Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Μια σκεπτόμενη κυρία 83 Μαϊων

Murillo - Old Woman Spining - Prado,Madrid
Καθυστερημένη δημοσίευση

Μια τακτική αναγνώστρια της «Κ» μού έκανε την τιμή να μοιραστεί μαζί μου κάποιες σκέψεις και παρατηρήσεις της. Ας μου επιτραπεί να μοιραστώ μαζί σας μερικά αποσπάσματα της επιστολής της.
«Είμαι 83 ετών, υγιής γενικά, αλλά περιορισμένη όπως καταλαβαίνετε κυρίως στο σπίτι και χωρίς υποχρεώσεις που να με απασχολούν: διάβασμα, πλέξιμο, λίγο μαγείρεμα και συγύρισμα, όχι επισκέψεις, γιατί οι “δικοί” μου άνθρωποι και φίλοι φεύγουν ένας ένας ή έφυγαν ήδη, τα λουλούδια μου, τον σκύλο μου, τον γιο μου που με προβληματίζει η υπερπροστατευτικότητά του, γιατί μου φανερώνει διαρκώς το πόσο άχρηστη και ευάλωτη έχω καταντήσει…». Μοναδική χαρά της είναι το αγνάντεμα της θάλασσας («που το επιδιώκω παίρνοντας το λεωφορείο προς Βούλα ή Βουλιαγμένη») και «φυσικά η τηλεόραση».

Η πρώτη παρατήρησή της αφορά τις εκπομπές έρευνας που προβάλλονται τα μεσάνυχτα, «την ώρα δηλαδή που οι προβληματισμένοι πολίτες πρέπει να κοιμηθούν, γιατί αύριο έχουν δουλειά ή είναι μεγάλης ηλικίας». Αναρωτιέται επίσης γιατί οι εκπομπές αυτές δεν προβάλλονται σε επανάληψη κάποια προσιτή ώρα, π.χ. 6-7 το απόγευμα ή 1-2 το μεσημέρι.

Πράγματι, λίγες είναι οι αξιόλογες εκπομπές που επαναπροβάλλονται (συνήθως το Σαββατοκύριακο) προτού μπαγιατέψουν, όπως το «Κουτί της Πανδώρας», η «Μηχανή του χρόνου», οι «Ανταποκριτές» (και οι τρεις στη ΝΕΤ), το «Αξιον εστί» (ΕΤ3), το «1821» και οι «Νέοι Φάκελοι» (και οι δύο στον ΣΚΑΪ). Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες μεταμεσονύχτιες εκπομπές σε άλλα κανάλια, που πολλοί θα τις παρακολουθούσαν αν επαναπροβάλλονταν, π.χ. η «Εμπόλεμη ζώνη» ή η «Ερευνα» του Mega.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις καλές ταινίες που προβάλλονται μετά τα μεσάνυχτα και «λυπάσαι γιατί τις χάνεις». Δυστυχώς, το βράδυ, από τις οχτώ ώς τις δώδεκα, κυριαρχούν εκπομπές «ηλίθιες και ανούσιες», που «όχι μόνο σε αποβλακώνουν, αλλά σου το φωνάζουν πως σε θεωρούν εύπιστο και βλάκα». Ομως, «μεταξύ των ανούσιων εκπομπών προτιμάς την πιο ανεκτή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σ’ αρέσει. Απλώς, γιατί πλήττεις».

Οσο για τους τηλεστάρ των δελτίων, «αντί να το παίζουν παρουσιαστές προσωπικοτήτων, να γίνουν παρουσιαστές γεγονότων και να αφήνουν το κοινό τους να κρίνει και να βγάλει συμπεράσματα». Αν και δεν υποτιμά την πολιτική και τους πολιτικούς, δηλώνει ότι εδώ και χρόνια έχει πάψει να είναι οπαδός κάποιου κόμματος – και οι τελευταίες εκλογές έδειξαν ότι το ίδιο ισχύει για εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες. Πράγματι, πώς γίνεται ως ψηφοφόροι να έχουμε κουραστεί από τους πολιτικούς, να μην τους εμπιστευόμαστε, αλλά να τους λουζόμαστε κάθε βράδυ στα δελτία;

Η επιστολογράφος παραδέχεται ότι σκέπτεται συχνά το τέλος, όμως δεν θέλει να φύγει προτού δει τι θα απογίνει ο τόπος μας και ομολογεί πως είναι αισιόδοξη ότι θα ξεπεράσουμε τα δύσκολα: 

«Τι στο καλό μάς έκαναν ο ήλιος μας, η θάλασσά μας και το ανοιχτό μυαλό μας;».

Της Μαριάννας Τζιαντζή
10.2.2011

Ευρύτερη πολιτισμική η κρίση της Ελλάδας

Καθυστερημένη δημοσίευση...

Ενας Σκωτσέζος που αγάπησε την Ελλάδα, τη λογοτεχνία της και τη μουσική της. Ο Ρόντερικ Μπίτον, κάτοχος της Εδρας Κοραή στο King’s College του Λονδίνου, ενός εκ των σημαντικότερων κέντρων νεοελληνικών σπουδών, ήρθε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1965, την ερωτεύθηκε και όπως μας είπε στο «Ιντεάλ», όπου και συμφάγαμε, «από τότε, δεν έστρεψα ποτέ το βλέμμα μου μακριά από την Ελλάδα».
Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, ο Μπίτον βρέθηκε στη χώρα μας ως τουρίστας στα μέσα της δεκαετίας του ’60. «Είχαμε έρθει οικογενειακώς για καλοκαιρινές διακοπές. Μείναμε δύο εβδομάδες στην Ελλάδα και ήταν μια αποκάλυψη». Το σύντομο ελληνικό καλοκαίρι άφησε στον έφηβο Σκωτσέζο ένα βαθύ αποτύπωμα. «Συμπτωματικά, τη χρονιά εκείνη στο γυμνάσιο, στη Σκωτία, ξεκινήσαμε λατινικά και αρχαία ελληνικά (ήταν υποχρεωτικά τότε). Τα λατινικά δεν με ενδιέφεραν, τα αρχαία όμως πολύ. Πιο πολύ όμως με απασχολούσε η άμεση εμπειρία της σύγχρονης Ελλάδας, η υπαρκτή Ελλάδα, οι άνθρωποι, τα τοπία, η μουσική. Θυμάμαι στα τζουκ μποξ των ελληνικών καφενείων άκουσα για πρώτη φορά Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Ερχόμασταν από την Αγγλία, όπου είχαμε τους Beatles αλλά η ελληνική μουσική ήταν για μένα κάτι το πρωτοφανές. Αρχισα να μαζεύω δίσκους ελληνικής μουσικής και το 1967 διάβασα για πρώτη φορά Σεφέρη, σε μια δίγλωσση έκδοση που κυκλοφόρησε τότε».
Αυτό ήταν. Ο Μπίτον πήγε για σπουδές αγγλικής φιλολογίας στο Κέιμπριτζ, πήρε το πτυχίο αλλά στράφηκε γρήγορα στα νέα ελληνικά. «Παράλληλα με την αγγλική φιλολογία, στο Κέιμπριτζ παρακολούθησα κι ένα μάθημα νεοελληνικής γλώσσας, εκτός πτυχίου. Κάποια στιγμή, πλησίασα τον καθηγητή των νεοελληνικών και του ζήτησα να με δεχθεί για διδακτορικό. Ηταν ένας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος, ο αείμνηστος Σταύρος Παπασταύρου. Το μόνο που θέλω, του είπα, είναι να ζήσω στην Ελλάδα, να τελειοποιήσω τη γλώσσα, δεν θα σας απασχολήσω πολύ. Το τελευταίο πολύ τον χαροποίησε και τότε μόνο με δέχθηκε, διότι στην αρχή με κοίταζε μάλλον φοβισμένα».
Ετσι, ο νεαρός Ρόντερικ Μπίτον κατέφτασε σε μια Ελλάδα στρατοκρατούμενη. «Ηρθα το 1973, λίγο πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Εμεινα όλη εκείνη την περίοδο, έζησα και την εισβολή στην Κύπρο, έζησα όλα εκείνα τα γεγονότα από κοντά, όσο μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο ένας ξένος, ο οποίος όμως είχε και τα προνόμια ενός ξένου φοιτητή που ζει σε μια χώρα με δικτατορικό καθεστώς».
Πλούσια μουσική παράδοση
Η διατριβή του αφορούσε μεν τη στιχουργική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, ωστόσο, αυτό που μάγεψε τον Σκωτσέζο φοιτητή ήταν η ίδια η μουσική. «Ηξερα κλασικό βιολί από μικρός, στην Ελλάδα όμως προσαρμόστηκα στην πολύ διαφορετική πραγματικότητα του λαϊκού βιολιού κι έπαιξα και λίγη κρητική λύρα. Μαζί με Αγγλους φοιτητές, ερασιτέχνες μουσικοί όλοι, αρχίσαμε να παίζουμε ελληνική μουσική σε ταβέρνες και να μαζεύουμε λίγα χρήματα. Αγοράζαμε δίσκους ελληνικής παραδοσιακής μουσικής και μαθαίναμε από εκεί, όμως φτάσαμε μέχρι και την Ηπειρο, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Είχαμε μαζί μας μαγνητόφωνο και ηχογραφούσαμε τους ντόπιους μουσικούς για να μαθαίνουμε. Είχα γνωρίσει και κάποιους εξαιρετικούς Ελληνες μουσικούς, πρόσφυγες από τη Σμύρνη, έμαθα κι απ’ αυτούς.
»Στην Ελλάδα, κάθε χωριό, κάθε νησί, κάθε βουνό έχει τη δική του μουσική. Μοναδική ποικιλία. Προσωπικά, ξεχώρισα τη μουσική της Κρήτης, τα Ριζίτικα και τις μαντινάδες, αλλά και τη μουσική της Ηπείρου – δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Στην Ηπειρο, έχουν μια παράξενη πολυφωνία, άνισους ρυθμούς που δεν έχουν καμία σχέση με τη δυτική μουσική».
Ο Ρόντερικ Μπίτον μιλάει για την ελληνική παραδοσιακή μουσική με μεγάλο ενθουσιασμό. Κάποια στιγμή, κάνει μια παύση (η επιλογή του ήταν μπιφτέκι αϊβαλιώτικο, ίσως όχι τυχαία) και σχολιάζει: «Στην Ηπειρο, οι άνθρωποι έχουν κάτι αυστηρό, είναι κάπως μελαγχολικοί και ο ουρανός είναι κι αυτός βαρύς – μοιάζει πολύ με την πατρίδα μου, τη Σκωτία. Η Σκωτία είναι και τόπος φαντασμάτων, έτσι όπως δεν είναι η Ελλάδα. Ωστόσο, εμείς έχουμε τα φαντάσματα αλλά εσείς έχετε τους βρικόλακες! Ξέρετε, ο Λόρδος Βύρωνας, όταν ήταν εδώ στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα, είχε καταγράψει θρύλους και παραδόσεις περί βρικολάκων από τα ελληνικά νησιά. Εχω ενδείξεις ότι ανάμεσα στους αρχικούς πυρήνες του «Φρανκενστάιν» της Μέρι Σέλεϊ, ήταν οι ιστορίες του Βύρωνα».
Το γόητρο της χώρας σας έχει πληγεί βαθιά, διεθνώς
Δεν είναι τυχαία η αναφορά του Μπίτον στη σχέση του Λόρδου Βύρωνα με την Ελλάδα. Γι’ αυτόν τον λόγο πέρασε τέσσερις μήνες στην Αθήνα, κι έτσι βρήκαμε την ευκαιρία να τον συναντήσουμε. «Ολα έγιναν χάρη σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα τον Λόρδο Βύρωνα και το 1821. Χάρη σε αυτό, θα απέχω για τρία χρόνια από τη διδασκαλία και τα διοικητικά καθήκοντα στο πανεπιστήμιο, μέχρι δηλαδή να ολοκληρώσω μια μελέτη πάνω στο θέμα που σας είπα. Διορίστηκα Visiting Fellow στη Βρετανική Σχολή Αθηνών (πρώην Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή), η οποία και με φιλοξένησε, ενώ είχα τη χαρά να συμμετάσχω στους Αθηναϊκούς Διαλόγους της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, μια προσπάθεια να αναβιώσει ο πλατωνικός διάλογος».
Ο Μπίτον την ξέρει καλά την Αθήνα και τα ελληνικά του είναι εξαιρετικά. Τον ρωτάω αν διακρίνει τα ίχνη της οικονομικής κρίσης σε σχέση με παλαιότερες επισκέψεις του. «Πρέπει να σας πω, πώς δεν έχει σχέση αυτό που έζησα εδώ με την αποκαρδιωτική εικόνα που είχαμε στην Αγγλία για την Ελλάδα. Βεβαίως, επί της ουσίας στην Αγγλία έχουμε ελάχιστη πληροφόρηση σχετικά με τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Μόνον όταν έχετε νεκρούς και δακρυγόνα σε διαδηλώσεις, γίνεστε πρώτη είδηση ή όπως το περασμένο καλοκαίρι όταν έγιναν οι μεγάλες απεργίες και δεν υπήρχε βενζίνη, κι αυτό διότι μέσα στο πρόβλημα βρέθηκαν πολλοί Βρετανοί τουρίστες. Ομως, ακόμα και τότε, δεν μας ενημέρωσαν πώς λύθηκε το πρόβλημα, μόνο το ότι υπήρξε πρόβλημα. Δεν ξέρω, ίσως να μη μιλούν πολύ στην Αγγλία για την κρίση σας διότι είναι κι άλλες χώρες με πρόβλημα – όπως επίσης και εμείς, οι Βρετανοί, βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας ανάλογης οικονομικής κρίσης. Εχουμε κυβέρνηση συνασπισμού αλλά οι Φιλελεύθεροι είναι ένα μάλλον διακοσμητικό στοιχείο, οι Συντηρητικοί κυβερνούν στην ουσία, και η στάση που ακολουθεί η κυβέρνηση, με τις περικοπές, θυμίζει εκείνη της κυβέρνησης Παπανδρέου. Βέβαια, η τρομερή ειρωνεία είναι ότι εμείς έχουμε συντηρητική κυβέρνηση, ενώ εσείς υποτίθεται ότι έχετε σοσιαλιστική. Το βέβαιο είναι ότι έχει πληγεί βαθιά το γόητρο της Ελλάδας. Πραγματική κρίση όμως η Ελλάδα είχε το 1973-74, ίσως γι’ αυτό η σημερινή δεν με τρομάζει. Το πιο ανησυχητικό για μένα είναι η ευρύτερη πολιτισμική κρίση που περνάει η Ελλάδα, από την άλλη όμως, ολόκληρη η νεοελληνική ιστορία δεν είναι μια σειρά κρίσεων, με εξαίρεση ίσως το διάστημα από το 1974 έως σήμερα;»
Η Εδρα Κοραή στο King’s College χρειάζεται επειγόντως κονδύλια
«Επί χούντας, η Ελλάδα ήταν της μόδας στην Ευρώπη! Είναι τρομερό αυτό που λέω αλλά είναι αλήθεια», λέει κάποια στιγμή, χαμογελώντας. Και συμπληρώνει: «Η αλήθεια είναι ότι η σύγχρονη Ελλάδα ανακαλύφθηκε από τους ξένους μεταπολεμικά. Ηταν ένας νέος, εξωτικός τόπος με μεγάλη ιστορία και πολιτισμική κληρονομιά. Η αρχή έγινε με τους Αγγλους στρατιωτικούς που κατέβηκαν στην Ελλάδα το 1940-41 και μετά το 1944-47, αλλά μαζί με αυτούς ήρθαν και πολλοί διανοούμενοι: ο Ρεξ Ουόρνερ, ο Στίβεν Ράνσιμαν, ο Μπάρι Ανσγουορθ, ο Τζον Φάουλς, πιο πριν ο Αμερικανός Χένρι Μίλερ, άνθρωποι που διέδωσαν τη νεοελληνική κουλτούρα στο εξωτερικό. Εκείνα τα ευαίσθητα χρόνια χρονολογείται και η ακμή του Βρετανικού Συμβουλίου. Ιδρύθηκαν και τέσσερα ακόμα βρετανικά ινστιτούτα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, μετά ήρθε η δεκαετία του ’60, με τον μαζικό τουρισμό, γυρίστηκαν ταινίες, μεταφράστηκαν Ελληνες ποιητές και τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη, και όταν ήρθε η χούντα δεν χάθηκε η Ελλάδα από τη σκηνή, απεναντίας, η Ελλάδα ήταν συνεχώς είδηση. Αυτό κράτησε έως τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, περίπου. Η Ελλάδα ήταν κάτι οικείο αλλά και κάτι εξωτικό, είχαμε μια πολιτισμική διείσδυση της Ελλάδας στο εξωτερικό, κάτι που δεν ισχύει σήμερα. Αφού η Ελλάδα εντάχθηκε και στην Ε.Ε. σαν να “πάλιωσε”, έγινε γείτονας, μπήκε στην Ευρώπη επίσημα. Θα σας πω ένα απλό παράδειγμα: Οταν πριν από λίγα χρόνια, έψαχνα να βρω Βρετανό εκδότη για τη βιογραφία του Σεφέρη που είχα γράψει, έπεσα σε πόρτες κλειστές. Κανένας δεν την ήθελε. Τους είπα: εδώ έχουμε ένα Νομπέλ, έναν πρώην πρέσβη στο Λονδίνο, ποιητή πολυμεταφρασμένο κ.λπ. Τίποτα. Ακουσα ότι λόγω της «έλλειψης αναγνώρισης του ονόματος», δεν μπορούσαν να βγάλουν το βιβλίο μου. Πραγματικά, είχα σαστίσει».
Καζαντζάκης - Σεφέρης
Ο Ρόντερικ Μπίτον έχει ασχοληθεί κυρίως με το έργο του Νίκου Καζαντζάκη και του Γιώργου Σεφέρη. «Δύο αντίθετοι πόλοι», σχολιάζει. «Ο Σεφέρης δεν τον χώνευε καθόλου. Πιστεύω, ζήλευε θανάσιμα τον Καζαντζάκη επειδή ο τελευταίος είχε την πολυτέλεια να ζει μόνο από το γράψιμο. Ισως γι’ αυτό τα περισσότερα απ’ όσα έχει γράψει ο Καζαντζάκης δεν διαβάζονται. Ο Σεφέρης ήταν διπλωμάτης, ο οποίος όμως στις κρίσιμες στιγμές τον βρίσκουμε πάνω στη δουλειά και να φτάνει σε υψηλές θέσεις μεταπολεμικά. Θυμάμαι πάντως κάτι αστείο. Ο μεταφραστής του Καζαντζάκη, ο Πίτερ Μπιν, συνάντησε τον Σεφέρη σε ένα ταξίδι του τελευταίου στην Αμερική, επί χούντας. Οταν ο Μπιν του είπε ότι έχει μεταφράσει Καζαντζάκη, ο Σεφέρης έγινε έξαλλος: «Μα τι είναι πια αυτός ο Καζαντζάκης; Ενας τιποτένιος είναι».
Λίγοι φοιτητές
Τόσα χρόνια στο King’s College, ο Ρόντερικ Μπίτον και οι άλλοι καθηγητές εκεί έχουν διαδώσει τα νεοελληνικά Γράμματα στο εξωτερικό. Ομως, πρόσφατα η Εδρα Κοραή, που ιδρύθηκε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, απειλήθηκε με κλείσιμο εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών. «Οι πανεπιστημιακές αρχές ήθελαν να προλάβουν τις περικοπές που τώρα γίνονται στη Βρετανία», μας λέει ο Σκωτσέζος καθηγητής. «Ο προϋπολογισμός μειώθηκε, εμείς είμαστε ένας μικρός ακαδημαϊκός πυρήνας, θέλησαν να μας διαμελίσουν. Χάρη στις διαμαρτυρίες και στους φίλους μας στην Ελλάδα, δέχθηκαν να συγχωνευθεί ο τομέας Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών με το Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών, το οποίο υπήρχε ως ερευνητικό κέντρο. Ξέρετε, τη δεκαετία του ’90 είχαμε 40, περίπου, φοιτητές σε όλα τα επίπεδα, αριθμός ικανοποιητικός. Από τότε, σε όλα τα άλλα τμήματα οι φοιτητές πολλαπλασιάστηκαν, όχι όμως στο δικό μας. Μείναμε στους 40, και αυτός ο αριθμός είναι πλέον πολύ μικρός.
»Το παιχνίδι δεν έχει κριθεί: για να συνεχίσουμε, πρέπει να βρούμε πόρους εκτός πανεπιστημίου, από ιδιωτικούς φορείς ή και από το Ελληνικό Δημόσιο, αν είναι δυνατόν. Βλέπετε, το πανεπιστήμιο δεν έχει πια τα μέσα εκτός κι αν βρούμε περισσότερους φοιτητές. Πρέπει όμως όσοι έχουν εδώ ευθύνη για την υποστήριξη των ελληνικών σπουδών στο εξωτερικό να είναι πλέον πολύ επιλεκτικοί, να μην μοιράζουν παντού χρήματα αλλά να ενισχύουν τα κέντρα όπου αποδεδειγμένα γίνεται πολλή δουλειά».
Oι σταθμοί του
1965
Επισκέπτεται για πρώτη φορά την Ελλάδα ως τουρίστας κι αμέσως τη λατρεύει. «Ακούω συχνά να λένε ότι δεν συμπεριφέρεστε ευρωπαϊκά, αλλά αυτό δεν είναι μομφή για τους Βρετανούς διότι αυτοί ποτέ δεν συμπάθησαν την Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ακούγονται τρομερά πράγματα ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να είναι στο ευρώ και στην Ε.Ε. Κουβέντες καφενείου».
1973
Ερχεται για το διδακτορικό του στην Ελλάδα, όπου και παραμένει έως το 1977.
1981
Εκλέγεται καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Τμήμα Νέας Ελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (King’s College).
1988
Αναλαμβάνει την Εδρα Κοραή στο King’s College, θέση την οποία κατέχει έως σήμερα.
1989
Ιδρύεται το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών στις δραστηριότητες του οποίου συμμετέχει ενεργά.
2003
Εκδίδεται από το Yale University Press η βιογραφία του Γιώργου Σεφέρη, «Γιώργος Σεφέρης: Περιμένοντας τον άγγελο». Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα).

Του Ηλία Μαγκλίνη
Πηγή Καθημερινή
9.1.2011

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Γελιογραφίες : Συγχώνευση σχολείων

Σκίτσο του Πετρουλάκη - εφμ Καθημερινή 2.3.2011
Πηγή Καθημερινή
2.3.2011

Πολυτέλεια η ελληνική παιδεία στη Γαλλία

Το email ήταν μακροσκελές -ολοφάνερη η διάθεση να ειπωθούν όλα σε λίγες γραμμές, να βγει και η πίκρα μαζί, να δοθεί το στίγμα. Πάει πολύς καιρός που δεν έχουν δεχθεί μήνυμα από την Ελλάδα, παρά τις συνεχείς δικές τους οχλήσεις προς την ελληνική κυβέρνηση, με τις οποίες εκφράζουν τον μεγαλύτερο φόβο του Ελληνα του εξωτερικού, τον φόβο της εγκατάλειψης, της οριστικής απομάκρυνσης από την πατρίδα. «Με χαρά διάβασα στο μήνυμά σας ότι ενδιαφέρεστε για την ελληνόφωνη παιδεία στη Γαλλία», ξεκινούσε η απάντηση του κ. Κώστα Μάρκου, εκπροσώπου του συλλόγου γονέων του ελληνικού σχολείου Bergson του Παρισιού. «Στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, η ελληνική παιδεία στο εξωτερικό θεωρείται “πολυτέλεια” από πολιτικούς και δημοσιογράφους. Θεωρείται κυρίως μια “δεξαμενή” ελάττωσης εκπαιδευτικού προσωπικού, παρά τα μεγάλα προβλήματα που αυτή η ελάττωση προκαλεί στην Ομογένεια και τελικά στην Ελλάδα μας».

Η ανακοίνωση πέρυσι του υπουργείου Παιδείας ότι δεν θα διεξαχθούν οι εξετάσεις γλωσσομάθειας, «καθώς δεν θα πραγματοποιηθούν νέες αποσπάσεις εκπαιδευτικών στο εξωτερικό για το σχολικό έτος 2010-2011» στην Ελλάδα, πέρασε στα ψιλά - τα ομογενειακά φύλλα όμως έκρουσαν άμεσα τον κώδωνα του κινδύνου. Για πρώτη φορά άλλωστε πέρυσι, το υπουργείο δεν έδωσε παράταση σε μια σειρά ήδη αποσπασμένους εκπαιδευτικούς (η απόσπαση γίνεται για τρία χρόνια συν δύο της παράτασης), ενώ άλλαξε αίφνης και ο νόμος που επέτρεπε στους εκπαιδευτικούς που συζούν με μόνιμο κάτοικο εξωτερικού, να παρατείνουν την παραμονή τους.

Τα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή. Το σχολικό έτος 2009-2010 δίδασκαν στη Γαλλία 57 αποσπασμένοι Ελληνες εκπαιδευτικοί (οι 30 από τους οποίους στο Παρίσι). Φέτος, έμειναν μόλις 39 (23 στη γαλλική πρωτεύουσα), μείωση της τάξης του 31,6%. «Οι καθηγητές γύρισαν στην πατρίδα. Σαν αποτέλεσμα, σχολεία που έως πέρυσι είχαν πλήρη δομή (δύο τάξεις νηπιαγωγείου, έξι δημοτικού, έξι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), να λειτουργούν σήμερα με συνδιδασκαλία. Η Β΄ και η Γ΄ Γυμνασίου μαζί, η Α΄ και η Β΄ Λυκείου μαζί και ούτω καθεξής», λέει ο κ. Μάρκου στην «Κ». «Οι ίδιοι οι καθηγητές μας λένε ότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους, δουλειά δεν γίνεται έτσι. Τα παιδιά είναι διαφορετικού επιπέδου, όχι μόνο στις γνώσεις, αλλά και στα ελληνικά τους».

Στη Γαλλία από το 1979, ο κ. Μάρκου γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα πόσο σημαντικό ρόλο έχουν τα ελληνικά σχολεία στη συνοχή της ελληνικής κοινότητας, στην επαφή με την Ελλάδα. «Οι Ελληνες που ζούμε εδώ είμαστε ενταγμένοι στη γαλλική κοινωνία και για τα περισσότερα παιδιά, τα ελληνικά είναι πια η δεύτερη γλώσσα. Πηγαίνουν στο γαλλικό σχολείο και μετά πηγαίνουν για τρεις ώρες την εβδομάδα στο ελληνικό». Το σχολείο Bergson έχει φέτος 122 μαθητές. «Λόγω της αναστάτωσης που προκλήθηκε με την απόφαση του υπουργείου Παιδείας, 34 παιδιά εγκατέλειψαν το σχολείο γιατί δεν ήταν ικανοποιημένα από το επίπεδο της διδασκαλίας. Εφτασαν να θεωρούνται από τους γονείς χάσιμο χρόνου ακόμα και αυτές οι τρεις ώρες του Σαββάτου...».

«Aισθάνονται Ελληνες»
Ο κίνδυνος κάποια από τα 23 ελληνικά σχολεία της Γαλλίας (επτά λειτουργούν στο Παρίσι) να κλείσουν οριστικά είναι πια ορατός. Στο πλαίσιο των περικοπών, καταργήθηκε και η θέση του συντονιστή εκπαίδευσης στη Γαλλία. Πλέον, υπάρχει ένας για επτά ευρωπαϊκές χώρες... Την ίδια ώρα, η είδηση ότι καταργείται το ελληνικό προξενείο στο Παρίσι ήρθε σαν δεύτερο καίριο πλήγμα για την κοινότητα των 16.000 Ελλήνων της πόλης.

«Λυπάμαι που το λέω, αλλά τα παιδιά μας δεν μαθαίνουν πια ελληνικά. Κι όχι μόνο αυτό. Το ελληνικό σχολείο μάς επιτρέπει να βρισκόμαστε σαν Ελληνες. Είναι το κέντρο της ελληνικής κοινότητας στο Παρίσι», λέει ο κ. Μάρκου. «Τα παιδιά μου νιώθουν Ελληνες. Ζούμε εδώ, αλλά κάθε καλοκαίρι επιστρέφουμε στην Ελλάδα, όχι για τον ήλιο, αλλά γιατί η χώρα μάς λείπει οργανικά, επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς». 

Κάπως έτσι, ανασηκώνοντας τους ώμους, απαντά και η ελληνική πολιτεία. 
«Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς...».

Της Λίνας Γιάνναρου
26.2.2011


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Προσπάθειες μεταφοράς του συσσιτίου για τους άστεγους

Αστεγος στο κέντρο της Αθήνας - Η φωτό από εδώ
Προσπάθεια να μεταφερθούν οι υπηρεσίες σίτισης στο πρώην Λυσσιατρείο της Αθήνας, επί της Ιεράς Οδού (δίπλα στη Γεωπονική) κάνει ο Δήμος Αθηναίων, ώστε να σταματήσει η καθημερινή ταλαιπωρία εκατοντάδων ανθρώπων, οι οποίοι συνωστίζονται στις ουρές για ένα πιάτο φαΐ.

Οι μερίδες που διανέμονται ημερησίως έχουν αυξηθεί, καθώς οι άνθρωποι που βρίσκονται κάτω από τα όρια της φτώχειας είναι πλέον περισσότεροι λόγω της οικονομικής κρίσης. Τουλάχιστον 3.500 μερίδες φαγητού μοιράζονται σε ημερήσια βάση και ο στόχος του δήμου είναι να βελτιωθούν τουλάχιστον οι συνθήκες στα συσσίτια, ώστε να εξυπηρετείται ο κόσμος με αξιοπρέπεια.

Ηδη, η νέα δημοτική αρχή βρίσκεται σε επαφές με την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, έχοντας προτείνει στον δήμο να μοιράζει εκεί τα συσσίτια. Ωστόσο, λόγω παλαιότητας του κτιρίου θα χρειαστούν σημαντικές παρεμβάσεις και επισκευαστικές εργασίες. Η ανακαίνιση είναι μια αρκετά δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικασία, αλλά η περίπτωση του Λυσσιατρείου θεωρείται μια καλή λύση από τον δήμο. 

Παράλληλα, βέβαια εξετάζονται και άλλοι χώροι έξω από το κέντρο της Αθήνας (άλλωστε ο στόχος είναι η αποκέντρωση των υπηρεσιών σίτισης και κοινωνικής αλληλεγγύης). Κυρίως η νέα δημοτική αρχή αναζητεί χώρους από τη μεγάλη ακίνητη περιουσία του δήμου, συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι αρκετά κτίρια χρειάζονται παρεμβάσεις, ενώ κάποια άλλα εμπίπτουν στην κατηγορία των μνημείων. 
Πάντως, το πρόβλημα της δραματικής αύξησης των αστέγων που αναζητούν και τροφή και στέγη στον δήμο απασχολεί έντονα τους υπευθύνους του Ιδρύματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης. 

Ηδη, στα συσσίτια πλέον προσέρχονται και νέοι άνθρωποι, κυρίως άνεργοι, οι οποίοι έχουν αποκοπεί από την οικογένειά τους, καθώς και υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τα οποία βρέθηκαν στον δρόμο...

Οι εικόνες της εξαθλίωσης είναι πλέον παντού στο κέντρο της πόλης. 

Σε ολόκληρη την οδό Σταδίου, πλάι στα κλειστά καταστήματα, κάθε 50 μέτρα κοιμάται και ένας άστεγος...

26.2.2011

Η υποβάθμιση του ιστορικού κέντρου βρόχος για εμπόρους, ξενοδόχους

Τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον των επιχειρήσεων στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας έκρουσαν, χθες, οι εκπρόσωποι ξενοδόχων, εμπόρων και άλλων μικρών επιχειρήσεων που έχουν πληγεί από τη συνεχή υποβάθμιση της περιοχής ζητώντας από την πολιτεία να λάβει άμεσα μέτρα.

Σε συνέντευξη Τύπου που διοργάνωσε το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδας και συμμετείχαν εκπρόσωποι και των άλλων παραγωγικών τάξεων, παρουσιάστηκε μελέτη του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων με θέμα «Γκετοποίηση Tμήματος του Ιστορικού Κέντρου της Αθήνας και οι οικονομικές συνέπειες του φαινομένου στην οικονομική ζωή της πόλης».

Σύμφωνα με τη μελέτη, σε παράνομες δραστηριότητες στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας πραγματοποιείται ένας ετήσιος τζίρος της τάξης του 1 δισ. ευρώ, γεγονός που μεταφράζεται σε ετήσιες απώλειες εσόδων της τάξης των 450 εκατ. ευρώ για το Δημόσιο. Τα δύο τελευταία χρόνια, τα καταστήματα του κέντρου απώλεσαν περίπου το 25% της πελατείας τους και ο τζίρος τους μειώθηκε κατά 31%. Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι ο τζίρος στα καταστήματα του κέντρου της Αθήνας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2010 μειώθηκε κατά 25%. Στα ομοειδή καταστήματα του υπόλοιπου λεκανοπεδίου, η μείωση περιορίζεται στο 11,1% και στις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις στο 7,5%. 

Οι μεγάλες και πολυτελείς μονάδες που βρίσκονται στην περιοχή της Ομόνοιας διαθέτουν το προϊόν τους από 52% έως 62% χαμηλότερα από τα ξενοδοχεία της ίδιας κατηγορίας που λειτουργούν στις υπόλοιπες περιοχές της Αττικής.

3.3.2011

Η ανασφάλεια ερημώνει το κέντρο (της Αθήνας)

Σαν ιός εξαπλώνεται από γειτονιά σε γειτονιά της Αθήνας η ανασφάλεια των πολιτών από τα διαρκώς αυξανόμενα κρούσματα παραβατικότητας (κυρίως κλοπών) στο κέντρο της Αθήνας και πέριξ. Πρόκειται για παρανομία μικρής κλίμακας, καθώς τα σοβαρά εγκλήματα (π.χ. ανθρωποκτονίες, βιασμοί) δεν καταγράφουν αντίστοιχη άνοδο, σύμφωνα με την ενημέρωση που έχει ο δήμος από την αστυνομία.

Ωστόσο, η ανησυχία εντείνεται, καθώς το φαινόμενο των μικροεγκλημάτων είναι και ανεξέλεγκτο και τυφλό, αφού οι δράστες δεν στοχεύουν μόνο στους οικονομικά εύρωστους, αλλά στρέφονται και κατά των πιο φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας. Η αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας των κατοίκων της πρωτεύουσας αποτελεί βασική προϋπόθεση για να μπορέσει ο δήμος να προωθήσει την κεντρική του ιδέα για αναβάθμιση του ιστορικού και εμπορικού κέντρου. Αν δηλαδή η αστυνομία δεν δράσει αποτελεσματικά γύρω από την Ομόνοια και σε συνοικίες όπως το Μεταξουργείο ή κάτω από την Πατησίων, τότε η ιδέα του δημάρχου κ. Γ. Καμίνη περί επιστροφής του κόσμου στο κέντρο δύσκολα θα επιτευχθεί. Ηδη περιοχές όπως η πλατεία Αμερικής, Βικτωρίας, Αττικής έχουν μαζικά εγκαταλειφθεί από τις μεσαίες ηλικίες και κατοικούνται σχεδόν αποκλειστικά από ηλικιωμένους.

Ο δήμος αναζητεί τρόπους να προσελκύσει τη νεολαία. Ιδιαίτερα, επίσης, προβληματίζει τη νέα δημοτική αρχή η εικόνα εγκατάλειψης και παρακμής που εμφανίζει η οδός Σταδίου με μεγάλες ιδιοκτησίες καταστημάτων να έχουν σταματήσει τη λειτουργία τους. «Είναι ζωτικής σημασίας οι παρεμβάσεις για τη βελτίωση της εικόνας της πόλης και η Σταδίου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα», εκτιμά ο σύμβουλος του δημάρχου κ. Κ. Κάρης.

Μία από τις ιδέες του δημάρχου που δεν έχει πάρει το πράσινο φως ήταν αυτή της αξιοποίησης κλειστών ξενοδοχείων της Ομόνοιας για στέγαση φοιτητικών εστιών. Το Ιδρυμα Νεότητας (υπ. Παιδείας) δεν έδειξε το ανάλογο ενδιαφέρον ίσως επειδή χρησιμοποιεί ιδιόκτητα κτίρια.

 Της Ελενας Καρανάτση
2.3.2011

ShareThis