Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοπροτάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοπροτάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Tzvetan Todorov : Η παράξενη γοητεία του πολέμου

Αντίλαλοι πολέμου τόνισαν μουσικά, όπως και το 2011, το καλοκαίρι. Αυτή τη φορά όμως πήγαζαν από μια άλλη αραβική χώρα, τη Συρία και όχι τη Λιβύη. Και δεν είναι οι δυτικές δυνάμεις (οι δικές μας) αυτές που συνθλίβουν τον άτιμο εχθρό, πρόκειται για έναν εμφύλιο πόλεμο στον οποίο, επισήμως τουλάχιστον, είμαστε απλοί θεατές.
Μια φράση αποτυπώνει και ταυτόχρονα ενσαρκώνει το πνεύμα που χαρακτηρίζει τα στρατιωτικά ρεπορτάζ, η οποία ανήκει στην επιφανή δημοσιογράφο Φλοράνς Ομπενά («Λε Μοντ» της 24ης Ιουλίου). Περιγράφει ένα κομβόι έτοιμο να φύγει για τη μάχη. Κατόπιν προσθέτει: «Τριγύρω θαμπωμένα παιδιά σχηματίζουν μια τιμητική φρουρά. Είναι τέτοιος ο θαυμασμός που νιώθουν ώστε δεν τολμούν να πλησιάσουν αυτούς τους άνδρες». Καθώς η ίδια η δημοσιογράφος δεν τολμά να σχολιάσει τον θαυμασμό των παιδιών, τραγική εντούτοις συνέπεια της διαμάχης, καλούμαστε όλοι εμείς να μοιραστούμε αυτή την εμπειρία του δέους.

Η γοητεία μεταφράζεται, στον Τύπο, σε μια υπεραφθονία εικόνων: ο πόλεμος είναι φωτογενής. Στη μία σελίδα μετά την άλλη βλέπουμε τα καπνισμένα ερείπια των κτιρίων, τα πτώματα απλωμένα στους δρόμους, τους κακούς να οδηγούνται για ανάκριση, το πιθανότερο βίαιη• ή ακόμη, όμορφους νεαρούς με Καλάσνικοφ στα χέρια ή διαγώνια κρεμασμένα. Οι φωτογραφίες, το γνωρίζουμε, προκαλούν έντονα συναισθήματα, αλλά μεμονωμένα δεν εκφέρουν καμία κρίση και η σημασία τους μένει μετέωρη.
Η ίδια επιείκεια σημαδεύει και τα κείμενα που τις συνοδεύουν: ευχαριστιόμαστε να βλέπουμε τις συνέπειες μιας θαρραλέας επίθεσης, να ανακαλύπτουμε έναν στρατό έτοιμο να κατακτήσει την εξουσία. «Η μάχη ηλεκτρίζει τους αντάρτες», αλλά εμφανώς και τους δημοσιογράφους. Οι φωτογραφίες δείχνουν τα ανήσυχα πρόσωπα των κρατουμένων, οι λεζάντες τους ταυτοποιούν ζοφερά: «Ενας ύποπτος ως πληροφοριοδότης», «ένας αστυνομικός κατηγορούμενος για κατασκοπεία». Είναι άραγε ακόμη ζωντανοί τη στιγμή της δημοσίευσης;
Στη μεγάλη τους πλειονότητα τα μίντια δεν αρκούνται να αποτυπώσουν τον πόλεμο, τον εξυμνούν• έχοντας επιλέξει στρατόπεδο, συμμετέχουν στην πολεμική προσπάθεια. Για να λέμε την αλήθεια, ο πόλεμος ασκεί σχεδόν πάντα γοητεία, ίσως διότι εκπροσωπεί την κατεξοχήν κατάσταση όπου στο όνομα ενός ανώτερου ιδανικού είμαστε έτοιμοι να διακινδυνεύσουμε ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε, τη ζωή. Σε αυτό προστίθεται ο θαυμασμός που νιώθει το προσηλωμένο πνεύμα για τους ανθρώπους της δράσης, οι οποίοι μετασχηματίζονται γρήγορα σε σύμβολα• αλλά και η έλξη που ασκεί η βία: αντλούμε ευχαρίστηση από το θέαμα καταστροφών, σφαγών, βασανιστηρίων.
Η γοητεία του πολέμου οφείλεται επίσης στο ότι αποτελεί μια κατάσταση απλή, όπου η επιλογή είναι αυτονόητη: το καλό εναντίον του κακού, οι δικοί μας εναντίον των άλλων, τα θύματα απέναντι στους δήμιους. Ενώ πριν το άτομο μπορεί να έβρισκε τη ζωή του μάταιη ή χαοτική, τώρα αυτή αποκτά σοβαρότατο νόημα. Ετσι, δεν καθόμαστε να ψάξουμε την πραγματικότητα πίσω από τις λέξεις. Η επανάσταση είναι άραγε οπωσδήποτε καλή, όποια και αν είναι η έκβαση;
Και η μάχη για την ελευθερία δεν κινδυνεύει να κρύβει μια απλή επιθυμία για εξουσία; Αρκεί να επικαλείται κάποιος τα ανθρώπινα δικαιώματα για να θεωρείται ιερός υπερασπιστής τους;
Στα ίδια ρεπορτάζ όμως εμφανίζεται και μια άλλη εικόνα του πολέμου, αρκεί να προχωρήσει κανείς λίγο πιο πέρα από τους πηχυαίους τίτλους και τις λεζάντες και να ενδιαφερθεί για τις λεπτομέρειες των περιγραφών. Οι ιδεολογικές αιτιολογήσεις, απαραίτητες στο ξέσπασμα εμφυλίων πολέμων, δεν λειτουργούν στη συνέχεια παρά σαν περιτύλιγμα μιας ισχυρότερης λογικής, εγγενούς στον πόλεμο, μιας πλειοδοσίας αντιποίνων και κόντρα αντιποίνων, με τη βία συνεχώς να αυξάνεται. «Καμία συγχώρεση δεν είναι δυνατή, θα είναι οφθαλμός αντί οφθαλμού, οδούς αντί οδόντος». «Αυτούς που σκότωσαν θα τους σκοτώσουμε».

Η αδιαλλαξία γίνεται υποχρεωτική, η διαπραγμάτευση και ο συμβιβασμός εκλαμβάνονται ως προδοσίες. Τα κυριότερα θύματα δεν είναι οι μαχητές του ενός ή του άλλου στρατού, αλλά οι άμαχοι, που βαρύνονται με υποψίες για συνεργασία με τον εχθρό, που ζουν σε μια συνεχή ανασφάλεια, που πεθαίνουν σε τυφλές εκρήξεις, που εγκαταλείπουν τα σπίτια και τα χωριά τους, που συνωστίζονται σε προσφυγικούς καταυλισμούς γειτονικών χωρών.
Οι εμφύλιοι πόλεμοι δεν είναι ποτέ μια απλή αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο τμήματα του πληθυσμού, καθαγιάζουν την εξαφάνιση κάθε κοινής έννομης τάξης, την οποία ενσαρκώνει στις ημέρες μας το κράτος, και καθιστούν ως εκ τούτου θεμιτές τις εκδηλώσεις κτηνώδους δύναμης: λεηλασίες, βιασμοί, βασανιστήρια, προσωπικές βεντέτες, άνευ λόγου φονικά.
Αυτό είναι το πιθανό μέλλον των γεμάτων θαυμασμό σήμερα παιδιών.
 
Του Tzvetan Todorv
Ο Τσβέταν Τοντόροφ είναι βούλγαρος ιστορικός και δοκιμιογράφος, επίτιμος διευθυντής ερευνών στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Ερευνας (CNRS) και συγγραφέας, μεταξύ άλλων, των βιβλίων «Προς υπεράσπιση του Διαφωτισμού» (εκδ. Θύραθεν, 2011) και «Ο φόβος των βαρβάρων» (εκδ. Πόλις, 2009) 
 
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
22.9.2012

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Η πολιτική γύρω από το τραπέζι της κυρίας Μαρίκας

Μεθαύριο Τρίτη η κυρία Μαρίκα Μητσοτάκη γίνεται 81 ετών! Ευτύχησε να αποκτήσει ως τώρα πέντε δισέγγονα και αµέτρητα εγγόνια, να καµαρώσει τον σύζυγό της πρωθυπουργό, την κόρη της δήµαρχο Αθηναίων και υπουργό Εξωτερικών και τον γιο της βουλευτή. Αυτό που δεν είχε κάνει ως τώρα είναι να γράψει ένα βιβλίο για τις πασίγνωστες µαγειρικές συνταγές της. Και το έκανε τώρα. Αύριο το µεσηµέρι, µία µόλις ηµέρα πριν από τα γενέθλιά της, το βιβλίο της µε τίτλο «Συνταγές µε… ιστορία» που επιµελήθηκαν η κυρία Εµµανουέλα Νικολαΐδου και οι κόρες της Κατερίνα και Αλεξάνδρα θα ανέβει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, αφού το παρουσιάσουν οι κκ. Ηλίας Μαµαλάκης και Μίµης Ανδρουλάκης. Στο βιβλίο αυτό, που εκδίδεται από τις εκδόσεις Λιβάνη, είναι λογικό να είναι παρούσα και η πολιτική, βασικό πάντοτε συστατικό στην κουζίνα της κυρίας Μαρίκας. Το πρώτο κεφάλαιό της αποτελεί µια ιδιότυπη αυτοβιογραφία, όπου περιγράφει τις πιο ταραχώδεις περιόδους που έζησε πλάι στον Κώστα Μητσοτάκη, από το 1947 που τον γνώρισε σε ηλικία 17 ετών. «Η γιαγιά αν δεν φωνάξει δύο µέρες αναρωτιόµαστε όλοι µήπως δεν είναι καλά» αναφέρει η εγγονή της Αλεξία Μπακογιάννη που υπογράφει τον επίλογο του βιβλίου της. «Βασικά δύο πράγµατα κάνουµε σπίτι µας: τρώµε και συζητάµε» προσθέτει η κόρη της Αλεξάνδρα που προλογίζει την έκδοση.

Είναι γνωστό ότι η κυρία Μαρίκα Μητσοτάκη δεν µασάει τα λόγια της. Οτι εκφράζει χωρίς δισταγµό τις σκέψεις της. Αυτό κάνει µιλώντας και στο «Βήµα της Κυριακής», απαντώντας σε ερωτήσεις που «παντρεύουν» την κουζίνα της µε την πολιτική.

Ποιο είναι το πολιτικό γεύμα που θεωρείτε
ότι ήταν το πιο σημαντικό που ετοιμάσατε; Πολλοί πιστεύουν ότι ήταν εκείνο με τον Φλωράκη και τον Κύρκο, το οποίο, όπως έχετε πει, ποτέ δεν υπήρξε. Αλλοι αναφέρουν το γεύμα με τον Μπους. Αλλά είμαι σίγουρος ότι θα με διαψεύσετε…

«Νοµίζω ότι το πιο σηµαντικό ήταν το γεύµα που έδωσα στους ηγέτες των τριών χωρών, Βρετανίας, Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας, µαζί µε τον καγκελάριο της Γερµανίας για τον εορτασµό των 50 χρόνων από τη Μάχη της Κρήτης. Ισως το γεύµα του Μπους να ήταν πιο σηµαντικό για την Ελλάδα από αυτό που λέω εγώ, αλλά το άλλο είχε τεράστια συµβολική σηµασία, διότι κάθονταν για πρώτη φορά γύρω από ένα τραπέζι, να φάνε και να πιούνε, µετά το τέλος του πολέµου. Για να καταλάβετε, στον αντίστοιχο εορτασµό για την επέτειο της απόβασης στη Νορµανδία, 4 χρόνια µετά, ο Μιτεράν δεν κάλεσε τον Kολ. Ο Κώστας όµως επέµενε τότε παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της Αγγλίας. Τον άκουγαν κιόλας διότι γνώριζαν για την αντιστασιακή του δράση κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αλλωστε το τραπέζι για εµένα αυτό είναι. Μόνιασµα».

Ποιος θα λέγατε ότι είναι ο μεγαλύτερος καβγάς που έγινε σε δικό σας τραπέζι;

«Ηµασταν µια φορά σε τραπέζι µε κόσµο αρκετό, τον Κωνσταντίνο Καραµανλή, πρωθυπουργό τότε, µε τον Κώστα υπουργό. Και όπως ίσως ξέρετε, ο Καραµανλής ήταν ευέξαπτος και δεν δεχόταν αντιρρήσεις. Εγώ έκανα µια αθώα παρατήρηση για ένα επίκαιρο θέµα που αφορούσε την Αθήνα, για την οποία θεωρούσα ότι δικαιούµαι να εκφέρω άποψη ως βέρα Αθηναία. Ξεσπάει λοιπόν ο Καραµανλής και εγώ που, ως γνωστόν, δεν χαρίζω, απαντάω στον ίδιο τόνο, ώσπου αναγκάστηκε να παρέµβει ο Κώστας και να φωνάξει “πάψτε και οι δύο!” και έτσι αποφύγαµε τα χειρότερα…».

Εφέτος το τραπέζι των Χριστουγέννων
θα στρωθεί για πολλούς πολύ πιο δύσκολα. Τι σκέφτεστε όταν βλέπετε τη χώρα μας να βρίσκεται σε τόσο δύσκολη θέση;

«Σκέφτοµαι τους ανθρώπους που υποφέρουν… Πώς καταντήσαµε έτσι! Πολύ λυπάµαι που στο τέλος της ζωής µου βλέπω τον τόπο µου να περνά τέτοια δοκιµασία. Είναι τροµερό, ξέρετε, για τη δικιά µας γενιά, πολλούς από εµάς που ζήσαµε στερήσεις, τον πόλεµο, την Κατοχή, και ονειρευόµασταν ένα καλύτερο µέλλον για τα παιδιά και τα εγγόνια µας να βλέπουµε τις επόµενες γενιές να ζουν χειρότερα από τις προηγούµενες. Η πρώτη φροντίδα όµως πρέπει να είναι να µη µείνουν άνθρωποι χωρίς ένα πιάτο φαΐ εφέτος τα Χριστούγεννα. Και αυτό δεν είναι φροντίδα µόνο του κράτους. Είναι φροντίδα όλων µας».

Με ποιο από τα οικονομικά μέτρα που ανακοινώθηκαν πρόσφατα εξοργιστήκατε, ως ελληνίδα μητέρα και γιαγιά;

«Με το κόψιµο του ρεύµατος αδιακρίτως. Μα δεν κοιτάς τι κάνεις, δεν σε νοιάζει; Χίλιες φορές να το κόψεις σε όλους αυτούς τους φοροφυγάδες, αλλά είναι τόσος κόσµος που δεν µπορεί… Τι θα κάνει δηλαδή η γριά µε το ισόγειο στην πλατεία Αµερικής που της έκοψες τη σύνταξη, τα παιδιά της δεν νοιάζονται και τώρα δεν έχει να σου δώσει; Να πεθάνει; ∆εν είναι πράµατα αυτά».

Αν είχατε να ετοιμάσετε ένα τραπέζι στη Μέρκελ και στον Σαρκοζί τι θα τους μαγειρεύατε και τι θα τους λέγατε υψώνοντας το ποτήρι σας;

«Θα τους µαγείρευα σίγουρα ελληνικό φαΐ, για να δουν… Καλτσουνάκια για µεζέ, γιουβέτσι και γαλακτοµπούρεκο. Να µάθουν τι πάει να πει ελληνική φιλοξενία και µια λέξη που δεν υπάρχει σε άλλες γλώσσες: το φιλότιµο. Αλλά νοµίζω ότι θα τους έλεγα “χάλια τα έχετε κάµει! Τέλος πάντων, στο χέρι σας είναι να κάµετε το σωστό”».

Στον Αριστοτέλη Ωνάση σερβίρατε το 1966 μια γουρουνοκεφαλή! Αν κάνατε τραπέζι στον Λουκά Παπαδήμο, τι θα του σερβίρατε;

«Κρητικό βραστό µε πιλάφι. Να πάρει δύναµη».

Από τους έλληνες πολιτικούς ποιους θα καλούσατε σε ένα δικό σας γεύμα για τέσσερις;

«Ισως σας φανεί περίεργο, αλλά θα καλούσα δύο χοντρούς! Τον Πάγκαλο και τον Βενιζέλο. Να ευχαριστηθούν το φαγητό, βρε παιδί µου».

Λένε ότι είστε πολύ αυστηρή με την οικογένειά σας για την ώρα του μεσημεριανού γεύματος. Οτι δεν ανέχεστε να καθυστερούν να προσέλθουν. Ισχύει ότι κάποτε απαιτήσατε από τον σύζυγό σας να επισπεύσει το Υπουργικό Συμβούλιο για να είναι εγκαίρως παρών στο τραπέζι;

«Οχι βέβαια, δεν ισχύει. Ο Κώστας κατ’ αρχάς είναι από µόνος του πολύ τυπικός και θέλει να τρώει στην ώρα του, πράγµα που βεβαίως εξυπηρετεί και εµένα γιατί, κακά τα ψέµατα, όποιος µαγειρεύει ξέρει ότι το φαΐ πρέπει να τρώγεται στην ώρα του. Αλλά όποτε αργούσε, κυρίως παλιά που ήταν βουλευτής και η Βουλή τελείωνε 3, 4 το πρωί, πάντα τον περίµενα µε το τραπέζι στρωµένο να κάτσει να φάει και να του κάνω παρέα. Οσο για τα παιδιά, είµαι όντως αυστηρή, κυρίως στην Κρήτη όπου είµαστε πολλοί. Τόσα άτοµα, δεν είµαστε εστιατόριο να τρώει ο καθένας όποτε θέλει! Θα ‘πρεπε να είµαι όλη µέρα στην κουζίνα. Τρώµε στις δύο και στις εννιά, όποιος δεν θέλει να το πει, να ξέρουµε, να µην ετοιµάζουµε».

Προδηµοσίευση από το βιβλίο που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Λιβάνη
«Πώς γνώρισα τον Κώστα»
«Τελείωσα το σχολείο και όταν άρχισαν οι διακοπές, πήρα µια µέρα µια φίλη µου και πήγαµε στη Βουλή, έτσι για να δούµε πώς ήταν. Στις πρώτες σειρές καθόταν ο Μητσοτάκης, ο οποίος µου τράβηξε αµέσως την προσοχή. Ρώτησα να µάθω ποιος ήταν και µου είπαν ότι επρόκειτο για έναν νέο βουλευτή από την Κρήτη, αρκετά γνωστό ήδη και πολλά υποσχόµενο. Ο Κώστας τότε ήταν σχεδόν τριάντα ετών – και η αλήθεια είναι ότι, από την πρώτη στιγµή, τον έβαλα στο µάτι!.

∆εν έτυχε να ξαναϊδωθούµε, παρά δύο χρόνια αργότερα: Ενα βράδυ, έβαλα ένα ωραίο φουστάνι και πήγα στον χορό που είχε διοργανώσει ο Ερυθρός Σταυρός, προς τιµήν της Νταίζης Μαυράκη, η οποία είχε εκλεγεί τότε σταρ Ελλάς – σπουδαίο γεγονός για την εποχή! Να τος λοιπόν µπροστά µου ο Κώστας! Εγώ στεκόµουν πίσω από τον πάγκο µε τα ποτά, καθώς, ως µέλος της Επιτροπής του χορού, είχα αναλάβει καθήκοντα να περιποιηθώ τους καλεσµένους. Πλησιάζει λοιπόν εκείνος, ψηλός, ωραίος, και µου λέει: ‘‘Θέλω, παρακαλώ, ουίσκι µε πάγο’’.

‘‘Ενα ποτήρι;’’ ρωτάω εγώ.

‘‘Οχι’’, απαντά εκείνος, ‘‘δύο ποτήρια! Ενα για µένα κι ένα για σας”’.

Πολλά λόγια δεν χρειαζόντουσαν. Χορέψαµε µαζί τον πρώτο χορό, µετά τον δεύτερο, τον τρίτο και κάποια στιγµή, αργά το βράδυ, µου λέει:‘‘Η παρέα µου κι εγώ θα πάµε στην Αθηναία. Θα έρθετε;’’. Βρήκα µια καλή δικαιολογία για να µπορέσω να ‘‘το σκάσω’’ από τη δική µου παρέα, ακολούθησα τους φίλους του Κώστα και συνεχίσαµε τον χορό ως αργά, ξηµερώµατα σχεδόν.

Μετά ξαναβρεθήκαµε αρκετές φορές, αλλά το µεγάλο ειδύλλιο ξεκίνησε στη Μύκονο. Εγώ βρισκόµουν εκεί µε τις φίλες µου και ένα βράδυ που είχε, θυµάµαι, τροµερή τρικυµία ήρθε και ο Μητσοτάκης µε τον φίλο του, τον Πάνο Κόκκα. Εκεί αναπτύχθηκε το αίσθηµα…».

«Το Bloody Mary του Επιτίµου»
Οσοι υποστηρίζουν ότι ο Μητσοτάκης πίνει…αίµα, θα νιώσουν δικαιωµένοι από τη συγκεκριµένη αποκάλυψη της κυρίας Μαρίκας Μητσοτάκη.

«Στην Κρήτη», λέει η κυρία Μητσοτάκη, «ο Κώστας έχει και µία συνήθεια που πολύ τη διασκεδάζουµε! Μπορεί κατά τα άλλα να µην ξέρει να βράσει ούτε αβγό, που λέει ο λόγος, κι ούτε πιάνουν τα χέρια του µε ηλεκτρικά, υδραυλικά και τέτοια, έχει όµως δύο σπεσιαλιτέ: τη vinaigrette για τη σαλάτα και το κοκτέιλ Bloody Mary. Το δεύτερο αποτελεί µια ολόκληρη “ιεροτελεστία’’, που επαναλαµβάνεται µόνο τις Κυριακές το µεσηµέρι και µόνο στην Κρήτη – ποτέ στην Αθήνα και ποτέ βράδυ! Το… πρωτόκολλο λέει ότι πρώτα πίνουµε το κοκτέιλ και µετά κάνουµε ανυπερθέτως µπάρµπεκιου! Είναι τόσο συγκεκριµένο και απαράβατο το τυπικό αυτό, ώστε όλοι, τα παιδιά µας, οι φίλοι τους, οι καλεσµένοι, κανονίζουν τα προγράµµατά τους ανάλογα προκειµένου να µη λείψουν από την… τελετή! Τα πάντα, αφίξεις, αναχωρήσεις ρυθµίζονται βάσει του Bloody Mary και της ψησταριάς. Οσον αφορά τη διαδικασία, είναι για… φωτογραφία: ο Μητσοτάκης έχει µπροστά του απλωµένα όλα τα υλικά – την ντοµάτα, τη βότκα, αλάτι, πιπέρι, ταµπάσκο – και, ως µεγάλος ιερεύς, τα αναµειγνύει, τα αναδεύει και φτιάχνει το κοκτέιλ!».

«Οι ντολµάδες του Χαρίλαου»
Το 1989, µε αφορµή τον σχηµατισµό της οικουµενικής κυβέρνησης, οι τότε ηγέτες της Αριστεράς – Λεωνίδας Κύρκος και Χαρίλαος Φλωράκης – συναντήθηκαν µε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη στο σπίτι του τελευταίου, στη Γλυφάδα. Η συνάντηση εκείνη πέρασε στην Ιστορία µε τίτλο «Τα ντολµαδάκια της Μαρίκας», ανάγοντας περίπου σε κορυφαία «είδηση» τις δηµοσιογραφικές πληροφορίες – ή µάλλον εικασίες! – περί της προτίµησης που έδειξε ο Φλωράκης ειδικά στη συγκεκριµένη… διάσηµη συνταγή.

Μόνο που, όπως θυµάται η Μαρίκα Μητσοτάκη, «δεν ήταν καν δείπνο, αλλά µια απλή συνάντηση, µε εξίσου απλό κέρασµα, καφέ και γλυκό.

Οπως ήταν φυσικό, έξω περίµεναν οι ρεπόρτερ και την εποµένη είδα τα πρωτοσέλιδα περί… ντολµάδων!

Επρόκειτο βέβαια για δηµοσιογραφικό ‘‘εύρηµα’’!».

Χρόνια µετά, συνάντησε ο Φλωράκης τον Μητσοτάκη και του λέει:

«Τι θα γίνει; ∆εν θα µας καλέσεις επιτέλους να φάµε εκείνα τα περίφηµα ντολµαδάκια της γυναίκας σου;». «∆υστυχώς, τελικά δεν αξιωθήκαµε να τα φάµε» προσθέτει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΕΞΙΑΣ
Η φασολάδα, οι αγκινάρες και το πρωινό του Μητσοτάκη
Οπως είναι φυσικό, στο βιβλίο της κυρίας Μαρίκας γράφει και ο κ. Κ. Μητσοτάκης αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά το αγαπηµένο του φαγητό, αλλά και το µυστικό της ευεξίας του, που δεν είναι τίποτε άλλο από το πρωινό του.

«Στην Κατοχή, επί έντεκα ολόκληρους µήνες έζησα τρώγοντας µόνο φασολάδα σκέτη, χωρίς λάδι. Τότε ήµουν ‘‘γραµµένος’’ σε τρία συσσίτια: των δικηγόρων, µιας και ανήκα πια στον Σύλλογο, των εφέδρων αξιωµατικών και των Κρητών. Είχα στην τσέπη µου ένα κουτάλι και έτρωγα µε τη σειρά, και στα τρία, από ένα πιάτο φασολάδα… Μ’ αρέσουν και οι αγκινάρες ωµές, τις έχω και στο πρόγευµα όταν είναι η εποχή τους, κοµµένες, µε λίγο αλάτι και λεµόνι. Είναι καλός µεζές και για το κρασί. Τα παιδιά µου επιµένουν ότι τρώω πολύ, αλλά δεν είναι αλήθεια! Απλώς τρώω πολύ αργά, µασάω είκοσι - τριάντα φορές κάθε µπουκιά, ακόµη και το µέλι, µε το οποίο ξεκινάω την ηµέρα µου».

«Ο Κώστας τρώει απ’ όλα και κυρίως όσα δεν τρώω ευχάριστα εγώ: χόρτα χιλίων ειδών, φασολάδες, φακές, όλα τα όσπρια» προσθέτει η κυρία Μαρίκα. «Εγώ, λόγω των αναµνήσεων από την Κατοχή, έκτοτε δεν ξανάφαγα φασόλια. Ρεβίθια δεν τρώω ποτέ. Προτιµώ τις φακές και τη φάβα. Παλιά δεν ήµουν καθόλου άνθρωπος των φρούτων, µε τα χρόνια άλλαξα και µ’ αρέσουν.

Ο Κώστας Μητσοτάκης ξεκινά τη µέρα του λιτά, και συγκεκριµένα: το πρωινό του περιλαµβάνει πάντα µια κουταλιά µέλι µε ένα ποτήρι κρύο νερό, στη συνέχεια χυµό από ένα πορτοκάλι, ένα γκρέιπφρουτ και ένα λεµόνι, µια σούπα µε κουάκερ και, όταν είναι η εποχή της, µία ωµή, κοµµένη αγκινάρα µε λίγο αλάτι και λεµόνι. Επίσης πίνει κι ένα ελληνικό καφεδάκι σκέτο, καθώς αποφεύγει τη ζάχαρη».

|||||||| Η γουρουνοκεφαλή του Ωνάση
«Θυµάµαι ακόµη µία αµίµητη ιστορία, εκείνη µε τη… γουρουνοκεφαλή!» παρεµβαίνει η Ντόρα Μπακογιάννη. «21 Μαΐου 1966, είναι η γιορτή του πατέρα µου και µ’ έχουν αφήσει να µείνω ως αργά µε τους µεγάλους. Από νωρίς έχουν έρθει όλοι οι φίλοι και οι συγγενείς από την Κρήτη, τρώνε, πίνουν, η ώρα περνάει και φτάνει µιάµιση το πρωί. Ξαφνικά χτυπάει η πόρτα και µπαίνει µέσα ο Ωνάσης, που έµενε δίπλα µας στη Γλυφάδα. Αφού ευχήθηκε, γυρνάει στη µητέρα και λέει: ‘‘Μαρικάκι, έχεις τίποτα να φάω; Πεινάω!’’. Του τραβάει λοιπόν εκείνη ένα ‘‘λούσιµο’’ ανεπανάληπτο!

‘‘∆εν ντρέπεσαι’’, του λέει, ‘‘άνθρωπος µε τόσα καλά, να µην έχεις στο σπίτι σου κάτι να φας το βράδυ;’’. Αφού τον έκανε λοιπόν ‘‘ασήκωτο’’, στο τέλος τού λέει: ‘‘Εχω µια γουρουνοκεφαλή, αν θέλεις, φά’ τη!’’. Κι έκατσε ο Ωνάσης και την έφαγε». 
Του Βασίλη Χιώτη
Πηγή Το Βήμα
27.11.2011

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

Προτάσεις : Παλίμψηστο της ιστορικής μνήμης για τη Λήμνο

Παλαιότερη δημοσίευση 
Μια δίτομη έκδοση για την ιστορική, πολιτιστική και εκκλησιαστική κληρονομιά του νησιού από την προϊστορική εποχή μέχρι σήμερα
ΛΕΥΚΩΜΑ
Της Μαριας Λαμπαδαριδου-Ποθου
Λήμνος: «Εκκλησιαστική κληρονομιά και ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά». Δύο τόμοι, 409 και 470 σελίδες. Επιμέλεια έκδοσης Γιώργος Κωνσταντέλλης, έκδοση 2010.
Η Λήμνος είναι ένα ιδιαίτερο νησί, στο πέρασμα Ανατολής και Δύσης. «Απασέων γαιάων φιλτάτη» την αποκάλεσε ο Ομηρος και τα γλυπτά του Αλκαμένη ήταν εφάμιλλα του Φειδία. Πέντε τραγωδίες ενέπνευσε στους τραγικούς μας ποιητές. Ενα νησί ευλογημένο από τους θεούς. Τελετουργία ζωής και μύθοι και αγώνες ανθρώπων κοσμούν το πέρασμά της στους αιώνες. Και η προσφορά της στον παγκόσμιο πολιτισμό ήταν τεράστια. Υπήρξε κοιτίδα μεγάλου πολιτισμού, αλλά και ιστορικών αγώνων, που άφησαν τα σημάδια τους. Ανώνυμοι και επώνυμοι ήρωες και αυτοθυσίες, μεγαλοπρεπείς ναοί και σχολειά με τη σφραγίδα των δωρητών της σε εποχές σκοτεινές, μια πολύμορφη κληρονομιά που διαγράφει το πρόσωπο του σημερινού Λήμνιου. Μια κληρονομιά που είναι μαζί πολιτισμός και παλίμψηστο της ιστορίας της.
Σήμερα, ένα σπουδαίο δίτομο έργο ήρθε να επικεντρώσει όλους τους θησαυρούς του ακριτικού νησιού, να τους αναδείξει, εν τέλει, να τους διασώσει στους επιλήσμονες καιρούς μας. Εμπνευστής και μαζί χορηγός του μέγιστου αυτού έργου είναι ένας νοσταλγός της διασποράς, που έφυγε παιδί από το νησί και ονειρεύτηκε να καταθέσει την ψυχή του σε αυτήν την πνευματική προσφορά, ο Γεώργιος Κωνσταντέλλης, από τα Καμίνια της Λήμνου. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό έργο εννιακοσίων σελίδων άκρως καλαίσθητο ώς την τελευταία του λεπτομέρεια, που το επιμελήθηκε ο ίδιος ο δημιουργός του. Και οι συνεργάτες του, διαπρεπείς επιστήμονες, ερευνητές και καλλιτέχνες, εργάστηκαν με την ίδια αφοσίωση για να πραγματοποιηθεί αυτός ο μέγας πνευματικός άθλος.
Ιερά κειμήλια και μετόχια
Ο πρώτος τόμος φέρει τον τίτλο: «Λήμνος, εκκλησιαστική κληρονομιά» και αναφέρεται στα ιερά κειμήλια που διασώθηκαν, εικόνες παλαιές, λειτουργικά σκεύη, άμφια, παλαιά βιβλία, χαρακτικά. Μια εμβριθής μελέτη και αξιολόγηση 496 έργων τέχνης που πραγματοποιήθηκε από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Θράκης Γεώργιο Τσιγάρα. Στον ίδιο τόμο, ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Φωκίων Κοτζαγεώργης μελετά και καταγράφει τα Αγιορείτικα μετόχια των βυζαντινών χρόνων, που υπήρξαν πολλά και πλούσια στη Λήμνο λόγω του γειτονικού Αθω και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας του Λήμνιου. Επίσης στον τόμο γίνεται μια ανασκόπηση της ιστορίας της Εκκλησίας στη διαδρομή των αιώνων, ένα κείμενο μεγάλης έρευνας από τη λημνιακής καταγωγής διδάκτορα Θεοδώρα Παλαμηδά-Ευθυμιάδου.
Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι η Λήμνος είχε τόσο πλούσια εκκλησιαστική κληρονομιά. Οι Λήμνιοι έζησαν την εγκοσμιότητά τους στη σκιά του Αθω και ήταν επόμενο να βιώσουν την ιερότητα και το μυστήριο ως αναζήτηση της υπερβατικής γνώσης και να διαμορφώσουν, μέσα από δοξασίες και κατάλοιπα τελετουργιών της αρχαιότητας, μια ιδιαίτερη συνείδηση του θείου.
Ιστορία και πολιτισμός
Ο δεύτερος τόμος φέρει τον τίτλο «Λήμνος, ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά» και προλογίζεται από τον πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών και καθηγητή Κωνσταντίνο Σβολόπουλο, ο οποίος επισημαίνει τη σημασία της διάσωσης του ιστορικού και πολιτιστικού πλούτου και την προσφορά του σε παγκόσμιο επίπεδο. Στη συνέχεια, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Tufts των Ηνωμένων Πολιτειών Robert Devigne αναφέρεται στην προσφορά της Λήμνου στον παγκόσμιο πολιτισμό και συγκεκριμένα στο πρώτο βουλευτήριο της ανθρώπινης ιστορίας, το οποίο υπάρχει στη Λήμνο από την προϊστορική εποχή, στην περιοχή της Πολιόχνης. Σημαντική αναφορά στον οικισμό της Πολιόχνης κάνουν επίσης ο David W. Rupp, καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Brock του Καναδά, και η αρχαιολόγος Μεταξία Τσιποπούλου, διευθύντρια του Εθνικού Αρχείου Μνημείων.
Την έρευνα για τη «Λημνία Γη» ή «Terra sigillata» (γη εσφραγισμένη), που υπήρξε το πρώτο σφραγισμένο φάρμακο στην ιστορία της ιατρικής επιστήμης, υπογράφει ο Λήμνιος γιατρός Σπυρίδων Παξιμαδάς, ο οποίος επί σειρά ετών εργάστηκε πάνω στο φαινόμενο αυτό συλλέγοντας στοιχεία και μαρτυρίες. Επίσης, ο καθηγητής Καρδιολογίας Χριστόδουλος Στεφανάδης αναφέρεται στο ίδιο φαινόμενο της «Λημνίας Γης» σε κείμενό του με τίτλο: «Λήμνια Γη: Το πρώτο φάρμακο παγκοσμίως με σήμα κατατεθέν».
Λαογραφία και μετανάστευση
Ακολουθούν ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία του νησιού. Ο ιστορικός μελετητής και συγγραφέας Θεόδωρος Μπελίτσος, σε εκτενές κείμενό του, αναφέρεται στην ιστορία της Λήμνου από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας, και στην πλούσια λαογραφία της. Ο συγγραφέας Βασίλης Γαμβρούδης μιλάει για τη μεταπολεμική Λήμνο, όπως την έζησε παιδί. Ο εκπαιδευτικός Ηλίας Βολιανίτης γράφει για τους Ελληνες και Λήμνιους του Σουδάν, για τον αγώνα επιβίωσής τους, ενώ για τους Λήμνιους της διασποράς στην Αίγυπτο, την Αμερική, την Αφρική και την Αυστραλία γράφει και πάλι ο Θεόδωρος Μπελίτσος, σε μια πολύτιμη μεγάλης έρευνας εργασία. Πρόκειται για μια ανθρώπινη διαδρομή μόχθου, του 18ου και 19ου αιώνα, διαδρομή φτώχειας, ονείρων, αξιοπρέπειας, αλλά και μεγαλουργίας. Καταγράφει τους πολύ σημαντικούς ευεργέτες και δωρητές της Λήμνου, κυρίως από τους μετανάστες στην Αίγυπτο, που ήταν τότε κοιτίδα πολιτισμού. Προσωπικότητες ισχυρές που όχι μόνο τη Λήμνο ευεργέτησαν, αλλά ολόκληρο το τότε χειμαζόμενο έθνος. Αυτή η καταγραφή των δωρητών της Λήμνου, η διάσωση της μνήμης και του έργου τους, πιστεύω πως είναι από τα πιο σημαντικά που προσφέρει ο παρών τόμος, σε μια εποχή επιλήσμονη. Για παράδειγμα, ο σερ Τζων Αντωνιάδης έφυγε φτωχό δεκάχρονο παιδί από τη Λήμνο και μεγαλούργησε. Είχε αποκτήσει μεγάλα πλούτη και είχε αναλάβει την τροφοδοσία του αγγλικού στρατού κατά την εισβολή στο Σουδάν, στον Κριμαϊκό πόλεμο, και το 1865 η βασίλισσα Βικτόρια του έδωσε το χρίσμα του Ιππότη. Στη Λήμνο πολλά ανάκτορα και σχολειά φέρουν την υπογραφή τής δωρεάς του.
Ομως εκείνο που καταδεικνύει η διαδρομή της μετανάστευσης του περασμένου αιώνα είναι ότι όλοι εκείνοι οι άνθρωποι του μόχθου βίωσαν την ίδια αγωνία του νόστου και της επιστροφής, την ίδια διακαή αγάπη για τον πάτριο τόπο. Και είτε ως άνθρωποι απλοί της καθημερινότητας είτες ως προύχοντες ευεργέτες επέστρεψαν στην πατρίδα τους, συμβάλλοντας με την εμπειρία τους στην ανάπτυξη ενός νέου πολιτιστικού οράματος.
Ο εμπνευστής των δύο αυτών πολύτιμων τόμων Γιώργος Κωνσταντέλλης ομολογεί πως υπήρξε παιδί της διασποράς και το έργο του αυτό τον τιμάει ιδιαίτερα, γιατί κατάφερε να μετα-ποιήσει τον παιδικό του νόστο σε μέγιστη πνευματική προσφορά.
Αξίζει να αναφερθεί η εξαιρετική φωτογράφιση των κειμηλίων από τον Λήμνιο καλλιτέχνη Χρήστο Καζόλη.

12.10.2010

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Βιβλιοπροτάσεις : Το αίνιγμα όλων των εποχών - Ιωάννα της Λωραίνης

Jean d' Arc c.1485, Centre Historique des Archives Nationales,Paris,  AE II 2490
Ο Μαρκ Τουέιν, εθνικός χιουµορίστας των ΗΠΑ, αιφνιδίασε στα τέλη του 19ου αιώνα πειραµατιζόµενος µε τη µυθιστορηµατική βιογραφία, φιλοτεχνώντας ένα αποθεωτικό πορτρέτο και ξορκίζοντας µια προγονική, αγγλοσαξονική ενοχή: την πυρπόληση µιας «αγίας», της Ιωάννας της Λωραίνης, ως µάγισσας.

H Ζαν ντ’ Αρκ, λέει ο Μαρκ Τουέιν, «αποτελεί το θαύµα όλων των εποχών». Επίσης, «αποτελεί και το αίνιγµα όλων των εποχών». Γιατί; Γιατί οι ιστορικές προσωπικότητες που ξεφεύγουν πολύ από τα κοινά µέτρα, δεν έχουν απλώς ένα µεγάλο ταλέντο. «Η ιδιοφυΐα γεννιέται τυφλή. Και δεν ανοίγει τα µάτια της από µόνη της, παρά συµβάλλουν σ’ αυτό οι λεπτές επιδράσεις µυριάδων εξωτερικών ερεθισµάτων».

Η Ζαν ντ’ Αρκ είναι η εξαίρεση. Γεννηµένη φτωχή, σε ένα χωριό που δεν παρείχε καµία προϋπόθεση διαµόρφωσης προσωπικότητας, έγινε στα δεκαεπτά της ένα αγράµµατο παιδί - θαύµα. Πήγε στον παλαίµαχο διοικητή της Βοκουλέρ και απαίτησε να της δώσει στρατό, αφού ο Θεός τής είχε δώσει εντολή να ξαναδώσει στον βασιλιά το χαµένο του βασίλειο και να του ξαναφορέσει το στέµµα στο κεφάλι. Στην αρχή ο διοικητής γέλασε. Αλλά ήταν τέτοια η επιµονή της επί µήνες, που στο τέλος υποχώρησε. Τι είχε να χάσει; Η χώρα ήταν διαλυµένη και ταπεινωµένη από τους Αγγλους που κέρδιζαν τον περίφηµο Εκατονταετή Πόλεµο.

Το κορίτσι κατόρθωσε να πείσει µέχρι και τον αποκαθηλωµένο βασιλιά. Και έπειτα από άµεσες, απρόσµενες και διαδοχικές νίκες, µπήκε θριαµβεύτρια στη Ρεν και έστεψε τον Κάρολο Ζ’ ξανά. Το µόνο που ζήτησε ως αντάλλαγµα ήταν να απαλλαγεί το άσηµο χωριό της από τους φόρους, κάτι που έγινε δεκτό και τηρήθηκε για 360 χρόνια. Οι εκστρατείες της συνεχίστηκαν, αλλά λίγο αφότου έκλεισε τα 18 της χρόνια, συνελήφθη στην Κοµπιένη και αιχµαλωτίστηκε. Ο Ιωάννης του Λουξεµβούργου που την κρατούσε απαίτησε πριγκιπικά λύτρα για να την ελευθερώσει, δηλαδή 61.125 φράγκα. ∆εν τα έδωσε ούτε ο βασιλιάς ούτε το έθνος. Στο τέλος τα πλήρωσε ο επίσκοπος Κοσόν (στα γαλλικά: γουρούνι) του Μποβέ, για λογαριασµό όµως των Αγγλων. Την έκλεισε στα µπουντρούµια του κάστρου της Ρουέν και τη δίκασε σε µια στηµένη δίκη. Το κορίτσι που πρόλαβε στα 17 του να γίνει ο νεώτερος αρχιστράτηγος της Ιστορίας, που πολεµώντας µόλις έναν χρόνο και έναν µήνα έπλη ξε ανεπανόρθωτα τους Αγγλους και απέκλεισε την πιθανότητα να µείνει η Γαλλία αγγλική επαρχία για πάντα, καταδικάστηκε ως αιρετική, αποστάτισσα, ειδωλολάτρισσα. Και κάηκε στην πυρά, στην πλατεία της Παλιάς Αγοράς στη Ρουέν.

Αν αποκαταστάθηκε, αυτό οφείλεται στους εχθρούς της, τους Αγγλους. Που διέδιδαν ότι δεν µπορεί να είναι έγκυρη µία στέψη βασιλιά που έγινε από µια γυναίκα - µάγισσα, σύµµαχο του Σατανά. Ο Κάρολος ζήτησε από τον Πάπα να διατάξει αναψηλάφηση της δίκης, όπερ και εγένετο. Η νέα απόφαση της Εκκλησίας, ύστερα από µήνες ερευνών και εξέτασης µαρτύρων, δικαίωσε και αποκατέστησε τη «λυτρώτρια της Γαλλίας».

Αν όµως η Ζαν ντ’ Αρκ είναι «το αίνιγµα όλων των εποχών», αίνιγµα αποτελεί και το γιατί ο Μαρκ Τουέιν θέλησε να περιγράψει µυθιστορηµατικά τη βιογραφία της. Εγραψε αυτό το βιβλίο αργά, όταν πλησίαζε τα εξήντα του χρόνια, το 1895. Στην Ελλάδα, να πούµε παρενθετικά, έκανε άλλα 116 χρόνια για να µεταφραστεί. Το περίεργο είναι ότι το βιβλίο αυτό δεν έχει κανένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του συγγραφέα του «Χάκλµπερι Φιν» και του «Τοµ Σόγιερ». Του λείπει το απαράµιλλο χιούµορ του και η δηκτικότητά του. Του λείπει το πνεύµα αµφιβολίας, αµφισηµίας αλλά και ασέβειας που χαρακτηρίζει τα κείµενά του. Είναι ένα καλογραµµένο βιβλίο που αποτελεί όµως απλώς έκφραση απέραντου θαυµασµού. Ο Τουέιν, άνθρωπος καθόλου θρήσκος, δέχεται ασχολίαστα τις «φωνές» που ακούει η Ιωάννα της Λωραίνης από τους αγγέλους, οι οποίοι υποτίθεται ότι της µεταφέρουν µηνύµατα του Θεού. Και φιλοτεχνεί ένα άσπιλο, αψεγάδιαστο πορτρέτο.

Μία εξήγηση είναι η αγγλοσαξονική παράδοση λατρείας της Ιωάννας της Λωραίνης, που εδράζεται µάλλον στην ενοχή: «κάψαµε µια αγία», είπε ένας εκπρόσωπος του άγγλου βασιλιά µπροστά στην πυρά. Μια άλλη, ότι είναι πολύ απλά µία προσωπικότητα που µαγεύει. Εχει εµπνεύσει θρησκευόµενους και άθεους, από τον Τζορτζ Μπέρναρ Σο µέχρι τον Μπέρτολντ Μπρεχτ και από τον Μισλέ µέχρι τον Ανατόλ Φρανς. Ηρθε από το πουθενά και έγινε εθνική ηρωίδα. ∆εν είχε προσωπικές φιλοδοξίες ούτε δεύτερες σκέψεις. Μόνο πίστη στον Θεό και στο σκοπό της. Μια γυναίκα που έγινε αιώνιο σύµβολο πατριωτισµού. 
 
Του Μανώλη Πιμπλή

Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
18.6.2011


Βιβλιοπροτάσεις : Η Ελλάδα του '50 σε κόμικς

Στην «Κατάρα των τριάντα αργυρίων», το τελευταίο επεισόδιο της διάσηµης βελγικής σειράς κόµικς, το πρωταγωνιστικό ντουέτο φτάνει µέχρι τα µέρη µας. Λύνει µια αρχαία κατάρα και παίρνει µια µυρωδιά από τις χάρες και τις οµορφιές της Ελλάδας του 1950, όπως τις είδαν οι δηµιουργοί του βασισµένοι σε εικόνες γνωστών φωτογράφων της εποχής. Πιστολίδι στα σοκάκια της Πλάκας. Καταδίωξη στη Μάνη και φρεναρίσµατα µπροστά από ένα κοπάδι τροµαγµένα πρόβατα. Γερµανικές τορπίλες στανερά του Αιγαίου, κατασκοπεία σε ένα ψαρονήσι της Κρήτης και µερικές γουλιές «Ρετσίνα Κουρτάκη». 
 
Οχι, στην πιο πρόσφατη ιστορία τους, ο Μπλέικ και ο Μόρτιµερ δεν έµπλεξαν σε περιπέτειες ενώ παραθέριζαν στα ελληνικά νησιά. Ηρθαν µέχρι εδώ παίρνοντας το πρώτο αεροπλάνο της ΤΑΕ, προγόνου της Ολυµπιακής, προσκεκληµένοι ενός έλληνα καθηγητή αρχαιολογίας. Για να αναµετρηθούν µε τον αιώνιο αντίπαλό τους, τον φιλοχρήµατο συνταγµατάρχη Ολρικ, λάτρη κάθε βρωµοδουλειάς, και για να διαπιστώσουν ότι τα θρυλικά τριάντα αργύρια ίσως και να µη χάθηκαν οριστικά µετά το απονενοηµένο διάβηµα του κατόχου τους. 
 
Η πρόταση για µια περιπέτεια των Φράνσις Μπλέικ και Φίλιπ Μόρτιµερ µε ελληνικό άρωµα είχε πέσει στο τραπέζι ήδη µετά την «Αλλόκοτη Επαφή» του 2001. Ηταν η κυκλοφορία που µε τις πωλήσεις της απέδειξε στην εκδοτική Dargaud ότι η διακοπή των περιπετειών των ηρώων που ο Εντγκαρ Τζέικοµπς αφηγήθηκε από το 1946 µέχρι το 1987 θα ήταν εντελώς ασύνετη. Περίπου την ίδια στιγµή, η Ελλάδα ετοιµαζόταν για τη φιλοξενία των Ολυµπιακών Αγώνων τραβώντας όλο και περισσότερα αισιόδοξα βλέµµατα πάνω της και η γαλλική εκδοτική εταιρεία έκρινε ότι η περιπέτεια που θα διαδραµατιζόταν µε φόντο τα αστικά αλλά και φυσικά τοπία της χώρας, δικαιούταν να πάρει έκταση δύο ολόκληρων τόµων. Η αρχική ιδέα γιαεικονογράφηση από τον Τεντ Μπενουά σκόνταψε στη διακριτική αποχώρησή του και έτσι το σενάριο του Βέλγου Ζαν Βαν Χαµ αποφασίστηκε να συνοδευτεί από τα σκίτσα του συµπατριώτη του Ρενέ Στερν.

Ο Ιούδας στο Αιγαίο;
Τι κλήθηκε να εικονογραφήσει ο γνωστός από τη σειρά «Adler» σχεδιαστής; Το στόρι αρχίζει όταν µετά την απόδραση του Ολρικ από τη φυλακή,ο πράκτορας Φράνσις Μπλέικαναζητεί τα ίχνη του, ενώ ο καθηγητής Φίλιπ Μόρτιµερ καλείται στην Ελλάδα από τον καθηγητή Γιώργο Μαρκόπουλο για να συνδράµει στην επίλυση ενός συγκλονιστικούαρχαιολογικού µυστηρίου. Φαίνεταιπως ο Ιούδας ο Ισκαριώτης όχι µόνο δεν αυτοκτόνησε, αλλά κατέφυγε µαζί µε τις ενοχές του στο ίδιο ελληνικό νησί που είχε εγκατασταθεί κάποιος ιερέας Νικόδηµοςµαζί µε το εκκλησίασµά του, µετά τους διωγµούς των πρωτοχριστιανών της Ρώµης.

Την ίδια στιγµή που οι ήρωες και οι σύµµαχοί τους αναζητούν την άκρη του κουβαριού, ο αξιωµατικός των Ναζί Ράινερ Φον Σταλ πλέει στο Αιγαίο παρέα µε τον Ολρικ, ελπίζοντας ότι θα χρησιµοποιήσει τη µυστική δύναµη των τριάντα αργυρίων για να γίνει κυρίαρχος του κόσµου. Για άλλη µια φορά όµως οι αλαζόνες «κακοί» υπολογίζουν χωρίς τους «καλούς» ξενοδόχους. Μαζί µε τη συνεισφορά της ανιψιάς του Μαρκόπουλου, Ελένης Φιλιππίδη, ο Μπλέικ και ο Μόρτιµερ κάνουν ένα πέρασµα από το «Μεγάλη Βρετανία», κυνηγούν εχθρούς στην Αθήνα σκοντάφτοντας σευπαίθρια µανάβικα, ξαποσταίνουν σε µια ταβέρνα πλάιστη θάλασσα ενός γραφικού νησιού και ακολουθούν τους Ναζί µέχρι την Αχερουσία Λίµνη, όπου τους νικούν οριστικά, υποβοηθούµενοι από το αγουροξυπνηµένο φάντασµα του δωδέκατου αποστόλου. Επιστηµονική φαντασία ή θεολογική πραγµατικότητα; Μάλλον τίποτα από τα δύο. Η κατασκοπεία, η φαντασία και η αρχαιολογία, τα τρία παραδοσιακά µοτίβα των κατορθωµάτων των Μπλέικ και Μόρτιµερ, χρησιµοποιούνται και σε αυτό το επεισόδιο, παραδίδοντας µαθήµατα κλασικής, στιβαρής, µεταπολεµικής περιπέτειας. Μόνο που µερικούς µικρούς κινδύνους θα είχαν να αντιµετωπίσουν και οι εκδότες των δύο τόµων της «Κατάρας των τριάντα αργυρίων».

Ενα πρώτο, εύκολο ζήτηµα, ήταν ηπιστή απεικόνισητης Αθήνας και της ελληνικής επαρχίας της δεκαετίας του '50, που έπειτα από µια µικρή αναζήτηση λύθηκεµε τον εντοπισµό του «ελληνικού συνδέσµου» και προµηθευτή του κατάλληλου οπτικού υλικού. «Ενας συνεργάτης των δηµιουργών µού ζήτησε εικόνες από την Αθήνα της δεκαετίας του '40 και του '50. Για να δουν πώς έµοιαζε η οδός Σταδίου, η Πατησίων και το Αρχαιολογικό Μουσείο ή η Πλάκα», λέει στα «ΝΕΑ» ο Χάρης Γιακουµής, φωτογράφος και ιστορικόςτης τέχνης στο Πανεπιστήµιο του Παρισιού, που δέχθηκε πρόθυµα να συνεργαστεί. «Εψαξα στη συλλογή µου και ο σκιτσογράφος πήρε στα χέρια του ένα CD µε εικόνες, µεταξύ άλλων, του ∆ηµήτρη Χαρισιάδη και της Nelly's». Τα εµπόδια της έκδοσης όµως θα χειροτέρευαν. Ο Στερν όχι µόνο προτιµούσε να τραβάει αργά τις γραµµές του εκνευρίζοντας την Dargaud, αλλά άθελάτου θα εγκατέλειπε και την παραγωγή στη µέση. Το 2006 στην κατοικία του στην Καραϊβική άφησε µαζί µε το πενάκι του την τελευταία του πνοή, χωρίς να έχει ολοκληρώσει περισσότερους από 30 πίνακες του πρώτου τόµου.

Η λύση θα βρισκόταν εύκολα από τη «γενναία» σύντροφό του Σαντάλ Σπιγκελέρ. «Ηρθε µόνη της και µας είπε ότι ήθελε να τιµήσει το έργο του Στερν τελειώνοντάς το», δήλωνε τότε ο Φίλιπ Οστερµαν, διευθυντής σύνταξης της σειράς. «Χρειάστηκε να προσαρµοστεί στο ύφος του που ήταν πολύ διαφορετικό, τα κατάφερε όµως και ολοκλήρωσε τον πρώτο τόµο». Οσο για τον δεύτερο, η παραγωγή θα τον ανέθετε στον Αντουάν Οµπίν Φρεσόν, που παρά το νεαρό της ηλικίας του παρέµενε πιστός στη στυλιστική παράδοσητου Εντγκαρ Τζέικοµπς.

Οι δύο τόµοι της «Κατάρας» θα έβλεπαν το φως της δηµοσιότητας το 2009 και το 2010 αντίστοιχα, µε το σκίτσο να εµφανίζει αδιόρατες διαφοροποιήσεις, παρά τους τρεις διαφορετικούς υπευθύνους. Κρατούσε ζωντανή τηνπαράδοσητης «ligne claire», της «καθαρής γραµµής» των γαλλοβελγικών κόµικς, που δεν έδινε µεγάλη σηµασία στις σκιές ή τις πυκνές µολυβιές, προτιµώνταςνα δηµιουργεί έντονο κοντράστ, µόνο µεταξύ των σχεδόν απλοϊκών προσώπων και του ιδιαίτερα ρεαλιστικού background. Το τελευταίο, βασισµένο στο υλικό του Χάρη Γιακουµή, συνέβαλε σύµφωνα µε τον ίδιο «ώστε οι αναγνώστες να µπουν στην ατµόσφαιρα και οι εικόνες στο φόντο να µην περνούν απαρατήρητες». Και µάλλον γι' αυτούς τους λόγους τα αντίτυπα και των δύο τόµων _ που αναµένεται να έρθουν στην Ελλάδα τους επόµενους µήνες _ αυξάνονται µέχρι σήµερα κατά εκατοντάδες, εµπνέοντας και µια εφαρµογή για τις συσκευές της Apple. Αλλά και γιατί ο Μπλέικ, ο Μόρτιµερ και οι σύµµαχοί τους έρχονται να σώσουν τη χώρα που τραβάει και πάλι πολλά βλέµµατα, αν και λίγο πιο δύσπιστα αυτή τη φορά. Ευτυχώς που οι δύο ήρωες, αν και ακούν λίγες ελληνικές βρισιές της εποχής, στο τέλος της περιπέτειάς τους, αφού έχουν βγει νικητές και έχουν προβλέψει κατά λάθος τη δικτατορία των συνταγµαταρχών, καταφέρνουν να γευτούν µε την ησυχία τους ένα ζουµερό σουβλάκι.

Για να δουν πώς έµοιαζε η οδός Σταδίου, η Πατησίων και το Αρχαιολογικό Μουσείο ή η Πλάκα, χρησιµοποίησαν φωτογραφίες µεταξύ άλλων, του ∆ηµήτρη Χαρισιάδη και της Nelly's, που τους παραχώρησε ο Χάρης Γιακουµής, φωτογράφος και ιστορικός της τέχνης στο Πανεπιστήµιο του Παρισιού

info
Μπλέικ και Μόρτιµερ, «Η Κατάρα των τριάντα αργυρίων», τόµοι 1, 2. Τιµή Amazon:
13,80 ευρώ, 14,20 ευρώ

Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
18.6.2011

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Βιβλιοπροτάσεις : Οταν τα παιδιά θυμώνουν και τα κάνουν όλα λίμπα...

Το 1988 γνωρίσαμε τον «θυμωμένο Αρθουρ», χάρη στον οποίο ο Ιάπωνας Satoshi Kitamura κέρδισε το βραβείο «για τον πιο εντυπωσιακό νεοεισερχόμενο στη βρετανική εικονογράφηση» (1983): «Φτάνει!», είπε ο παππούς του. «Σταμάτα πια». Αλλά ο Αρθουρ δεν σταμάτησε. Και έγινε ο θυμός του μεγάλος σεισμός που ράγισε τη γη απ’ άκρη σ’ άκρη, όπως ραγίζουν τα αυγά στα χέρια ενός γίγαντα. «Φτάνει!», είπε η γιαγιά του. «Σταμάτα πια». Αλλά ο Αρθουρ δεν σταμάτησε. Και έγινε ο θυμός του παγκόσμια έκρηξη...

Τον ερχόμενο Μάιο θα γνωρίσουμε τον «Θυμό της Αλίνας», με μιαν ονειρική γαλλική εικονογράφηση: «Η Αλίνα είναι τόσο θυμωμένη, που τα μαλλιά της σηκώνονται ψηλά και ανοίγουν σαν φωτοστέφανο που τρέμει γύρω απ’ το πρόσωπό της. Τόσο θυμωμένη, που τα μάτια της λαμπυρίζουν σαν αστέρια που θα μπορούσαμε να δούμε ακόμα και στην ηλιόλουστη μέρα. Τόσο θυμωμένη, που μόλις οι πατούσες της αγγίζουν το ξερό χορτάρι, αυτό παίρνει φωτιά. «Μωρό μου», της λέει η μητέρα της καθώς επιστρέφουν στο κρυστάλλινο παλάτι, «νομίζω πως υπερβάλλεις. Είσαι λίγο κακομαθημένη...».

«Τασούλα»
Καλή συμβουλή μάς έδωσε ένα όμορφα αφηγημένο παραμύθι του τόπου μας: «Τον αποψινό θυμό, φύλαξέ τον το πουρνό...» (1993). Η Γκρινιάρα Τασούλα (2005) –υπάρχουν, αλήθεια, ακόμη στην Ελλάδα κορίτσια που ακούνε στο όνομα «Τασούλα»;– είχε κάθε λόγο να κερδίσει την καρδιά μας, όχι μόνο για την εκφραστική φάτσα που θυμίζει Μαφάλντα, αλλά και γιατί η κατάστασή της δεν αφήνει πολλά περιθώρια να μην την κατανοήσουμε: «Ο μπαμπάς μου δουλεύει πολλές ώρες. Και η μαμά μου δουλεύει πολλές ώρες. Ο αδελφός μου πάει στο γυμνάσιο και όλο διαβάζει. Εγώ πάω στο νηπιαγωγείο». Ο «μεγάλος θυμός» της Ντ’ Αλλανσέ χτυπά, μέσα στις λιγοστές φράσεις που αποτελούν το βιβλίο, κατευθείαν στην καρδιά του θυμού ως αυτοκαταστροφής. Αποκλείεται να μην αναγνωρίσουν αμέσως τα πιτσιρίκια το κατακόκκινο άμορφο τέρας που φουσκώνει και βγαίνει από το στόμα και τα κάνει όλα λίμπα.

Ο πρόσφατης ελληνικής παραγωγής «οικογενειακός» θυμός, που βγαίνει συνεχώς απ’ το κουτί του (2010), στέλνοντας όλα τα μέλη της οικογένειας... στα κεραμίδια, διαθέτει ευφάνταστη πλοκή και μιαν εικονογράφηση άξια να διακριθεί: «Είχαμε τόσα πράγματα στ’ αλήθεια για να θυμώνουμε ο ένας με τον άλλον. Η αδελφή μου γιατί είχα γεννηθεί. Εγώ γιατί με καταπίεζε. Η μαμά μου γιατί είχα γεννηθεί και η αδελφή μου με καταπίεζε. Και ο μπαμπάς γιατί είχε χάσει την ησυχία του και την υπομονή του».

Ολοι οι θυμοί οφείλουν, εννοείται, να τελειώνουν με μια μεγάλη αγκαλιά, όπως συμβαίνει στην τελευταία σελίδα του «Γιωργάκη» (2010), αφού όλοι το ξέρουν ότι τα ευέξαπτα παιδάκια είναι αυτά που κάνουν και τις πιο δυνατές, τις πιο σφιχτές αγκαλιές.

Οπως καθαρά διαφαίνεται στα παραπάνω «επεισόδια», ο πιο κοινός τρόπος για να αναμετρηθεί με τον θυμό η παιδική λογοτεχνία είναι το χιούμορ. Και στην πραγματική ζωή το χιούμορ, συνήθως, σώζει. Μιλάμε, βεβαίως, για τις πολύ νεαρές ηλικίες, όταν είναι ακόμη ούτως ή άλλως αδιανόητες άλλες διαπραγματεύσεις. Το χιούμορ δεν είναι μόνον ένας καλός τρόπος για να αφηγηθεί κανείς τον θυμό. Είναι ήδη μια αρχή θεραπείας της ψυχικής αυτής έκρηξης, που εκτείνεται από την αυτοκαταστροφή μέχρι το bulling και από την κακομαθημένη στάση απέναντι στους γονείς και την προς τρίτους αγένεια μέχρι τη βίαιη παρενόχληση. Συχνά ο θυμός συνιστά μια μορφή διαμαρτυρίας για τα κακώς κείμενα (την παραμέληση που οφείλεται στον σύγχρονο τρόπο ζωής, την απουσία του γονιού, την αδικία).

Με όλη τη διακωμώδηση της υπόθεσης, δύο πράγματα δεν διαφεύγουν την προσοχή των συγγραφέων: ότι, αφενός, ο θυμός είναι μια ιδιαιτέρως καταστροφική υπόθεση· ότι, αφετέρου, ακόμη κι όταν είναι κατανοητός ως προς τα αίτιά του, δεν είναι δικαιολογημένος ως προς τις επιπτώσεις του στους άλλους και πρέπει να επισύρει συνέπειες. Καμία απολύτως αφήγηση από όσες συζητούμε εδώ δεν «νομιμοποιεί» τον θυμό ως συνθήκη διεκδίκησης. Ο τρόπος αντιμετώπισης ποικίλλει: το θυμωμένο παιδί στέλνεται στο δωμάτιό του ή στο κρεβάτι του, ο γονιός συζητά μαζί του με αγάπη αλλά και ανυποχώρητη αυστηρότητα ενώ, όταν συμπαρασύρεται κι ο γονιός στο παιχνίδι του θυμού... ανεβαίνουν όλοι μαζί στα κεραμίδια – βλέπε γίνονται ρεζίλι στη γειτονιά. Ξέσπασμα, ναι, κάποτε δίκαιο - αλλά δεν λύνει κανένα πρόβλημα, το φέρνει μονάχα στην επιφάνεια. Χιούμορ, ναι, αλλά όχι ανοχή της βίας εις βάρος των άλλων. Το πρόβλημα το λύνει κυρίως η συζήτηση, αφού όμως έχουν εκ των προτέρων τεθεί τα όρια (έχουν επιβληθεί στερήσεις και περιορισμοί, έχουν αντιμετωπιστεί οι δραματικές εκκλήσεις με αδιάφορη συγκατάβαση).

Ακόμη κι αν ο θυμωσιάρης είναι ο χαριτωμένος και γενναίος μικρός Ισπανός, ο Κρεμμυδοσουπόν-Υ-Τυρόν, που κρατά την αναπνοή του για να του γίνει κάθε φορά το χατίρι («Αστερίξ στην Ισπανία») –ίσως μάλιστα ιδιαίτερα τότε– τα όρια οφείλουν να είναι αδιαπραγμάτευτα. Από την άλλη, βεβαίως, το τόσο συχνό μοτίβο ενός θυμού-φυσικού φαινομένου (πλημμύρας, σεισμού, πυρκαγιάς, όπως στις περιπτώσεις των Αρθουρ και Αλίνας) τείνει να εμπεδώσει μια διάσταση αναπόφευκτου. Εξίσου απεγνωσμένα με την ανάγκη να γνωρίσουν τα όριά τους, οι ιδιοσυγκρασίες αυτές αποζητούν να κάψουν την τρομερή βενζίνη που διαθέτουν για να κρυφτούν, αμέσως κατόπιν, ξαλαφρωμένες, σε μια ζεστή αγκαλιά.

Για διάβασμα
Παλιά και καινούργια βιβλία για τον παιδικό θυμό:
- Hiawyn Oram, Satoshi Kitamura, «Ο θυμωμένος Αρθουρ», εκδόσεις Ε. Ρώσση, 1988.
- Μενέλαος Στεφανίδης, Φωτεινή Στεφανίδη, «Οι τρεις συμβουλές», εκδ. Σίγμα, 1993.
- Αγαθή Δημητρούκα, «Το μαρούλι της καλοσύνης», εκδ. Πατάκης, 2004.
- Ειρήνη Καμαράτου-Γιαλλούση, «Η Γκρινιάρα», εκδ. Ψυχογιός, 2005.
- Ειρήνη Καμαράτου-Γιαλλούση, «Ο Θυμιούλης», εκδ. Ψυχογιός, 2006.
- Τρέις Μορόνι, «Θυμός», εκδ. Μεταίχμιο, 2007.
- Phil Roxbee Cox, Jan McCafferty, «Μην κάνεις αγριάδες, γιατί θα βρεις μπελάδες», εκδ. Αγκυρα, 2008.
- Mireille d’ Allance, «Ο μεγάλος θυμός», εκδ. Ηλίβατον, 2008.
- Οσκάρ Μπρενιφιέ, Σερζ Μπλοχ, «Τα συναισθήματα τι είναι;», εκδ. Καστανιώτης, 2008.
- Cornelia Maude Spelman, «Οταν θυμώνω», εκδ. Παπαδόπουλος, 2009.
- Κώστας Χαραλάς, Ντανιέλα Σταματιάδη, «Το κουτί του θυμού», εκδ. Μεταίχμιο, 2010.
- David Shannon, «Οχι, Γιωργάκη!», εκδ. Παπαδόπουλος, 2010.
- Ζαν-Φρανσουά Σαμπά, Νταβίντ Σαλά, «Ο θυμός της Αλίνας», εκδ. Πατάκης, 2011 (υπό έκδοση).

Της Μαρίας Τοπάλη
3.4.2011

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Προτάσεις : Ανθρώπινα δικαιώματα - Οι σχολικές συμμορίες στο επίκεντρο

Το βιβλίο "Ομαδική βία και επιθετικότητα στα σχολεία" παρουσιάζουν σε ειδική εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ την ερχόμενη Τρίτη (ώρα 18.30) η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Ειδική Επιτροπή Μελέτης των Ομάδων Ενδοσχολικής Βίας και το Ιδρυμα Μαραγκόπουλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. 

Δεδομένου ότι ο κύριος σκοπός του έργου της Ειδικής Επιτροπής Μελέτης των Ομάδων Ενδοσχολικής βίας ήταν η υποβοήθηση των εκπαιδευτικών στη σωστή αντιμετώπιση της ομαδικής σχολικής βίας, το βιβλίο έχει αποσταλεί δωρεάν στις οργανώσεις των εκπαιδευτικών για τα μέλη τους, ενώ θα διανεμηθεί δωρεάν και στους εκπαιδευτικούς που θα παρευρεθούν στην παρουσίαση.

Στην εκδήλωση έχει προσκληθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Παπούλιας, ενώ μεταξύ άλλων θα μιλήσουν ο πρόεδρος της ΕΕΔΑ Κ. Παπαϊωάννου, οι πανεπιστημιακοί Καλλιόπη Σπινέλλη, Αγγελική Γιωτοπούλου-Μαραγκοπούλου, Ιω. Τσιάντης και ο Συνήγορος του Παιδιού, Γ. Μόσχος.

Πηγή Κόσμος του Επενδυτή
5.2.2011

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Βιβλιοπροτάσεις : Επανακυκλοφόρησαν τα "Απομνημονεύματα" του καραγκιοζοπαίκτη Σωτήρη Σπαθάρη

«Στην αυλή του σπιτιού μας είχα τη σκηνή μου πίσω από το μπακάλικο του Mατζούρη που ήτανε στη φάτσα του οικοπέδου. Tα δωμάτια που καθότανε ο Mατζούρης, ο ενωματάρχης κι εμείς κάναμε ένα γάμα και το άλλο οικόπεδο ήταν ξεμάντρωτο. Eνα πρωί είδα το πανί του Kαραγκιόζη σκισμένο κι όλη τη μέρα έκλαιγα. Tότες μου λέει η Mατζούραινα: “Σώπα, μωρέ Σωτήρη, εσύ θα σκάσεις από το κλάμα, που να κοπούν τα χέρια αυτουνού που το ’σκισε. Σώπα, κι εγώ αύριο θα κοιτάξω στο γιούκο μου να βρω ένα σεντόνι να σ’ το δώσω”. Tην άλλη μέρα πρωί πρωί βρέθηκε το σεντόνι στο γιούκο, το κάρφωσα στη σκηνή και το βράδυ ο Kαραγκιόζης έπαιξε. Στο τέλος της παράστασης είπα: “Eπροχθές μου σκίσανε το πανί και όλη τη μέρα έκλαιγα. Aς είναι καλά η Mατζούραινα που μου έδωσε άλλο και πιο καλό, αλλά όποιον πιάσω μες στη σκηνή του Kαραγκιόζη, θα κλάψει πιο άσκημα από μένα».

Tο απόσπασμα μας βοηθάει σίγουρα να εντοπίσουμε τον συγγραφέα. Σωτήρης, σεντόνι, παράσταση, Kαραγκιόζης... Eίναι ένα μικρό δείγμα της αφήγησης ζωής που έκανε ο καραγκιοζοπαίκτης Σωτήρης Σπαθάρης (1892-1973), όταν έγραφε τα «Aπομνημονεύματά» του, έκδοση που επανακυκλοφορεί συμπληρωμένη από τις εκδόσεις «Aγρα», μ’ ένα κείμενο του Γιάννη Tσαρούχη. O μεγάλος Eλληνας ζωγράφος αγάπησε την τέχνη του Kαραγκιόζη κι έγραψε πολλές φορές για τη σύνδεσή της με τη λαϊκή παράδοση: «O Kαραγκιόζης... μια καινούργια απρόοπτη έκφραση του προαιώνιου ελληνικού πόνου που γεννά η αδικία. O παραπονιάρης που καταφέρνει να εκφράσει και να γελοιοποιήσει μαζί τον ανθρώπινο πόνο... Δίπλα σ’ αυτόν... ο Xατζηαβάτης. H μικρόψυχη ορθοφροσύνη, το μηδέν άγαν των μικρών», έγραφε το 1959 στην «Eπιθεώρηση Tέχνης».

Στα «Aπομνημονεύματα» του Σωτήρη Σπαθάρη έχουμε την ευκαιρία να διαβάζουμε για την Eλλάδα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα μέσα από το γνήσιο ύφος του λαϊκού αφηγητή. O ζωγράφος Nίκος Nάκης τού έβαλε την ιδέα, έχοντας εντοπίσει το αφηγηματικό του χάρισμα. O έπαινος του Aγγελου Σικελιανού ενίσχυσε τις όποιες αμφιβολίες του Σπαθάρη. 

Kαι συνέχισε....Tο αποτέλεσμα το έχουμε ξανά στα χέρια μας.

Της Ολγας Σελλά
5.2.2011

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Βιβλίο : Η ιστορία ενός λεηλατημένου αλήτη (Αριστείδης Παγκρατίδης : ο δράκος του Σεϊχ Σου)

Πριν από 43 χρόνια ο Αριστείδης Παγκρατίδης, καταδικασμένος τετράκις εις θάνατον από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την κατηγορία του «σίριαλ κίλερ», εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. «Μανούλα μου, είμαι αθώος» ήταν οι τελευταίες λέξεις του προτού οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος τον ξαπλώσουν νεκρό στο δάσος του Σέιχ Σου, από το οποίο πήρε το προσωνύμιο «δράκος του Σέιχ Σου».

Σαράντα χρόνια μετά αποδείχθηκε ότι ο Αριστείδης Παγκρατίδης, Αρίστος γι΄ αυτούς που τον ήξεραν, δεν ήταν δολοφόνος αλλά θύμα. Ο πραγματικός «δράκος» ανήκε σε καλή οικογένεια της Θεσσαλονίκης, είχε πληρώσει και είχε διαφύγει.

Ο Θωμάς Κοροβίνης στήνει ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα στηριγμένο στα ντοκουμέντα και στην ιδιαίτερη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη. Μιλούν γι΄ αυτόν επινοημένα πρόσωπα που τον γνώρισαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συναγελάστηκαν μαζί του, άνθρωποι φιλικοί και εχθρικοί προς αυτόν. Και μέσα από την εξιστόρηση της ζωής και της πορείας κατάβασης στον θάνατο του Παγκρατίδη περνάει η Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ΄50. Εκεί εστιάζει ο μυθιστοριογράφος αλλά και παραμυθάς, συλλέκτης, τραγουδιστής αλλά και ερευνητής συγγραφέας.

Η δεκαετία του ΄50 στη Θεσσαλονίκη είναι σκληρή, προσδιορισμένη ιστορικά. Τη χρονιά που δικάζεται ο Παγκρατίδης, 1963, είναι η χρονιά της δολοφονίας του Λαμπράκη από το παρακράτος. Οι νικητές του Εμφυλίου έχουν διαμορφώσει ένα καθεστώς εκτός θεσμών, εκτός δικαιοσύνης, εκτός νομιμότητας, με τη σύμφωνη όμως γνώμη των υπηρετών του νόμου και της τάξης. Ο Παγκρατίδης ήταν χαμένος από χέρι. Δεν ήταν ευυπόληπτος, ήταν ένας αλήτης. Ηταν φτωχός, αδύναμος κοινωνικά, ευάλωτος ψυχικά, ένοχος συναισθηματικά. Το παρακράτος με τη βοήθεια της Αστυνομίας- που ζητούσε εξιλέωση για την υπόθεση Λαμπράκη- έστησε τον μηχανισμό κατασκευής ενός ενόχου. Τύπος, καθεστηκυία τάξη, Αστυνομία και δικαστές ήταν εκτελεστές ενός σχεδίου με ήρωα έναν άνθρωπο που πρωταγωνιστούσε σε μια υπόθεση που θύμιζε Ντίκενς και Γιάννη Αγιάννη του Ουγκό.

Ντυμένος με κουρέλια


Αφίσα κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.Οι σκοτεινές αίθουσες ήταν ένας χώρος σεξουαλικής εκτόνωσης
Γεννήθηκε το 1940 στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας του Χαράλαμπος, λοχαγός του Ελληνικού Στρατού, δολοφονείται από το ΕΑΜ. Η οικογένεια, ο Αρίστος, η αδελφή του Μαρία, ο αδελφός του Παγκράτης και η μητέρα τους μετακομίζουν το 1945 στη Θεσσαλονίκη. Ζουν σε παράγκες και αργότερα σε φτωχόσπιτα. Η μητέρα του δουλεύει ως πλύστρα, γνωρίζεται με τον εισπράκτορα Ευγένιο Αλεξιάδη και συζούν σε ένα σπίτι στην Ανω Τούμπα. Ο Αρίστος φοίτησε μόνο σε δύο τάξεις του δημοτικού σχολείου.

Η ζωή του ήταν ένα με την αλάνα. Ντυμένος με κουρέλια, βρώμικος, έπαιζε όλη μέρα με τα χώματα και τις πέτρες. Με τους φίλους του, όπως τα περιγράφει ένας από αυτούς, έκαναν τρέλες, ενοχλούσαν τον κόσμο με την μπάλα και τις φωνές τους. Θαύμαζαν τον Ταρζάν. Μόλις μεγάλωσαν κατέβηκαν στο κέντρο της πόλης, πήγαιναν σινεμά να δουν αστυνομικά και καουμπόικα, χάζευαν τις πληθωρικές γυναίκες και κυνηγιόνταν με τους αστυνομικούς. Η οικογένεια του Αρίστου είναι από τις πιο φτωχές οικογένειες του μαχαλά, έτσι μπαίνει από μικρός στη βιοπάλη. Δουλεύει κατ΄ αρχάς σε παντοφλάδικο και μετά σε τσαγκαράδικο. Μετά δούλεψε ως χαμάλης-αχθοφόρος στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ως το 1955. Κλέβουν με έναν φίλο του δύο ποδήλατα για να πάνε στην Αθήνα αναζητώντας καλύτερη ζωή. Συλλαμβάνονται και οδηγούνται στο Αναμορφωτήριο Ανηλίκων στο Βίδον της Κέρκυρας.

Δύο χρόνια μετά βγαίνει από το Αναμορφωτήριο και επιστρέφει στην Τούμπα. Αρχίζει να δουλεύει πάλι δεξιά και αριστερά. Καταλήγει πάλι χαμάλης στο λιμάνι. Αργότερα και λίγο προτού πάει φαντάρος το 1959 δουλεύει στον «γύρο του θανάτου». Είναι το περίφημο ξύλινο βαρέλι που στα εσωτερικά του τοιχώματα μοτοσικλετιστές έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα. Ο ιδιοκτήτης της «επιχείρησης» έχει να το λέει για το πόσο υπάκουος και καλός δουλευτής είναι ο Αρίστος. Θα παρουσιαστεί στον στρατό το 1959, θα περάσει άσχημα, θα λιποτακτήσει, θα συλληφθεί, θα καταδικαστεί αλλά τελικά θα πάρει απολυτήριο ως ψυχικά διαταραγμένος.

Η τριπλή σεξουαλικότητα

Ο Αριστείδης Παγκρατίδης, αριστερά,σε ένα διάλειμμα της δίκης του, με παράγοντες της δίκης. Η φωτογραφία μοιάζει να βγαίνει από μυθιστόρημα νουάρ του Γιάννη Μαρή. Τέτοιες φωτογραφίες κυριάρχησαν στα ρεπορτάζ των εφημερίδων. Η δίκη Παγκρατίδη ήταν ένα από τα μεγάλα στόρι της εποχής
Η σεξουαλική του ζωή ήταν αυτή που τον πρόδωσε, πάνω στην αταξία της σεξουαλικότητάς του βασίστηκε το «κοινό αίσθημα» αλλά και η Ασφάλεια για να τον καταδικάσει. Μικρό παιδί τον αποπλανεί ένας χημικός, μάρτυρας αργότερα στη δίκη. Τον δελεάζει με χρήματα για να ασελγεί πάνω του. Αργότερα στα δεκατέσσερά του ασελγεί πάνω του ο Βασίλης Τενεκετζής. «Δεν ευχαριστιόταν αλλά το δεχόταν για τις 15-20 δραχμές που είχε ανάγκη όταν έμενε άνεργος» θα πει στο δικαστήριο ο μάρτυρας Τενεκετζής. Ο Μαμούνας, ένας βαρκάρης που πούλαγε μαμούνια, δηλαδή δολώματα για ψαράδες, τον έπεισε να πάει μαζί του για 30 δραχμές. Ενας άλλος εργάτης παραδέχεται ότι τον έπεισε να κοιμηθεί μαζί του δωροδοκώντας τον με ένα πιάτο φασολάδα. Ο Αρίστος λέει ότι από το 1957 ως και το 1959 πήγαινε με πόρνες πίσω από το παλιό γήπεδο του ΠΑΟΚ αλλά καμιά φορά και σε φτηνά ξενοδοχεία. Μερικές φορές πηγαίνει και με άνδρες, του αρέσει να είναι αυτός ενεργητικός. Συχνάζει στην ταβέρνα «Η πεθερά», όπου σχετίζεται με τραβεστί. Μαθαίνει και συνηθίζει στην ηδονοβλεψία αλλά και να καπνίζει χασίς. Ενα κορμί ήταν ο Αρίστος που το σέρνανε δεξιά κι αριστερά.

Η κατηγορία, η δίκη, η καταδίκη

Εικόνα από τη Θεσσαλονίκη του 1950. Μεταφορά αγροτών με φορτηγά για τη συμμετοχή τους σε κάποια πολιτική εκδήλωση
Ο Αριστείδης Παγκρατίδης θα κατηγορηθεί για «απόπειρα ανθρωποκτονίας μετά ληστείας εις βάρος του ζεύγους Αθανασίου Παναγιώτου και Ελεονώρας Βλάχου εις το Σέιχ Σου. Ανθρωποκτονία μετά ληστείας εις βάρος του ζεύγους Κωνσταντίνου Ραΐση και Ευδοκίας Παληογιάννη εις αγροτική περιοχή του αεροδρομίου Μίκρας και ανθρωποκτονία μετά ληστείας εις βάρος της Μελπομένης Πατρικίου εις οικίσκον του Δημοτικού Νοσοκομείου». Υπάρχει η ομολογία του που την πήραν με συνεχείς εκβιασμούς από έναν άνθρωπο που φοβόταν και είχε χάσει το λογικό του.

Ο εισαγγελέας της έδρας Μιχαήλ Σγουρίτσας θα πει: «Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος για την ενοχή του. Γι΄ αυτό και προτείνω να του επιβληθεί όχι η θανατική ποινή αλλά η ποινή των ισοβίων». Ο Παγκρατίδης στερήθηκε όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα κατά την προδικασία. Τον πίεσαν ψυχολογικά και σωματικά για να δημιουργήσουν με το υλικό της προδικασίας το φανταστικό πρόσωπο του «δράκου» που ταίριαζε στις προσδοκίες των εφημερίδων και του «κοινού». Μία και μοναδική μάρτυς υπήρξε και αυτή δεν τον αναγνώρισε, αγνοήθηκε σωματικό υλικό που βρέθηκε σε πτώμα και τον απέκλειε από δράστη γιατί δεν του ανήκε, η «ομολογία» του είναι μνημείο κατασκευής αλλά αυτός ήταν τόσο χαμένος που δεν ήξερε τι έλεγε, προσπαθούσε να είναι συνεπής με την «ομολογία του».

Ο Αριστείδης Παγκρατίδης οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης, στο δάσος του Σέιχ Σου, εκεί που σαν παιδί γνώρισε τις μόνες χαρούμενες μέρες του, τα ξημερώματα της 16ης προς 17η Φεβρουαρίου 1966. Στράφηκε προς τους άνδρες του αποσπάσματος: «Παιδιά, σας παρακαλώ, σκοπεύστε με καλά για να μην τυραννιέμαι». Λίγο πριν τον ήχο των όπλων θα φωνάξει: «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

Το μυθιστόρημα

Ο Αριστείδης Παγκρατίδης,ο «δράκος του Σέιχ Σου» (δεξιά), συνομιλεί με δικηγόρο ή δημοσιογράφο της εποχής
Ο Θωμάς Κοροβίνης,εκτός από τα ρεπορτάζ της εποχής και κάποια λίγα επίσημα κείμενα από εφημερίδες και υλικά της δίκης,οργάνωσε την αφήγησή του με βάση τις επινοημένες αφηγήσεις ανθρώπων που γνώρισαν τον Παγκρατίδη: της μητέρας του,ενός παιδικού φίλου,μιας παραδουλεύτρας που γνώριζε την οικογένεια,ενός παρακρατικού γείτονα του Αρίστου,ενός χωροφύλακα δημοκρατικών φρονημάτων της εποχής,ενός αστού της παραλίας, των κατά καιρούς αφεντικών του, μιας πόρνης,μιας γνωστής του Αρίστου τραγουδίστριας.Ο μυθιστορηματικός χρόνος παρακολουθεί τον ήρωα από το ΄55 ως το ΄60,από 15 ως 20 χρόνων,με φλασμπάκ στο παρελθόν του και αναφορές στο ολέθριο μέλλον του.Αυτές οι παράλληλες αφηγήσεις μπορεί να έχουν ως επίκεντρο επιφανειακά τον Παγκρατίδη,στην πραγματικότητα όμως ξεδιπλώνουν εικόνες μιας εποχής,μιας κοινωνίας και των ανθρώπων που τη διαμόρφωσαν ή διαμορφώθηκαν από αυτήν.Είναι η ιστορία της δεκαετίας του ΄50,λίγο πριν από την αντιπαροχή,με τον φόβο του αστυφύλακα,το κυνήγι των κομμουνιστών, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις,τη φτώχεια και την ανέχεια.Ηταν η κοινωνία των χαμηλών επαγγελμάτων, των μεροκαματιάρηδων αλλά και η κοινωνία τού «έξω καρδιά»,της ευτυχίας που μπορούσε να προσφέρει μια βόλτα με πασατέμπο και μαλλί της γριάς,δύο ώρες σινεμά με τον Τζόνι Βαϊσμίλερ και η παρακολούθηση του «γύρου του θανάτου».Εκπληκτικό το κεφάλαιο του Ιωάννη Χαλεπλή,ιδιοκτήτη του συγκροτήματος «Γύρος του θανάτου»,που αφηγείται τις κοινωνίες των χωριών που επισκεπτόταν και τις τοπικές κουλτούρες.Εντυπωσιακό το κεφάλαιο όπου μια τραβεστί,η Λολό,διηγείται σε καλιαρντά τον κύκλο της και πώς τα ΄φτιαξε με τον Αρίστο ή εκείνο το κεφάλαιο όπου η Σύλβα, μια τραγουδίστρια σε λαϊκό κέντρο, διηγείται τη σύντομη αλλά πολύ δυνατή γνωριμία της με τον Αρίστο.Η Σύλβα θα πει και τον τελικό λόγο για τον αδικοχαμένο αγαπημένο της:

«Αυτόν τον κυνηγούσε η ζωή,καρντάση μου,όπως κυνηγούσαν οι μοτοσικλέτες τον κίνδυνο σ΄ εκείνο τον τρελό το γύρο του θανάτου».

Θωμάς Κοροβίνης
Ο Θωμάς Κοροβίνης,φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση,ερευνά εδώ και χρόνια πτυχές του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού,καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους.Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.Εγραψε τα βιβλία: Τουρκικές παροιμίες, Κανάλ ντ΄ Αμούρ,Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου,Φαχισέ Τσίκα, Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες,Κωνσταντινούπολη- Λογοτεχνική ανθολογία: Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη, Ο Μάρκος στο χαρέμι. Είναι συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών.Δισκογραφία: Από έβενο κι αχάτη,Φουζουλή: Λεϊλά και Μετζνούν,Τακίμια. Συχνά παρουσιάζει συναυλίες με δικό του ρεπερτόριο ή με θέματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.

Ο ίδιος πιστεύει ότι η πολυσχιδής δημιουργικότητά του οφείλεται και στην ανάγκη να αποφύγει την ανία και την τριβή με την επανάληψη.Δηλώνει ότι έχει καημό να διασώσει τη ζώσα μνήμη και όχι μόνο της Θεσσαλονίκης. Πιστεύει ότι η δουλειά του διαφυλάσσει ένα κομμάτι από την κουλτούρα εποχών που είχαν κάτι να μας πουν.

Του Γιάννη Μπασκόζου
Πηγή Το Βήμα
2.1.2010

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

"Η ευτυχία σε μια οικογένεια ξεκινάει από το τσουκάλι"

«Περισσότερο είμαι μάγειρας παρά ηγούμενος. Εχω μια ικανότητα να συνθέτω συνταγές. Αλλοι συνθέτουν ποιήματα και άλλοι συνταγές. Τι να κάνουμε. Και αυτή μια ποίησις είναι. Ποίησις κατσαρόλας!». Ο Αρχιμανδρίτης π. Δοσίθεος Κανέλλος, 74 ετών, ηγούμενος της ιστορικής Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας, ανοίγει τα τσουκάλια του και από μέσα ξεπηδούν μυρωδιές από φρέσκα λαχανικά, θαλασσινά και μπαχάρια. Μέσα στα έλατα και με θέα την τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών, η μοναστηριακή κουζίνα του π. Δοσιθέου θα μπορούσε να αποτελεί σχολή καλογερικής μαγειρικής.

«Επειδή η Εκκλησία μας έχει πάρα πολλές νηστείες, ήθελα οι άνθρωποι που θέλουν να νηστεύουν να έχουν ένα φαγητό που να τρώγεται», εξηγεί ο π. Δοσίθεος ο οποίος το 1992 εξέδωσε το βιβλίο «Οψοποιών Μαγγανείαι» -Καλογερική Μαγειρική και Ζαχαροπλαστική. 

«Πολλοί χριστιανοί που ερχόντουσαν εδώ μου έλεγαν, πάτερ μου δίνετε αυτή την συνταγή, μου δίνετε την άλλη, οπότε είπα και εγώ τι να δίνω μια-μια τις συνταγές, δεν τις κάνω ένα βιβλίο; Και έτσι έγινε!». Στον πρόλογο του βιβλίου του γράφει: «Είναι συνταγές δοκιμασμένες στην πράξη, στο τηγάνι και στην κατσαρόλα. Δεν είναι του γραφείου. Απουσιάζουν όμως οι κρεατοσυνταγές, γιατί τα μοναστήρια δεν κρεοφαγούν. Και μια γενική συνταγή: Ο οδηγός μαγειρικής δεν κάνει το μάγειρο, ως ουδέ μία γραμμή το γεωμέτρη ή εις πλους τον θαλάττιον (τον θαλασσόλυκο) για να θυμηθούμε τον Αγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Η μαγειρική είναι παράδοσις και ταπείνωσις».  

Το δεύτερο βιβλίο
Σήμερα, ύστερα από 14 εκδόσεις του πρώτου μαγειρικού βιβλίου του, ο π. Δοσίθεος ετοιμάζει το δεύτερο. Ο ίδιος έμαθε να μαγειρεύει από μικρό παιδί στο πλευρό της μητέρας του. «Να ξέρετε ότι η ευτυχία σε μια οικογένεια ξεκινάει από το τσουκάλι. Οταν μπαίνουν σε ένα σπίτι και ψάχνουν για ντιλίβερι τότε η οικογένεια είναι στο ένα πόδι. Και καλό είναι κορίτσια και αγόρια να μαθαίνουν να μαγειρεύουν. Δεν θα πάθουν τίποτα. Το τσουκάλι στο σπίτι πρέπει να είναι γεμάτο και προκλητικό. Να τραβάει».

Ο π. Δοσίθεος έψαξε να βρει τις «ρίζες» τις καλογερικής μαγειρικής. «Δεν υπάρχει ιστορία της καλογερικής μαγειρικής. Ξέρουμε ότι ο πτωχο-Πρόδρομος, σε αυτές τις υπερβολές που έγραφε στον Αυτοκράτορα Μανουήλ για να βγάζει κανένα φράγκο, αναφέρει το Αγιοζούμι που ήταν σούπα κρεμμύδια, θρούμπι και ξερό ψωμί. Ο, τι υπάρχει το έχουμε εκ παραδόσεως». Αγαπημένο του φαγητό «τα καλαμαράκια του κουτιού με κριθαράκι» και «τα γεμιστά κολοκυθάκια με ρύζι ή τόνο».

Τον ρωτάμε για τα μοντέρνα νηστίσιμα όπως… οι αστακομακαρονάδες. «Αυτό δεν είναι νηστεία, είναι κοροϊδία. Γι’ αυτό και στις συνταγές μου δεν έχω συμπεριλάβει την παρασκευή αστακού. Διότι νηστεία είναι να τρως λιγότερο και να τρως τροφές πιο απλές. Και να κάνεις και οικονομία. Και αντί να πάρεις αστακό, τα λεφτά που δεν ξοδεύεις να τα δώσεις ευλογία σε κάποιον που έχει ανάγκη. Γιατί η νηστεία είναι συνυφασμένη με τη φιλανθρωπία, με την ελεημοσύνη και την αγάπη προς τον άνθρωπο. Η νηστεία δεν είναι αλλαξοφαγία, είναι πνευματική επιστήμη».

Το έργο του
Ο π. Δοσίθεος διαβάζει, μελετάει, γράφει για την αγαπημένη του Κωνσταντινούπολη, συνδέεται πνευματικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, βοηθάει την ομογένεια της Πόλης. Ο π. Δοσίθεος είναι ένας καλόγερος από τους παλαιούς. «Εδώ στα βουνά δεν είμαστε πολλοί καλόγεροι, γιατί οι νεότεροι μοναχοί θέλουν να είναι σε μέρη που τους επισκέπτονται και τους φωτογραφίζουν» λέει χαμογελώντας. Οσο για την περιουσία της μονής του; Είναι η ιστορία της και μερικά πολύτιμα κειμήλια που εκτίθενται στο μικρό μουσείο της.

«Περιουσία δεν έχουμε και ούτε θέλουμε να έχουμε. Γιατί όσο άκουγα και ακούω ότι πάνε σε δικαστήρια για περιουσίες, για καταπατήσεις, το ένα ή το άλλο, να μου λείπει. Εγώ ήρθα στο μοναστήρι να σώσω την ψυχή μου, όχι να τρέχω στα δικαστήρια. Δεν έχουμε λοιπόν τέτοια. Εναν τοπάκο έχουμε και αυτός κατολισθαίνει, ίσα ίσα για να βόσκει κανένα πρόβατο… της γειτονιάς».

Του Νίκου Παπαχρήστου
19.8.2010

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Ο Κώστας Βουτσάς πάει...πανεπιστήμιο (Βιβλιοπροτάσεις)

Είναι παράξενο, αλλά ποτέ ως σήμερα δεν είχε γραφτεί μια πλήρης μονογραφία εστιασμένη στην καριέρα του Κώστα Βουτσά, ηθοποιού με τεράστια λαϊκή απήχηση, από τις πιο εμβληματικής φιγούρες της νεοελληνικής κωμωδίας και φάρσας. Και εφόσον πλέον η καριέρα του Βουτσά- ο οποίος παραμένει δραστήριος- καλύπτει παραπάνω από μισόν αιώνα, το γεγονός ότι για πρώτη φορά τίθεται κάτω από το μικροσκόπιο του μελετητή-συγγραφέα Κωνσταντίνου Κυριακού κάνει αυτομάτως το βιβλίο του με τίτλο «Κώστας Βουτσάς. Ηθοποιός στην κωμωδία. Ρόλοι, παραστάσεις, ταινίες. Συμβολή στη μελέτη της υποκριτικής τέχνης» (εκδόσεις Αιγόκερως) σημαντικό.

Το πόνημα του Κυριακού, ο οποίος είναι επίκουρος καθηγητής της Θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών (εκεί θα διδάσκεται το βιβλίο του) υπόσχεται να μην ικανοποιήσει αποκλειστικά τους θαυμαστές του ηθοποιού, καθώς απευθύνεται γενικότερα στους θιασώτες και μελετητές του κωμικού είδους στο θέατρο και στον κινηματογράφο. « Ο Βουτσάς καλύπτει δύο περιόδους του εγχώριου κινηματογράφου μας,τον παλιό και τον σύγχρονο κινηματογράφο. Είναι, με άλλα λόγια, ένας ηθοποιός που εκπροσωπεί όλο το κινηματογραφικό φάσμα της τελευταίας 60ετίας » λέει στο «Βήμα» ο κ. Κυριακός. Χρειάστηκαν περίπου πέντε χρόνια για την ολοκλήρωση του βιβλίου καθώς απαιτείτο σχολαστική έρευνα αρχείων- κάτι που ο Κώστας Βουτσάς δεν διατήρησε ποτέ. «Ξεφυλλίζοντας» τον βίο και την επαγγελματική δραστηριότητα του Βουτσά, ο συγγραφέας απέφυγε την προσφυγή σε «ιμπρεσιονιστικές περιγραφές που συνήθως οδηγούν στην ωραιοποιημένη παρουσίαση εποχών και προσώπων». Προτεραιότητά του ήταν «μια διακριτήμέριμνα για την ακριβή προσέγγιση παραστάσεων και ταινιών από την οπτική γωνία ενός ερευνητή των πεπραγμένων στη μεταπολεμική ελληνική σκηνή και οθόνη και όχι από εκείνη ενός συλλέκτη ανεκδοτολογικού και, εν τέλει,ανεπεξέργαστου υλικού » αναφέρει στον πρόλογό του.

Το βιβλίο θα έπρεπε να αποτελέσει μια πρόταση προσέγγισης του καλλιτεχνικού βίου ενός ηθοποιού του ελληνικού θεάματος «ως σύνθεση πηγών, τεκμηρίων και μαρτυριών, ως κριτική επεξεργασία τους και ανασύνθεση, με έμφαση στις συνθήκες που παράγουν, διαμορφώνουν και υποδέχονται την καλλιτεχνική ταυτότητα και προσωπικότητα ενός ηθοποιού ».

Καριέρα σε τρία μέρη

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Κωνσταντίνου Κυριακού

Γραμμένο υπό μορφή βιοχρονολογίου, το πρώτο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στη ζωή και στη δημιουργική πορεία του Βουτσά μέσω προσωπικών αφηγήσεων του ηθοποιού και μαρτυριών συνεργατών του.

Το δεύτερο μέρος εξετάζει τη θεατρική πορεία του από τα επιθεωρησιακά θεάματα και τις «φαρσοκωμωδίες της οδού Ιπποκράτους» ως την Επίδαυρο και το θέατρο Ηρώδου Αττικού.

Το τρίτο μέρος της μελέτης αφορά την κινηματογραφική δραστηριότητα του Κώστα Βουτσά. Οι ταινίες προσεγγίζονται με άξονα τα χαρακτηρολογικά και τυπολογικά στοιχεία των ρόλων που ερμήνευσε και τα εκφραστικά μέσα που επιστρατεύθηκαν. Γίνεται έμμεση αναφορά στα φιλμικά είδη και ήθη της κινηματογραφικής κοινότητας αλλά και στις σκηνικές εκφάνσεις του κωμικού και φαρσικού είδους στην εκάστοτε περίοδο.
Η συνεργασία του με τον κινηματογραφικό μέντορά του Γιάννη Δαλιανίδη σεπροσεγμένες παραγωγές της Φίνος Φιλμ, οι ταινίες του στο πλευρό του υπερπαραγωγικού σκηνοθέτη και παραγωγού Κώστα Καραγιάννη και οι υστερόχρονες ταινίες του στο πλαίσιο του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου με πιο αντιπροσωπευτικά τα φιλμ του Βασίλη Βαφέα, αποτελούν στάδια της μελέτης.

«Ο Κώστας Βουτσάς είναι ο νεότερος ενός τρίπτυχου σχεδίου στο οποίο ήδη έχουν δρομολογηθεί βιβλία για τον Μίμη Φωτόπουλο και τον Βασίλη Λογοθετίδη» μας λέει ο Κ. Κυριακός. «Δυστυχώς οι νεότεροι ηθοποιοί δεν μπορούν να καλύψουν το φάσμα και την ιστορία του κινηματογράφου σε μια ευρύτερη κλίμακα. Για τον Θανάση Βέγγο βέβαια έχει ήδη γραφεί ένα πολύ καλό βιβλίο, το “Ενας άνθρωπος παντός καιρού” του Γιάννη Σολδάτου ».

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Κυριακός
Τίτλος: «Κώστας Βουτσάς. Ηθοποιός στην κωμωδία. Ρόλοι, παραστάσεις, ταινίες. Συμβολή στη μελέτη της υποκριτικής τέχνης»
Εκδόσεις: Αιγόκερως
Σελίδες: 416
Τιμή: 23 ευρώ
Ημερομηνία κυκλοφορίας: Τρίτη 16 Φεβρουαρίου

«Δεν έχω κάνει τίποτε και δεν έχω τίποτε να πω» «Η ζωή μου έχει ενδιαφέρον μέχρι την εποχή που έγινα γνωστός. Μετά δεν νομίζω ότι έκανα κάτι ιδιαίτερο» λέει ο Κώστας Βουτσάς Μ ε περισσότερες από 70 ταινίες (ντεμπούτο το 1958 στην «Κυρά μας τη μαμή») και αμέτρητες θεατρικές παραστάσεις στο ενεργητικό του, ο Κώστας Βουτσάς παραμένει δραστήριος όχι μόνο στο θέατρο (εμφανίζεται δίπλα στη Μιμή Ντενίση στο «Ανθος του κάκτου») αλλά και στον κινηματογράφο. Στην τρέχουσα σεζόν έχουμε ήδη δει δύο ταινίες του («Ο γιος του Τσάρλι», «Νήsos»), ενώ στις 25 Φεβρουαρίου θα προβληθεί «Ο διαχειριστής» του Περικλή Χούρσογλου όπου, κόντρα στην κωμική περσόνα του, ο ηθοποιός υποδύεται έναν μοχθηρό υδραυλικό.
- Γνωρίζατε την έρευνα του Κωνσταντίνου Κυριακού για τη ζωή και το έργο σας;
«Οχι, τώρα τελευταία το έμαθα. Και εξεπλάγην! Μπράβο, λέω. Τέτοιο βιβλίο για μένα! Το αξίζω όμως;».

- Είναι άξιον απορίας ότι τόσα χρόνια δεν σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε μια αυτοβιογραφία ή να αναθέσετε σε κάποιον τη βιογραφία σας.
«Ποτέ δεν με ενδιέφερε, όπως δεν με ενδιέφεραν ποτέ τα λευκώματα του Μάκη Δελαπόρτα, αυτά με τις πολλές φωτογραφίες. Βιογραφία δεν έχω λόγο να βγάλω. Δεν έχω κάνει τίποτε και δεν έχω τίποτε να πω. Δεν προσέφερα δα και τόσο πολλά στο θέατρο, δεν έβαλα αυτό που λέμε ένα λιθαράκι στην προκοπή του θεάτρου. Απλώς η φύση μου έδωσε το χάρισμα να παίζω καλά αυτά που έπαιζα. Αυτό είμαι σε θέση να το πω σήμερα. Δεν νομίζω όμως ότι η ζωή μου ενδιαφέρει τον κόσμο».

- Γιατί να μην ενδιαφέρει τον κόσμο η ζωή σας;
«Γιατί η ζωή μου έχει ενδιαφέρον μέχρι την εποχή που έγινα γνωστός. Ο πατέρας μου ήταν κομμουνιστής, κυνηγηθήκαμε, έκανα διάφορες δουλειές μικρός για να ζήσουμε, όπως στα μπουλούκια στο θέατρο, όπου βγήκα το 1948. Αυτά, ναι. Από εκεί και πέρα όμως, όταν έγινα γνωστός, δεν νομίζω ότι έκανα κάτι ιδιαίτερο. Εκτός αν με δει κανείς ως ηθοποιό. Να δει πώς έχω παίξει. Αυτό έκανε ο κ. Κυριακού και γι΄ αυτό έχει ενδιαφέρον το βιβλίο του».
- Πότε θεωρείτε ότι γίνατε γνωστός;
«Από τότε που κατέβηκα στην Αθήνα, το ΄55 με ΄57, κάπου εκεί μέσα. Ο κινηματογράφος με βοήθησε πάρα πολύ αλλά εγώ ήμουν αφοσιωμένος πάντα στο θέατρο και αυτό ήταν το λίκνο μου. Θυμάμαι ότι μου είχε προτείνει κάποτε ο Φίνος να παίξω σε δύο ταινίες- μία με τη Βουγιουκλάκη και μία με την Καρέζη - και του είπα ότι δεν μπορώ γιατί έχω θέατρο. Δεν είχα θέατρο αλλά του είπα ψέματα για να μην αφήσω το θέατροκαι ας μην έπαιζα».

- Είναι εντυπωσιακή πάντως η αλλαγή σας σε πρόσφατες ταινίες σας όπως «Ο γιος του Τσάρλι» και «Ο διαχειριστής».
«Σε αυτή την ηλικία που βρίσκομαι, τα θέματα είναι περισσότερο νεανικά. Ερωτες, κληρονομιές, τέτοια. Δεν λέω ότι γέρασα- και ας είμαι 79 χρονών-, αλλά για εμάς τους μεγάλους δεν υπάρχουν θέματα. Επομένως με τον εντός εισαγωγικών ναρκισσισμό μου, μου αρέσει να παίζω μικρούς και διαφορετικούς ρόλους. Και το κάνω για να πω στον εαυτό μου “ρε Βουτσά, εντάξει, μπράβο σου, είσαι 62 χρόνια στα πράγματα, αλλά το αξίζεις”. Ειδάλλως θα έλεγα “ρε Βουτσά, κατά τύχη έγινες”».

Πηγή Το Βήμα
10.2.2010

* Στη φωτό ο Κώστας Βουτσάς σε σκηνή από την ταινία "Αγάπησα μια πολυθρόνα"

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Βιβλιοπροτάσεις : Η μικρούλα, η σουλτάνα, η Ναϊμέ ("Στα παλάτια του Χαμίτ")

Το ανάγνωσμα που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» από τις 23 Μαΐου έως τις 28 Ιουνίου 1935, κρατάει ακόμη κάτι από το άρωμα της πρώτης του χρήσης κι ίσως μάλιστα αυτό να είναι και το μεγαλύτερό πλεονέκτημά του: Λογοτεχνίζον όσο χρειάζεται για να διαφοροποιηθεί από τη δημοσιογραφική ύλη, μυθοπλαστικό όσο πρέπει για να αγκιστρώσει τον αναγνώστη και κείμενο ιστορικής τεκμηρίωσης για να αναπληρώσει απώλειες, δεκατρία χρόνια μετά τη μικρασιατική τραγωδία.

Τα υλικά είναι απλά, αλλά για να δέσει το γλυκό και να μη ζαχαρώσει το σιρόπι χρειάζεται μεγάλη μαεστρία. Η δεσποσύνη Σπανούδη φαίνεται ότι είχε το χάρισμα, είχε και το μυαλό να διηγηθεί όσα έζησε με τρόπο που να «πιάνει» όλο το αναγνωστικό κοινό: και εκείνον που ψόφαγε για ίντριγκες πίσω από τα πυκνά τα καφάσια και τον άλλον που ήθελε να τονώσει το τσαλακωμένο εθνικό του φρόνημα και τον τρίτο και καλύτερο, δηλαδή τον παραζαλισμένο άνθρωπο του μεσοπολέμου που ενδιαφερόταν για τα παρασκήνια της πρόσφατης ιστορίας μήπως και καταφέρνει να κατανοήσει την τωρινή του κατάσταση. Βρισκόμαστε μέσα στη βασιλική άμαξα με τα βελούδα και τα «αραπάκια»ιπποκόμους στον δρόμο προς το παλάτι, όπου η συγγραφέας θα γνωρίσει την υψηλή της μαθήτρια. Η αγγελόμορφη και ευγενική Ναϊμέ, κόρη του τελευταίου σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ, δεν τα έπαιρνε τα γράμματα, γενικώς. Ούτε τα μουσικά αλλά ούτε και τα απλά πραγματάκια που διαχρονικά προστατεύουν τον έγγαμο βίο. Έτσι έβαλε εν αγνοία της συνέταιρο στο νυφικό της κρεβάτι, ο δε Κεμαλεδίν, ο πριγκιπικός της σύζυγος, έψαχνε τρόπους να την ξεφορτωθεί μπουκώνοντάς την με χρυσάφι.

Για τη χειραφετημένη Ρωμιά, η θέση των Οθωμανίδων του παλατιού είναι εντελώς αδιανόητη. «Εδώ μέσα βασιλεύει μια θανάσιμη πλήξη» γράφει. «Πώς ζούσαν εδώ οι γυναίκες; Μα ήταν “γυναίκες” αυτές; Πουλιά δεμένα με χρυσές αλυσίδες».

Παράλληλα με τους καημούς της αγαπημένης της μαθήτριας, η διανοούμενη Ρωμιά δεν έχανε από τα μάτια της όλα όσα εξυφαίνονταν στο παλάτι. Οι μέρες μύριζαν μπαρούτι και ήδη οι Νεότουρκοι με ορμητήριο τη Θεσσαλονίκη ετοιμάζονται να πριονίσουν τον θρόνο του Χαμίτ. Η Κωνσταντινούπολη έβραζε κι ένα πλήθος διαφορετικών εθνοτήτων έκανε παιχνίδι εις βάρος του «μεγάλου ασθενούς».

Η διανοούμενη Ρωμιά Σοφία Σπανούδη μεταφέρει μέσα από το βιβλίο της "Στα παλάτια του Χαμίτ " Εκδ. του εικοστού πρώτου τον αναγνώστη στα άδυτα του παλατιού του Αβδούλ Χαμίτ και παρακολουθεί όχι μόνο τις γιορτές αλλά και τα πολιτικά παιχνίδια των Ευρωπαίων που δεν έβλεπαν την ώρα να μοιραστούν τα ιμάτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το κείμενο έχει τη χάρη του οριεντάλ ρομάντζου, τη γοητεία του επιτόπιου ρεπορτάζ και την αξία του ιστορικού ντοκουμέντου. 

*Ο πίνακας είναι του Β. Μαρινέλι "Ο χορός της μέλισσας" (1862)

Πηγή Τα Νέα
6-2-2010

ShareThis