Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Οι πληγές του ελληνικού τουρισμού

Οι πληγές του ελληνικού τουρισμού
Μισές υπηρεσίες, πρόχειρες υποδομές, κακές συμπεριφορές και ακριβές τιμές
ΜΑΧΗ ΤΡΑΤΣΑ - ΑΧ. ΧΕΚΙΜΟΓΛΟΥ

Ολα τα κακά της μοίρας του συγκεντρώνει ο ελληνικός τουρισμός, που επιβιώνει μεν, αλλά κάθε χρόνο μοιράζει και από ένα ιμάτιό του στους προνοητικότερους γείτονες ανά τη Μεσόγειο: στις παραδοσιακές Ιταλία και Ισπανία, στην οργανωμένη Τουρκία, στην εξωτική Τυνησία και στην αναδυόμενη Κροατία. Η Ελλάδα από χρόνο σε χρόνο έχει να αντιτάξει όλο και περισσότερα μειονεκτήματα, που οδηγούν σε νέες απώλειες. Οχι μόνον οι ταξιτζήδες, που κατηγορούνται συχνά για κακή συμπεριφορά και διπλές ταρίφες, αλλά ούτε και οι υπάλληλοι των γραφείων έκδοσης εισιτηρίων μεγάλων ακτοπλοϊκών εταιρειών γνωρίζουν τις στοιχειώδεις ξένες γλώσσες που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των πελατών τους.
Μισές υπηρεσίες, πρόχειρες υποδομές, κακή συμπεριφορά και ακριβές τιμές συνιστούν την εικόνα του ελληνικού καλοκαιριού, που μόνο θελκτική δεν είναι. Τα τραπέζια με μοναδικό πιάτο τη χωριάτικη σαλάτα - λόγω των υψηλών τιμών στα κυρίως πιάτα - αποτελούν το σκηνικό στις ταβέρνες της παραλίας. Και επειδή χρόνια οι γαστριμαργικές επιλογές των τουριστών περιορίζονται στην greek salad, σιγά που θα έμενε ταπεινή και καταφρονεμένη! Ανάλογα με τη ζήτηση διαμορφώθηκε και η τιμή· και ακρίβυνε! Οι Αμερικανοί, από την άλλη, φτώχυναν με το δολάριο και περιόρισαν τα υπερατλαντικά ταξίδια, οι Δυτικοευρωπαίοι βρίσκουν αλλού καλύτερες τιμές και μαζί καλύτερη ποιότητα, μας έμειναν οι «φρέσκοι» ταξιδιώτες, με τα γεμάτα πορτοφόλια, από την Ανατολική Ευρώπη και κυρίως από τη Ρωσία. Αλλά δεν φθάνουν να καλύψουν τις απώλειες και να σταματήσουν την γκρίνια όσων ζουν από τον τουρισμό, και βέβαια μοιράζονται με την πολιτεία τις ευθύνες για τις προσφερόμενες κακές υπηρεσίες, τις ακριβές τιμές και τις ανεπαρκείς υποδομές.
Στις Κυκλάδες, όπως στο Λονδίνο
«Πλοία με τιμές... αεροπλάνου και ανέσεις τριτοκοσμικής χώρας» καταγγέλλουν για την Ελλάδα ταξιδιώτες που κάνουν διακοπές τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό

Δύο ημέρες διακοπών σε ένα κυκλαδίτικο νησί κοστίζουν περισσότερο από ό,τι ένα Σαββατοκύριακο στο Λονδίνο. Και μάλιστα σε ένα νησί όπως η Τήνος, στο οποίο ο τιμοκατάλογος των εστιατορίων και οι τιμές ενοικίασης των καταλυμάτων δεν έχουν ακόμη φτάσει εκείνες της Μυκόνου ή της Σαντορίνης. Τη διαπίστωση αυτή κάνει ο 58χρονος Δημήτρης Τ., ο οποίος πλήρωσε 440 ευρώ για αεροπορικά εισιτήρια και διήμερη διαμονή σε δίκλινο δωμάτιο ξενοδοχείου 4 αστέρων στο Λονδίνο και 532 ευρώ για τα εισιτήρια του πλοίου και διήμερη διαμονή σε δίκλινο δωμάτιο ξενοδοχείου στην Τήνο.
«Πλοία με τιμές... αεροπλάνου και ανέσεις τριτοκοσμικής χώρας - για να φτάσω στις τουαλέτες έκανα κρόουλ, ενώ για να αγοράσω ένα μπουκάλι νερό από το κυλικείο περίμενα ένα τέταρτο στην ουρά -, αλλά και δωμάτια που οι εγχώριοι ξενοδόχοι πλασάρουν ως... πολυτελή, εκτοξεύουν τα έξοδα των διακοπών στα ύψη» λέει ο ίδιος, ο οποίος ταξιδεύει συχνά και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Και επισημαίνει: «Εχω ταξιδέψει πολύ ώστε μπορώ με σιγουριά να ξεχωρίζω ένα πολυτελές κατάλυμα από ένα απλό και καθαρό ενοικιαζόμενο δωμάτιο νησιού και να διακρίνω αν πραγματικά αξίζει τα λεφτά του. Νομίζω ότι οι έλληνες ξενοδόχοι έχουν μπερδέψει λίγο τα πράγματα».
Πανάκριβο όνειρο...
Οι διακοπές τείνουν να γίνουν ένα πανάκριβο... όνειρο για τους Ελληνες. Με το κομπιουτεράκι ανά χείρας υπολογίζουν τα έξοδα για μεταφορές, βενζίνη, δωμάτιο και φαγητό. Ξαπλώστρες, ομπρέλες, βραδινή διασκέδαση για τους περισσότερους εξαιρούνται του υπολογισμού ως περιττά έξοδα.
Οι εφοπλιστές των ακτοπλοϊκών εταιρειών, οι εστιάτορες, οι ιδιοκτήτες των ξενοδοχείων, των ενοικιαζόμενων δωματίων, των καφέ και των μπαρ προσπαθούν να βγάλουν από τους έλληνες αδειούχους της υψηλής ζήτησης περιόδου όσα περισσότερα μπορούν, καθώς σύμφωνα με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων ο κλάδος του τουρισμού διανύει τα τελευταία χρόνια μια δύσκολη περίοδο, η οποία αναμένεται ότι θα συνεχιστεί ως και το 2010.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα επταήμερο διακοπών για μια τετραμελή οικογένεια σε αιγαιοπελαγίτικο νησί κοστίζει περίπου 1.500 ευρώ (για τα εισιτήρια του πλοίου και ένα οικονομικό κατάλυμα). Και συνήθως το «φθηνό δωμάτιο» βρίσκεται μακριά από την παραλία, είναι παλαιό και στα... αζήτητα για καιρό.
Στα ξενοδοχεία, οι τιμές των δωματίων εκτοξεύονται στα ύψη. Στα καλά συγκροτήματα, τα δωμάτια κατά την περίοδο με υψηλή ζήτηση είναι κλεισμένα παρ' ότι οι χρεώσεις είναι υψηλές σε σύγκριση με τις αντίστοιχες σε καταλύματα του εξωτερικού. Ομως, πανάκριβες εμφανίζονται τελευταία και οι τιμές σε μικρότερες πολυτελείς μονάδες... ανερχόμενων προορισμών όπως είναι η Φολέγανδρος. Εκεί ένα δίκλινο δωμάτιο μπορεί να κοστίζει από 150 ως και 300 ευρώ την ημέρα.
Σε δημοφιλείς προορισμούς με υπερπροσφορά δωματίων, όπως είναι η Ρόδος, η Κρήτη και η Χαλκιδική, μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες - όχι οι υπερπολυτελείς - διαθέτουν πλέον σε χαμηλές τιμές τουριστικά πακέτα σε δίκλινο δωμάτιο με πλήρη διατροφή. Και αυτό διότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει κρίση στις παραδοσιακές αγορές της Αγγλίας και της Γερμανίας - από όπου προέρχεται περίπου το 40% της συνολικής τουριστικής κίνησης -, με συνέπεια οι αφίξεις βρετανών και γερμανών τουριστών να έχουν μειωθεί και τα καταλύματα να μένουν αδιάθετα. Την ίδια στιγμή, οι νέες αγορές όπως είναι της Ρωσίας, των πρώην ανατολικών κρατών και των βαλκανικών χωρών αποτελούν ακόμη μικρό ποσοστό του εισερχόμενου τουρισμού.
Ετσι, βάσει των στοιχείων της έρευνας που διενεργεί κάθε καλοκαίρι η Γενική Ομοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος (ΙΝΚΑ), ένας στους δύο Ελληνες (47%) το φετινό καλοκαίρι θα μείνει στο σπίτι του. Οι οικονομικές δυσκολίες και οι επαγγελματικές υποχρεώσεις δεν τους επιτρέπουν την πολυτέλεια των διακοπών. Μάλιστα, το 64% θα πάει διακοπές μόνο για μία εβδομάδα με δέκα ημέρες.
... όχι όμως για τους έχοντες
Στον αντίποδα, ένα μικρό ποσοστό δεν διακατέχεται από τέτοιες αγωνίες. Ξοδεύει χρήματα αφειδώς στις διακοπές του, είτε ταξιδεύει για ένα Σαββατοκύριακο είτε για ένα μήνα. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολυσύχναστες παραλίες της Ρόδου, της Ζακύνθου, της Κέρκυρας, της Χαλκιδικής, της Σαντορίνης και βέβαια της Μυκόνου κλείνουν τις ομπρέλες ακόμη και δύο μήνες πριν.
Στην «πατείς με, πατώ σε» Ψαρού της Μυκόνου ενοικιάζονται ξαπλώστρες και ομπρέλα με τη σεζόν σε τιμή που φτάνει τα 3.500 ευρώ! Μάλιστα, οι φήμες λένε ότι ορισμένοι έχουν καταβάλει ακόμα και 7.000 ευρώ για να εξασφαλίσουν θέση στην πρώτη σειρά των ομπρελών, εκεί δηλαδή όπου σκάει το κύμα. Οσοι λουόμενοι δεν έχουν προνοήσει να κάνουν κράτηση, τότε θα πρέπει να βρίσκονται στην παραλία το αργότερο στις 10 το πρωί για να βρουν θέση και πάλι στην τέταρτη σειρά. Με 30 ευρώ οι δύο ξαπλώστρες και η ομπρέλα, εξασφαλίζει κανείς μία θέση ανάμεσα στους εγχώριους... celebrities. Και ας χρειάζεται να είναι πρωταθλητής στο άλμα επί κοντώ για να προσεγγίσει τα γαλαζοπράσινα νερά της μυκονιάτικης θάλασσας.
«Χάσαμε τη λάμψη μας»
Η τουριστική μας εικόνα επιδεινώνεται και από τους ανά την Ελλάδα αετονύχηδες. Χωριάτικη σαλάτα στα οκτώ ευρώ, κατεψυγμένα θράψαλα που πωλούνται ως πολυτελή γεμιστά καλαμάρια, καφέδες και αναψυκτικά στα πέντε ευρώ και ξαπλώστρες που επεκτείνονται διαρκώς καταλαμβάνοντας παρανόμως όλη την παραλία - υπάρχουν πλέον τόσο πολλές που ενίοτε δεν υπάρχει χώρος έστω και για μία πετσέτα. Αν στη δεκαετία του 1980 και του 1990 τέτοιες πρακτικές χρησίμευαν στο να βγει η σεζόν λίγο ταχύτερα από το κανονικό, στις ημέρες μας, με το ήμισυ του πλανήτη να «πουλάει» τουρισμό, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να παραδίδονται μία ώρα αρχύτερα οι τουρίστες στον ανταγωνισμό. Ακόμη, κερασάκι σε αυτό το πλαίσιο εξακολουθεί να είναι τόσο το κεντρικό κράτος όσο και η αυτοδιοίκηση για όλα αυτά που κάνουν ή που δεν κάνουν. Μια βόλτα έξω από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου μέρα μεσημέρι η πρέζα πωλείται και χρησιμοποιείται ελεύθερα, μπορεί να μεταπείσει ακόμη και τον πιο ρομαντικό φίλο της Ελλάδας. Στις αρχές του καλοκαιριού, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων προειδοποιούσε ότι «το ελληνικό τουριστικό προϊόν κινδυνεύει να χάσει τη λάμψη που απέκτησε λόγω της επιτυχούς διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων 2004. Αν δεν αντιμετωπιστούν τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα που έχουν συσσωρευθεί, τότε στο άμεσο μέλλον δεν θα μπορέσουμε πλέον να καταγράψουμε θετικά αποτελέσματα». Προς στιγμήν, το «ξανθό γένος» σώζει την κατάσταση, αλλά ως πότε;
Η (δύσκολη) ζωή των ξένων τουριστών
Πεπαλαιωμένα και ανεπαρκή λιμάνια, ανύπαρκτες υποδομές, συχνές καθυστερήσεις στα δρομολόγια, υψηλές αυξήσεις στα ναύλα και χωριάτικη σαλάτα που κοστίζει οκτώ ευρώ
Ενα καυτό μεσημέρι του Αυγούστου, στα γραφεία γνωστής ναυτιλιακής εταιρείας, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Ισπανών προσπαθεί να συνεννοηθεί με νοήματα με τη νεαρή υπάλληλο. Οι Ισπανοί θέλουν να πάρουν στο καράβι και το τροχόσπιτό τους και ένας Ελληνας, που περίμενε για εισιτήριο για τα «σαπιοκάραβα» του Σαρωνικού, αναλαμβάνει χρέη μεταφραστή. «Πόσο κάνει;» ρωτάει ο σύζυγος. «780 ευρώ» του απαντάει η υπάλληλος. Ο Ισπανός αλλάζει... χρώμα από την τιμή που άκουσε και απορεί «μα, οι Βενετοί μάς ζήτησαν 350. Γιατί τόσο μεγάλη διαφορά;». «Αυτή είναι η πολιτική μας, δεν μπορώ να κάνω κάτι» απαντάει η κοπέλα. «Amor, ας πάμε καλύτερα στην Πελοπόννησο, μου έχουν πει ότι είναι πολύ όμορφη» σημειώνει ο Ισπανός. Το πιθανότερο ήταν ότι πέρασαν καλά, ωστόσο, τι είναι αυτό που κάνει πολλές φορές τα γραφικά μέρη της χώρας μας δυσπρόσιτα, καθαρά για οικονομικούς λόγους; Μήπως στην Ελλάδα, συχνά, αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν «value for money» δεν ισχύει;
Πεπαλαιωμένα και ανεπαρκή λιμάνια, ανύπαρκτες υποδομές ακόμη και σε κεντρικά νησιά, συχνές καθυστερήσεις στα δρομολόγια, υψηλές αυξήσεις στα ναύλα και για κερασάκι, χωριάτικη σαλάτα που αποτιμάται στα...οκτώ ευρώ αποτελούν λίγες μόνο από τις πληγές της «βαριάς βιομηχανίας» της Ελλάδας. Ηδη, πριν από λίγες ημέρες ο πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου κ. Γερ. Φωκάς, μιλώντας προς τον πρωθυπουργό κ. Κ. Καραμανλή, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τον ελληνικό τουρισμό, καθώς «ως κατεξοχήν τουριστική χώρα, δεν μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι για τα αεροδρόμιά μας, τα λιμάνια, τις πύλες εισόδου, τη μέση ποιότητα των καταλυμάτων και των εξω-ξενοδοχειακών υπηρεσιών». Εδώ και καιρό, οι άνθρωποι της τουριστικής αγοράς έβλεπαν ότι οι καλές ημέρες των τελευταίων ετών τελείωναν και ότι η οικονομική κρίση - βοηθούντος και του Euro -, που κράτησε χιλιάδες Ευρωπαίους μπροστά από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες, άρχισε να προκαλεί τις πρώτες φθορές στο «γωνιακό μαγαζί» της χώρας.
Η εξέγερση των ξενοδόχων
Μακριά από τα στέκια του Κολωνακίου, οι ξενοδόχοι της επαρχίας οσμίζονταν ότι εφέτος κάτι δεν θα πάει καλά. Στο Ανατολικό Αιγαίο, ήδη από τον χειμώνα, οι επιστολές προς τους αρμόδιους υπουργούς έφευγαν κατά ριπάς, εκλιπαρώντας, ουσιαστικά, να κρατηθούν οι έμμεσοι φόροι και οι εισφορές στα περυσινά επίπεδα, καθώς κάθε αύξησή τους, θα μετακυλιόταν - όπως και έγινε - στην τελική τιμή. Στην άλλη πλευρά της χώρας, στην Ηπειρο, ο πρόεδρος της τοπικής ομοσπονδίας τουριστικών καταλυμάτων κ. Χρ. Ζήγος παραδεχόταν ότι «όλες οι κρατήσεις γίνονται σε διάστημα 40 ημερών», συμπέραινε ότι οι επαγγελματίες «δεν θα καταφέρουν να αντεπεξέλθουν οικονομικά στα πάγια έξοδα των επιχειρήσεων» και έκανε έκκληση για ελκυστικότερα πακέτα.
Σε ερώτηση που κατέθεσε στη Βουλή ο βουλευτής Ηρακλείου του ΠΑΣΟΚ κ. Β. Κεγκέρογλου σημείωνε ότι «είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος η φετινή χρονιά να αποδειχτεί πτωτική σε ποσοστό μεγαλύτερο του 15-25%, ως προς την πληρότητα των ξενοδοχείων και ως προς τον συνολικό τζίρο». Επιπλέον πρόσθεσε ότι «από την αγορά της Αμερικής αναμένεται πτώση που ίσως ξεπεράσει ακόμη και το 30%, ενώ αγορές όπως αυτή της Γερμανίας, της Βρετανίας και της Γαλλίας ακολουθούν ήδη καθοδική πορεία». Ο υπουργός Τουριστικής Ανάπτυξης κ. Αρ. Σπηλιωτόπουλος, αφού αναγνώρισε ότι η ακρίβεια αποτελεί το «μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα», απάντησε σε όλα αυτά λέγοντας ότι «η παρούσα κατάσταση δεν θέλει μιζέρια ούτε πανηγυρισμούς»
Η είσοδος των ανταγωνιστών
Ωστόσο, δεν είναι μόνο η ακρίβεια που κόβει τα φτερά του τουριστικού προϊόντος. Στην τουριστική αγορά έχουν μπει δυνατά τα τελευταία χρόνια και νέοι δυναμικοί προορισμοί. Οσο και αν ακούγεται αλλόκοτο, σύμφωνα με θεσσαλούς παράγοντες της αγοράς, τα κροατικά φιόρδ, τα μικρασιατικά παράλια, αλλά ακόμη και η Αλβανία (!) κλέβουν τουρίστες από το Πήλιο και τις Βόρειες Σποράδες. Εκτός από τις διακοπές δρομολογίων που έγιναν στις γραμμές της περιοχής, σε αυτή την εξέλιξη φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο και το ανελαστικό ευρώ, το οποίο ανατιμήθηκε τόσο ως προς το δολάριο όσο και ως προς τη στερλίνα, κόβοντας τα πόδια στις διακοπές του - αγγλικού και όχι μόνο - λαού.
Την ώρα που οι παραδοσιακές τουριστικές μας δεξαμενές δείχνουν στασιμότητα ή πτώση, τα καλά νέα έρχονται από την Ανατολική Ευρώπη. Τόσο οι σλάβοι γείτονες όσο και οι Ρώσοι (βοηθούσης και της ανόδου του βιοτικού τους επιπέδου) δείχνουν μια ιδιαίτερη προτίμηση στις ελληνικές παραλίες. Ιδιαίτερα κερδισμένη από αυτή την εξέλιξη είναι η, κατά τα άλλα, πληττόμενη Βόρεια Ελλάδα. Ηδη από τον Απρίλιο, στη Χαλκιδική οι κρατήσεις από τα Βαλκάνια και τη Ρωσία έδειχναν πολύ μεγάλη αύξηση, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις έφτανε και το 600%! Μάλιστα, είναι ενδεικτικό ότι στον βουλγαρικό Τύπο, το Σαββατοκύριακο στις βορειοελλαδικές παραλίες γίνεται συχνά πρώτο θέμα, καθώς τουλάχιστον 5.000 Βούλγαροι κάνουν τη μεγάλη «έξοδο στις θερμές θάλασσες». Ωστόσο, έμπειροι παρατηρητές της αγοράς σημειώνουν ότι η μεγάλη - και όχι τόσο φανερή - απώλεια για τον τουρισμό είναι η οικονομική κρίση στην Αμερική που «καθηλώνει» τα μεσαία εισοδήματα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Ωστόσο, ακόμη και αν οι «γιάνκηδες» έδιναν κανονικά το «παρών» στην Ελλάδα, στο πίσω μέρος του μυαλού πολλών ιθυνόντων του τουρισμού, το κεντρικό ζήτημα παραμένει ο εκσυγχρονισμός των υποδομών και των υπηρεσιών της χώρας. Η χώρα μας παραμένει προβληματική σε μεγάλο βαθμό, καθώς σε ουκ ολίγους τουριστικούς προορισμούς τα λιμάνια είναι μικρά και ανεπαρκή, τα αεροδρόμια διανύουν εσαεί τη δεκαετία του 1970, το οδικό δίκτυο είναι σε κακή κατάσταση, ενώ σε πολλά μέρη πινακίδες και φυλλάδια είναι γραμμένα μόνο στα ελληνικά. Νωρίτερα τον χειμώνα, ο Σύνδεσμος των εν Ελλάδι Τουριστικών και Ταξιδιωτικών Γραφείων είχε επισημάνει ότι «βάσει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, οι τουρίστες από το εξωτερικό που ταξιδεύουν από Πάτρα προς Αθήνα και αντίστροφα δεν πληρώνουν διόδια, επειδή δεν πληρούνται οι όροι ασφαλείας που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ενωση».
«ΒΗΜΑ» καταγγελιών
«Το Βήμα» κάθε Κυριακή όλο το καλοκαίρι θα παρακολουθεί στενά την τουριστική κίνηση στην Ελλάδα καταγράφοντας προβλήματα, κρούσματα αισχροκέρδειας, αντιεπαγγελματική συμπεριφορά και κακές τουριστικές υπηρεσίες. Ολα δηλαδή όσα θίγουν τους πολίτες, Ελληνες και ξένους, οι οποίοι επιζητούν λίγες ημέρες ξεκούρασης και διασκέδασης. Στην προσπάθεια αντιμετώπισης των πληγών του ελληνικού τουρισμού, «Το Βήμα» θα δέχεται καθημερινά κάθε σχετική καταγγελία των πολιτών που ταξιδεύουν ανά την Ελλάδα, θα τη διερευνά και αφού την επιβεβαιώνει θα τη δημοσιεύει, όποτε είναι εφικτό εμπλουτισμένη και με το απαραίτητο ρεπορτάζ, με νέα στοιχεία, πληροφορίες και εξελίξεις. Προκειμένου η συνεννόηση με τους αναγνώστες να είναι ευχερέστερη, «Το Βήμα» καθιερώνει ειδικό e-mail για την υποδοχή των καταγγελιών, misvac@tovima.gr, ενώ δυνατότητα επικοινωνίας υπάρχει μέσω φαξ στον αριθμό 211 3658046 με την ένδειξη «για τη στήλη των διακοπών» και μέσω του τηλεφωνικού κέντρου 211 3657000.


Πηγή

Το ΒΗΜΑ,

Σελ.: A12

Κωδικός άρθρου: B15408A121

Εζησαν τον μύθο τους στην Ελλάδα....

Εζησαν τον μύθο τους στην Ελλάδα
Από «Το Παιδί και το δελφίνι» με τη Σοφία Λόρεν σφουγγαρού ως το «Mamma mia!» με τη Μέριλ Στριπ ξενοδόχα, πολλά ελληνικά νησιά έχουν φιλοξενήσει κινηματογραφικές παραγωγές
ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Κάθε φορά που μια ξένη ταινία γυρίζεται σε ελληνικό φόντο αποκτά διαστάσεις κοσμοϊστορικού γεγονότος - τουλάχιστον στη χώρα μας. Βεβαίως, τις περισσότερες φορές οι διαστάσεις αυτές αγγίζουν τα όρια της γελοιότητας, γιατί το πού πίνει τον καφέ του κάθε πρωί ο Πιρς Μπρόσναν ή σε ποια παραλία λιάζεται ο Νίκολας Κέιτζ δεν έχει ακριβώς ειδησεογραφικό ενδιαφέρον. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο ελληνικός τουρισμός κερδίζει πόντους μέσω της κινηματογραφικής προβολής του τόπου μας, ενώ όσο πιο φολκλόρ και α λα καρτ ποστάλ είναι η ταινία τόσο μεγαλύτερη είναι και η επερχόμενη πελατεία στο νησί όπου γυρίστηκε. Στη δεκαετία του 1980 μια ταινιούλα με τον τίτλο «Summer lovers» προετοίμασε το έδαφος για το κοσμοπολίτικο χρώμα που επρόκειτο αργότερα να αποκτήσουν η Σαντορίνη και η Μύκονος, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 πολλοί ανακάλυψαν τις ομορφιές της Κεφαλλονιάς χάρη στο «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι». Στον χάρτη που ακολουθεί θυμίζουμε ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις ελληνικών νησιών που απέκτησαν διεθνή αίγλη έχοντας φιλοξενήσει γυρίσματα ξένων παραγωγών, κυρίως αμερικανικών. Η παλαιότερη είναι το «Παιδί και το δελφίνι» στην Υδρα και η πιο πρόσφατη το «Mamma mia!» σε Σκόπελο, Σκιάθο και Πήλιο· μια ταινία που έχει ήδη αγαπηθεί στην Ελλάδα, στην οποία το πρώτο κιόλας τετραήμερο της προβολής της ξεπέρασε τις 130.000 εισιτήρια!
Κέρκυρα
«Για τα μάτια σου μόνο»
Ο κοσμογυρισμένος βρετανός πράκτορας Τζέιμς Μποντ δεν θα μπορούσε να μην έχει αφήσει τα ίχνη του στην Ελλάδα, αν και αυτό έγινε σε μια από τις χειρότερες περιπέτειές του. Το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων της ταινίας «Για τα μάτια σου μόνο» («For your eyes only», 1981) του Τζον Γκλεν πραγματοποιήθηκε στα Μετέωρα, ενώ όμως είχαν προηγηθεί αρκετά στην Κέρκυρα, καθώς ο 007 (Ρότζερ Μουρ), παρέα με την Καρόλ Μπουκέ, κυνηγούσε έναν έλληνα εγκληματία ονόματι Αριστοτέλης Κριστάτος, τον οποίο υποδύθηκε ο βρετανός σαιξπηρικός ηθοποιός Τζούλιαν Γκλόβερ...
Κεφαλλονιά
«Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι»
Το καλοκαίρι του 1999 και ενώ είχαν μεσολαβήσει αρκετά χρόνια απουσίας ελληνικού φόντου σε ξένες ταινίες, «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» («Captain Corelli's mandolin») έβαλε και πάλι τη χώρα μας στον κινηματογραφικό χάρτη. Ο «Κορέλι» ανήκει στις ακριβότερες παραγωγές που έχουν γυριστεί ποτέ στην Ελλάδα, ενώ λόγω των αυξημένων απαιτήσεων σε σκηνικά και ντεκόρ (ιταλική κατοχή) η Κεφαλλονιά βρέθηκε σε κατάσταση «ανακατασκευής». Ολόκληρη η Σάμη εργάστηκε πυρετωδώς για την εξυπηρέτηση του Νίκολας Κέιτζ, της Πενέλοπε Κρους και του συνεργείου, ενώ χρησιμοποιήθηκαν περί τους 400 κομπάρσοι. Κρίμα που το «Αρλεκιν» αποτέλεσμα αδίκησε το ομότιτλο μυθιστόρημα του Λουί ντε Μπερνιέρ.
Υδρα
«Το παιδί και το δελφίνι»
Μία από τις πρώτες υπερπαραγωγές του Χόλιγουντ που γυρίστηκαν σε ελληνικό έδαφος ήταν «Το παιδί και το δελφίνι» («Boy on a dolphin», 1957) του Γιαν Νεγκουλέσκο. Η ταινία γυρίστηκε σε αρκετά μέρη: Παρθενώνας, Επίδαυρος αλλά και Υδρα. Η ανταπόκριση του ελληνικού, αλλά και τους διεθνούς Τύπου απέναντι στην ταινία υπήρξε τεράστια. Στο κάτω κάτω δεν είναι λίγο να βλέπεις δίπλα σου τη Σοφία Λόρεν... σφουγγαρού, στην πρώτη μάλιστα εμφάνισή της σε αμερικανική ταινία. Το όμορφο νησί του Αργοσαρωνικού έχει υπάρξει φόντο αρκετών ταινιών, όπως το «Νησί της αγάπης» (1963) του Μόρτον ντα Κόστα, αλλά και η «Φαίδρα» (1962) του Ζυλ Ντασσέν με τη Μελίνα Μερκούρη.
Μύκονος
«Σίρλεϊ Βαλεντάιν»
Η βρετανίδα ηθοποιός Πολίν Κόλινς οφείλει τη μοναδική υποψηφιότητα για Οσκαρ της καριέρας της στη «Σίρλεϊ Βαλεντάιν» («Shirley Valentine», 1987) που γυρίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στη Μύκονο, προβάλλοντας όχι μόνο την ομορφιά του νησιού, αλλά και τη φήμη ότι οι Ελληνες είναι σπουδαίοι εραστές. «Θα πάω στην Ελλάδα για το σεξ» ούρλιαζε η καταπιεσμένη λονδρέζα μικροαστή. «Σεξ για πρωινό, σεξ για μεσημεριανό, σεξ για τσάι και σεξ για βραδινό!». Βέβαια, ο άνδρας με τον οποίο καταλήγει, ένας ντόπιος σερβιτόρος ονόματι Κώστας, δεν εμπνέει και τόσο ως greek lover γιατί είναι... Αγγλος (Τομ Κόντι).
Αμοργός
«Απέραντο γαλάζιο»
Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του γαλλικού κινηματογράφου στη δεκαετία του 1980 υπήρξε το «Απέραντο γαλάζιο» («Le grand bleu», 1988) του Λυκ Μπεσόν. Ελαφρά βασισμένη στην αληθινή ιστορία του δύτη Ζακ Μαγιόλ (Ζαν Μαρκ Μπαρ), που κατάφερε να κερδίσει τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή φθάνοντας στα 300 πόδια κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, η ταινία γυρίστηκε στην Αντίμπ της γαλλικής Ριβιέρας, στην Ταορμίνα της Ιταλίας και, κυρίως, στην Αμοργό των Κυκλάδων. Δεν είναι ευρέως γνωστό αλλά κάποιες σκηνές έχουν ως φόντο το Μαγγανάρι της Ιου, όπου ο Μπεσόν πέρασε αρκετά καλοκαίρια ως παιδί.
Ρόδος
«Τα κανόνια του Ναβαρόνε»
Οταν στις αρχές της δεκαετίας του 1960 γυριζόταν στη Ρόδο η ταινία του Τζέι Λι Τόμπσον «Τα κανόνια του Ναβαρόνε» («Guns of Navarone», 1961), πανηγύρια ολόκληρα είχαν στηθεί για τους φιλοξενούμενους χολιγουντιανούς σταρ της. Τον Γκρέγκορι Πεκ, τον Ντέιβιντ Νίβεν και τον Αντονι Κουίν. Οι εφημερίδες της εποχής στόλιζαν τα πρωτοσέλιδά τους με καθημερινά ρεπορτάζ για την ταινία, η οποία για το είδος της έχει μείνει κλασική. Σημειωτέον, πολλά χρόνια μετά τα «Κανόνια», ο Νίβεν βρέθηκε και πάλι στη Ρόδο για να παίξει σε μια επίσης πολεμική περιπέτεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, την «Απόδραση στην Αθήνα» του Τζορτζ Παν. Κοσμάτος. Τεράστια επιτυχία, όχι όμως αυτή τη φορά κλασική...
Σύμη
Το μάτι του διευθυντή φωτογραφίας Ρότζερ Ντίκινς (κατοπινός συνεργάτης των αδελφών Κόεν) δεν αδίκησε στο ελάχιστο την παλιά πόλη της Σύμης, όπου το 1987 μεταφέρθηκε το μπεστ σέλερ του Μπάρι Ανσγουορθ «Το νησί του Πασχάλη» («Pascali's island»). Η ιστορία μυστηρίου της ταινίας που σκηνοθέτησε ο Τζέιμς Ντίρντεν τοποθετείται στο 1908, με έναν έξοχο Μπεν Κίνγκσλεϊ στον ρόλο του δόλιου ρουφιάνου του τοπικού σουλτάνου. Αυτό όμως που κυριολεκτικά μένει εδώ στη μνήμη είναι το φυσικό ντεκόρ, μέσα από ένα πανέμορφο οδοιπορικό σε τοποθεσίες όπως το Πέδι και το Χαράνι, με στάσεις στις πάμπολλες εκκλησίες του νησιού.
Καστελόριζο
«Mediterraneo»
Η γλυκόπικρη αντιπολεμική σάτιρα του Γκαμπριέλε Σαλβατόρες «Mediterraneo» περιέγραφε τις κωμικοτραγικές περιπέτειες μιας ομάδας ιταλών φαντάρων σε κάποιο απομακρυσμένο νησί της Δωδεκανήσου, στο οποίο η ομάδα μετατίθεται τον Ιούνιο του 1941. Ανάμεσα στις απολαύσεις των φαντάρων και η γλυκιά συντροφιά μιας μαυρομαλλούσας «ελευθέρων ηθών» κορασίδας, με το πρόσωπο της Βάνας Μπάρμπα. Χωρίς να αποτελεί κάτι το αξέχαστο, το «Mediterraneo» απέσπασε το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας 1991. Στην ταινία το νησί δεν κατονομάζεται.
Κρήτη
«Αλέξης Ζορμπάς»
Για λόγους που προσωπικά δεν έχω ακόμη καταλάβει, ο αμερικανός, μεξικανοϊρλανδικής καταγωγής, Αντονι Κουίν (1915 - 2001) κρίθηκε ο ιδανικότερος σταρ του Χόλιγουντ για την ενσάρκωση γραφικών... ελλήνων ηρώων. Χαρακτηριστικότερος παραμένει ο «Αλέξης Ζορμπάς» του Νίκου Καζαντζάκη που σκηνοθέτησε ο Μιχάλης Κακογιάννης στην Κρήτη. Μερικά χρόνια πριν, το 1957, ο Ζυλ Ντασσέν ανακάλυπτε τη μαγεία του κρητικού τοπίου μέσω της δικής του εκδοχής έργου του Καζαντζάκη, το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Στην Κρήτη, η οποία έχει επίσης φιλοξενήσει παραγωγές όπως ο «Πάτον», έγιναν γυρίσματα της τελευταίας ταινίας του Κώστα Γαβρά «Eden is West». Οσο για τον Κουίν, περίπου 15 χρόνια μετά τον Ζορμπά, υποδύθηκε τον Αριστοτέλη Ωνάση (ως Τομάσις) στον «Ελληνα μεγιστάνα» του Τζ. Λι Τόμπσον, τα γυρίσματα του οποίου επίσης πραγματοποιήθηκαν σε ελληνικά νησιά.
Σαντορίνη
«Εραστές του καλοκαιριού»
Το 1982, η προβολή της Σαντορίνης (αλλά και της Μυκόνου) πήρε διεθνείς διαστάσεις με τους «Εραστές του καλοκαιριού» («Summer lovers»), μια ασήμαντη αλλά πέρα για πέρα καλοκαιρινή τινέιτζερ περιπέτεια του Ράνταλ Κλάιζερ με την Ντάριλ Χάνα και τον Πίτερ Γκάλαχερ (ως Μάικλ Πάπας). Πολύ πριν μεταμορφωθούν σε «Κολωνάκια του Αιγαίου», τα δύο κυκλαδίτικα νησιά έγιναν αίφνης το σημείο του χάρτη όπου σακίδιο και σανδάλι πήγαιναν σύννεφο. Αργότερα, και ενώ η Σαντορίνη είχε γίνει πια ο ιδανικός χώρος για τελετές γάμων απ' όλο τον κόσμο, γυρίστηκε εκεί και η εισαγωγή της δεύτερης ταινίας «Lara Croft» με την Αντζελίνα Τζολί (2003).
Σκιάθος, Σκόπελος
«Mamma mia!»

ΠΗΓΗ : Το ΒΗΜΑ,

13/07/2008 ,

Σελ.: C02

Κωδικός άρθρου: B15408C021

ID: 295749

Σάββατο 24 Μαΐου 2008

Κακιά σκουριά......

Κακιά σκουριά

Tου Παντελη Μπουκαλα

Aρχαία έχουμε; Εχουμε. Πολλά; Πάμπολλα. Πού; Παντού. Σπουδαία; Πολλά από αυτά, μοναδικά και ανεπανάληπτα. Και τι κάνουμε; Καμαρώνουμε βέβαια. Παινευόμαστε για την κληρονομιά μας. Και τη διαφημίζουμε. Για να προσελκύσουμε τουρίστες. Ολο και περισσότερους τουρίστες. Επειδή αυτή είναι η βιομηχανία μας, η βαριά: ο τουρισμός. Εμείς φυσικά λέμε πως η βαριά βιομηχανία μας είναι ο πολιτισμός, αλλά ουδέποτε ήμασταν προσεχτικοί με τα λόγια και αυστηροί· γι' αυτό τις έχουμε τις λέξεις άλλωστε, για να τις σκορπίζουμε φενακίζοντες και αυτοφενακιζόμενοι.

Και πώς ακριβώς φερόμαστε στα αρχαία, στην κληρονομιά μας, στο οικονομικό μας υπερόπλο; Τα αγαπάμε βέβαια. Στις διακηρύξεις μας. Κατά τα λοιπά, που είναι και τα κρίσιμα, παρατημένα τα έχουμε. Οπως το Λύκειο του Αριστοτέλη, το «αρχαιότερο πανεπιστήμιο του κόσμου», το οποίο, σε καιρούς ασυγκράτητης μακεδονολογίας μάλιστα, χορταριάζει, φθείρεται και απαξιώνεται ακριβώς δίπλα στα γραφεία της κυβερνώσας Ν. Δ., στη Ρηγίλλης· αλλά φαίνεται ότι ουδείς κομματικός, μέσα στην τόση αγωνία του να συναντηθεί με τα άλλα στελέχη, να βαθυστοχαστούν για το μέλλον της χώρας, μπήκε στον κόπο να περάσει απέναντι, να δει το χάλι, τα χάλια τους· τα χάλια μας. Τα ίδια με το ναό της Αγροτέρας Αρτέμιδος, μόλις τρία λεπτά από το Σύνταγμα, τρία και από τη Βουλή των Ελλήνων· κι αυτός χορταριάζει χρόνια τώρα, γιατί πρέπει επίσης να απαξιωθεί, ώστε να τον αποκτήσουν κοψοχρονιάς όσοι ορέγονται να τον «αναπτύξουν» διά της οικοπεδοποιήσεως και της συναφούς οικοδομήσεως.

Και στην Επίδαυρο υπάρχουν αρχαία. Πολύ πιο γνωστά από τα προαναφερθέντα. Και λοιπόν; Εντάξει, η πυρκαγιά δεν τα απείλησε ακόμα, όπως την Ολυμπία που την πυρπόλησε ο φλογερός μας έρωτας για την ωραιότητά της, αλλά κάτι μήνες τώρα την έχουμε αφήσει δίχως τουαλέτα, η οποία βέβαια δεν έχει την αίγλη ενός θεάτρου, ενός μουσείου, όλο και σε κάποιους όμως είναι χρήσιμη ή απολύτως αναγκαία. Λοιπόν, μήπως πρέπει να ξανασκεφτούμε ποιοι είναι τελικά οι ανθέλληνες και ποιοι συνωμοτούν εις βάρος της μεγαλοσύνης μας;

ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

24.5.08

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2007

Λεβεντάκης Ενα σκάνδαλο χωρίς ενόχους

Λεβεντάκης: Ένα σκάνδαλο χωρίς… ενόχους!









ΧΡΗΣΤΙΚΑ

Real Time ΧΑ

Λογιστικές
Καταστάσεις


Ανακοινώσεις ΧΑ

Τεχνική Ανάλυση

Ιδέες της Ημέρας

Κεφαλαιοποιήσεις

Πακέτα

Εύρεση Συμβόλου

Δημοσιεύθηκε: 08:00 - 07/12/07


Η διαδρομή της Λεβεντάκης (πρώην Βερνίκος) προς τα ”αποδυτήρια” της Σοφοκλέους είναι -με μία φράση- χαρακτηριστική των νοσηρών φαινομένων που εξακολουθούν να υφίστανται στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά.

Μόλις τον Απρίλιο του 2007 η εταιρία που άλλαξε βασικούς μετόχους και δραστηριότητα στα μισά του 2004, μέσα σε ένα κλίμα ενθουσιωδών δηλώσεων και… χαριεντισμών μεταξύ του τέως βασικού μετόχου (του κ. Γ. Βερνίκου) και του νυν (του κ. Γ. Λεβεντάκη), είχε κλείσει ήδη σχεδόν… ενάμιση χρόνο (!) σε αναστολή διαπραγμάτευσης.

Και υποχρεωνόταν τότε να ανακοινώσει ότι δεν προτίθεται να αυξήσει το μετοχικό της κεφάλαιο, αλλά θα λάβει έτερα μέτρα ”εξυγίανσης”, ώστε να συνεχίσει κανονικά τη λειτουργία της.

Λίγους μήνες αργότερα όμως (στις 15 Νοεμβρίου 2007) αντί της εξυγίανσης, ήρθε το τελειωτικό χτύπημα καθώς η μετοχή διαγραφόταν οριστικά από το ταμπλό και οι μικρομέτοχοι έχαναν τα χρήματά τους!

Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στις μεγαλόστομες εξαγγελίες και στην απόλυτη καταστροφή είναι τόσο μικρό που αξίζει να δούμε πώς εκτυλίχτηκε αυτή η υπόθεση σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια.

Πώς η ”Βερνίκος” έγινε… ”Λεβεντάκης”

Η Βερνίκος Κότερα μπήκε στην Παράλληλη Αγορά του χρηματιστηρίου το 1996. Με τον μέτοχο πλειοψηφίας κ. Γ. Βερνίκο στο πηδάλιο, έφτασε να δραστηριοποιείται στους τομείς των αερομεταφορών, των θαλάσσιων μεταφορών των πλαζ και από το 2004 της… γεωργικής βιομηχανίας, σε μια περίοδο όπου τα πρώτα σύννεφα γύρω από τον ευρύτερο κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας είχαν ήδη αρχίσει να πυκνώνουν.


Το άρθρο συνεχίζεται παρακάτω






Προάγγελος των επερχόμενων εξελίξεων στην εταιρία και της στροφής σε ”αχαρτογράφητα” επιχειρηματικά πεδία ήταν η είσοδος του κ. Γ. Λεβεντάκη στο μετοχικό κεφάλαιο της Βερνίκος με την εξαγορά του 6,5% έναντι τιμήματος 1.000.000 ευρώ, τον Οκτώβριο.

Μια πρώτη γεύση των επικείμενων αλλαγών έλαβαν οι μέτοχοι μέσω της συνοδευτικής ενθουσιώδους δήλωσης του κ. Βερνίκου, ο οποίος τόνισε ότι ”μαζί θα σχεδιάσουμε μελλοντικές κινήσεις της εταιρίας, την περαιτέρω ανάπτυξη των εργασιών της και σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς και θα εισηγηθούμε σχετικά στο διοικητικό συμβούλιο και στη γενική συνέλευση”.

Κομβική περίοδος για τη μετέπειτα πορεία και τη μετοχική σύνθεση της εταιρίας αποτέλεσε το α΄ τρίμηνο του 2004 όπου αποφασίστηκε η επέκταση των δραστηριοτήτων της Βερνίκος στη γεωργική βιομηχανία και η έγκριση της αγοράς από την εταιρία ποσοστού της Ελληνικά Εκκοκκιστήρια.

Εγκρίθηκε όμως επίσης η μεταβίβαση από την εταιρία στον κ. Γ. Βερνίκο, ή σε εταιρίες συμφερόντων του, δραστηριοτήτων της Βερνίκος. Ουσιαστικά και όπως κατέδειξαν οι μετέπειτα εξελίξεις ο κ. Γ. Βερνίκος ”σάλπιζε” υποχώρηση από την ηγεσία της εισηγμένης εταιρίας παραδίδοντας σταδιακά τα ηνία στον κ. Γ. Λεβεντάκη, την ώρα που θριαμβολογούσε για την είσοδο στον ”χώρο του”.

Η εξαγορά ποσοστού περίπου 19% της Ελληνικά Εκκοκκιστήρια κόστισε στην εταιρία περί τα 10.300.000 ευρώ, ποσό που αποτιμά το σύνολο της αξίας της εταιρίας στα 52.025.000 όταν η εταιρία χρωστούσε (30/6/2004) περί τα 76,5 εκατ. ευρώ και ο δείκτης υποχρεώσεων προς ίδια κεφάλαια κυμαινόταν στο 12,61.

Η χρηματοδότηση του τιμήματος όπως ανέφερε η Βερνίκος θα προέκυπτε, μεταξύ άλλων, από τα διαθέσιμα της εταιρίας και από την εκποίηση παγίων στοιχείων έως και στοιχείων του κυκλοφοριακού ενεργητικού της.

Ποιος θα ήταν όμως ο αγοραστής μέρους της ”περιουσίας” της Βερνίκος;

Μα ο κ. Γ. Βερνίκος, ο οποίος μείωνε σταθερά τη συμμετοχή του στην εισηγμένη. Ειδικότερα, ο επικεφαλής της εταιρίας συμφώνησε να καταβάλει περί τα 8,7 εκατ. ευρώ στην εισηγμένη ”απογυμνώνοντάς την από κύρια περιουσιακά στοιχεία, ώστε να μετατραπεί σε μια εταιρία-”κουφάρι”, η οποία θα δραστηριοποιούνταν πλέον στη γεωργική βιομηχανία.

Όπως αναφέρεται στις σχετικές ανακοινώσεις, στον ίδιο ή σε εταιρίες συμφερόντων του μεταβιβάστηκαν, μεταξύ άλλων, οι Βερνίκος Κότερα, Βερνίκος Αεροπλοΐα, ένα σύνολο 45 σκαφών αλλά και διάφορες συμμετοχές σε μαρίνες.

Στο μεταξύ το ποσοστό του στην εταιρία σταθερά μειωνόταν, καθώς τον Ιούλιο του 2004 ήλεγχε το 37,28%, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους το 18,05% για να πιάσει το 4,91% τον Νοέμβριο του 2005.

Μάλιστα ο κ. Γ. Βερνίκος προέβη μέσω της Ολυμπία ΑΧΕΠΕΥ στην πώληση 1.192.600 τεμαχίων από τη 2α Νοεμβρίου 2004 έως και την 31η Ιανουαρίου 2005, περίοδο όπου η τιμή της Βερνίκος Κότερα στη Σοφοκλέους βρισκόταν στα επίπεδα των 3 ευρώ ανά μετοχή.

Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι το ποσοστό που διαθέτει ο κ. Βερνίκος στη Λεβεντάκης την τρέχουσα περίοδο δεν είναι σαφές.

”Κρυφτούλι” με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς

Από το 2005 η εταιρία πορεύεται πλέον επιχειρηματικά ως Γ. Λεβεντάκης ΑΒΕΕ, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται δεν διαθέτει ούτε τις βασικές οργανωτικές δομές που θα έπρεπε να χαρακτηρίζουν μια εισηγμένη σε χρηματιστήριο εταιρία και επιτάσσουν οι αρχές της εταιρικής διακυβέρνησης.

Όπως υπογραμμίζει έγγραφο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κεφαλαιαγοράς, ύστερα από επιτόπια έρευνα που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι στερείται παντελώς των προϋποθέσεων οργάνωσης και λειτουργίας που προβλέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας για την εταιρική διακυβέρνηση και τον κανονισμό συμπεριφοράς των εισηγμένων εταιριών.

Ειδικότερα η εταιρία δεν είχε εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας που να ανταποκρίνεται στη δραστηριότητά της, δεν διέθετε εσωτερικό ελεγκτή και οικονομικό διευθυντή, ούτε είχε διασφαλίσει εν γένει την οργάνωση, τις δομές και τους μηχανισμούς εσωτερικής λειτουργίας που είναι απαραίτητοι για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μετόχων της και του επενδυτικού κοινού.

Ως εκ τούτου οι χρηματιστηριακές αρχές αποφάσισαν στις 14 Φεβρουαρίου την αναστολή διαπραγμάτευσης των μετοχών της εισηγμένης, κατάσταση στην οποία παρέμεινε έως τον Μάρτιο του ίδιου έτους, όπου οι μετοχές της εταιρίας επανήλθαν στο ταμπλό, ύστερα από ”συμμόρφωσή της” στις υποδείξεις των αρμόδιων αρχών.

Στο Δ.Σ. της εταιρίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αναλαμβάνει ο κ. Γ. Λεβεντάκης, ο οποίος αντικατέστησε τον κ. Δ. Λεβεντάκη που είχε αναλάβει τα ηνία της επιχείρησης από τον Ιούλιο του 2005.

Τα πάρε-δώσε με την Ε.Κ. όμως είχαν και συνέχεια, καθώς στις αρχές του 2006 η Λεβεντάκης ξαναβρέθηκε στο στόχαστρο των αρχών οι οποίες αποφάσισαν την προσωρινή αναστολή διαπραγμάτευσης (9/1/2006) των μετοχών της.

Η Ε.Κ. ζήτησε από το χρηματιστήριο να προβεί στην αναστολή διαπραγμάτευσης των μετοχών της εταιρίας, διότι διαπίστωσε ότι η εισηγμένη δεν δημοσίευσε λογιστικές καταστάσεις για τη χρήση 1/7/04 – 30/6/05 της Ελληνικά Εκκοκκιστήρια, εταιρίας συμφερόντων του βασικού μετόχου της κ. Γ. Λεβεντάκη, στην οποία η εταιρία συμμετέχει σε ποσοστό 19,8% με το ποσό των 10,3 εκατ. ευρώ.

Σημειώνεται ότι το ποσό αυτό αντιπροσώπευε το 37,7% περίπου των ιδίων κεφαλαίων της εισηγμένης (στοιχεία 30/9/05).

Λίγους μήνες μετά η Ε.Κ. αποφάσισε την επιβολή προστίμου στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Λεβεντάκης, διότι από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η εταιρία δεν διέθετε εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, ούτε οργανωμένο τμήμα εσωτερικού ελέγχου, κατά παράβαση των όσων προβλέπονται από τη νομοθεσία της εταιρικής διακυβέρνησης των εισηγμένων εταιριών.

Το επόμενο επεισόδιο στο σίριαλ της αναστολής έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2006 με την Ε.Κ. να ”εισηγείται” την επαναδιαπραγμάτευση των μετοχών της εταιρίας και το Χ.Α. να απαντά ότι η επαναδιαπραγμάτευση των τίτλων της Λεβεντάκης θα γίνει σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον κανονισμό του Χ.Α. για τις μετοχές εταιριών που τελούν υπό αναστολή διαπραγμάτευσης για διάστημα άνω των 3 μηνών.

Τελικά ίσχυσε το ”ουδέν μονιμότερο του προσωρινού”!

Η εταιρία πάντως αποτέλεσε έναν από τους καλύτερους πελάτες της Ε.Κ., αφού τον Αύγουστο του ίδιου έτους επέβαλε πρόστιμο σε μέλη του Δ.Σ. διότι καθυστέρησαν να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του νόμου για την Εταιρική Διακυβέρνηση και συγκεκριμένα να ορίσουν τα ανεξάρτητα, εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου.

Το προδιαγεγραμμένο τέλος

Δυσοίωνες ήταν και οι εξελίξεις από το επιχειρηματικό μέτωπο, καθώς η Αγροτική Τράπεζα αποφάσισε να μεταφέρει σε οριστική καθυστέρηση όλους τους λογαριασμούς των δανείων των εταιριών BELCOT, BIBATOM και Ελληνικά Εκκοκκιστήρια.

Ουσιαστικό επίλογο για τη χρηματιστηριακή καριέρα της εισηγμένης αποτέλεσε η κρίσιμη Γ.Σ. της εταιρίας με θέμα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, η οποία αναβλήθηκε περίπου… 5 φορές από τη 15η Νοεμβρίου του 2006 έως τον Απρίλιο του 2007 όπου τελικά ελήφθη η απόφαση να μην πραγματοποιηθεί η αύξηση.

Χαρακτηριστικό είναι επίσης το απόσπασμα της έκθεσης επισκόπησης της Prime Audit Ltd. (ανεξάρτητου ορκωτού ελεγκτή λογιστή) για τα τελευταία δημοσιευμένα στο site της εταιρίας αποτελέσματα, όπου εκφράζονται σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητά της να συνεχίσει τη δραστηριότητά της και να καλύψει τις υποχρεώσεις της στα πλαίσια των συνήθων εργασιών της.

Οι ζημίες της Λεβεντάκης (30/6/2007) είχαν μειωθεί ελαφρώς συγκριτικά με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, ωστόσο ανέρχονταν σε περίπου 1,087 εκατ. ευρώ, με την καθαρή θέση στα 7,956 εκατ. ευρώ και το σύνολο των υποχρεώσεων στα 12,005 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 9,335 εκατ. αφορούσαν σε βραχυπρόθεσμες τραπεζικές υποχρεώσεις.

Μέσα σε όλα αυτά, η απόφαση της Επιτροπής για διαγραφή απλώς έβαλε την ταφόπλακα.

Τα μεγάλα ερωτήματα όμως παραμένουν. Κανένας δεν φταίει για την υπόθεση Λεβεντάκης; Γιατί δεν έχει γίνει καμία ενέργεια ώστε να διαπιστωθεί πώς μια εταιρία που αποτιμήθηκε περί τα 52 εκατ. ευρώ το 2004 έφτασε να αποτελεί ”λόγο” αναστολής το 2006 κι εν συνεχεία διαγραφής… το 2007;

Aρ. Δαμουλάκης

* Αναδημοσίευση από το φύλλο 507 της εφημερίδας ”ΜΕΤΟΧΟΣ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ”, 7/12 - 11/12/2007

ΠΗΓΗ EURO2DAY
7.12.2007

Κυριακή 26 Αυγούστου 2007

Τα θρυλικά λογοτεχνικά καφενεία της Ευρώπης - Cafe Λουμίδης

Δεν θυμάμαι ποιος είπε ότι ο καφές είναι «ο οίνος του Απόλλωνα». Ο αφορισμός βέβαια έχει ισχύ αξιώματος στις περισσότερες δυτικές χώρες και κατ' εξοχήν θα έλεγα στη δική μας, τη χώρα του Απόλλωνα, στην οποία ο καφές τιμάται όσο κανένα άλλο ποτό. Ενώ στον τόπο μας όμως τιμάται (και συχνά «υπερ-τιμάται») το προϊόν, δεν τιμώνται τα καφενεία ως τόποι της πολιτιστικής μας παράδοσης - εννοώ τα καφενεία εκείνα στα οποία οι μακρινοί απόγονοι του Απόλλωνα (τουτέστιν οι συγγραφείς) συνήθιζαν να εγκαταβιούν μια φορά κι έναν καιρό. Στην πρωτεύουσα της Ελλάδας δεν λειτουργεί σήμερα ούτε ένα λογοτεχνικό καφενείο που να άνοιξε προπολεμικά. Ολα όσα βρίσκονταν σε επίκαιρες θέσεις ή παρήκμασαν ή άλλαξαν χρήση. Μεταμορφώθηκαν από την Κίρκη του νεοπλουτισμού σε ταχυφαγεία, εστιατόρια, καταστήματα νεοτερισμών, υποκαταστήματα τραπεζών και κοσμηματοπωλεία. Η μνήμη είναι ως φαίνεται μια πολυτέλεια πολύ ακριβή για να την αντέξουμε.

Τι νόημα έχει η παρελθοντολογία; θα ρωτούσε - και ίσως εύλογα - κάποιος. Η εξαφάνιση των λογοτεχνικών καφενείων της Αθήνας είναι κατά κάποιον τρόπο μια επιβεβαίωση του βασικού Νόμου του Μέρφι: αν είναι κάτι να πάει στραβά, θα πάει στραβά. Εδώ χάθηκε η οικιστική φυσιογνωμία της Αθήνας του 19ου αιώνα, κατεδαφίστηκαν κτίρια ανεκτίμητης αξίας, καταπατήθηκαν και εξαφανίστηκαν ολόκληρες δασικές εκτάσεις στο Λεκανοπέδιο, για την έκλειψη των λογοτεχνικών καφενείων θα συζητούμε;

Το ερώτημα ωστόσο δεν είναι ρητορικό. Η εξαφάνιση των λογοτεχνικών καφενείων αποδεικνύει την πολιτιστική αμνησία και την ασέβεια στο πρόσφατο παρελθόν μας κατά τον πλέον οδυνηρό τρόπο, αφού τα έργα εκείνων οι οποίοι σύχναζαν στα καφενεία αυτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της συλλογικής μας συνείδησης, της πολιτιστικής κληρονομιάς μας και του νεοελληνικού ψυχισμού. Για όσους θα υποστήριζαν ότι δεν έχει και τόση σημασία που έχουν εκλείψει τα κτίσματα και οι χώροι, αφού παραμένουν οι αναμνήσεις, οι οποίες έχουν καταγραφεί στα κείμενα και διασωθεί στις ποικίλες αφηγήσεις, θα έλεγα απλούστατα ότι οι αναμνήσεις θολώνουν, σβήνουν και αποχρωματίζονται όταν τις αποσπά κανείς από τα κελύφη τους και όταν τα κελύφη αυτά, ως γνήσιοι νεοβάρβαροι, έχουμε «καταφέρει» να τα καταστρέψουμε.

Ας πάμε τώρα και στο συναφές ερώτημα: Γιατί να διασώσει κάποιος τις μνήμες του πρόσφατου παρελθόντος σε μια πόλη «με τόσα αρχαία», όπως λέγανε παλαιά; Η απάντηση είναι εξίσου απλή: Αν ένας τόπος δεν σέβεται το πρόσφατο παρελθόν του, δεν σέβεται ούτε το αρχαίο του κλέος. Σε άλλες χώρες φυσικά τέτοια ερωτήματα θα φάνταζαν παράλογα. Γιατί αν λ.χ. οι Ιταλοί σκέφτονταν σαν κι εμάς, το caffe Greco στη Ρώμη ή το Giubbe Rosse στη Φλωρεντία θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν μετατραπεί σε ωραιότατες μπουτίκ.

Ο πολιτισμός του καφέ

Το σημερινό κείμενο αναφέρεται στο «πατάρι του Λουμίδη», το σημαντικότερο και εμβληματικότερο λογοτεχνικό καφενείο της Αθήνας του 20ού αιώνα. Δεν ήταν ωραίο, δεν ήταν περίβλεπτο, ούτε καν ατμοσφαιρικό, σύμφωνα με τις μαρτυρίες. Υπήρξε όμως τμήμα της ιστορίας της νεότερης Αθήνας και χώρος αναφοράς μιας ολόκληρης εποχής η οποία χάθηκε μαζί του.

Ανοιξε το 1938, τη σκληρή περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, στο νούμερο 38 της οδού Σταδίου στα Χαυτεία, δίπλα στο παλαιό Βιβλιοπωλείον της Εστίας, και γρήγορα συγκέντρωσε τον καλλιτεχνικό, τον λογοτεχνικό και τον δημοσιογραφικό κόσμο της Αθήνας, αφού βρισκόταν σε επίκαιρη θέση, κοντά στα γραφεία των εφημερίδων και στα θέατρα, δίπλα στο ιστορικότερο βιβλιοπωλείο της εποχής. Ηταν αναπόφευκτο να συνδεθεί αμέσως σχεδόν με την κουλτούρα του καφέ και των συζητήσεων, των ιδεών και των ζυμώσεων που προκαλούσαν.

Οι ιδιοκτήτες του, οι τρεις αδελφοί Λουμίδη, δεν φιλοδοξούσαν ανοίγοντάς το να δημιουργήσουν ένα λογοτεχνικό καφενείο. Το πατάρι ήταν συμπλήρωμα του καταστήματός τους στο ισόγειο και αποτελούσε πρόσθετη πηγή εσόδων για την επιχείρησή τους. Αυτοδημιούργητοι, οι αδελφοί Αντώνιος, Νικόλαος και Ιάσων Λουμίδης είχαν ξεκινήσει το 1919 από κάποιο μικρό καφεκοπτείο, στην οδό Ρετσίνας 12 του Πειραιά, για να κατακτήσουν σύντομα την αγορά του καφέ στην Ελλάδα αξιοποιώντας δύο πανίσχυρα και εν πολλοίς ανεκμετάλλευτα ως τότε μέσα: τη δύναμη ενός από τα διασημότερα διαφημιστικά σλόγκαν («έκαστος εις το είδος του κι ο Λουμίδης στους καφέδες») και την τυποποίηση και διάδοση ενός προϊόντος με αυστηρές προδιαγραφές το οποίο κατέστησαν αναγνωρίσιμο πανελληνίως. Επιπλέον, επέλεξαν το πιο επιτυχημένο εμπορικό σήμα στην ιστορία της ελληνικής διαφήμισης: τον παπαγάλο, γιατί είναι το μόνο πτηνό που του αρέσουν, λέγεται, οι καρποί του καφέ.

Στο πατάρι, όπου τα τραπέζια ήταν διατεταγμένα σε σχήμα πι (στα αριστερά κάθονταν οι ηθοποιοί, οι δημοσιογράφοι και οι επιθεωρησιογράφοι, ενώ οι συγγραφείς μαζεύονταν στο βάθος), συναντούσε κανείς τους σημαντικότερους δημιουργούς της Αθήνας αλλά και πολλούς άλλους: νεαρά ζευγάρια θαυμαστών που ήθελαν να δουν από κοντά τα ινδάλματά τους, φιλόδοξους γραφιάδες που γοητεύονταν από το γεγονός ότι στο διπλανό τραπέζι μπορούσαν να κάθονταν και να συζητούν οι καθιερωμένοι συγγραφείς της εποχής, περίεργους και περαστικούς οι οποίοι γοητεύονταν από τον θρύλο που συνόδευε το καφενείο και τους θαμώνες του.

Καφές, καπνός, εμπνεύσεις

Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να γνωρίζαμε πόσες ιδέες και ποιων έργων η αφορμή υπήρξε το πατάρι του Λουμίδη. Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε αρκετούς ιστορικούς του τοπογραφικού περιβάλλοντος της λογοτεχνίας μας. Για ένα καφενείο σαν κι αυτό, που καλύπτει τριάντα χρόνια πολιτιστικής ιστορίας της Αθήνας, θα περίμενε κάποιος να υπάρχουν μελέτες, χρονικά, πλήθος στοιχεία και πληροφορίες - αν μη τι άλλο. Το μόνο που υπάρχει είναι το βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη, τακτικού θαμώνα του παταριού,

Λουμίδης: Ενα αγνοημένο φυτώριο ποιητών (εκδόσεις Σπηλιώτη, 2005).

Στη χώρα μας ξέρουμε για παράδειγμα ότι ο Σαρτρ έγραψε μεγάλο μέρος του έργου του στο Café Flore του Σεν Ζερμέν, αλλά δεν ξέρουμε αν στο πατάρι του Λουμίδη συνέλαβε την Αμοργό ο Γκάτσος (οι φήμες λένε ότι την έγραψε ως παιχνίδι εν μια νυκτί) ή αν εδώ συζητήθηκε μαζί με την υπόθεση και το έργο του Λόρκα που οδήγησε στην αλησμόνητη παράσταση του Ματωμένου γάμου από το Θέατρο Τέχνης με μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Ή ακόμη, τι ρόλο έπαιξαν οι συζητήσεις στο πατάρι, ποια χημεία, ποια ώσμωση δημιουργούσαν ο καπνός, ο καφές και η συζήτηση ανάμεσα στους ποιητές της γενιάς του 1930 οι οποίοι σύχναζαν εδώ: στον Ελύτη και στον Γκάτσο κατά κύριο λόγο, όπως και στους ζωγράφους, στον Μόραλη και στον Τσαρούχη;

Εδώ αναπτύχθηκαν σχέσεις και μακροχρόνιες φιλίες, όπως αυτή του Μάνου Χατζιδάκι με τον Γκάτσο και τον Ελύτη - ιδίως με τον πρώτο. Από το πατάρι, αν και όχι τακτικά, περνούσε και ο Μίκης Θεοδωράκης. Οι σχέσεις στο διαπροσωπικό επίπεδο είχαν συνέπειες και στο καλλιτεχνικό. Και ίσως τις συνεργασίες ποιητών και ζωγράφων (του Μόραλη και του Τσαρούχη με τον Ελύτη), ποιητών και μουσικών (του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι με τον Γκάτσο, τον Κατσαρό, τον Ελύτη και άλλους ποιητές), αυτή την άτυπη αλλά ουσιαστική συνεργασία των τεχνών, εδώ θα πρέπει να την αναζητήσουμε.

Από το πατάρι πέρασαν σχεδόν οι πάντες. Ακόμη και ο Σεφέρης, ο οποίος έβρισκε απαίσιο ένα άλλο πασίγνωστο καφενείο της Αθήνας, του Ζόναρς. Πέρασε ο Εμπειρίκος, ο Σαχτούρης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Νικηφόρος Βρεττάκος - για να μείνω μόνον σε μερικούς από τους πιο γνωστούς που δεν βρίσκονται στη ζωή.

Η παρακμή της δεκαετίας του 1960

Τη δεκαετία του 1960 το πατάρι άρχισε να παρακμάζει. Οι περισσότεροι από τους παλαιούς επιφανείς θαμώνες του το είχαν εγκαταλείψει, κάποιοι από αυτούς ανεβαίνοντας ψηλότερα, σε ένα νέο στέκι, το Μπραζίλιαν κοντά στο Σύνταγμα. Τα ίχνη της εγκατάλειψης στο Καφέ Λουμίδη ήταν πλέον τόσο έντονα που σου προκαλούσαν αποκαρδίωση, όπως μαρτυρεί ο ποιητής Θωμάς Γκόρπας. Σχισμένα καθίσματα, βρώμικοι τοίχοι, καταθλιπτική ατμόσφαιρα. Ακόμη και το θρυλικό γκαρσόνι, ο Τάκης, όπως τον ήξεραν όλοι, δεν ήταν πια ο άνθρωπος που συμπεριφερόταν φιλικά και περιποιόταν τους πάντες, αλλά ψυχρός και βλοσυρός, έμοιαζε τώρα με φάντασμα της παλαιάς, καλής εποχής.

Ο γράφων έψαχνε εδώ και καιρό στοιχεία για το πατάρι του Λουμίδη και βρήκε ελάχιστα πράγματα. Υποθέτω ότι αν ήμασταν στη Γαλλία ίσως και να είχε θεσπιστεί λογοτεχνικό βραβείο Λουμίδη, όπως το βραβείο του café Les Deux Magots στο Παρίσι. Αλλά βέβαια όλα αυτά είναι όνειρα θερινής νυκτός.

Η ένσταση η οποία θα μπορούσε να προβληθεί ότι αρκετά ιστορικά καφενεία έχουν κλείσει και σε άλλες μητροπόλεις, όπως για παράδειγμα στην Κωνσταντινούπολη και στο Λονδίνο, δεν ευσταθεί. Στην Κωνσταντινούπολη και στο Λονδίνο ειδικά, η εξαφάνιση ή η μετάλλαξη των παλαιών καφενείων ήταν αναπόφευκτη συνέπεια του γεγονότος ότι η κουλτούρα του καφέ αντικαταστάθηκε από την κουλτούρα του τσαγιού. Και είναι βέβαια αστείο να συγκρίνουμε και πολύ περισσότερο να προβάλλουμε ως σοβαρό επιχείρημα ότι και στο Λονδίνο κάποια παλαιά καφενεία παρήκμασαν, όταν στη βρετανική πρωτεύουσα εξακολουθούν να ανθούν οι λέσχες και τα κλαμπ και τόσα σπίτια επιφανών συγγραφέων και διανοουμένων λειτουργούν ως μουσεία.

Στη χώρα μας τα πάντα, όταν τελειώνουν, τελειώνουν οριστικά. Το café Central της Βιέννης μπορεί να έκλεισε για πολλά χρόνια αλλά κάποια στιγμή αναστηλώθηκε και ξαναλειτούργησε στο ίδιο κτίριο - έστω και σε διαφορετική θέση. Το ίδιο περίπου συνέβη με το Closerie des Lilas στο Παρίσι και με άλλα διάσημα καφενεία της Ευρώπης. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θεωρούν αυτονόητο ότι δεν έχουν την πολυτέλεια να διαγράφουν ή να εγκαταλείπουν στη λήθη τμήματα της σχετικά πρόσφατης ιστορίας τους. Εμείς μόλις πρόσφατα αρχίσαμε να το συνειδητοποιούμε.

Τα καφενεία - κατ' εξοχήν τα λογοτεχνικά - έχουν σημειακό, όπως θα έλεγαν οι αρχιτέκτονες και οι πολεοδόμοι, χαρακτήρα, στη φυσιογνωμία και στην κοινωνική συμπεριφορά μέσα στο αστικό τοπίο, στη ζωή μιας πόλης και στη ζωή μέσα στην ίδια την πόλη. Είναι συστατικά γνωρίσματα της ευρωπαϊκής παράδοσης η οποία απέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τους κατοίκους των περισσοτέρων πόλεων της ηπείρου μας να τις μετατρέψουν σε μυρμηγκοφωλιές, όπως αντίθετα συμβαίνει στις αναδυόμενες βιομηχανικές κοινωνίες της Ασίας και σε πολλά μέρη του Τρίτου Κόσμου.

Κλειστόν λόγω κατεδαφίσεως

Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 υπήρξε η χαριστική βολή για το πατάρι του Λουμίδη, το οποίο εξακολουθούσε να υπάρχει - και να παρακμάζει - επί μικρόν ακόμη διάστημα. Κάποια μέρα, σαν παραμύθι που είχε κακό τέλος, το κατάστημα του Λουμίδη έκλεισε και το διπλανό βιβλιοπωλείο της Εστίας μετακόμισε στην οδό Σόλωνος, όπου βρίσκεται και σήμερα. Συνέβη αυτό το οποίο συνέβη σε τόσα και τόσα κτίρια της Αθήνας - και όχι μόνον: «Κλειστόν λόγω κατεδαφίσεως».

Η Αθήνα δυστυχώς δεν μπορεί να «ανακτήσει» σήμερα τα παλαιά της ιστορικά καφενεία. Το να δημιουργήσει νέα είναι μάλλον δύσκολο, αφού οι ανθρώπινες σχέσεις, οι επαφές και οι συζητήσεις ορίζονται πλέον σε άλλο πλαίσιο. Πέραν αυτού, οι παραδόσεις δεν δημιουργούνται εν κενώ. Η πόλη βελτιώθηκε αισθητά εξαιτίας των Ολυμπιακών Αγώνων, όμως απέχει ακόμη από το να τη χαρακτηρίσει κανείς πραγματικό «άστυ». Και να σκεφτεί κανείς ότι κάποτε απεκλήθη «κλεινόν» και «ιοστεφές» άστυ.

Οσο για το πατάρι, το πατάρι των αναμνήσεων, θα έπρεπε νομίζω κάποια στιγμή η εταιρεία που παράγει σήμερα τον καφέ Λουμίδη να εκδώσει ένα λεύκωμα για το ιστορικό αυτό καφενείο. Με κείμενα, φωτογραφίες, ντοκουμέντα ή όποιο υλικό έχει διασωθεί και βρίσκεται σκόρπιο εδώ κι εκεί με κίνδυνο να χαθεί για πάντα. Θα αποτελούσε τον ελάχιστο, έστω και μεταθανάτιο, φόρο τιμής για όλους όσοι πέρασαν από εκεί, για εκείνους που το γνώρισαν και βρίσκονται ανάμεσά μας και σε τελική ανάλυση για το ίδιο της το προϊόν, το οποίο κυκλοφορεί υπόγεια, κάτω από τα κείμενα των ένδοξων θαμώνων του πάλαι ποτέ παταριού της οδού Σταδίου 38.

Του Αναστάση Βιστωνίτη

Πηγή Το Βήμα

26.8.2007

Κυριακή 8 Ιουλίου 2007

Μια παράδοση αιώνων σβήνει....(Η κουρά των προβάτων)


Στο μαντρί του Δελακοβία η κουρά των προβάτων γίνεται μόνο για την υγιεινή των ζώων, καθώς το μαλλί δεν έχει πλέον ζήτηση.
Για τους βοσκούς και τους κτηνοτρόφους ο Ιούνιος ήταν και είναι ο μήνας του «κούρου», δηλαδή του κουρέματος των γιδοπροβάτων, εν όψει της ζέστης του καλοκαιριού. Οπως όλα τα παλιά έθιμα, περιβάλλεται από πολλές παραδόσεις, παραδόσεις που αν δεν έχουν χαθεί εντελώς, έχουν σίγουρα αλλοιωθεί σε σχέση με το παρελθόν. Και το κάποτε πολύτιμο γιδόμαλλο τώρα καταλήγει στα σκουπίδια, λόγω ανύπαρκτης ζήτησης των παραδοσιακών προϊόντων, όπως οι κουβέρτες και τα χαλιά.
«Κάθε χρόνο από 10-15 Ιουνίου, κάνουμε κούρο. Μαζευόμαστε 20-30 άτομα και κουρεύουμε τα γίδια. Το κάνουμε για τη ζέστη, αλλά και για την υγιεινή του ζώου» εξηγεί στην «Κ» ο Τάσος Δελακοβίας, ένας από τους λίγους εναπομείναντες κτηνοτρόφους στην περιοχή του Κάβου Μαλιά.
Στο μαντρί του Δελακοβία και του γιου του Δημήτρη, ο οποίος έχει πια αναλάβει την μονάδα, οι φίλοι μαζεύτηκαν από νωρίς το πρωί. Οι άντρες κατευθύνοναι στο μαντρί, όπου τους περιμένουν περίπου 650 γίδια (τα λίγα πρόβατα έχουν ήδη κουρευτεί από την προηγουμένη).
Κάποιοι κρατούν το κεφάλι του ζώου για να το ακινητοποιήσουν, ενώ οι πιο έμπειροι αρχίζουν τη δουλειά, κουρεύοντας τα ζώα με μεγάλα ψαλίδια. Ο Δημήτρης έχει δοκιμάσει το ηλεκτρικό κουρευτικό μηχάνημα που χρησιμοποιείται στα πρόβατα, αλλά το κρίνει ακατάλληλο για το μαλλί της γίδας.
Στό μεταξύ οι γυναίκες ετοιμάζουν το φαγητό. Η γυναίκα του Δημήτρη, Ματίνα, η οποία φτιάχνει κάθε μέρα την περιζήτητη φρέσκια μυζήθρα για την τοπική αγορά, στέκεται πάνω από ένα τεράστιο καζάνι όπου σιγομαγειρεύεται η «κοκκινιστή βετούλα» (η μικρή γιδούλα, το «χρονιάρικο»).
Οι υπόλοιπες βοηθούν πηγαίνοντας νερό και γλυκό στο μαντρί και στρώνουν τα τραπέζια στην αυλή, κάτω από τεράστιες μουριές μπροστά από το σπίτι. Λίγο πιο κάτω απλώνεται η θάλασσα, όπου στο βάθος διακρίνονται τα Κύθηρα και η Ελαφόνησος.
Πειράγματα και γέλια
Το μεσημέρι καταφθάνουν ιδρωμένοι και ταλαιπωρημένοι οι εργάτες, πολλοί από τους οποίους δεν είναι καν κτηνοτρόφοι, αλλά έμποροι, δάσκαλοι, κτίστες, ακόμα και ναυτικοί. Ολοι τους όμως έχουν μεγαλώσει στην περιοχή και ξέρουν κάτι από αυτή τη δουλειά. Τα πειράγματα δίνουν και παίρνουν, το γέλιο φουντώνει με το κρασί και το καλό φαγητό.
Ο πατέρας Δελακοβίας όμως θυμάται με νοσταλγία τη γιορτή που κάποτε γινόταν μετά από κάθε «κούρο»...
«Εκείνα τα χρόνια ήταν γλέντι!» λέει ο Δελακοβίας. «Μετά τον κούρο, τρωγοπίνανε, παίζανε τα βιολιά. Ητανε πολλοί τσοπάνηδες μαζεμένοι… αφού υπήρχαν 10.000 γιδοπρόβατα στο χωριό μας. Τώρα είναι με το ζόρι 2.000. Τι να κάνεις, ο κόσμος εξελίχθηκε. Βλέπεις κανένα νέο να γλεντάει; Ηταν άλλα τα ήθη και τα έθιμα, ήταν πιο ωραία» λέει, αναπολώντας. «Δεν είχαμε τραπέζια και πολυτέλειες. Ολοι καθόμασταν χάμω. Ολοι έπαιζαν όργανα, εγώ έπαιζα φλογέρα -και καλή φλογέρα- ο μπατζανάκης μου λύρα, άλλοι βιολί. Μερακλήδες άνθρωποι. Αμα σου λέω, λεβεντανθρώποι όλοι τους».
«Ο προπάππος μου είχε 1.800 γιδοπρόβατα. Αυτός πρωτοήρθε εδώ από το Τσιρίγο και έγινε ο μεγας τσέλιγκας του τότε. Στον Αγιο Γιώργη εκεί πάνω ήταν τα μαντριά», λέει, δείχνοντας προς το βουνό Βαβίλα, όπου στα απομεινάρια μιας βυζαντινής εκκλησίας, στο βάθος ενός φαραγγιού με πελώρια δέντρα, ήταν κάποτε τόπος συνάντησης για τους κτηνοτρόφους της περιοχής. «Εκεί με 60-100 ανθρώπους κάναμε κούρο. Λιγοστέψαμε τώρα, όπως και να το κάνεις… Ο τσοπάνης έβαζε 2-3 γίδες για να φάμε. Τη μια μέρα έκανε κούρο ό ένας, μιαν άλλη μέρα ο άλλος. Τότε ήμασταν 50 τσοπάνηδες στην περιοχή. Το γλεντούσαμε, υπήρχε νεολαία.
Εβλεπες κοπελούδες, παλικάρια, τσοπανόπουλα, είχε ζωή ο κόσμος. Τώρα ερημιά. Είναι σβησμένα τα πράγματα. Οταν περνάω από εκεί με πιάνει η ψυχή μου. Τι ήταν και τι είναι τώρα. Ακουγες τα κουδούνια και τα τραγιά, βούιζε ο τόπος. Και τώρα είναι μόνο δύο τσοπάνηδες με μικρά κοπάδια, εκεί που κάποτε ήταν χιλιάδες γίδια».
«Υπάρχουν περίπου 11,5 εκατομμύρια αιγοπρόβατα στην Ελλάδα. Το κάθε κατσίκι παράγει μέχρι 1-2 κιλά μαλλί, το πρόβατο 3-4 κιλά», μας πληροφορεί ο Γιώργος Ντάρμος, πρόεδρος του Συλλόγου Κτηνοτρόφων Λακωνίας. «Δυστυχώς το μαλλί αυτό πετιέται πια. Δεν υπάρχει ζήτηση».
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που οι γυναίκες της επαρχίας χρησιμοποιούσαν το μαλλί για να υφάνουν κουβέρτες και χαλιά για τα προικιά. Μέχρι πρόσφατα, πουλιόταν για την παραγωγή κάποιου είδους τσόχας για τα ελαιοτριβεία.
«Εδώ και περίπου 10 χρόνια δεν πουλιέται τίποτα, ούτε το πρόβειο, που ήταν πιο ακριβό, αφού πρώτα έπεσαν οι τιμές (500 - 1.000 δραχμές για το μαλλί από περίπου 400 γίδια), αλλά τουλάχιστον δεν πήγαινε χαμένο. Τώρα τελειώσανε αυτά. Δεν υπάρχει περίπτωση να έρθουν καλύτερες ημέρες», λέει ο Τάσος Δελακοβίας.
Παλιότερα το χρησιμοποιούσαν για να ενισχύσουν τους εξωτερικούς σοβάδες (όπως σήμερα χρησιμοποιούνται οι ίνες πολυπροπυλενίου), ειδικά στις κατασκευές από λάσπη και τις ωμές πλίνθους.
Ενώ υπάρχουν αναφορές για τη χρήση του γιδόμαλλου στην κατασκευή ως μονωτικού υλικού στο εξωτερικό, στην Ελλάδα αυτό φαίνεται άγνωστο. Στο εξωτερικό, η μόνωση από μαλλί, ιδιαίτερα πρόβειο, επανέρχεται τα τελευταία χρόνια ως ενα οικολογικό -φιλικό προς το περιβάλλον αλλά και την ανθρώπινη υγεία- υλικό. Στην Αγγλία, το Κέντρο Εναλλακτικής Τεχνολογίας (CAT) δίνει πληροφορίες για τη χρήση αυτού του υλικού.

Στην Tουρκία
Στην Τουρκία, ένα πρόγραμμα προώθησης πολιτιστικής κληρονομιάς έχει αναζωογονήσει τοπικές παραδοσιακές τέχνες, όπως την κατασκευή υφαντών από γιδόμαλλο με βελτιωμένες τεχνικές που κάνουν το μαλλί πιό μαλακό και λαμπερό. Περίπου 10.000 κομμάτια παράγονται κάθε χρόνο όπως χαλιά, κουβέρτες και άλλα είδη οικιακής χρήσης. Επίσης, σύμφωνα με μια έρευνα για τη βιωσιμότητα της κτηνοτροφίας στη βόρεια Ευρώπη που παρουσιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Ενωση Ζωικής Παραγωγής, παρουσιάζεται αυξημένο ενδιαφέρον για την παραγωγή της λεπτής τρίχας του κατσικιού για προϊόντα όπως κασμίρι, μοχέρ, ανκορά.
Ισως το μέλλον γι’ αυτό το προϊόν -αν υπάρχει- να βρίσκεται στην παραγωγή προϊόντων πολυτελείας, κάτι που βέβαια απαιτεί επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και υποδομές, όπως προηγμένες μεθόδους παραγωγής και διανομής.

Της Υβετ Βαρβαρεσσου

Πηγή Καθημερινή
8.7.07

Κυριακή 27 Μαΐου 2007

Φατίμα Γελόεβα: αφιερωμένη στην Ελλάδα (Τμήμα Νεοελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών της Αγ. Πετρούπολης)

Φατίμα Γελόεβα: αφιερωμένη στην Ελλάδα
Εμαθε τη γλώσσα μόνη της, παράνομα, για να γίνει επικεφαλής στο Τμήμα Νεοελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών της Αγ. Πετρούπολης

Του ανταποκριτή μας στη Μοσχα Αχιλλεα Πατσουκα

Λένινγκραντ 1986. Ενα πρωινό στα τέλη εκείνου του καλοκαιριού γεννήθηκε η ιδέα στον πρύτανη του πανεπιστημίου της πόλης, της ίδρυσης τμήματος Νεοελληνικών Σπουδών. Τα ηνία αυτού του παράτολμου για εκείνη την εποχή εγχειρήματος αποφάσισε να τα αναθέσει στην Φατίμα Γελόεβα, καθώς αν και μόλις 27 χρονών, η οσετικής καταγωγής Φατίμα μιλούσε ήδη έξι γλώσσες, διέθετε την υπομονή και το θάρρος, αλλά κυρίως είχε την γοητεία, που απαιτείτο προκειμένου να μεταφέρει σε νέους ηλικίας 18 χρονών την κουλτούρα ενός άλλου λαού. Τι δεν ήξερε; Ελληνικά, γεγονός που δεν την πτόησε, καθώς με παράτολμες ενέργειες όπως πιάνοντας από τρανζίστορ κρυφά ελληνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, είτε «τρυπώνοντας» στο ξενοδοχείο «Εβρόπα» παριστάνοντας την Αμερικανίδα προκειμένου να βρει κάποια ελληνική εφημερίδα, κατάφερε τα πρώτα πέντε χρόνια να κρατήσει κυριολεκτικά μόνη της το τμήμα υπό τις απειλές του καθεστώτος, το οποίο της είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν θα πήγαινε ποτέ στην Ελλάδα. Τα δύσκολα χρόνια πέρασαν και η Φατίμα κατάφερε το 1990 να πατήσει ελληνικό έδαφος. Από τότε, κάθε Σεπτέμβρη μαζί με τους υπόλοιπους εξαιρετικούς καθηγητές του «Τμήματος Νεοελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών» εξακολουθεί να υποδέχεται τους περίπου δέκα φοιτητές που έρχονται στο πανεπιστήμιο, με σκοπό να γνωρίσουν τα πάντα για τη χώρα μας. Τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο της, έχει επιλέξει να τον αφιερώνει και πάλι στη διδασκαλία καθώς, για το μεράκι της και μόνο, διδάσκει αρχαία Ελληνικά στο Κλασικό Γυμνάσιο της πόλης, το οποίο θεωρείται ως αυτό που φοιτούν τα πιο χαρισματικά παιδιά όλης της Ευρώπης. Σήμερα, μέσα από το σπίτι της που αν και αποτελεί αξιοθέατο, δυστυχώς δεν θα το βρείτε σε κανένα οδηγό της Αγίας Πετρούπολης, εξηγεί στην «Κ», τους λόγους για τους οποίους τα Ρωσόπουλα επιλέγουν το τμήμα της και όχι κάποιο άλλο, ερμηνεύει το φαινόμενο του φασισμού που αναβιώνει στην πόλη της, μιλάει για την αρχαία Ελλάδα, τον Καβάφη, τον Τσιτσάνη και μας εκμυστηρεύτεται τις αγαπημένες της συνήθειες στην Αθήνα.

Με μάγευε πάντα το λεγόμενο «ελληνικό θαύμα»

— Πριν από την ίδρυση του τμήματος ποια ήταν η σχέση σας με την Ελλάδα;

— Στη Ρωσία το πρώτο «παραμύθι» που διαβάζουμε είναι η Ελληνική Μυθολογία. Πριν αρχίσω να ασχολούμαι με τη σύγχρονη Ελλάδα, ο κόσμος της αρχαίας υπήρχε μέσα μου πολύ ζωντανός. Το γεγονός που με μάγευε ήταν αυτό που ονομάζεται «ελληνικό θαύμα». Τον 5ο αιώνα π.Χ. οι Ελληνες κατάφεραν να δημιουργήσουν όλες τις δομές που σήμερα αποτελούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό - τη δημοκρατία, το θέατρο, την επιστήμη. Ετσι, γνωρίζοντας από κοντά τη σύγχρονη Ελλάδα σκόπευα να αποκωδικοποιήσω τον δικό μου πολιτισμό, μέσα από ένα ταξίδι με την καβαφική έννοια.

— Στα 20 χρόνια που είστε επικεφαλής έχετε κάνει μια άτυπη στατιστική για ποιο λόγο παιδιά ηλικίας 18 ετών επιλέγουν το τμήμα των Νέων Ελληνικών και όχι κάποια από τις εκατοντάδες επιλογές που προσφέρει το πανεπιστήμιο;

— Το τμήμα είναι πολύ δημοφιλές και μάλιστα για την είσοδο σε αυτό υπάρχει σκληρός συναγωνισμός καθώς για κάθε μια θέση διαγωνίζονται δέκα φοιτητές. Οι λόγοι διαφέρουν. Ορισμένα παιδιά από το σχολείο ενδιαφέρονται για τη σύγχρονη Ελλάδα, με την έννοια ότι επιθυμούν να μάθουν αν η χώρα σας συνεχίζει τη παράδοση της αρχαίας. Από την άλλη, αναμφισβήτητα η Ελλάδα είναι μια γοητευτική χώρα. Τέλος, υπάρχει μια κατηγορία φοιτητών που επισκέφτηκαν τη χώρα σας και επέστρεψαν γοητευμένοι.

Ενθουσιασμένα τα παιδιά

— Μιλήσατε προηγουμένως για αυτά που προσέφερε η αρχαία Ελλάδα. Στα ταξίδια που κάνετε στη χώρα μας, εσείς και οι μαθητές σας, υπήρξε ποτέ απογοήτευση για την εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας;

— Οχι, ποτέ. Αυτή μάλιστα είναι μια ερώτηση που μου κάνουν συχνά Ελληνες όταν επισκέπτονται το πανεπιστήμιο και βλέπουν ότι επιλέγω να διδάσκω τη γλώσσα αποκλειστικά μέσω λογοτεχνικών κειμένων. Μπορεί να είναι ο πεζός λόγος του Ελύτη –το εξαιρετικό κείμενο που έχει γράψει για τον Θεόφιλο– ή μπορεί να είναι ο πεζός λόγος του Καζαντζάκη ή η κομψή καθαρεύουσα του Ροΐδη ή τα ποιήματα του Καβάφη. Για τους λόγους αυτούς με «κατηγορούν» καμιά φορά ότι δημιουργώ μια ιδανική εικόνα της Ελλάδας. Εγώ απαντάω πως το κάνω επίτηδες, με απόλυτη συνείδηση, παραπέμποντάς τους σε έναν ζεν - βουδιστικό μύθο, σύμφωνα με τον οποίον ένας σοφός προκειμένου να περιγράψει ένα ωραίο μαύρο άλογο έλεγε πως είναι άσπρη φοράδα. Για να ανακαλύψεις την αλήθεια πρέπει να χρησιμοποιήσεις μια μεταφορά, κάτι που σε έναν βαθμό το πράττω για να τους δείξω την πραγματική Ελλάδα. Είναι σαν να διαβάζεις τον Καβάφη, που σου δίνει πάντα αυτό που μπορείς να πάρεις. Οσο περισσότερα ξέρεις, όσο περισσότερο μορφωμένος είσαι, όσο περισσότερο έχεις καλλιεργήσει το αισθητήριό σου, τόσο περισσότερα θα κατανοήσεις από ένα λογοτεχνικό κείμενο. Το ίδιο ισχύει και με την Ελλάδα. Αν ξέρεις τι είναι το ρεμπέτικο, γνωρίζεις τη σιγανή φωνή του Καβάφη, την υπέροχη μουσικότητα του Σολωμού, ξέρεις ποια είναι η γλώσσα της πιάτσας, ποιος είναι ο ανεπανάληπτος επιτονισμός του Βασίλη Τσιτσάνη, όλα αυτά σε βάζουν στην ατμόσφαιρά της. Ωστόσο, κανένα από τα παιδιά που επιστρέφουν από το πρώτο τους ταξίδι στην Ελλάδα δεν εκφράζει παράπονο.

— Δηλαδή θεωρείτε γκρινιάρηδες όσους Ελληνες διαμαρτύρονται για την σημερινή εικόνα της χώρας;

— Σε κάθε εποχή υπήρχαν γκρίνιες. Οι άνθρωποι πάντα «μουρμουρίζουν» κάνοντας λόγο για ξεπεσμό ηθικής, για έλλειψη πραγματικής μόρφωσης και ότι οι νέοι δεν ξέρουν τίποτα για τη ζωή. Σημειωτέον, πως τις πρώτες παρόμοιες «γκρίνιες» τις συναντάμε στα πρώτα γραπτά μνημεία που βρέθηκαν, στις σουμερικές πινακίδες, της τρίτης χιλιετίας προ Χριστού. Αυτό που θεωρώ ότι δεν έπρεπε να αλλάξει είναι ότι με την έλευση της δημοτικής καταργήθηκαν τα Αρχαία Ελληνικά. Νομίζω πως αυτό ήταν ένα τραγικό σφάλμα, επειδή δεν περιορίζει μόνο τις δυνατότητες έκφρασης, αλλά και τη σχέση των ανθρώπων με τη δική τους κουλτούρα και το παρελθόν τους. Είναι προφανές πως οι άνθρωποι που σε κάποια φάση πήγαιναν στο γυμνάσιο και μάθαιναν αρχαία είχαν δυνατότητα να διαβάζουν τον Πλάτωνα και τους αρχαίους. Από την άλλη, αποτελεί θέατρο του παραλόγου το γεγονός πως οι νέοι δεν μπορούν να διαβάσουν Παπαδιαμάντη, Ροΐδη ή Βιζυηνό — τα κείμενα που παραμένουν αριστουργήματα του ελληνικού πεζού λόγου. Είμαι σίγουρη ότι οι δυσκολίες αυτές έχουν σχέση με ψυχολογικά εμπόδια, γιατί στην πραγματικότητα ένας Ελληνας μπορεί να κατανοήσει τον Παπαδιαμάντη. Οι δικοί μου μαθητές, έπειτα από έναν χρόνο εκμάθησης της Αρχαίας Ελληνικής, σε τρεις εβδομάδες αρχίζουν να μιλάνε τα νέα ελληνικά και από το δεύτερο έτος με άνεση να διαβάζουν τον Παπαδιαμάντη.

— Εχουν κοινά στοιχεία οι Ελληνες με τους Ρώσους;

— Αν μιλάμε για το επίπεδο πνευματικότητας και συναισθηματικότητας, νομίζω πως μοιάζουν οι πολιτισμοί μας. Δεν είναι σύμπτωση πως ο θρύλος λέει ότι ο Βλαντίμιρ διάλεξε τον χριστιανισμό επειδή ήταν μαγεμένος με την ομορφιά της λειτουργίας. Η ιδέα της ομορφιάς που ενθουσιάζει τον κόσμο είναι μια προχριστιανική ιδέα, αλλά για εμένα δεν είναι καθόλου σύμπτωση ότι οι Ρώσοι ειδωλολάτρες επέλεξαν την ορθοδοξία ως θρησκεία. Υπάρχει όμως μία διαφορά. Αναφερόμενοι στον ελληνικό χαρακτήρα λέμε πως είστε ανεξάρτητοι και φιλελεύθεροι, αναφερόμενοι στους Ρώσους λέμε ότι τους χαρακτηρίζει η υπομονή.

Θυσίες για την επανάσταση

— Είναι δυνατόν να υπάρξει επανάσταση χωρίς αίμα;

— Σίγουρα όχι. Η ιδέα της θυσίας, είναι μια εναρκτήρια ιδέα της ανθρώπινης μυθολογίας. Ολοι οι θρύλοι, όπως αυτή του γεφυριού της Αρτας, ή η ελληνική μυθολογία αναπτύχθηκαν βάσει της θεωρίας ότι οι θεοί ζητούν θυσίες. Πάντα όμως υπάρχουν άνθρωποι που δεν το δέχονται, ανάμεσά τους και εγώ. Παρόλο που η λογική της ανάπτυξης του κόσμου είναι διαφορετική.

— Υφίσταται σήμερα πραγματική Δημοκρατία;

— Νομίζω πως οποιαδήποτε ιδέα δεν εφαρμόζεται ιδανικά και στην πράξη. Η ιδέα υπάρχει αλλά ο τρόπος ανάπτυξής της είναι σχετικός. Το ίδιο και η Δημοκρατία. Κάνοντας ανάλυση της ζωής του Περικλή ξέρουμε το τραγικό αποτέλεσμα που είχε. Η πιο λαμπρή περίοδος της Ελλάδος και της ελληνικής δημοκρατίας τελείωσε τραγικά. Πάντως είναι πολύτιμο το γεγονός πως αυτή η ιδέα διατυπώθηκε, ζει ως εμπειρία και ότι διαπιστώσαμε πως το ανθρώπινο πνεύμα μπορεί να έχει αυτή την ελευθερία. Αυτό από μόνο του είναι πολύ σημαντικό.

«Ταξιδεύω με τη λογοτεχνία»

— Ποιους Ελληνες συγγραφείς εν ζωή αγαπάς;

— Οταν σκέφτομαι την Ελλάδα, πρώτα έρχονται στο μυαλό μου οι συγγραφείς της. Η Ζυράνα Ζατέλη κατάφερε να αναβιώσει τον υπέροχο κόσμο της βόρειας Ελλάδος, τα χιονισμένα βουνά, μια μαγική και λίγο τρελή οικογένεια, η Ρέα Γαλανάκη μας φέρνει στον κόσμο της Κρήτης, το εγκόσμιο γαλάζιο της θάλασσας, μια ιεροποιημένη γεωγραφία του εθνικού χώρου στο αγαπημένο μου μυθιστόρημα «Η ζωή του Ισμαήλ Φερίκ Πασά». Ο Μάνος Ελευθερίου, το έργο του οποίου θαυμάζω, μου ανακαλύπτει την μελωδία της Σύρου… Από τα διηγήματα της Βάσιας Ξανθάκη μαθαίνω για τα αρχοντικά των Αμπελακίων. Θα μπορούσα να συνεχίζω αυτή τη λίστα - δεν θα ήθελα να σταματήσω… Είναι ένα ταξίδι στην Ελλάδα που δεν διακόπτω σχεδόν ποτέ. Αλλο κλειδί για την Ελλάδα είναι η μελοποιημένη ποίηση. Ξέρουμε ότι η αρχαία ποίηση είχε μια μελωδία, τραγουδιόταν. Ολοι μας ξέρουμε ότι η «ποίηση είναι ξόρκια» –έτσι λειτουργεί και έτσι άρχισε– και τα ξόρκια τραγουδιώνται και έχουν ρυθμό. Σ’ αυτό το σημείο, η Ελλάδα παρουσιάζει μια αδιάσπαστη σχέση με την αρχαία παράδοση. Οταν ο Θεοδωράκης γράφει μουσική στο Αξιον Εστί και όλη η Ελλάδα, τραγουδάει «Ενα το χελιδόνι», αυτό είναι μεγαλειώδες, καθότι πρόκειται για δύσκολη ποίηση. Είμαι απολύτως σίγουρη πως ακόμα και ένας βοσκός που τραγουδάει στην Αρκαδία «Ενα το χελιδόνι» καταλαβαίνει τι ακριβώς λέει αυτή η ποίηση και εδώ πάλι μιλάμε για την πνευματικότητα του ελληνικού λαού. Και πώς να ξεχωρίσουμε την ποίηση του Νίκου Γκάτσου από τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Σήμερα αυτή την παράδοση συνεχίζει ο Μιχάλης Γκανάς.

Ξενάγηση σε μιαν άλλη Αθήνα

— Οταν έρχεσαι στην Αθήνα, ποιες είναι οι αγαπημένες σου συνήθειες;

— Το ωραιότερο συναίσθημα που ζω κάθε φορά που φθάνω στη χώρα σας είναι ο ζεστός αέρας που με χτυπάει μόλις βγαίνω από το αεροπλάνο. Μου αρέσουν ακόμα τα καφενεία όπου ακόμα βρίσκεις τα χοντρά φλιτζάνια του καφέ, το «Δίπορτο» στην Αθηνάς που μας θυμίζει την ατμόσφαιρα των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, ενώ νοσταλγώ του Ζόναρ’ς. Βέβαια αγαπημένα μου μέρη είναι αυτά που εσείς ονομάζετε «άσχημη Αθήνα». Για παράδειγμα το καλύτερό μου είναι να βρίσκομαι στην συμβολή της Πανεπιστημίου με την Ιπποκράτους. Νομίζω πως αυτός ο αέρας θα με απογειώσει. Το πρώτο που κάνω συνήθως στην Αθήνα είναι να πηγαίνω στην οδό Μουρούζη και να χαιρετάω το σπίτι του Γιώργου Σαββίδη. Εκεί μπαίνεις σε μια τρύπα μεταξύ δυο σπιτιών και ξαφνικά σου αποκαλύπτεται ένα νεοκλασικό σπίτι όπως ο μαγικός κήπος στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Ετσι μου χαμογελάει η Αθήνα.

Ο φασισμός αναβιώνει λόγω της αδιαφορίας μας

— Η πανέμορφη πόλη στην οποία ζείτε εκπέμπει μια μυστήρια ενέργεια.

— Αυτή η πόλη πράγματι είναι ιδιόρρυθμη. Οταν δεν υπήρχε η δυνατότητα να ταξιδεύουμε στην ΕΣΣΔ, πάντα έλεγα πως μάλλον είναι αυταπάτη μας, επειδή δεν είδαμε άλλες πόλεις, «λιμένες πρωτοειδωμένους», και είχαμε έλλειψη εμπειριών. Τώρα ξέρω πως η πόλη αυτή είναι απίστευτα όμορφη. Από μικρή πάντα σκεφτόμουν την ομορφιά της πόλης, κάτι που ορισμένες φορές είναι κουραστικό, καθώς μέχρι σήμερα που πηγαίνω πεζή στο πανεπιστήμιο συνεχίζω να την εξετάζω. Αποτέλεσμα να μην μπορώ να ξεκουραστώ, καθώς δεν σκέφτομαι κάτι δικό μου αλλά την πόλη. Είναι τόσο ωραία και έντονη που μου τραβάει την προσοχή. Ο άνθρωπος είναι ένα ον πλασμένο για να πολεμάει την άγρια φύση του και αυτή η πόλη είναι 100% αφύσικη. Ο Ντοστογιέφσκι χρησιμοποίησε τη φράση πως «η πόλη αυτή είναι πλασμένη με μια σκέψη», καθώς είναι μοναδική περίπτωση στην ευρωπαϊκή ιστορία που μια πόλη χτίστηκε με τέτοιο τρόπο. Ο Μέγας Πέτρος ήταν ιδιοφυΐα και βάρβαρος. Εντυπωσιασμένος από τη δυτική Ευρώπη, που ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από την Ρωσία, του δημιουργήθηκε το όνειρο αυτής της πόλης. Η ιδέα ενός ταλαντούχου βαρβάρου για τη Δυτική Ευρώπη, για τη Βενετία και το Αμστερνταμ πραγματοποιήθηκε με αυτόν τον παράξενο τρόπο και για αυτό μιλάμε για ενέργεια. Ηταν απίστευτος ο σύντομος χρόνος που χτίστηκε η μοντέρνα για την εποχή πόλη. Κατασκευάστηκε σαν σκηνικό — της λείπει σάρκα αυτής της πόλης. Οταν περπατάς στους δρόμους της Ρώμης και του Παρισιού αισθάνεσαι στρώματα ενέργειας, αισθάνεσαι τις ανθρώπινες γενιές και αντιλαμβάνεσαι πως αυτές οι πόλεις μοιάζουν με ζωντανά πλάσματα. Στην Αγία Πετρούπολη αυτό δεν υπάρχει γιατί χτίστηκε αμέσως και με αρκετά φθηνά υλικά. Χτίστηκε στην κυριολεξία πάνω στις βάρκες και στα κόκαλα των σκλάβων που πέθαναν. Ολα αυτά δημιουργούν μια δραματική αλλά παράλληλα έντονα ποιητική ατμόσφαιρα που έχει ως αποτέλεσμα την λογοτεχνία της Αγ. Πετρούπολης. Δεν είναι σύμπτωση ότι είναι πόλη του Πούσκιν, του Μπρότσκι, οι οποίοι άντλησαν ενέργεια από αυτή την πόλη. Εμείς περπατάμε σε ένα στενάκι και ξέρουμε ότι εδώ έμενε η Σόνιουτσκα Μαρμελάντοβα, η ηρωίδα του Ντοστογιέφσκι. Μια στενή μου φίλη έμεινε για χρόνια στο δωμάτιο όπου ο Ρασκόλνικοφ εξομολογήθηκε στη Σόνια για το κρίμα του.

Ο δυστυχισμένος αγριεύει

— Πώς εξηγείτε ότι σε αυτή την πόλη που ένιωσε περισσότερο από κάθε άλλη τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σήμερα αναβιώνει ξανά ο φασισμός;

— Αυτό αναρωτιέμαι και εγώ. Η πόλη αυτή ήταν πάντα κοσμοπολίτικη, χτίστηκε από ξένα χέρια, με συνείδηση ωστόσο ρωσική. Οταν λέμε ρωσική κουλτούρα πρέπει να καταλάβουμε πως υπάρχουν δύο φαινόμενα. Κατ’ αρχήν υπάρχει η λαϊκή κουλτούρα που είναι γοητευτική και πολύ ενδιαφέρουσα. Αλλά με τον Μεγάλο Πέτρο αρχίζει μια νέα εποχή για την Ρωσία. Εδώ μιλάμε για την αστική κουλτούρα και ένα φαινόμενο ανοικτό προς τον κόσμο, που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα πράξεων διαφορετικών λαών -αλλά με ρωσική συνείδηση. Υπάρχει η γερμανική παράδοση, η πολωνική, η γαλλική. Τους ένωνε όλους το ρωσικό πνεύμα, η ρωσική συνείδηση. Αυτό που εικάζω είναι πως αυτό που έγινε πριν από πολλά χρόνια είχε αντίθετο αποτέλεσμα. Εγώ προσδιορίζω την αρχή αυτού του φαινομένου στους διωγμούς του Στάλιν. Τότε, εκτοπίστηκαν κατά κύματα όσοι είχαν ξένη καταγωγή, όσοι υπηρετούσαν στα σπίτια των αρχόντων.

Φασισμός τι είναι; Φασισμός είναι κάτι σκοτεινό και άγριο που κατοικεί μέσα μας, στο υποσυνείδητό μας. Τα στοιχεία του φασισμού σε οποιαδήποτε ανάλυση της Ιστορίας και αν τα εξετάσουμε τα συναντάμε στην ιδεολογία αρκετών κοινωνιών. Τα βασικότερα από αυτά είναι η λατρεία της δύναμης, η ιδέα του ολοκληρωτισμού, της απόλυτης εξουσίας, της πειθαρχίας, η αγάπη προς τον αθλητισμό και τη φυσική δύναμη, η ιδέα ότι ο μέτριος άνθρωπος είναι και ο υποδειγματικός και πως όλοι πρέπει να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Ιδέες που αρχικώς ηχούν ως γοητευτικές. Πέραν των στοιχείων ο φασισμός έχει και κριτήρια, όπως είναι η καταγωγή και η κοινωνική θέση. Ο φασισμός αποκτάει γοητεία και δύναμη όταν οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι. και χάνουν τον προσανατολισμό.

Ο μεγάλος μας συγγραφέας Σαλάμοφ, περιγράφοντας από μέσα το στρατόπεδο συγκέντρωσης, διατύπωσε μια απαισιόδοξη και ταυτόχρονα σπουδαία ιδέα. Ο άνθρωπος, αντίθετα από αυτό που μας λέει η αρχαία ελληνική τραγωδία, όταν είναι απολύτως δυστυχισμένος, απελπισμένος και ζει σε απάνθρωπες συνθήκες γίνεται χειρότερος, επειδή ένα ανθρώπινο πλάσμα δεν προορίζεται για κάτι τέτοιο. Για ποιο λόγο αυτή την περίοδο που θεωρείται ότι η Ρωσία, οικονομικώς πηγαίνει καλύτερα, ο φασισμός ακμάζει; Αυτό σημαίνει ότι σ’ αυτήν την χώρα αρκετοί άνθρωποι δεν έχουν στήριγμα. Νομίζω πως φταίμε και εμείς οι ίδιοι.

Προ καιρού μια οκτάχρονη από το Τατζικιστάν που είχε βγει βόλτα με τον πατέρα της, δολοφονήθηκε από νεαρούς που φώναζαν «η Ρωσία στους Ρώσους». Ηταν η πρώτη δολοφονία που έγινε στην Αγία Πετρούπολη και θεωρώ απαράδεκτο πως το επόμενο λεπτό δεν βγήκε όλη η πόλη στους δρόμους. Το γεγονός ότι και εγώ δεν βγήκα παραμένει μια πληγή στην καρδιά μου. Αν συμπεριφερόμαστε με αδιαφορία, δεν πρέπει να παραξενευόμαστε από αυτά τα κρούσματα.

Πηγή Καθημερινή

27.5.07

ShareThis