Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Η ιστορία ενός τραγουδιού : Οδός Αριστοτέλους (Λ.Παπαδόπουλος, 1974, Χ.Αλεξίου)

Η ιστορία του τραγουδιού που καθιέρωσε από το 1974 τη Χαρούλα Αλεξίου σε μουσική Γιάννη Σπανού και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Γεννήθηκα στην Αθήνα, στην οδό Φωκαίας 18. Γειτονιά μου ήταν η Πλατεία Βικτωρίας - τότε τη λέγανε Κυριακού - και οι πέριξ δρόμοι: Χέυδεν, Φερών, Ελπίδος, Δεριγνύ, Φιλιππίδου, Κοδριγκτώνος, Ατταλείας, Ηπείρου. Και, βέβαια, οι μεγάλες «αρτηρίες», όλοι οι βασικοί χωματόδρομοι της περιοχής: Αριστοτέλους, Φυλής, Ιουλιανού, Αλκιβιάδου. Υπήρχαν και τρεις ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι. Η Αχαρνών, η 3ης Σεπτεμβρίου και η Μαυρομματαίων.
Η γειτονιά μου είχε όλα τα καλά. Την ταβέρνα του Τζίμη του Χοντρού, όπου ιερουργούσε ο Τσιτσάνης με την Μπέλλου και τη Νίνου. Το μπιλιαρδάδικο του Λαμέρα, τα σπίτια του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, της Ελένης Χαλκούση, της Κάκιας Παναγιώτου, του φασίστα Μανιαδάκη, του Χάρη Γλένη με τις αυτοκρατορικές τετράσποντες καραμπόλες, του ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκου, του κριτικού Απόστολου Σαχίνη, του θεατρικού συγγραφέα Μιχάλη Κουνελάκη, του δικηγόρου-συνηγόρου του Μπελογιάννη, Μηνά Γαλέου. Είναι τόσο πολλοί που μου κοστίζει ακόμη και να τους σκέφτομαι.
Η Πλατεία Κυριακού ήταν μια σφηκοφωλιά. Στην οδό Ελπίδος είχε το άντρο της η Ειδική Ασφάλεια, όπου οι ταγματασφαλίτες βασάνιζαν πατριώτες. Στον ίδιο δρόμο υπήρχε το ξενοδοχείο Κρυστάλ, που ανήκε και αυτό στην Ειδική Ασφάλεια. Εκεί δοκιμάζονταν καινούργιες μέθοδοι βασανιστηρίων. Στην Ιουλιανού ήταν το Αρχηγείο της Χωροφυλακής, γεμάτο πάντοτε από μπασκίνες. Και στον Αγιο Παντελεήμονα, το 8ο Παράρτημα Ασφαλείας όπου τραβούσαν κάθε μέρα τον πατέρα μου, «δι' υπόθεσίν του», να τον τρομοκρατούν επειδή είχε υπακούσει στις εντολές του Ζαχαριάδη και δεν ψήφισε στις εκλογές του 1946.
Αριστεροί ήταν και οι περισσότεροι κάτοικοι των κάτω από την 3ης Σεπτεμβρίου δρόμων. Ανθρωποι φτωχοί, μεροκαματιάρηδες: τσαγκάρηδες, μαραγκοί, ποδηλατάδες, καφετζήδες, παπλωματάδες, γκαρσόνια, μαναβάκια, μικροταβερνιάρηδες, βαρελάδες, αρτεργάτες. Είχαμε και έναν φούρναρη με όνομα. Τον λέγανε Χρήστο Μπανέλα και χρώσταγε τη φήμη του όχι στο ψωμί που έφτιαχνε, αλλά στον γιο του, ένα ντερέκι δύο μέτρα, που έπαιζε μπακ στον Αθηναϊκό.
Γενικά η γειτονιά μου ήταν ένας παράδεισος για τα παιδιά. Η Αριστοτέλους είχε δέντρα και από τις δύο μεριές. Αγριοπιπεριές που τα φύλλα τους κολλούσαν στα χέρια και είχαν, όταν τα μύριζες, μιαν ευχάριστη αψάδα. Σε όλα τα σπίτια υπήρχαν γλάστρες με λουλούδια κι εκεί, Φυλής και Φιλιππίδου, προσπαθούσε να πετάξει μπόι μια γαζία που φούντωνε ξετρελαίνοντας τον κόσμο με τα αρώματά της. Φυσικά, στους δρόμους κυκλοφορούσαν ελάχιστα αυτοκίνητα και, έτσι, παίζαμε ανεμπόδιστα ποδόσφαιρο με μπάλες από κουρελόπανα, από το πρωί ίσαμε το βράδυ.
Αρχηγός όλης της αλητοπαρέας ήταν ένα κορίτσι. Η Αργυρώ. Ηταν άσκημη, βρώμικη, κατουρούσε όρθια όπως τα αγόρια, έβριζε, έκλεβε και ήταν μονίμως έτοιμη για καβγά γιατί στο δίτερμα, όσοι από μας φοράγανε παπούτσια, της πατούσαν τα γυμνά δάχτυλα - ήταν ξυπόλητη - και την ξενύχιαζαν. Αλλά περισσότερο κι από το ξενύχιασμα, θύμωνε όταν τη φωνάζαμε με το παρατσούκλι της: Καγκουρώ.
Εμενε σε ένα σπίτι της Μονής Προδρόμου με μια τεράστια χωματένια αυλή και μια πελώρια συκιά στη μέση. Πατέρα δεν είχε. Η μάνα της, μια σκελετωμένη φουκαριάρα, είχε ανοίξει ένα καφενεδάκι στην Αριστοτέλους και έψηνε καφέδες στους εργάτες, μισοτιμής. Οι άλλοι καφετζήδες, κυρίως ο Αλέκος, την απειλούσαν ότι θα ρίξουν πετρέλαιο στο μαγαζί και θα της το κάψουν, αλλά δεν το αποφάσιζαν φοβούμενοι τις συνέπειες.
Τη λέγανε κυρά-Μελέταινα και είχε για αφεντικό στο μαγαζί τον γιο της, τον Σπύρο ή Μανιαμούνια. Ο Μανιαμούνιας ήταν αδύνατος με περιποιημένη χωρίστρα, μιλούσε περίεργα και περπατούσε σαν να ήταν ξερός, σαν να μην είχε κλειδώσεις στα γόνατα και τους αγκώνες. «Είναι από το χασίσι», έλεγε ο Περωτής εδώ κι εκεί και εξηγούσε: «Δεν βλέπετε πώς είναι ο άνθρωπος; Σαν κόντρα πλακέ!». Και ήταν πράγματι ο Μανιαμούνιας ένα κομμάτι κόντρα πλακέ, ύψους ένα και εξήντα. Το μυαλό του δεν έκοβε και πολύ, έκανε πάντα λάθος στα ρέστα και όταν παρίστανε τον νταή στην αδελφή του, η Καγκουρώ τον πλάκωνε στις γρήγορες και του 'λεγε, «μούγκα Μανιαμούνια!». Ο Περωτής, πάλι, έβρισκε την ευκαιρία για να πετάξει την κακία του: «Ρε σεις, μην τον πλησιάζετε. Είμαι βέβαιος ότι ο πατέρας του θα είχε σύφιλη». Η Αργυρώ, όμως, πώς φάνταζε θεριό ανήμερο, κι ας ήταν λεπτή σαν τσίχλα, αν ο πατέρας της ήταν συφιλιδικός;
Στα χρόνια της Κατοχής, εγώ πουλούσα τσιγάρα και χαλβά του μπακάλη και η Αργυρώ είχε βγάλει ένα κασελάκι και γυάλιζε παπούτσια, ιδίως ιταλών στρατιωτών που ήθελαν να είναι περιποιημένοι. Μια μέρα, διασχίζοντας κάθετα τη Δεριγνύ δεν πρόσεξε, βρέθηκε απέναντι σε ένα στρατιωτικό καμιόνι, που οδηγούσε ένας αυστριακός φαντάρος και κατέληξε χτυπημένη πάνω στα σκαλιά του χασάπικου. Είχε σπάσει χέρια και πόδια, αλλά ήταν ζωντανή. Ο αυστριακός την πήρε στην αγκαλιά του, την πήγε στο νοσοκομείο και με τα πολλά τη γιάτρεψε. Και όχι μόνο αυτό. Φρόντισε να τη βάλει και στο σχολείο και μετά τον πόλεμο της έστελνε λεφτά από τη Βιέννη, για να συνεχίσει τις σπουδές της. Αλλά η Αργυρώ δεν τελείωσε ποτέ τις σπουδές της. Τρελάθηκε. Και πέθανε στο Ψυχιατρείο.
Η γειτονιά μου είναι η πατρίδα μου. Εκεί έπαιξα, εκεί μάλωσα, εκεί ερωτεύτηκα, εκεί χόρεψα σουίνγκ, εκεί έδωσα και το πρώτο μου φιλί στη Χαρίκλεια. Εκεί, ακόμα, ήταν το σχολείο μου, το δημοτικό, αλλά και το γυμνάσιο, το Β' , όπου μας τσάκιζε κάθε μέρα στο ξύλο ο γυμνασιάρχης, ένας θεολόγος, ο Πάτρας. Αγαπούσα πολύ τη γειτονιά μου και τους παιδικούς φίλους μου. Και, φυσικά, όταν άρχισα να γράφω τραγούδια, έγραψα μπόλικα γι' αυτή τη συνοικία, που τώρα βρωμοκοπάει και είναι γεμάτη από μελαψούς νταβατζήδες, μαχαιροβγάλτες και πουτάνες. Εγιναν γνωστά τα περισσότερα τραγούδια που της αφιέρωσα: «Κύλαγε το τσέρκι στην οδό Φυλής», «Το άγαλμα», «Σπίτι παλιό», «Κουτούκι», «Οδός Αριστοτέλους».
Την «Οδό Αριστοτέλους» την έγραψα το καλοκαίρι του 1974 και την έδωσα στον Γιάννη Σπανό, που είχαμε στενή συνεργασία εκείνο τον καιρό. Ο Σπανός έβαλε μια όμορφη μελωδία, τραγουδιάρικη. Στον δίσκο αυτό είχαμε αποφασίσει να τραγουδήσουν ο Γιάννης Πάριος, ο Γιάννης Καλατζής και η Χάρις Αλεξίου που ήταν πολύ καινούργια, αλλά έδειχνε ότι θα γίνει μεγάλη τραγουδίστρια.
Ο Σπανός έμενε σε ένα τριάρι στην οδό Μοσχονησίων και εκεί πηγαίναμε οι τραγουδιστές κι εγώ, για να κάνουμε πρόβες. Δοκιμάσαμε τα 11 τραγούδια και μας είχε μείνει το 12ο, η «Οδός Αριστοτέλους». Ο Σπανός ήθελε να το δώσει στον Πάριο, που ήταν ήδη φίρμα. Ο Καλατζής δεν πρόβαλε καμία αξίωση. Εγώ όμως ήθελα να το τραγουδήσει η Αλεξίου. Κάναμε έναν ευγενικό μικροκαβγά με τον Σπανό, χωρίς να βγάλουμε άκρη. Την κρίσιμη όμως ώρα πετάχτηκε στη μέση ο Πάριος και είπε, «αφού ο Λευτέρης προτιμά τη Χαρούλα, ας το πει η Χαρούλα». Και το είπε η Χαρούλα. Και έκανε πάταγο! Κι έλεγε κατόπιν - το λέει και τώρα: «Από αυτό το τραγούδι, όπως έγινε και όπως το είπα, κατάλαβα ότι ήμουν πλέον τραγουδίστρια!».
Ενα βραδάκι στο Κολωνάκι, στο εστιατόριο του Νίκου - βρισκόταν δίπλα στο «Βυζάντιο» και δεν υπάρχει πια - έτρωγα με μια παρέα και πλάι μου καθόταν μια πολύ όμορφη γυναίκα. Απέναντί μας ήταν ο Κώστας Πρετεντέρης με τη γυναίκα του. Ζήτησε ένα κομμάτι χαρτί από τον σερβιτόρο και μου έγραψε: «Οταν φτιάχνεις τραγούδια που μιλάνε για φλούδες μανταρίνι μοιραίο είναι να συνοδεύεις μια καλλονή». Αλλά η καλλονή δεν ήταν δική μου. Ηταν μάλλον ξέμπαρκη, εκείνο τον καιρό τουλάχιστον. Αργότερα έγινε μανεκέν, ηθοποιός, παντρεύτηκε και χάθηκε κάπου στη Νέα Υόρκη.
Χρόνια μετά, το '74, πήγα με ένα φίλο μου στο Κιάτο της Κορινθίας. Εκεί έμαθα ότι ο Γιάννης Σπανός είχε μια μπουάτ, όπου έπαιζε πιάνο και τραγουδούσαν διάφοροι νέοι τραγουδιστές. Πήγαμε με τον φίλο μου σε αυτό το μαγαζί. Ηταν στην οδό Αριστοτέλους και η ταμπέλα του έγραφε «Οδός Αριστοτέλους»...
Ηταν μια ωραία βραδιά. Συγκινήθηκα. Οπως συγκινήθηκα όταν διάβασα στις εφημερίδες ότι εκεί κάπου, Αριστοτέλους και Αγίου Μελετίου, λειτουργεί ένα νυχτερινό κέντρο που ο τίτλος του είναι «Τσέρκι». Και η λέξη αυτή είναι μάλλον άγνωστη στους «Ν εοέλληνες του κάμπριο» και του τζιπ τούρμπο, ή όπως αλλιώς λέγονται.

Μουσική Γιάννης Σπανός
Πρώτη ηχογράφηση Χάρις Αλεξίου (1974)
Από το ομότιτλο άλμπουμ 
Του Λ.Παπαδόπουλου
Πηγή ΤΑ ΝΕΑ
26.102012

Οριο σημαινει ελευθερία

Οι ακραίες καταστάσεις ευνοούν τα άκρα. Τούτη η αυτονόητη αλήθεια έχει μια ακόμα, επίσης αυτονόητη, παράμετρο: όσο θα παρατείνεται η κρίση τόσο τα άκρα θα ενδυναμώνονται. Το βάθος της ηθικής, αξιακής, πολιτισμικής κρίσης που περνάει η χώρα όμως δεν έγινε ξαφνικά ορατό μετά το 2008. Είναι γνωστό ότι η κρίση σοβούσε πολλά χρόνια τώρα: σε επίπεδο κορυφής (κυβερνήσεων, κομμάτων, τοπικών αυτοδιοικήσεων, ΜΜΕ) αλλά και στο επίπεδο των απλών ψηφοφόρων. Οσο και αν το ψάρι, όπως λέγεται, βρωμάει από το κεφάλι και οι πολίτες έχουμε ευθύνη και μάλιστα μεγάλη.
Οταν λέμε ότι η κρίση σοβούσε, πάει να πει ότι πολύ πριν από την άνοδο της ακροδεξιάς και του νεοναζισμού, πριν όμως και από τους νεκρούς της Marfin, το πλιάτσικο και τους βανδαλισμούς στο κέντρο της πρωτεύουσας κ.ο.κ., τα άκρα, σε ένα ευρύτερο φάσμα, γνώρισαν μετά το 1974 προνομιακή μεταχείριση στη χώρα μας. Ηδη δηλαδή ζούσαμε ακραίες καταστάσεις στην Ελλάδα (μα πολύ πιο σποραδικές και σαφώς σε χαμηλότερη ένταση συγκριτικά με όλα όσα ζούμε μετά το 2008 - ’9).
Είναι ειρωνικό, αλλά η μακροβιότερη περίοδος πολιτικής σταθερότητας, ειρήνης και ευμάρειας (επίπλαστης ή μη) στη χώρα μας συνοδεύθηκε και από μια σταδιακή περιφρόνηση κάθε αίσθησης ορίων. 
Προσοχή: η έννοια των ορίων δεν ταυτίζεται με την καταστολή και τον αυταρχισμό. Οριο, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, στην ουσία του, σημαίνει ελευθερία: σημαίνει ότι ξέρω πού βρίσκομαι και πού πατάω, γνωρίζω τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μου και πορεύομαι με βάση αυτά τα δεδομένα και ανάλογα με τις ικανότητές μου.  

Οριο σημαίνει ελευθερία, διότι εμπεριέχει τόσο τη λογική όσο και το αίσθημα, όχι το ένα ή το άλλο. Είναι το όριο που θέτουμε με τον εαυτό μας βάσει ενός, ας πούμε, «υπαρξιακού συμβολαίου», μα και με την κοινωνία, την πολιτεία, βάσει ενός κοινωνικού συμβολαίου. Το σημαντικότερο: όριο σημαίνει ελευθερία, διότι βρίσκεται στον αντίποδα της περιχαράκωσης, της στατικότητας: γνωρίζω τα όριά μου σημαίνει ότι σταδιακά, με προσπάθεια, τα διευρύνω, μέσα από μικρές υπερβάσεις, εγκαθιδρύοντας νέα όρια και πάλι. Είναι μια αέναη κίνηση προς τα εμπρός που δεν γίνεται αυθαίρετα, αλλά μέσα στο πλαίσιο της συνύπαρξης με άλλους ανθρώπους γύρω μας, άλλες κοινότητες, άλλες χώρες κ.λπ. Η ελληνική πολιτική τάξη και κατ’ επέκταση η ελληνική κοινωνία μετά το 1974 μοιάζει να πορεύθηκε χωρίς καμία συναίσθηση τέτοιων ορίων: τις περισσότερες φορές αφεθήκαμε σε ένα «άγεσθαι και φέρεσθαι» χωρίς συναίσθηση καθήκοντος και υποχρεώσεων, δίχως στέρεο πρόσωπο, αλλά με διαδοχικά προσωπεία που άλλαζαν ανάλογα με τους καιρούς. Η χειρότερη κληρονομιά που άφησαν η στρατοκρατική δικτατορία και η λειψή μετεμφυλιακή δημοκρατία (με τις ωμές, διαρκείς παρεμβάσεις των σωμάτων ασφαλείας) ήταν ότι κάθε στοιχειώδης αίσθηση ορίου ταυτίστηκε με την καταστολή, τον αυταρχισμό, τον χωροφύλακα, τον συνταγματάρχη. Με άλλα λόγια, το όριο δεν ήρθε ποτέ εκ των έσω, ως μια εσωτερική αναγκαιότητα, αλλά επιβλήθηκε από εξωτερικούς παράγοντες. Τώρα, το γιατί ως πολιτεία και ως κοινωνία δεν διαθέταμε την ωριμότητα, τη συναίσθηση αυτών των εσωτερικών ορίων, του αυτοπροσδιορισμού δηλαδή, είναι μια άλλη, τεράστια κουβέντα.
Σε κάθε περίπτωση, τα ανακλαστικά ορισμένων από τους ανθρώπους που ανήλθαν στην εξουσία μετά το 1981 ήταν απότοκα τέτοιων τραυματικών βιωμάτων. Για άλλους, η καταστολή και οι αστυνομεύσεις αποτέλεσαν το ιδανικό άλλοθι για την εδραίωση μιας κουλτούρας της αυθαιρεσίας, κουλτούρα που διαπέρασε όλο το πολιτικό - ιδεολογικό φάσμα. Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο το «νόμιμο να είναι και ηθικό» και αυτό να λέγεται ευθαρσώς από υπουργό αστικού, συντηρητικού κόμματος. Είναι και αυτό ένα άκρο: είναι το άκρο που καθιστά τη διαφθορά αυτονόητη, την εξουσία απεριόριστη. Οπως άκρο ήταν η εξιδανείκευση της τρομοκρατίας και η ανοχή των βανδαλισμών από την ελληνική Αριστερά: εδώ έχουμε το άκρο που θέλει τη (δική μας) βία όχι μόνον αυτονόητη, μα και επιβεβλημένη, αγιασμένη. Καλούμαστε λοιπόν να θέσουμε εκ νέου τα όριά μας. Εδώ που φτάσαμε, κάτι τέτοιο θα γίνει (αν γίνει) με πόνο.
Του Ηλία Μαγκλίνη
21.10.2012

Η οικονομία ως μέθοδος...

Μάθαμε στα χρόνια της αυτοκρατορίας του νεοφιλελευθερισμού να εξηγούμε πολλά και ακατανόητα, σ' ένα κοινωνικό κράτους, με το διάσημο αξίωμα «είναι η οικονομία, ηλίθιε!».

Πάντα, όμως, υπήρχαν μέγιστα ζητήματα, που δεν σχετίζονταν άμεσα με την οικονομία και παραμένανε γρίφοι για την πρακτική του πολιτικού βραχίονα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Αν, λόγου χάρη, η κατανάλωση είναι η κινητήρια δύναμη, πώς συμβιβάζονται οι επιβολές σκληρής λιτότητας; Σε παρόμοιες περιπτώσεις και για να κατανοηθούν τ΄ ανερμήνευτα γινόταν συνήθως επίκληση διάφορων εξω-αξιωματικών παραμέτρων. Οπως «το παράδοξο του νεοφιλελευθερισμού». Σύμφωνα μ' αυτό, ενώ διακηρυκτικά η κρατική παρέμβαση είναι εξοβελιστέα, προκειμένου ν' απαλλαγεί η οικονομία από τα κρατικά δεσμά, στην πράξη αυτή ενισχύεται, εντατικοποιείται και γνωρίζει νέες μέρες δόξας. Οπως στα ολιγαρχικά καθεστώτα των προηγούμενων αιώνων.
Αντί για απουσία κρατικού ελέγχου, γινόμαστε μάρτυρες της ασφυκτικής παρουσίας του. Ετσι το κράτος με αυταρχικό τρόπο επεμβαίνει ακόμη και σε αδιανόητα για την κλασική «ελεύθερη αγορά». Τα σχετικά παραδείγματα περισσεύουν. Παρεμβαίνει, όχι ρυθμιστικά, και για την προστασία των πολιτών του, όπως στο παρελθόν. Αλλά εν ονόματι της οικονομικής ανάπτυξης, η οποία, υποτίθεται, ότι προϋποθέτει τη μη κρατική ανάμειξη. Εγκαθιδρύονται ακόμη και πολυετή «διευθυνόμενα» οικονομικά προγράμματα, σε πείσμα κάθε θεωρητικού πλαισίου του. Το «παράδοξο» στο απόγειό του καταλήγει στα καθ' ημάς -κι όχι μόνο- ν' καταλαμβάνει θέση κανόνα. Αντί για την υποσχόμενη απελευθέρωση της οικονομίας και των αγορών, επιβάλλονται καταστάσεις «έκτακτης ανάγκης».
Ο απαλλαγμένος, δήθεν, από το κράτος νεοφιλελευθερισμός αναδεικνύεται σε φορέα ενός αυταρχικού κράτους. Για να εξηγήσουμε πάμπολλα, άλλα «παράδοξα» της πρακτικής και των χαοτικών αντιφάσεών του, ίσως χρειάζεται να καταφύγουμε σ' ένα άλλο λιγότερο διάσημο αξίωμα. Εκείνο της Θάτσερ: «Τα οικονομικά είναι η μέθοδος, ο στόχος είναι ν' αλλάξουμε τα συναισθήματα των ανθρώπων...». Αν στα συναισθήματα προσθέσουμε τις σκέψεις και την ταυτότητα του πολίτη, όπως έχει διαμορφωθεί στην πορεία συγκρότησης του διεευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, αναδύεται με σαφήνεια η φύση. Δεν έχουμε μπροστά μας ένα οικονομικό (και αντικοινωνικό) μοντέλο του παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αλλά μια πολυμηχα­νή, με προδιαγραφές για την παραγωγή πολιτών, που πρέπει να έχουν άλλα συναισθήματα, άλλες αξίες, άλλη ανθρώπινη ζωή. Που πρέπει να συμμορφωθούν με πρότυπα, όπως τα οικονομικά μοντέλα. Αυτή είναι η νέα «επανάσταση». Ευτυχώς που υπάρχει η... αντεπανάσταση!

Του Τάκη Κατσιμάρδου
Πηγή ΕΘΝΟΣ
11.11.2012

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Απολύσεις στο Δημόσιο

Γράφει ο κ. Πρεβελάκης σε γράμμα του προς την εφμ Καθημερινή :
Κύριε διευθυντά
Στο θέμα του Δημοσίου και των απολύσεων, πιστεύω ότι υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση, γιατί όταν προτείνουν κάποιοι (π.χ. η κ. Ξαφά) να μειωθεί ο δημόσιος τομέας, η επόμενη ερώτηση είναι τι θα γίνουν όλοι αυτοί που θα βρεθούν χωρίς δουλειά.
Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να απολυθούν 150.000 δημόσιοι υπάλληλοι και να βρεθούν στον δρόμο (ακόμα και με κάποια χρονική παράταση, όπως προβλέπει η πρόταση της εφεδρείας). Μια τέτοια ομάδα θα μπορούσε να σχηματίσει κόμμα και να περάσει νόμο που να τους αποκαθιστά.
Ο τρόπος που θα μπορούσε να υπάρξει τέτοια μείωση στο Δημόσιο είναι να περάσουν αυτοί οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά και οι οργανισμοί που τους απασχολούν, στον ιδιωτικό τομέα.
Δεν μιλάω για ιδιωτικοποιήσεις (γιατί δεν θα βρεθούν επενδυτές να χρηματοδοτήσουν αυτήν την προσπάθεια), αλλά για αποκρατικοποιήσεις. Π.χ. παίρνουμε ένα δημόσιο οργανισμό, σχολείο, πανεπιστήμιο, μουσείο, νοσοκομείο, υπηρεσία ύδρευσης, αποκομιδής απορριμμάτων κ.λπ. και δημιουργούμε μια εταιρεία ιδιωτικού δικαίου (κερδοσκοπική ή μη) και δίνουμε τις μετοχές στους εργαζομένους, μαζί με ένα συμβόλαιο που θα τους επιτρέπει να συνεχίσουν να κάνουν ό,τι έκαναν και πριν, αλλά αντί να είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, να είναι εργολάβοι (contractors) του Δημοσίου. Στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, το κράτος θα δημοπρατήσει την παροχή αυτών των υπηρεσιών και αν ο αποκρατικοποιημένος οργανισμός μπορέσει να ανταγωνιστεί άλλες ιδιωτικές εταιρείες, το πείραμα θα έχει πετύχει, αν όχι, το πείραμα θα έχει αποτύχει και ο οργανισμός, αν δεν έχει βρει εν τω μεταξύ άλλες κερδοφόρες δραστηριότητες, θα κλείσει και οι εργαζόμενοι θα βρεθούν στον δρόμο. Δηλαδή, στο ίδιο σημείο που θα βρεθούν στο τέλος της εφεδρείας, αλλά έχοντας εν τω μεταξύ παράσχει υπηρεσίες στο Δημόσιο (αντί να κάθονται σπίτι τους περιμένοντας το κράτος να τους ταΐζει, όπως προβλέπει η εφεδρεία). Oσον αφορά τα σχολεία - πανεπιστήμια, το μέτρο μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί με ένα σύστημα κουπονιών που να επιτρέπουν στον κάτοχο να απευθυνθεί όπου θέλει (δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα) για να μορφωθεί. Τα φθηνά ιδρύματα απλώς θα πληρώνονται μέσω των κουπονιών, ενώ τα ακριβά θα μπορούν να χρεώνουν και κάποιο ποσό πέραν των κουπονιών. Τα νοσοκομεία θα μπορούν να λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία αυτής της πρότασης είναι το Δημόσιο να θέσει ρεαλιστικές τιμές για τις υπηρεσίες που αγοράζει. Τώρα το Δημόσιο καθορίζει μονομερώς την τιμή και οι υπόλοιποι προσπαθούν να βρουν άλλους τρόπους να εισπράξουν χρήματα για να επιβιώσουν (φακελάκια, ιδιαίτερα μαθήματα, άσκοπες εξετάσεις, ακριβά φάρμακα συγκεκριμένων εταιρειών κ.λπ.). Γιατί να μη χρησιμοποιήσουμε κάποια ευρωπαϊκά ιδρύματα σαν benchmark ώστε οι τιμές να βασίζονται σε αυτά που χρεώνουν τα benchmark νοσοκομεία ή σχολεία ή ό,τι άλλο θέλετε. Παρόμοια μέθοδος χρησιμοποιείται ήδη για τον προσδιορισμό της τιμής των φαρμάκων.
Το Δημόσιο επίσης θα πρέπει να πληρώνει αυτά που χρωστάει με συνέπεια (αντίθετα με την παρούσα πρακτική όπου το Δημόσιο φεσώνει συστηματικά τους προμηθευτές του).
Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της λύσης είναι ότι το Δημόσιο ξεμπερδεύει μια για πάντα με τη διαχείριση ιδρυμάτων που έχει αποδείξει περίτρανα ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί. Αν π.χ. κάποιος κλέβει γραφική ύλη ή χαρτί τουαλέτας από τον τάδε αποκρατικοποιημένο οργανισμό, είναι θέμα των μετόχων του και της διοίκησής του, όχι του κράτους. Αν δεν μπορούν να ελέγξουν τα έξοδα, θα κλείσουν. Και τότε οι ίδιοι οι μέτοχοι - εργαζόμενοι θα βρεθούν στην ψάθα.
Συνταγματικά η λύση αυτή είναι νόμιμη, μια και οι οργανισμοί αυτοί θα πάψουν να υφίστανται και συνεπώς οι εργαζόμενοι μπορούν να απολυθούν. Απλώς θα συσταθεί αμέσως ένας ιδιωτικός οργανισμός ο οποίος θα ανήκει στους τέως υπαλλήλους και θα έχει την υποχρέωση να προσλάβει κατά προτίμηση από το προσωπικό του υπό διάλυση δημόσιου οργανισμού.
Προσέξτε, όχι υποχρεωτικά όλους, αλλά η απόφαση για το ποιοι θα μείνουν θα είναι απόφαση της νέας διοίκησης που θα εκπροσωπεί τους μετόχους. Επίσης, όποια περιουσιακά στοιχεία του δημόσιου φορέα δεν μπορούν να μεταβιβαστούν στον νέο φορέα (π.χ. κληροδοτήματα), αυτά μπορούν να παραχωρηθούν με τη μορφή μακροχρόνιου δανείου ή ενοικίασης.
Τέλος, αν ο ιδιωτικός οργανισμός δεν κάνει τη δουλειά που του έχει ανατεθεί, τότε το Δημόσιο μπορεί απλά να καταγγείλει τη σύμβαση όπως γίνεται σε κάθε περίπτωση εργολαβίας.
Το Δημόσιο θα έχει, λοιπόν, τραβήξει την πολυπόθητη γραμμή κάτω από τις δικές του οικονομικές υποχρεώσεις έναντι αυτών των οργανισμών.

Βασιλης Πρεβελακης - Eπ. καθ. Πανεπιστημίου Braunschweig, Γερμανίας Διευθύνων σύμβουλος AEGIS RESEARCH

14.11.2012

Πως το...σινεμά βοηθάει τον τουρισμό εντός και εκτός Ελλάδας

Μπορεί με την πρώτη ματιά να μη διακρίνει κανείς το πώς σχετίζεται το γύρισμα μιας κινηματογραφικής ταινίας διεθνούς απήχησης με μια ταξιδιωτική δραστηριότητα. Ωστόσο, σχέση υπάρχει.
Την τελευταία εβδομάδα, που ξεκίνησε η προβολή της νέας ταινίας του Τζέιμς Μποντ και στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, «σπάει τα ταμεία». Η γερμανική έκδοση της ιστοσελίδας της μηχανής αναζήτησης διαδικτυακών κρατήσεων Τrivago ξεχώρισε τα 10 καλύτερα ξενοδοχεία όπου έχουν γίνει γυρίσματα ταινιών του Τζέιμς Μποντ. Η περίπτωση δεν είναι μοναδική και δεν αφορά μόνο ξένα ξενοδοχεία, αλλά και ελληνικά.
Για παράδειγμα, στο ξενοδοχειακό συγκρότημα Costa Navarino στη Μεσσηνία, πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα γυρίσματα δύο διεθνών παραγωγών. Πρόκειται για τις ταινίες «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» και «Πριν τα μεσάνυχτα», που ολοκληρώνει την τριλογία αυτών που γυρίσθηκαν σε Βιέννη και Παρίσι.
Αλλά και παλαιότερα αρκετές ξένες ταινίες που γυρίσθηκαν σε ελληνικούς προορισμούς αποτέλεσαν αφορμή για την τουριστική προβολή της χώρας. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα του «Ζορμπά» στην Κρήτη ή τα «Κανόνια του Ναβαρόνε» στη Ρόδο, το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» στην Κεφαλονιά και το «Μamma Mia» στη Σκόπελο.
Τα 10 επιλεγμένα ξενοδοχεία από την Τrivago όπου γυρίστηκαν ταινίες του Τζέιμς Μποντ και τα οποία νοικιάζουν δωμάτια από 105 έως 581 ευρώ τη βραδιά είναι το Ciragan Palace Kempinski στην Κωνσταντινούπολη (ταινία «Skyfall» με τον Ντάνιελ Κρεγκ), το Grand Hotel Pupp στην Τσεχία και το Cirpiani στη Βενετία (ταινία «Casino Royal» με τον Ντάνιελ Κρεγκ), το Atlantic Kempinski στο Αμβούργο (ταινία «Τomorrow never dies» με τον Πιρς Μπρόσναν), το Τhe Langham London στο Λονδίνο (ταινία «Golden eye» με τον Πιρς Μπρόσναν), το Gran Hotel Ciudad de Mexico στο Μεξικό (ταινία «Licence to kill» με τον Τίμοθι Ντάλτον), το Colonian Hilton Nassau στις Μπαχάμες (ταινία «Νever say never again» με τον Σον Κόνερι) το Taj Lake Palace στην Ινδία (ταινία «Οctopussy» με τον Ρότζερ Μουρ), το Cala di Volpe στη Σαρδηνία (ταινία «Τhe spy who loved me» με τον Ρότζερ Μουρ) και το Τhe Peninsula στο Χονγκ Κονγκ (ταινία «The man with the golden gun» με τον Ρότζερ Μουρ).
Του Στάθη Κουσούνη
11.11.2012

Το ιντερνετ δεν απειλεί, αλλά προάγει την ελληνική γλώσσα

Η διατήρηση των Ελληνικών σε αξιοπρεπές επίπεδο χρήσης στο Διαδίκτυο αντιμετωπίζεται σε δύο (2) άξονες: στην προσαρμογή της τεχνολογικής και χρηστικής ορολογίας στις ανάγκες κατανόησης των Ελλήνων και στην ανάπτυξη κειμένων και διαλόγων στα Ελληνικά. Για μεν το πρώτο πρέπει να τονιστεί η παλαιότητα του προβλήματος και να δηλωθεί ότι έχει την καταγωγή στην ιστορία των υπολογιστών, όπου υπήρξαν εποχές όπου χρειάστηκαν ηρωικές προσπάθειες για Ελληνικά στο Ιντερνετ (σε μενού, οδηγίες).
Σήμερα η συγκεκριμένη περιοχή έχει σαφώς βελτιωθεί και τα Ελληνικά είναι αυτονόητο μέρος του οπλοστασίου των χρηστών. Χρειάζεται ίσως δουλειά για να ωριμάσει η ανάλογη διαθεσιμότητα σημάνσεων των social media, αλλά και εκεί η εικόνα βελτιώνεται. Αλλωστε μιλάμε για την κυριαρχία των Αγγλικών στον αντίστοιχο ρόλο, κάτι που καθιέρωσε τη γλώσσα αυτή ως κέντρο του διαδικτυακού λόγου.
Ως προς το δεύτερο πρέπει να τονιστεί ότι η προσπάθεια πολλών να ταυτιστεί η χρήση του Ιντερνετ με κάθε δείκτη μέτριας γνώσης της γλώσσας από τους νεοέλληνες και δη τους νεότερους είναι από κάθε πλευρά άστοχη. Ο μύθος της αγραμματοσύνης των νέων παιδιών ΔΕΝ κλείνει πουθενά μέσα του το γεγονός ότι ζούμε στην εποχή της εικόνας, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει. Βεβαίως η εικόνα υποκαθιστά μέρος του λόγου και φυσικά η γιγάντωση της ιντερνετικής επικοινωνίας μεγεθύνει και τη δική της χρήση. Είναι αλήθεια ότι η συντομογραφία αλλά και η ιδιαιτερότητα του διαδικτυακού λόγου είναι πιθανόν να επεμβαίνει στη γλώσσα.
Είναι επίσης λογικό να δέχεται η γλώσσα την επίδραση της συντόμευσης που απαιτούν τα σημεία των καιρών και, φυσικά, το Ιντερνετ ευνοεί λόγω της ταχύτητας και των ρυθμών εργασίας και παραγωγής έργου που «επιτρέπει» και ενίοτε «επιβάλλει». Επειδή, όμως, ΟΛΕΣ οι καταστάσεις περιέχουν στοιχεία αυτοδιόρθωσης, το Ιντερνετ γέμισε κάποια στιγμή με τα (δισ)εκατομμύρια των facebookάδων, κάποια εκατομμύρια εκ των οποίων συζητούν Ελληνικά. Πιστέψτε με, αυτό είναι ευλογία... Και μέσα στις συζητήσεις αυτές υπάρχουν εξαιρετικοί διάλογοι με πλήθος υπέροχων κειμένων, σύνθετων αναφορών, ΚΑΘΕ μορφή λόγου σε μια καινούργια πλατφόρμα!
Παρακαλούνται οι έχοντες φόβο για τη ζημιά που το Ιντερνετ θα κάνει στη γλώσσα μας να αντιληφθούν ότι αν είναι να γίνει ζημιά ΔΕΝ θα γίνει από το Ιντερνετ... Ισως γίνει από τη μετριότητά μας ή από υπερβολική δόση υποκατάστασης της περιγραφής από σύμβολα. Αυτά είναι, όμως, σημεία των καιρών. Η παιδεία και ο πολιτισμός μας κουβαλούν τόνους αποθέματος έξοχης χρήσης της γλώσσας για να τροφοδοτούνται γενιές χρηστών με όμορφα και ακριβή Ελληνικά... και το Ιντερνετ προσφέρει άρμα μεταφοράς των όγκων ποιοτικού λόγου που παρήγαγε η ελληνόφωνη γραμματολογία ανά τους αιώνες.
Του Γιώργου Μπολανη
* Ο Γιώργος Μπολάνης είναι NMC Business Development Consultant NEW MEDIA CONCEPT
Πηγή ΕΘΝΟΣ 
11.11.2012

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Εισηγμένες εταιρείες που εξαγοράσθηκαν από ξένους ομίλους (1995-2012)

Εισηγμένες εταιρείες που εξαγοράσθηκαν από ξένους ομίλους (1995-2012) - Πηγή εφμ.Καθημερινή 13.10.2012

ShareThis