Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Οι επικεφαλής υπεύθυνοι για το χάσιμο χρόνου

Οι επικεφαλής υπεύθυνοι για το χάσιμο χρόνου
Αιτιες οι πολυαριθμες επαφές «για ασήμαντα θέματα», η συνήθης αλαζονεία και ο μύθος της παντοδυναμίας

Της Χριστινας Δαμουλιανου / xd@kathimerini.gr

Δεν αποτελεί είδηση, βέβαια, ότι ο χρόνος είναι πεπερασμένος και μετρήσιμος και ότι η διαχείρισή του είναι τέχνη που διδάσκεται. Η διαχρονική «είδηση» όμως φαίνεται να είναι ότι έχουμε συνηθίσει να μετράμε την απόδοση και την αποτελεσματικότητα της εργασίας μας σε σχέση με τον χρόνο που της διαθέτουμε και ξεχνάμε ότι το «καύσιμο» δεν είναι τόσο ο χρόνος όσο η ενέργεια που καταναλώνουμε για τους στόχους της εργασίας μας.

Και, όπως μας λένε οι ειδικοί, το «καύσιμο» αυτό το αντλούμε από το σώμα, τα συναισθήματα, το μυαλό και το πνεύμα. Για να μη φτάνουμε λοιπόν σε κατάσταση burnout –υπερεξάντλησης– που έχει αμφίδρομο κόστος για εργαζόμενο και εργοδότη, οι επικεφαλής της εταιρείας «Energy Project» –ο κ. Tony Schwartz, συγγραφέας του βιβλίου «The Power of Full Engagement: Managing Energy not Time» και η κ. Catherine McCarthy– μας συνιστούν να αλλάξουμε το «τελετουργικό» της καθημερινής εργάσιμης ζωής μας, υιοθετώντας συνειδητά στάσεις και πρακτικές που ανανεώνουν τις «πήγες» ενέργειας. Για την πηγή «σώμα», μας λένε να μην τραβάμε τις αντοχές του στα άκρα, αλλά να κάνουμε χρονικές διακοπές στην εργασία για την αποκατάσταση της φυσικής ενέργειάς του. Να απορρίπτουμε τον ρόλο του θύματος και αντ’ αυτού «να φορέσουμε τα γυαλιά της αισιοδοξίας και να ξαναδούμε τα γεγονότα που μας έχουν προκαλέσει τα αρνητικά συναισθήματα». Να μην αφήνουμε την τεχνολογία να διασπά διαρκώς την πνευματική ενέργειά μας. Και, τέλος, να παίρνουμε μέρος σε δραστηριότητες που δίνουν σκοπό, νόημα και που προωθούν την πνευματική ενέργεια.

Αναφέρουν δε επώνυμες εταιρείες, οι οποίες εφάρμοσαν σχετικά προγράμματα διαχείρισης ενέργειας και είχαν θετικά αποτελέσματα σε μετρήσιμα οικονομικά μεγέθη, βελτίωση σχέσεων με τους πελάτες, αύξηση παραγωγικότητας και προσωπικής ικανοποίησης. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι ο ηγέτης της επιχείρησης είναι ο πρώτος που θα υιοθετήσει και θα υποστηρίξει την εφαρμογή του νέου αυτού «τελετουργικού». Κάτι που προφανώς το προσυπογράφει και η Harvard Business Review, που δημοσιεύει τις σχετικές πληροφορίες. Ο πολυπράγμων και ειδικός του μάνατζμεντ, δρ R. Alec Mackenzie, στο πάντα επίκαιρο βιβλίο του «Τhe Time Trap - managing your way out» κατηγορεί τον διευθυντή ότι προκειμένου να λύσει εκείνος το δικό του πρόβλημα χρόνου το κάνει σε βάρος του χρόνου της ομάδας. Κάτι που το χαρακτηρίζει «καθαρή ανοησία» και «μέθοδο αυτοκαταστροφής». Ο συγγραφέας, έμπειρος ανατόμος του προβλήματος, επισημαίνει λοιπόν ότι ο πρώτος συνήθης «ύποπτος» είναι ο ίδιος ο διευθυντής.

«Μποτιλιαρίσματα»

Και επειδή η απώλεια του χρόνου δημιουργεί «μποτιλιαρίσματα» –με επιπτώσεις σε όλα τα επίπεδα της ομάδας– υπογραμμίζει ότι το μποτιλιάρισμα είναι σύνηθες φαινόμενο της κορυφής… Αναφέρει δε και ως αξίωμα ότι τίποτα δεν φανερώνει περισσότερο στους υφισταμένους τι είναι σημαντικό για τον διευθυντή όσο ο τρόπος που χρησιμοποιεί ο ίδιος τον δικό του χρόνο.

Σημαντικές έρευνες που έχουν γίνει για τους λόγους απώλειας του χρόνου αποκαλύπτουν ότι μεσαία και κατώτερα στελέχη –«με περισσή ειλικρίνεια»– έχουν αναφέρει τους διευθυντές ανάμεσα στους κυριότερους λόγους. Αιτίες οι πολυάριθμες επαφές «για ασήμαντα θέματα», η προκατάληψη που πολλοί έχουν με τη λεπτομέρεια και η σπατάλη χρόνου για να ελέγχουν την εργασία του υφισταμένου. Υπάρχει βέβαια –και επιβιώνει– η συνήθης αλαζονεία και ο μύθος της παντοδυναμίας. Που κάνει τον διευθυντή να πιστεύει ότι όλοι χρειάζονται τη βοήθειά του. Αλλες αιτιάσεις, πάλι, αναφέρονται «στον διευθυντή που ποτέ δεν τον βρίσκεις όταν τον χρειάζεσαι» ή στον διευθυντή που ανατρέπει διαρκώς τις προτεραιότητές τους με έναν κατάλογο νέων εργασιών, που συχνά δεν έχουν καμία σχέση με τις προηγούμενες.

Στα μεγάλα διευθυντικά «αμαρτήματα» που ευθύνονται για την απώλεια χρόνου εξέχουσα θέση κατέχουν οι ελλιπείς οδηγίες. Είτε είναι προφορικές είτε γραπτές. Που σημαίνει κακής ποιότητας επικοινωνία. Οταν μια οδηγία δίνεται «στα πεταχτά», είτε είναι κακοδιατυπωμένη ακριβώς γιατί δεν υπάρχει χρόνος, γίνεται αιτία απώλειας πολύ περισσότερου χρόνου για διορθώσεις, επεξηγήσεις, αποσαφηνίσεις κ.λπ.

Η έλλειψη ευαισθησίας του διευθυντή για τον χρόνο του υφισταμένου –όταν χωρίς τύψεις τον αφήνει να περιμένει έξω από το γραφείο του– γίνεται «μπούμερανγκ». Γιατί μια τέτοια ευαισθησία όχι μόνο είναι «μεταδοτική», αλλά και διδάσκεται. Εμπίπτει, επιπλέον, στην ευθύνη του διευθυντή να καθοδογήσει σχετικά τους υφισταμένους του. Περιέργως, έχει παρατηρηθεί ότι η ευαισθησία αυτή αναδύεται στον διευθυντή όταν διακόπτει την εργασία ενός εργάτη. Γιατί τότε προσμετράται ως κόστος εργατοώρας. Το ότι όμως ο υφιστάμενος –στέλεχος– αμείβεται πολλαπλάσια από τον εργάτη δεν φαίνεται να μετράει για τον διευθυντή.

Αμαρτήματα

Μερικά από τα «αμαρτήματα» λοιπόν που ζητούν θεραπεία είναι οι επιπτώσεις από τον χρόνο που χάνει ο ίδιος ο προϊστάμενος να μην επηρεάζει αρνητικά τη διαχείριση του χρόνου των υφισταμένων του. Να μην αναθέτει στους υφισταμένους αυτά που ο ίδιος δεν πρέπει να κάνει όταν εκείνοι είναι ήδη υπερφορτωμένοι, είτε αποτελούν τον τελευταίο κρίκο της ανάθεσης .

Στις συμβουλές που δίνει ο πάντα επίκαιρος dr Mackenzie επισημαίνει ότι η αποτελεσματική διαχείριση του χρόνου πρέπει να είναι κοινός στόχος σε επίπεδο εταιρείας. Ιδιαίτερα για την περίπτωση που οι υφιστάμενοι εκφράζουν παράπονα για τις διακοπές εκ μέρους των διευθυντών τους, ο συγγραφέας αναφέρει ότι θα πρέπει να ενθαρρύνονται «να διαχειρισθούν τον διευθυντή τους». Δηλαδή, να τον πείσουν να προτείνει ο ίδιος μια τεχνική, ώστε αφού ο υφιστάμενος προκαθορίσει με σαφήνεια τους στόχους και τις προτεραιότητές του, τότε από κοινού με τον διευθυντή να συναποφασίζουν ποια από τις προτεραιότητες πρέπει να μείνει πίσω σε περίπτωση που η διακοπή στοιχίζει απώλεια χρόνου για τον υφιστάμενο. «Αντί λοιπόν τα στελέχη να επαναστατούν είτε να υποκύπτουν στην απώλεια του χρόνου τους εξαιτίας του διευθυντή, καλύτερα θα ήταν να την έχουν προβλέψει…».


ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

31.8.08

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

Η επέτειος της κρίσης και οι υπόγειοι μηχανισμοί του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος

Η επέτειος της κρίσης και οι υπόγειοι μηχανισμοί του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος

* Αμέσως μετά την αποκάλυψη της «μαύρης τρύπας» της Paribas στις 9 Αυγούστου 2007, τα διατραπεζικά επιτόκια δανεισμού εκτοξεύθηκαν αυτόματα στα ύψη καθώς οι μεγαλοτραπεζίτες έβγαζαν ένας ένας στη φόρα τα δικά τους «άπλυτα»


Γ. ΤΣΙΑΡΑΣ

Ενας χρόνος συμπληρώθηκε χθες από την ημέρα εκείνη που η γαλλική τράπεζα ΒΝΡ Paribas, μη αντέχοντας πλέον τις συνεχείς «άγραφες» ζημιές από τις επενδύσεις της στα - άγνωστα ακόμη στο ευρύ κοινό - στεγαστικά δάνεια χαμηλής φερεγγυότητας (ή απλούστερα «subprime loans», όπως έμελλε να μείνουν στην Ιστορία) προχώρησε στην πρώτη επίσημη ανακοίνωση της απόσυρσής της από τη συγκεκριμένη αγορά. Ο ασκός του Αιόλου είχε ανοίξει για την «αυτορρυθμιζόμενη», δήθεν, παγκόσμια τραπεζική βιομηχανία - και η δυσωδία από τη συσσωρευμένη κόπρο του Αυγείου, που τόσο καλά κρυβόταν ως τότε πίσω από τα πολύπλοκα και ουσιαστικά αόρατα στους μη μυημένους «sophisticated» τραπεζικά προϊόντα νέας γενιάς, απλώθηκε να πνίξει ολάκερη την παγκόσμια οικονομία, εξαφανίζοντας εν μια νυκτί δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, ευρώ και γεν και πυροδοτώντας μια διεθνή οικονομική ύφεση, η κλίμακα - και κυρίως η πιθανή χρονική διάρκεια - της οποίας συνεχίζει να διχάζει τους ειδικούς.





Οι τραπεζίτες της Bear Stearns είναι οι πρώτοι υπεύθυνοι για την κρίση των αμερικανικών στεγαστικών δανείων


Τα γεγονότα της 9ης Αυγούστου 2007 είναι λίγο-πολύ γνωστά: αμέσως μετά την αποκάλυψη της «μαύρης τρύπας» της Paribas, ύψους 2,2 δισ. δολαρίων, τα διατραπεζικά επιτόκια δανεισμού εκτοξεύτηκαν αυτόματα στα ύψη, από τις 15 μονάδες βάσης στις 150 και πλέον, καθώς οι μεγαλοτραπεζίτες της Wall Street, της Γενεύης και του λονδρέζικου Σίτι - οι «Κυρίαρχοι του Σύμπαντος» σύμφωνα με την τόσο ταιριαστή έκφραση του Τομ Γουλφ στον αξεπέραστο «βωμό της ματαιοδοξίας» - έβγαζαν ένας ένας στη φόρα τα δικά τους «άπλυτα», αναγκάζοντας τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες της Ευρώπης και των ΗΠΑ να παρέμβουν άμεσα με πιστωτικές «ενέσεις» εκατοντάδων δισ. δολαρίων, προκειμένου να προλάβουν τα χειρότερα.

* Η φούσκα των στεγαστικών

Η «παράλογη διαστολή» της φούσκας στην «εξελιγμένη», δήθεν, αμερικανική στεγαστική αγορά ήταν άλλωστε κοινό μυστικό στα διοικητικά συμβούλια των μεγάλων τραπεζών εδώ και χρόνια. Οσο και αν οι αρμόδιοι σφύριζαν αδιάφορα, ποντάροντας ως συνήθως στο κατά Ανταμ Σμιθ «αόρατο χέρι» της αυτορρύθμισης της αγοράς, οι μάσκες είχαν πέσει για τους γνωρίζοντες ήδη από τις 8 Φεβρουαρίου 2007, όταν το υπερεθνικό μεγαθήριο HSBC εξέδωσε την πρώτη παγκοσμίως προειδοποίηση για μείωση κερδών λόγω της έκθεσής της στις subprime επισφάλειες - όπως αποκαλούνται κατ' ευφημισμό στους τραπεζικούς κύκλους τα μη εξυπηρετούμενα «κακά δάνεια».

Τι έκαναν οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες και οι διάφοροι μεγαλοσχήμονες «γκουρού των αγορών» σε αυτό το κρίσιμο εξάμηνο; Η απάντηση είναι απλή: τίποτε. Ως και το «παρά πέντε» της έκρηξης, οι πάντες διαβεβαίωναν πως όχι μόνο δεν θα προκαλούνταν ευρύτερη πιστωτική κρίση, πόσο μάλλον διεθνής ύφεση, αλλά ούτε καν «διόρθωση»: κάποιες χιλιάδες αμερικανοί φτωχοδιάβολοι τής ούτως ή άλλως υπό εξαφάνιση - και εκεί - «μεσαίας τάξης» θα έχαναν, φυσικά, τα σπίτια τους αφού οι συνεχώς συμπιεζόμενοι μισθοί τους δεν θα αρκούσαν για τη χρηματοδότηση των υποθηκών τους, αλλά το εξαιρετικά κερδοφόρο σύστημα περαιτέρω πλουτισμού των ήδη ζάπλουτων μεγαλοεπενδυτών του τραπεζικού κλάδου δεν θα κινδύνευε. Τι κι αν τα «τρέιλερ παρκ» με τα τροχόσπιτα στις παρυφές των αμερικανικών μεγαλουπόλεων φιλοξενούσαν μερικές ακόμη χιλιάδες απόβλητους του αμερικανικού ονείρου;

Τι κι αν μερικές ακόμη χιλιάδες - σκληρά εργαζόμενοι και οικογενειάρχες - πολίτες της πλουσιότερης χώρας στον κόσμο καταλήξουν να κοιμούνται στα αμάξια τους, καθώς - για να «κλέψουμε» μια αμερικανική έκφραση της μόδας - μετακομίζουν «από τους τέσσερις τοίχους στους τέσσερις τροχούς»; Το μοναστήρι να 'ναι καλά: όπως δήλωσε ξεκάθαρα πέρυσι τον Ιούνιο ο καθ' ύλην αρμόδιος διοικητής της αμερικανικής Fed, ο Μπεν Μπερνάνκι, το «περιορισμένο πρόβλημα» των subprime δανείων δεν θα είχε παρά «μικρές επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία». Και οι «γκουρού» με τους εξαψήφιους λογαριασμούς έσπευσαν να τον χειροκροτήσουν: αφού το λέει ο «Mr Fed», τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

* Η απουσία ελέγχων στις τράπεζες

Σήμερα, στα πρώτα άτυπα «γενέθλια» της κρίσης, ξέρουμε πολύ καλά τι πήγε στραβά: η λαιμαργία των τραπεζών και των πάσης φύσεως επενδυτικών funds, που απαλλαγμένες από κάθε ρυθμιστικό έλεγχο έχουν κάνει ακόμη και την ανθρώπινη δυστυχία ανταλλάξιμο τραπεζικό προϊόν, τις οδήγησε στη δημιουργία μιας σειράς «υπερμοντέρνων» πρακτικών δανειοδότησης και μιας νέας γκάμας «υπερσύγχρονων» τραπεζικών προϊόντων και συναλλαγών, που συνεχίστηκαν ακόμη και όταν ολόκληρη η πιάτσα συνειδητοποίησε πως η χιονοστιβάδα του «credit crunch», της πιστωτικής σύσφιγξης, ήταν ήδη καθ' οδόν...

Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες, για την «ανεξαρτητοποίηση» των οποίων τόσο μελάνι χύθηκε, δεν έκαναν τίποτε, ασχολούμενες αποκλειστικά - μέσα στη βαθιά τους μονεταριστική ραστώνη - με τα αγαπημένα τους επιτόκια και τον πληθωρισμό. Ενώ οι κυβερνήσεις και ιδίως εκείνες των «επτά» πλουσιοτέρων κρατών με αποκορύφωμα τη γεμάτη από πρώην
- και... επόμενα, από τις αρχές του 2009 - τραπεζικά και πετρελαϊκά μεγαλοστελέχη κυβέρνηση Μπους αρνούνταν ακόμη και να εκστομίσουν τις απαίσιες λέξεις «ύφεση» και κρίση: ο κ. Μπους και ο αρμόδιος υπουργός του, ο κ. Πόλσον, μάλιστα, ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να τις αποφεύγουν, λες και μπορούν να μας πείσουν πως ο ήλιος ανατέλλει τα μεσάνυχτα... Και συνεχίζουν να χορηγούν ασπιρίνες για τον καρκίνο με τη μορφή των φοροπερικοπών για τα υψηλά εισοδήματα - λες και η αχαλίνωτη κατανάλωση των ολίγων «εχόντων» μπορεί να εξισορροπήσει το δράμα των πολλών.

Αποτέλεσμα; Η περίφημη «στιγμή Μίνσκι» του περασμένου Αυγούστου (από το όνομα του σπουδαίου οικονομολόγου Χάιμαν Μίνσκι, που πρώτος περιέγραψε θεωρητικά τι συμβαίνει όταν «στεγνώνει» από ρευστό η τραπεζική αγορά), η απώλεια εκατοντάδων δισεκατομμυρίων από το διεθνές τραπεζικό σύστημα και άλλων τόσων από τις τσέπες των φορολογουμένων, καθώς οι κεντρικές τράπεζες σπεύδουν a posteriori να καλύψουν τις «αργεντίνικες» τρύπες των διάφορων Northern Rock με ζεστό χρήμα, η ραγδαία αύξηση των επιτοκίων και το ακριβότερο χρήμα που αυτή συνεπάγεται και το οποίο, φυσικά, επιβραδύνει ακόμη περισσότερο τα γρανάζια της οικονομικής ανάπτυξης, και βέβαια η νομοτελειακή επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών στις περισσότερες ανεπτυγμένες αλλά και αναπτυσσόμενες οικονομίες, καθώς ο συνολικός «τζίρος» του πλανήτη μειώνεται ελλείψει ρευστού.

* Απώλεια 1 τρισ. δολαρίων

Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι οι συνολικές απώλειες των τραπεζών έχουν ξεπεράσει, σε έναν χρόνο, τα 250 δισ. δολάρια: άλλοι, όπως ο «γκουρού των ομολόγων» Μπιλ Γκρος της επενδυτικής Pimco, επιμένουν πως η πραγματική «λυπητερή» θα ξεπεράσει το 1 τρισ. δολάρια! Τι σημασία έχει; Πίσω από αυτή τη ζοφερή «μεγάλη εικόνα» άλλωστε κρύβονται αναρίθμητα μικρές, προσωπικές τραγωδίες: χιλιάδες χρεοκοπημένες επιχειρήσεις, μικρές και μεγάλες, εκατοντάδες χιλιάδες εξώσεις από ολοκαίνουργια σπίτια που μένουν άδεια, ενώ οι πρώην ιδιοκτήτες τους κοιμούνται σε σκηνές και αυτοκίνητα, και, βέβαια, εκατομμύρια απολύσεις σε παγκόσμια κλίμακα καθώς όλο και περισσότερες υπερεθνικές επιχειρήσεις προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα «κεσάτια» μετακομίζοντας σε χώρες χαμηλού κόστους: μια μεσαία τάξη που βογκά, ανίκανη να αντιμετωπίσει τα συνεχή πλήγματα μιας απολύτως αποφευκταίας και αντιστρέψιμης, αν υπήρχε η στοιχειώδης κοινή λογική, μοίρας.

Και έπεται συνέχεια: Σύμφωνα με τον καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και ιδρυτή της συμβουλευτικής RGE Monitor, τον Νουριέλ Ρουμπίνι, έναν άνθρωπο που μόνο για ... αντικαπιταλιστικές απόψεις δεν μπορεί να κατηγορηθεί, η ύφεση είναι ήδη από τις αρχές του χρόνου σε πλήρη εξέλιξη και δεν μπορεί να «μεταμφιεσθεί» από τις διάφορες λογιστικές αλχημείες των κυβερνήσεων. Θα ήταν επώδυνη, λέει, ακόμη και αν οι τιμές των καυσίμων παρέμεναν σε λογικά επίπεδα. Τώρα όμως που ακόμη και η «μαμά Αμερική» πληρώνει τέσσερα δολάρια το γαλόνι της αμόλυβδης - για να μη θυμηθούμε πόσο έχει το λίτρο στο Ρέθυμνο και μας πάρει όλους «από κάτω»! - τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα: η ύφεση θα είναι «μακρά, άσχημη, επώδυνη και βαθιά (...) και θα οδηγήσει στη σοβαρότερη συστημική οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση από τη Μεγάλη Υφεση (του 1929)»!

* Η άποψη ενός νομπελίστα

Οπως δήλωσε εξάλλου στον «Independent» με αφορμή την αποφράδα επέτειο, ένας πραγματικά μεγάλος οικονομολόγος - και κυρίως ειλικρινής απέναντι στον εαυτό του και στην κοινή γνώμη, ιδίως μετά το «κραχ» των ασιατικών αγορών του 1997 -, ο νομπελίστας Γιόζεφ Στίγκλιτς, όλα αυτά τα τραγικά δεν θα είχαν συμβεί αν δεν είχε επιτραπεί στην τραπεζική βιομηχανία να γιγαντωθεί φθάνοντας τα σημερινά εντελώς εξωφρενικά μεγέθη της. Στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, επιχειρηματολογεί ο Στίγκλιτς, σχεδόν το 40% των συνολικών επιχειρηματικών κερδών καταλήγει στις τσέπες της «financial industry». Πού πάνε όλα αυτά τα χρήματα; Ποιος είναι ο κοινωνικός ρόλος αυτών των χρυσοφόρων μεγαθηρίων;

Κανείς, απαντά: το μόνο που ενδιαφέρει την τραπεζική βιομηχανία και την κυβέρνηση Μπους είναι η «διάσωση» (bail -out: κυριολεκτικά μεταφράζεται... αποφυλάκιση με καταβολή εγγύησης!) των υπευθύνων της κρίσης, όπως η Bear Stearns στην Αμερική και η Northern Rock στην Αγγλία, με χρήματα των φορολογουμένων, και η όλο και μεγαλύτερη στροφή προς την κατανάλωση - αντί να δοθεί επιτέλους λίγη προσοχή στις δημόσιες δαπάνες για κοινωνικές υποδομές, πράσινες τεχνολογίες κ.ά.

«Η ιδέα πως οι τράπεζες μπορούν να αυτοελέγχονται είναι παρανοϊκή» καταλήγει ο πρώην αντιπρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας που γνωρίζει όσο λίγοι τους υπόγειους μηχανισμούς του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και ο οποίος εύστοχα το έχει αποκαλέσει στο παρελθόν «συμμορία των πέντε αστέρων» από τα πολυτελή ξενοδοχεία όπου διέμεναν οι αντιπρόσωποί του, την ίδια στιγμή που γύρω του γκρεμίζονταν ολόκληρες οικονομίες...

Αντί επιλόγου, ας μεταφέρουμε αυτολεξεί ένα απόσπασμα από την παρέμβαση, στο ίδιο «επετειακό» αφιέρωμα της βρετανικής εφημερίδας, του πάντοτε αμφιλεγόμενου αλλά ποτέ αδιάφορου μεγαλοεπενδυτή Τζορτζ Σόρος: «Κατά τη γνώμη μου» - λέει ο «άνθρωπος που σκότωσε τη στερλίνα» - «πέρα από τη στεγαστική φούσκα που πυροδότησε την οικονομική κρίση υπάρχει μια σούπερ φούσκα που μεγαλώνει εδώ και πάνω από 25 χρόνια, και ξεκίνησε το 1980 όταν η Μάργκαρετ Θάτσερ έγινε πρωθυπουργός και ο Ρόναλντ Ρίγκαν πρόεδρος. Τότε έγινε κυρίαρχη η πεποίθηση ότι είναι καλύτερα να αφήνεις τις αγορές να λειτουργούν μόνες τους... στην οποία βασίστηκε η νέα φάση της παγκοσμιοποίησης και της απελευθέρωσης των κεφαλαιαγορών. Η ιδέα αυτή είναι εσφαλμένη: οι αγορές ποτέ δεν κινούνται προς την ισορροπία...».

Και καταλήγει: «Το όλο σύστημα καταρρέει. Αγορές και περίπλοκα τραπεζικά προϊόντα που ούτε καν γνώριζα πως υπήρχαν, έπαψαν να λειτουργούν. Ετσι αποκαλύφθηκε ότι ολόκληρη αυτή η κατασκευή, αυτό το πανίσχυρο χρηματοπιστωτικό οικοδόμημα ήταν χτισμένο σε σαθρά θεμέλια. Για πρώτη φορά το όλον σύστημα έχει εμπλακεί στην κρίση, και οι Αρχές δεν προλαβαίνουν ούτε καν να το τονώσουν με αρκετή ρευστότητα»...

Αυτά λένε, βέβαια, οι παροικούντες τις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Διότι εδώ στην Ψωροκώσταινα, όπου η μεσαία τάξη επίσης βογκά από τις ληστρικές (και με δικαστικές αποφάσεις πλέον) χρεώσεις και τον υπερδανεισμό, ενώ τα υπερκέρδη των τραπεζών μας συνεχίζουν να αυξάνονται με διψήφια ποσοστά, ανεπηρέαστα από την παγκόσμια κρίση, ισχύει μάλλον περισσότερο η αθάνατη παρατήρηση του Μπέρτολτ Μπρεχτ, σύμφωνα με την οποία η ληστεία μιας τράπεζας είναι μικρό αδίκημα, μπροστά στην ίδρυσή της...

Το χρονικό της κατάρρευσης

8 Φεβρουαρίου 2007

Η HSBC σε ανακοίνωσή της προειδοποιεί για πρώτη φορά ότι η αγορά ίσως αντιμετωπίσει προβλήματα από την αύξηση των επισφαλειών στον κλάδο των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου και χαμηλής εξασφάλισης (subprime market).

20 Ιουνίου

Δύο hedge funds της Bear Stearns ανακοινώνουν ζημιές έπειτα από επενδύσεις τους σε μετοχές που συνδέονταν με δάνεια της αμερικανικής subprime market.

5 Ιουλίου

Ο διευθύνων σύμβουλος της ελβετικής τράπεζας UBS, Πέτερ Βούφλι, απομακρύνεται κακήν κακώς εξαιτίας ζημιών ύψους 124 εκατ. δολαρίων, που εμφάνισε το hedge fund της με την επωνυμία Dillon Read, το οποίο είχε επενδύσει στη subprime market.

9 Αυγούστου

Η γαλλική τράπεζα ΒΝΡ Paribas «παγώνει» 2,2 δισ. δολάρια που ανήκαν σε δύο hedge funds της, εξαιτίας απωλειών τους στη subprime market. Οι διατραπεζικές συναλλαγές «στεγνώνουν» και το κόστος του overnight δανεισμού ανεβαίνει κατακόρυφα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχωρεί σε «ένεση» ρευστότητας ύψους 95 δισ. ευρώ στις αγορές συναλλάγματος. Ανάλογες κινήσεις κάνουν επίσης η αμερικανική Fed και η Κεντρική Τράπεζα του Καναδά. Οι γερμανικές αρχές παρεμβαίνουν για να σώσουν δύο τράπεζες από την κατάρρευση.

13 Σεπτεμβρίου

Παρέμβαση της Τράπεζας της Αγγλίας για τη στήριξη της Northern Rock πυροδοτεί ομαδική φυγή κεφαλαίων, η οποία σταματά έπειτα από τέσσερις ημέρες, όταν ο υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας εγγυάται προσωπικώς για τα αποθεματικά της τράπεζας.

30 Οκτωβρίου

Ο διευθύνων σύμβουλος της Merrill Lynch, Σταν Ο' Νιλ, απομακρύνεται έπειτα από διαγραφές αξιών ύψους 8,4 δισ. δολαρίων, τις οποίες ανακοίνωσε η τράπεζα.

4 Νοεμβρίου

Ο διευθύνων σύμβουλος της Citigroup, Τσακ Πρινς, απομακρύνεται έπειτα από την αποκάλυψη ότι οι διαγραφές αξιών της τράπεζας εξαιτίας της subprime market κυμαίνονται από 8 ως 11 δισ. δολάρια.

12 Δεκεμβρίου

Πρωτοφανής συντονισμένη παρέμβαση της ΕΚΤ, της Fed, της Τράπεζας της Αγγλίας και άλλων κεντρικών τραπεζών για την τόνωση της ρευστότητας στις αγορές.

22 Ιανουαρίου 2008

Ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας καλεί τις βρετανικές τράπεζες να προχωρήσουν σε αυξήσεις κεφαλαίου.

16 Μαρτίου

Η Bear Stearns καταρρέει και πωλείται αντί πινακίου φακής στην JP Morgan.

19 Μαρτίου

Η Τράπεζα της Αγγλίας και η βρετανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καθησυχάζουν την αγορά έπειτα από φήμες για την έκθεση της HBOS στη subprime market που ρίχνουν την τιμή της μετοχής της τράπεζας κατά 17%.

22 Απριλίου

Η Royal Bank of Scotland προχωρεί σε αύξηση κεφαλαίου με έκδοση νέων μετοχών συνολικής αξίας 12 δισ. στερλινών. Οι HBOS, Barclays και Bradford & Bingley ακολουθούν, ανακοινώνοντας αυξήσεις κεφαλαίου συνολικά 8,9 δισ. στερλινών.

14 Ιουλίου

Η Alliance & Leicester πωλείται στην ισπανική Santander υποστηρίζοντας ότι «η αναταραχή της αγοράς έχει καταστήσει το μέλλον της ιδιαίτερα επισφαλές».

ΠΗΓΗ ΒΗΜΑ

10.8.08

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2008

ΤΑ "ΡΕΤΙΡΕ" (Οι αμοιβές στον ευρύτερο δημόσιο τομέα)

ΤΑ «ΡΕΤΙΡΕ»

Παλαιό το ζήτημα των αμοιβών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ειδικότερα στις ελλειμματικές κρατικές επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, όπως εκείνες των αστικών συγκοινωνιών, των αερομεταφορών, του σιδηροδρόμου και άλλες.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου σε περιόδους δημοσιονομικής καχεξίας και περιστολής των δαπανών είχε αποδώσει τις διαφορές μισθών μεταξύ των «προνομιούχων» του δημόσιου τομέα και των υπολοίπων εργαζομένων με τον όρο «ρετιρέ». Σε αυτόν τον όρο στηρίχθηκε προκειμένου να ελέγξει τις υπερδαπάνες των παραπάνω επιχειρήσεων.
Στην παρούσα δυσμενή συγκυρία για τα δημόσια οικονομικά ο υπουργός Οικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφης επανήλθε θέτοντας εκ νέου ζήτημα αμοιβών στις ελλειμματικές κρατικές επιχειρήσεις, οι οποίες εξ αντικειμένου, σε όλον τον κόσμο, δύσκολα εμφανίζουν κερδοφορία, ακόμη και όταν διοικούνται πολύ αποτελεσματικότερα. (Είναι η φύση της δραστηριότητας, ο κοινωνικός χαρακτήρας των παρεχόμενων υπηρεσιών, που πάντα θα απαιτεί κρατικές ενισχύσεις και επιδοτήσεις.)
Το δίλημμα που κατά καιρούς τίθεται και τώρα επανέρχεται είναι αν σε αυτές τις ελλειμματικές επιχειρήσεις μπορούν να προσφέρονται υπεραμοιβές και ποιο μπορεί να είναι το ανεκτό όριο.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, που ο υπουργός Οικονομίας κατέθεσε στο Κοινοβούλιο, η μέση ετήσια αμοιβή στις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εισφορών) ανέρχεται σε 43.280 ευρώ, έναντι 27.174 ευρώ για το σύνολο των αμοιβών στην οικονομία και 23.045 ευρώ για τον ιδιωτικό τομέα αυτής.
Οι διαφορές είναι εμφανείς και η απόσταση μεγάλη μεταξύ των εργαζομένων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και του ιδιωτικού τομέα.
Παρά ταύτα δεν μπορούμε να μιλάμε για υπεραμοιβές σε αυτόν τον καιρό της ακρίβειας και να απαιτούμε την εξίσωση όλων προς τα κάτω, ούτε βεβαίως μπορούμε να αρνηθούμε τον ζητούμενο έλεγχο των δαπανών σε περιόδους που το κράτος πένεται.
Η λύση δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι μονομερής. Οι εργαζόμενοι θα υπέστελλαν τις διεκδικήσεις τους αν ένιωθαν ότι και τα άλλα στοιχεία του κόστους τελούν υπό έλεγχο και οι επιχειρήσεις νοικοκυρεύονται.
Αν οι διοικήσεις των αστικών συγκοινωνιών, του ΟΣΕ, της Ολυμπιακής ήταν λιτές και η οικονομική διαχείριση χρηστή και αυστηρή, χωρίς υπερπρομήθειες και άλλα σκανδαλώδη, πιο εύκολη θα ήταν η δουλειά του υπουργού Οικονομίας...
ΤΟ ΒΗΜΑ
Το ΒΗΜΑ, 03/08/2008 ,
Σελ.: A01
Κωδικός άρθρου: B15426A011ID: 296186

ShareThis