Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Η οικονομία σε Στερά Ελλάδα και Βόρεια Πελοπόννησο (οι τιμές, οι ενδιάμεσοι, οι δανειστές, σε υπόμνημα του 1796)

Louis Dupree, ο Ιωάννης Λογοθέτης, άρχοντας της πόλης της Λιβαδειάς, Λιθογραφία
Τα τεκμήρια είναι πάμπολλα που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν τον τίτλο αυτού του σημειώματος. Διαλέγω, για την έναρξη ένα:
Πρόκειται για το υπόμνημα που συντάχθηκε το 1796, υποκινημένο από κάποια, μάλλον γαλλική, προξενική αρχή, αναφερόμενο κυρίως στην Ανατολική Στερεά και στη βόρεια Πελοπόννησο κατά κύριο λόγο.
Εναυσμά του ένα ερωτηματολόγιο καταστρωμένο από γνώστη (ή γνώστες) των οθωμανικών δημοσίων οικονομικών, αλλά και της πραγματικής οικονομίας: αν είχε δοθεί απάντηση σε όλα τα ερωτήματα, θα είχαμε μια σπάνια (και ακόμη αναζητούμενη) ακτινογραφία της οικονομίας των περιοχών που γίνονται πεδίο παρατήρησης με ευνόητες γενικεύσεις· ωστόσο, και οι απαντήσεις που δόθηκαν αποτελούν ένα πολύτιμο τεκμηριωτικό σώμα.
Ο Ανώνυμος του 1796 οργανώνει το υπόμνημά του κατά εδαφικές ενότητες: πόλεις και η περιοχή τους και αναχωνεύει τις προσδοκώμενες απαντήσεις του ερωτηματολογίου σε συνεχή λόγο, αν και δεν λείπουν οι αυτόνομες καταγραφές.
Μια από τις εδαφικές ενότητες η Λειβαδιά: το εισόδημα της περιοχής έχει εκχωρηθεί σε αγαθοεργό εγκαθίδρυμα («προσήλωμα της Μέκκας») και οι επί μέρους πρόσοδοι ενοικιάζονται από τους ντόπιους άρχοντες («αριστοκρατία» είναι η λέξη που χρησιμοποιεί ο Ανώνυμος)· αυτή η αριστοκρατία διαχειρίζεται με τον υπεύθυνο του βακουφιού (τον βοεβόδα) το εισόδημα και όσες διοικητικές ευθύνες συνδέονται μ’ αυτό. 

«Ενας από τους άρχοντες της πόλης, ο Γιαννάκης Λογοθέτης: επιδίδεται στη συγκέντρωση της παραγωγής και στην εμπορία της. Ας δούμε τη μέθοδο: «Από την σειράν των άνωθεν αρχόντων της Λειβαδίας, κάποιος Γιαννάκη Στάμου Λογοθέτου, ένας από την πλέον ευγενεστέραν φαμελίαν, αυτής της επαρχίας, τώρα νεωστί άρχισεν και επήρεν όλας τας πραγματείας της Βοιωτίας εις την εδικήν του μεταχείρισιν χωρίς να αφήσει άλλον τινάν, εξαπλώνοντας ανθρώπους εδικούς του εις Θήβα, Σάλωνα και Ταλάντι και αγοράζει σιτάρια, τυρί, μαλλί, βαμπάκι. Ενας δε της Λειβαδίας τον τόπον, ο κάθε άρχοντας οπού έχει χωρίον μουκατά (: δηλαδή ενοικιάζει από το βακούφι την πρόσοδό του) αγοράζει το πράγμα των χωριάτων με ολίγην τιμήν και το πουλεί του κυρ Γιαννάκη 9 και ο κυρ Γιαννάκης το πουλεί 13· έτζι και μαλλί και βαμπάκι και ό,τι άλλο. Τον αυτόν τρόπον κάνουν και οι Θηβαίοι κιαχαγιάδες και σουμπασάδες των χωρίων και το παίρνουν από τους πτωχούς όταν είναι στενεμένοι από τα δοσίματα και τους το παίρνουν με την μισήν τιμήν και το πουλούν του κυρ Γιαννάκη με το τρίτον και αυτός το πουλεί με το τέταρτον».

Το μακρό παράθεμα που προηγήθηκε αφήνει να φανεί ο μηχανισμός που διέπει τη συγκέντρωση και εμπορία της αγροτικής παραγωγής και κυρίως τους τρόπους ιδιοποίησης των πλεονασμάτων (ή και ελλειμμάτων) των άμεσων παραγωγών.
Αν δεν περιγράφεται σαφώς ο τρόπος με τον οποίο οι ενδιάμεσοι του Λογοθέτη έκαναν τις αγορές τους (με δικά του ή δικά τους χρήματα), ωστόσο ο συνολικός μηχανισμός καταγράφεται ρητώς: πρόκειται για την καθήλωση των τιμών στο επίπεδο του καλλιεργητή και στη βαθμιαία αποδέσμευσή τους στις δύο επόμενες φάσεις. Τούτο αναδεικνύεται σε δύο περιπτώσεις: στην περίπτωση της ενοικίασης των προσόδων (σύστημα «μουκατά») και στην περίπτωση των γαιών που εποπτεύονται από «κεχαγιάδες» και «σουμπασήδες». Και οι δυο τους εποπτεύουν και συνάμα διαχειρίζονται γαίες που ανήκουν σε ιδιώτες, σε βακούφια, σε μέλη του αυτοκρατορικού οίκου.

Το κλειδί της ιδιοποίησης είναι οι τιμές: προσαυξάνονται κατά το ένα τρίτο από τους ενδιάμεσους και κατά το τέταρτο από τον συγκεντρωτή της παραγωγής: είναι η τιμή με την οποία διατίθενται τα προϊόντα στην εξωτερική αγορά με πρόσθετες επαυξήσεις προερχόμενες από τη φορολογία.

Σύμφωνα με το ίδιο υπόμνημα, η παραγωγή - τύπος των σιτηρών (με μιαν άριστη απόδοση 1, σπορά, προς 10, συγκομιδή) ανερχόταν σε 300 κοιλά, προφανώς Κωνσταντινούπολης (22 οκάδες το κοιλό). Από τη συγκομιδή των 300 κοιλών απόμεναν καθαρά μετά την αφαίρεση του φόρου, της σποράς και των λοιπών εξόδων 174 κοιλά που τα μοιράζονταν στη μέση ο αγρολήπτης με τον αγροδότη. Είναι φανερό ότι για να υπάρξουν εμπορευματοποιήσιμα υπόλοιπα στον αγρολήπτη, θα έπρεπε να συγκροτεί το «ζωτικό του ελάχιστον» με την προσθήκη άλλων δημητριακών: η θετική απάντηση ήρθε με την καλλιέργεια του αραβόσιτου. Οσο για τον αγροδότη, για να έχει σημαντικά πλεονάσματα, θα έπρεπε να διαθέτει πολλές καλλιεργητικές μονάδες-τύπους («ζευγάρια»). Ωστόσο, πέρα από τη διαχείριση των πλεονασμάτων, υπάρχει και η αντίστοιχη των ελλειμμάτων: πρόκειται για τα χωριά που δεν έχουν «ιντράδες», δηλαδή εισοδήματα και αναγκάζονται να δανείζονται. Οι δανειστές, Αρβανίτες, εγκαθίστανται στα σπίτια των χρεωστών τους, τρωγοπίνουν και τραγουδούν. Είναι μια ακραία εκδοχή του godo godis: ο ένας «απολαμβάνει» το χρήμα που δανείστηκε και ο άλλος τα αγαθά που του δόθηκαν ως υποθήκη και των οποίων γίνεται στην πράξη κύριος. Αλλά δεν θα θίξουμε εδώ το κεφάλαιο της αγροτικής καταχρέωσης.

Πότε όμως οι οικονομικώς και κοινωνικώς ισχυροί αγοράζουν μισοτιμής το προϊόν των χωρικών; όταν οι τελευταίοι είναι «στενεμένοι», γιατί πρέπει να καταβάλουν τα «δοσίματα», να ανταποκριθούν αλλοιώς στο χρηματικό κλάσμα της φορολογικής απαίτησης: συμπίπτει με την εποχική συμπίεση των τιμών και στην ουσία στην επίπτωση του υποχρεωτικού εκχρηματισμού σε μια οικονομία στηριζόμενη κυρίως στις αξίες χρήσης και όχι ανταλλαγής. 

Ας μείνουμε στη θεμελιώδη διαπίστωση: ο άμεσος παραγωγός δεν συμμετέχει σε όλες τις φάσεις της αγοράς: τον αποκλείουν απ’ αυτή τη συμμετοχή οι ενδιάμεσοι, οι άνθρωποι που χειρίζονται το χρήμα, τόσο αποδιαρθρωτικό σε οικονομίες χωρίς πλήρη αυτάρκεια.

Βεβαίως, υπάρχουν οι εξισορροπήσεις, η διαχείριση της ανέχειας. Αλλά γι’ αυτό ίσως άλλοτε. Και για άλλα συμπλεκόμενα.

Του Σπ. Αδραχά 
(Ο κ. Σπ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός)
26.9.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis