώς κειμένων), αλλά και από μερικές γενικές πληροφορίες για την καθημερινότητα και τον άγραφο κώδικα που καθόριζε τις σχέσεις τους.
«Αδιαμφισβήτητο εργαλείο και γρανιτένιος κανόνας ήταν η μπέσα. Λένε ότι ήταν ανακάλυψη της Αρβανιτιάς, από όπου τη δανείστηκαν οι Αλβανοί ληστές και ληστοτρόφοι». Από αυτές τις αλλόκοτες, αλλά πάντως ηρωικές ιστορίες που συγκέντρωσε και αφηγείται ο Βασίλης Τζανακάρης, η «Κ» προδημοσιεύει μερικά αποσπάσματα.
Μια εκπυρσοκρότηση
«Λένε πως ο Φώτης Γιαγκούλας είχε στην υπηρεσία του εκατόν πενήντα ανθρώπους, οι οποίοι δεν έκαναν άλλη δουλειά από το να τον ειδοποιούν για τις κινήσεις των αποσπασμάτων και να τον προμηθεύουν τρόφιμα όταν λημέριαζε στην περιφέρειά τους. Λένε επίσης πως μερικούς μήνες πριν από την εξόντωση της συμμορίας του, ένας από τους ανθρώπους του είχε συλληφθεί και είχε αναγκαστεί να τεθεί επικεφαλής ενός καταδιωκτικού αποσπάσματος προκειμένου να υποδείξει το λημέρι του. Κοντά πεντακόσια μέτρα από το λημέρι, στην προσπάθειά του να ειδοποιήσει τον λήσταρχο γλίστρησε σκόπιμα ενώ ταυτόχρονα τραβούσε τη σκανδάλη κάνοντας το όπλο του να εκπυρσοκροτήσει. Ο πυροβολισμός αυτός έκανε τον Γιαγκούλα και τους συντρόφους του να γίνουν καπνός».
Επικεκηρυγμένος
Δεν ήταν η πρώτη φορά που κατάφερνε να το σκάσει. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1924, οι εφημερίδες έγραφαν ότι «ο λήσταρχος Γιαγκούλας ηγούμενος πενταμελούς συμμορίας ενεπλάκη μετά αποσπασμάτων» και στη συνέχεια διέφυγε «επελθόντος του σκότους». Και ενώ η εφημερίδα προσπαθούσε να καθησυχάσει τους αναγνώστες της ότι η σύλληψη του Γιαγκούλα ήταν θέμα ημερών, λίγες μέρες αργότερα, την 1η Οκτωβρίου οι εφημερίδες έγραφαν ότι ο Γιαγκούλας έφτασε στην Αθήνα! Η είδηση διαψεύστηκε από τις αρχές και τις επόμενες ημέρες οι εφημερίδες έγραφαν: «Και ιδού ένα τηλεφώνημα εξ Αθηνών όπου μας αναγγέλλει την αισίαν εμφάνισιν του Γιαγκούλα εις τας... Αθήνας! Η πρωτεύουσα ανεστατώθη. Η εκεί αστυνομία ετέθη εις κίνησιν. Το υπουργείο της Εννόμου το κατέλαβε πυρετός. Τι φρίκη! Τι φρίκη! Ενας ληστής του βουνού να κατέβη μέσα στην πρωτεύουσα του Κράτους! Ποιος; Ενας Γιαγκούλας! Ενας αλήτης, ένας σκύλος. Αυτά θα σου πουν οι παραξενευόμενοι επίσημοι των Αθηνών, ενώ ο λαός θα σηκώση τους ώμους με αδιαφορία και θα αντιπαρέλθη την είδησιν σαν να επρόκειτο για τον πλέον ακίνδυνον και ειρηνικόν άνθρωπον», σημείωνε η εφημερίδα δίνοντας ακριβώς το μέτρο της κοινωνικής ανοχής. Αλλά και της πολιτικής κόντρας που προκαλούσε η αναποτελεσματική για πολύ καιρό δίωξη ληστών σαν τον Γιαγκούλα. «Ο λήσταρχος Γιαγκούλας είναι επικεκηρυγμένος αντί εξακοσίων χιλιάδων δραχμών. Πλείστα όσα αποσπάσματα, ημέρας τε και νυκτός, τον καταδιώκουν προς όλας τας κατευθύνσεις, και προς όλα τα απροσπέλαστα σημεία. Εις την Βουλήν συζητείται νομοσχέδιον κατόπιν της επικυρώσεως του οποίου ολόκληρον σύνταγμα “κυνηγών” θα ενσκήψει εν Μακεδονία διά να σκορπίση παντού τον τρόμον και την συμφοράν. Και κατόπιν όλων τούτων ο Κονδύλης διαπραγματεύεται με τον Γιαγκούλαν».
Τελικά ο Φώτης Γιαγκούλας, ο επιλεγόμενος και απέθαντος, συλλαμβάνεται και εκτελείται ένα χρόνο αργότερα. «Στις 26 Σεπτεμβρίου 1925 τα κεφάλια των Γιαγκούλα, Μπαμπάνη, Τσαμήτα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και παραδόθηκαν στο ιατροδικαστικό εργαστήριο της οδού Σωκράτους. Και τα τρία διατηρούνταν σε καλή κατάσταση».

20.10.13 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΛΗΣΤΑΡΧΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥΛΑ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Πως γιορτάστηκε το πανηγύρι της Αναλήψεως στη Καισαριανή (τέλη 19ου αι.)

Σύμφωνα με τις γραφές ο Ιησούς Χριστός, μετά την Ανάσταση Του δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα μέρες να  εμφανίζεται στους μαθητές του (πραξ.1, 3). Τη τεσσαρακοστή μέρα ο Ιησούς, αφού ευλόγησε τους μαθητές Tου, αναλήφθηκε στους ουρανούς «και εκάθισε εκ δεξιων του θεού», στέλνοντας στους ανθρώπους το Αγιο Πνεύμα. Αυτή είναι η σημασία της γιορτής της Αναλήψεως, που φέτος θα γιορτάσουμε την 2η Ιουνίου.

Ειδικά οι Αθηναίοι, γύρω στα 1850, γιόρταζαν με ιδιαίτερη λαμπρότητα το πανηγύρι της Αναλήψεως στο Μοναστήρι της Καισαριανής. Και για να μη ξεχνιόμαστε, όταν λέμε για Ελληνικό πανηγύρι το σημαντικό μέρος δεν ήταν (και δεν είναι) το θρησκευτικό μέρος, αλλά το εορταστικό. Ανηφόριζαν οικογενειακώς από την παραμονή κουβαλώντας σκεπάσματα και τρόφιμα. Η πόλη άδειαζε, μόνο γέροντες και ασθενείς έμεναν στο σπίτι τους.  Τη μέρα της γιορτής ερήμωναν ακόμα και τα καφενεία των Αθηνών: «…οι διευθυνταί των καφενείων της Αιολικής οδού παραπονέθησαν ότι κατ΄αυτήν την ημέραν δεν εδραχμολόγησαν τους καϋμένους τους υπαλληλίσκους, διότι και ούτοι έτρεξαν να συνεορτάσουν…»(εφημ. Φήμη, 14-5-1938). Ο πευκόφυτος Υμηττός γέμιζε από κόσμο, οι σούβλες γυρνούσαν ασταμάτητα και το κρασί έρεε άφθονο.

Ίσως, η σκηνή να ήταν απαράλλακτη για πολλούς αιώνες, αφού στα ίδια μέρη, οι αρχαίοι Έλληνες τιμούσαν τη θεά Δήμητρα (η μονή χτίστηκε τον 11ο αιώνα πάνω στα ερείπια του ναού της Δήμητρας). Στο γλέντι συμμετείχε και η στρατιωτική μπάντα, που έπαιζε μουσική μέχρι αργά το βράδυ. Μικροπωλητές κατέκλυζαν την τριγύρω περιοχή αλλά και το δρόμο που οδηγούσε από την πόλη στο Μοναστήρι. Πέρναγαν όλοι, απαραιτήτως και από ένα εκκλησάκι, το Αγίασμα, που βρισκόταν πιο πάνω από τη Μονή και που, κατά την παράδοση, ανάβλυζε η θαυματουργή πηγή της Καλοπούλας. Ο Καμπούρογλου υποστηρίζει ότι «απεσύροντο εκεί μετά μεσημβρίαν μόναι γυναίκες. Τιμητικήν δε θέσιν έχουσι αι μελλόνυμφοι και αι νεόνυμφοι…» Πίστευαν ότι το νερό της Καλoπουλας ήταν θεραπευτικό και βοηθούσε ιδιαίτερα τη γονιμότητα. Γι αυτό, άλλωστε,  επισκεπτόταν συχνά την πηγή  και η Βασίλισσα Αμαλία (αλλά βοήθεια στην ατεκνία της δε βρήκε. Για την ατεκνία της Αμαλίας δες εδώ).

Με την πάροδο του χρόνου οι αστοί των Αθηνών δεν είχαν καμία όρεξη για λαϊκές εκδρομές στο βουνό. Δεν μπορούσαν να αντέξουν την ανάμειξη τους με τον «αφόρητο λαουτζίκο». Οι επιφανείς Αθηναίοι, στα τέλη του 1800, προτιμούσαν τις εκδρομές στη θάλασσα, πλέον το Φάληρο ήταν η επικρατέστερη θερινή εξόρμηση, και έτσι το πανηγύρι της Αναλήψεως στην Καισαριανή έχασε την λάμψη του και σιγά σιγά εγκαταλείφθηκε.
Του Γιώργου Δαμιανού
Πηγή 24grammata

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Το μήνυμα πετάχτηκε στον Ειρηνικό και βρήκε τον δρόμο για την Αίγινα

Λες πως αυτά δεν συμβαίνουν -είναι αυτά για τα οποία βγήκαν τα τραγούδια, γράφτηκαν τα βιβλία, γεννήθηκε το σινεμά. Λες πως ένα εκατομμύριο φορές -τι ένα εκατομμύριο, πολλά εκατομμύρια!- να επαναλαμβανόταν η ίδια σκηνή, με τους ίδιους πρωταγωνιστές, το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό. Μια σταγόνα σε έναν ωκεανό πιθανοτήτων. Κι όμως, ένα μπουκάλι με ένα μήνυμα που πετάχτηκε κάποτε στον Ειρηνικό βρήκε τον δρόμο για το σπίτι του.

Ο καπετάν Σταύρος δεν είχε ύπνο εκείνη την νύχτα. Στριφογυρνούσε στο κρεβάτι του, βούλιαζε στη νοσταλγία για την πατρίδα, την οικογένειά του. Το ταξίδι ήταν μακρύ. Είχαν ξεκινήσει 20 Οκτωβρίου -1998 η χρονιά- από την Μπαλμπόα του Παναμά με προορισμό την Κορέα. Δεν θα φτάνανε πριν από τα τέλη Nοεμβρίου. Το ημερολόγιο έδειχνε 4/11 πια, αλλά ο χρόνος σαν να είχε σταματήσει. Ατέλειωτες οι μέρες και οι νύχτες. Εκείνο το βράδυ το φορτηγό πλοίο «Αναστασία» περνούσε κοντά στο Μαουί, ένα νησάκι του συμπλέγματος της Χαβάης. «Γιατί όχι;» σκέφτηκε ο καπετάν Σταύρος και σηκώθηκε μια και καλή από το κρεβάτι.

«Ενιωθα νοσταλγία»
«Σκέφτηκα να στείλω ένα μήνυμα με το θαλάσσιο ταχυδρομείο στη γυναίκα μου και τα παιδιά μου», λέει σήμερα στην «Κ» από το σπίτι του στην Αίγινα ο κ. Σταύρος Δρακάκης. «Ηταν αφόρητη η νοσταλγία που ένιωθα εκείνη τη μέρα. Μας πιάνει εμάς τους ναυτικούς αυτό στα μεγάλα ταξίδια. Οση πίστη κι αν είχα όμως, ποτέ δεν φανταζόμουν ότι το μήνυμα θα έφτανε τελικά στον προορισμό του. Εστω και έντεκα χρόνια μετά...».
Πράγματι, πριν από λίγους μήνες, σε κάποια ακτή της Ιαπωνίας, μια γυναίκα παρατήρησε κάτι να λαμπυρίζει στο νερό. Ηταν ένα μπουκάλι - δεν φαινόταν πια τι είδους, τόσο φθαρμένο ήταν από την αλμύρα. Η γυναίκα με κόπο το άνοιξε για να βρει μέσα τρία σημειώματα. «Λες;» σκέφτηκε και έδωσε να μεταφραστούν. «Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 1998, ώρα 6 π.μ.», ξεκινούσε το ένα γράμμα. «Κοριτσάκι μου γεια σου. Εφόσον αυτό το γράμμα γράφεται για εκείνους που αγαπώ πολύ, πώς ήταν δυνατόν να μη γράψω σε σένα που σ’ αγαπώ πολύ, σε λατρεύω, μου λείπεις και σε θυμάμαι πάντα; Ο Σταυρούλης σου». Το δεύτερο σημείωμα απευθυνόταν τα παιδιά, «Προς τον Πανούλη και τον Κωστάκη. Αγοράκια μου γεια σας. Βρίσκομαι στο παραπάνω στίγμα και σας γράφω δυο λόγια πελαγίσια χωρίς να ξέρω αν ποτέ θα τα διαβάσετε. Κι αυτό γιατί θα τα στείλω με μπουκάλι. Είναι μια παλιά συνήθεια να στέλνεις δυο λόγια μ’ αυτόν τον τρόπο σ’ αυτούς που αγαπάς πάρα πολύ. Σας θυμάμαι πάντοτε και παρακαλώ τον Θεό να περάσουν οι μέρες σύντομα και να γυρίσω για πάντα κοντά σας. Φιλάκια πολλά, με πολλή αγάπη, ο πατέρας σας». Το τρίτο γράμμα ήταν γραμμένο στα αγγλικά. «Αγαπητέ κύριε, όταν βρείτε αυτό το γράμμα παρακαλώ στείλτε το στο σπίτι μου. Ο καπετάνιος του “Αναστασία”».

Το μόνο στοιχείο
Αυτό ήταν και το μόνο στοιχείο που είχαν οι αρχές της Ιαπωνίας για να κατορθώσουν να βρουν τον αποστολέα του μηνύματος στο μπουκάλι. Το περίεργο θαλασσινό «εύρημα» εστάλη στην πρεσβεία της Ιαπωνίας στην Ελλάδα, η οποία ανέλαβε το δύσκολο έργο του εντοπισμού του ναυτικού.
Χρειάστηκε να ανατρέξουν σε αρχεία, με μέριμνα του ίδιου του πρέσβη που συγκινήθηκε από την ιστορία, και τελικά ο καπετάν Σταύρος βρέθηκε. Στα 72 του σήμερα, ευτύχησε να ενημερωθεί ότι το μήνυμά του είναι ασφαλές και έτοιμο να επιδοθεί στους οικείους του. «Μετά από εκείνο το ταξίδι, που ήταν ένα από τα τελευταία μου πριν συνταξιοδοτηθώ», όπως λέει στην «Κ», «είχα μιλήσει στη γυναίκα μου για το μήνυμα στο μπουκάλι. Δεν ξέρω αν με είχε πιστέψει τότε, αλλά τώρα πια έχω και τα πειστήρια!» λέει με κρυφή χαρά.
Με αφορμή τη λήξη αυτής της θαλασσινής ιστορίας, έχει προγραμματιστεί μια μικρή τελετή κατά την οποία το μπουκάλι θα παραδοθεί στον κ. Δρακάκη. «Δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο να μπουν σε τέτοιες φασαρίες», λέει σεμνά ο ίδιος. «Μα είναι τόσο όμορφη ιστορία κύριε Σταύρο!» του απαντάμε και γελάει. «Το πιο περίεργο είναι ότι δεν βρέθηκε σε κάποιο από τα νησιά της Χαβάης που ήταν κοντά. Το μπουκάλι ταξίδεψε τουλάχιστον 3-4.000 μίλια ώς την Ιαπωνία, από τη μέση του Ειρηνικού στο βόρειο Ειρηνικό».
«Τι μπουκάλι ήταν, θυμάστε;» τον ρωτάμε. «Ουίσκι πρέπει να ήταν παιδί μου. Δεν υπήρχαν και πολλά άλλα εκεί μέσα», λέει χαριτολογώντας.
Του έχει λείψει άραγε η θάλασσα; Οι ναυτικοί μαραζώνουν, λένε, στη στεριά. «Δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έχει λείψει, αλλά στην πραγματικότητα δεν θα ήθελα να ξαναμπαρκάρω. Αγαπούσα πολύ τη δουλειά μου, δονούμουν στη δουλειά μου, αλλά τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Τότε ήταν δύσκολη η ναυτοσύνη, αλλά ξεκουραζόσουν 5-10 μέρες στα λιμάνια. Τώρα η καταπίεση είναι μεγάλη, οι ρυθμοί άλλοι. Κι εγώ, μην ξεχνάς, τώρα ζω εκείνα που είχα χάσει όλα αυτά τα χρόνια. Από παιδί στη θάλασσα ήμουν, γέννημα θρέμμα από την Αίγινα, αυτή ήταν η μόνη προσιτή δουλειά για ανθρώπους σαν κι εμένα. Φτάνει τώρα, καλά πέρασα και καλά περνάω».
Από την άλλη άκρη της γραμμής ακούγεται η αγαπημένη του γυναίκα να τον φωνάζει να έρθει στο τραπέζι. «Ναι, Ελπίδα μου» της απαντά.

2.7.2010

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009

Ενας έρωτας του 1966 για δέκα ευρώ

Αλληλογραφία 31 επιστολών ανάμεσα σε μια Σουηδέζα
και έναν Ελληνα διασώζεται στην Αθήνα

ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ. «Σε όλη τη ζωή μου υπήρξα ρεαλίστρια. Ακόμα και όταν ήμουν πολύ μικρή. Τώρα είμαι ερωτευμένη με έναν άντρα πολύ νεότερό μου, ο οποίος βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά...», γράφει στο γράμμα της η Γκρέτα από τη Σουηδία στον Σπύρο από την Κυψέλη. Το γράμμα φέρει την ημερομηνία 13 Νοεμβρίου 1966. Δεν είναι το πρώτο ούτε το τελευταίο. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η ίδια θα συμπληρώσει τη σκέψη της: «Θα πρέπει να είμαι πραγματίστρια, αλλά νιώθω σαν έφηβη. Είναι ωραίος ο έρωτας...».

Η Γκρέτα επισκέφτηκε τη Ρόδο την άνοιξη του 1966. Κατά τις εβδομάδες που έμεινε εκεί γνωρίστηκε με τον Σπύρο. Ακολούθησε ειδύλλιο. Από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνει κανείς ότι μεταξύ του ζευγαριού υπάρχει μεγάλη διαφορά ηλικίας και απόστασης. Η σχέση θα είχε λοιπόν κατά πάσα πιθανότητα περιοριστεί στο όριο μιας περιπέτειας με φόντο το γαλανό της ελληνικής θάλασσας. Ωστόσο, μια τόσο απρόσμενη όσο και αναμενόμενη εξέλιξη ανατρέπει τα πάντα: «Προέκυψε ένα πρόβλημα... Περιμένω παιδί», αποκαλύπτει η Γκρέτα στην επιστολή της στις 4 Σεπτεμβρίου 1966.

Οι 31 επιστολές γράφτηκαν και εστάλησαν στο διάστημα μεταξύ της 18ης Ιουνίου 1966 και της 9ης Σεπτεμβρίου 1967. Φυλάχθηκαν τακτοποιημένες και αριθμημένες για περισσότερα από 40 χρόνια σε κάποιο συρτάρι μέχρι που πετάχθηκαν στο δρόμο μαζί με άλλα πράγματα του Σπύρου, προφανώς εκείνα που δεν είχαν κάποια οικονομική αξία. «Είθισται οι κληρονόμοι, που παίρνουν ένα σπίτι, να ξεχωρίζουν τα αντικείμενα που τους ενδιαφέρουν αλλά, επειδή βιάζονται είτε να το κατοικήσουν είτε να το πουλήσουν, καλούν συχνά κάποιον παλιατζή για να το αδειάσει. Στη συγκομιδή του ανακαλύπτει κανείς τα πιο απίθανα πράγματα, από παλιά έπιπλα, γραμμόφωνα και ρούχα, μέχρι παλιές ιστορίες και μυστικά κρυμμένα για χρόνια», μας περιγράφει ο γραμματέας του σωματείου ρακοσυλλεκτών «Ο Ερμής», Σπύρος Μαγαλιός. Τα γράμματα της Γκρέτας βρέθηκαν σε ένα κουτί γεμάτο με παλιές φωτογραφίες, λογαριασμούς κοινής ωφελείας και σημειωματάρια που ανήκαν στον Σπύρο. Κάποιος παλιατζής τα μάζεψε και τα έφερε στο παζάρι που στήνουν κάθε Κυριακή οι ρακοσυλλέκτες, στο σημείο όπου ενώνεται η Ερμού με την Πειραιώς. Εκεί τα αντικείμενα πουλήθηκαν ξεχωριστά. Η ιστορία που άλλαξε τις ζωές δύο ανθρώπων καταγεγραμμένη σε 31 επιστολές - 10 ευρώ. Συμφέρει.

Στο περιθώριο της ερωτικής ιστορίας διακρίνουμε τις κοινωνικές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών από όπου κατάγονται οι «ήρωές» μας. «Στη Σουηδία δεν θεωρείται πρόβλημα το να είναι μια μητέρα ανύπαντρη. Ξέρω ότι στη χώρα σου κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου αποδεκτό. Γι' αυτό, αν θεωρείς ότι δεν θέλεις να με ξαναδείς... θα το καταλάβω», γράφει η Γκρέτα. Σε άλλη επιστολή τον ρωτάει αν στην Ελλάδα υπάρχουν τηλεοράσεις, καθώς ο Σπύρος της είχε ζητήσει να εξηγήσει τη συντομογραφία «TV». «Εχω την τηλεόραση (TV) ανοιχτή και βλέπω τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος ήρθε προχθές στην Ελλάδα. Αυτό τον καιρό με ενδιαφέρουν τα πάντα που έχουν να κάνουν με την Ελλάδα», είχε γράψει η Γκρέτα σε προηγούμενο γράμμα της.

Λίγους μήνες αργότερα γεννήθηκε ο Πάτρικ, 3 κιλά και 58 εκατοστά, με μαύρα μάτια και καστανά μαλλιά, σαν τον πατέρα του. Ο Σπύρος σχεδίαζε να μεταναστεύσει στη Σουηδία αλλά δεν τα κατάφερε. Μετάνιωσε, άλλαξε γνώμη, τον πρόλαβε η χούντα; Ποιος ξέρει. Η ιστορία του ξεχάστηκε και πετάχτηκε στα σκουπίδια, για να ανακαλυφθεί 40 χρόνια αργότερα. Για να ξεχαστεί και πάλι. Τα υπόλοιπα, ας τα αναλάβουν οι ποιητές…

Του Κωστα Oνισενκο

Πηγή Καθημερινή

18.9.09

ShareThis