Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Καιρός να επανιδρύσουμε την Ελλάδα

Μετά 30 χρόνια πολιτικής και οικονομικής κακοδιαχείρισης, η Ελλάδα είναι τώρα πρακτικά σε πτώχευση, αντιμετωπίζει μη βιώσιμα επίπεδα χρέους και αντικρίζει την πραγματικότητα και την προοπτική μιας παρατεταμένης ύφεσης. Τυχόν έξoδος από τη νομισματική ένωση δεν θα ελαφρύνει τα προβλήματα: το άμεσο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα από την τεράστια υποτίμηση που θα επακολουθήσει πιθανότατα θα μεταφραστεί σε πληθωρισμό, διότι το δυσλειτουργικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα είναι εχθρικό προς την επιχειρηματική δραστηριότητα και η παραγωγικότητα στην Ελλάδα ανά εργατοώρα είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Επιπλέον, η δραματική μείωση των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων που θα επακολουθήσει, όπως καταθέσεις και συντάξεις, θα έχει ως αντίκτυπο τη μαζική αύξηση της φτώχειας. Η δε έλλειψη προοπτικής εργασίας θα εμποδίσει μία ολόκληρη γενεά νέων από το να θέσουν τα θεμέλια της σταδιοδρομίας τους. Δεν χρειάζεται δε μεγάλη φαντασία για να προβλέψει κανείς την κοινωνική αναταραχή που θα μπορούσε να επακολουθήσει.
Τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας είναι το αποτέλεσμα ενός συνεχούς υπερβολικού δανεισμού, που επί 30 χρόνια εξυπηρετούσε ένα πελατειακό πολιτικό σύστημα (και όχι επενδύσεις) και μιας συνεχούς υπονόμευσης της λειτουργίας των αγορών με περιοριστικούς κανονισμούς που εξυπηρετούσαν συντεχνιακά συμφέροντα. Επιπλέον, η διαδεδομένη φοροδιαφυγή είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρξει πολιτική πίεση για τη μείωση του χρέους από την πιο εύπορη τάξη, που κανονικά θα εκαλείτο να πληρώσει αυξημένους φόρους για τη διαχείριση και την αποπληρωμή του χρέους.
Στην τωρινή φάση, η Ευρωζώνη ξεκινάει μία διαδικασία αναθεώρησης των συνθηκών που διέπουν τη λειτουργία της, για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της. Αυτό θα απαιτήσει κάποια μορφή δημοσιονομικής ένωσης με σημαντικούς περιορισμούς στην ελευθερία των μελών να δανείζονται. Τα επί μέρους κράτη μπορούν να επιταχύνουν και να διευκολύνουν αυτήν τη διαδικασία παίρνοντας από μόνα τους την πρωτοβουλία να περιορίσουν τη δυνατότητά τους να δανείζονται.
Για την Ελλάδα αυτό παρουσιάζει μια μοναδική ευκαιρία να προχωρήσει σε βαθιές θεσμικές μεταρρυθμίσεις, που θα επανιδρύσουν το ελληνικό κράτος. Σε μια σειρά από άρθρα, οι συνάδελφοί μου και εγώ έχουμε ήδη περιγράψει απαραίτητα μέτρα, που κυμαίνονται από μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, άνοιγμα αγορών στον ανταγωνισμό, ριζοσπαστική αναδιοργάνωση του δικαστικού συστήματος και νέο εκπαιδευτικό σύστημα από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο. Επίσης, υπάρχει άμεση ανάγκη για αναδιάρθρωση του χρέους. Παράλληλα, όμως, είναι απαραίτητη και μία συνταγματική μεταρρύθμιση που θα κατοχυρώσει την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και του κράτους. Χωρίς αυτήν, οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις εύκολα αναστρέφονται για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.
Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνω είναι οι εξής:
Α. Επιβολή, με νέο άρθρο στο Σύνταγμα, ενός ανωτάτου ορίου του ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ, κατόπιν λογικής μεταβατικής περιόδου.
Β. Επιβολή ενός ανωτάτου ορίου του χρέους στο 60% του ΑΕΠ, με κάποια ελαστικότητα η οποία να ενσωματώνει τη μεταβατική περίοδο και τις υφέσεις.
Από καθαρά οικονομικής άποψης, αν αγνοήσουμε τα κίνητρα που έχουν οι κυβερνήσεις να δανείζονται για το στενό τους πολιτικό όφελος, τέτοιοι περιορισμοί δύσκολα δικαιολογούνται. Ενα απλό μοντέλο θα απαιτούσε περισσότερη ευελιξία και θα δικαιολογούσε δανεισμό για έργα υποδομής, το κόστος των οποίων θα μοιραζόταν σε όλες τις γενεές που θα απολαύσουν τα οφέλη τους. Και γι’ αυτόν τον λόγο δεν προτείνω μηδενικό έλλειμμα, αλλά ένα λογικό 3%. Ο περιορισμός στο συνολικό επίπεδο του χρέους (κατόπιν της απαραίτητης αναδιάρθρωσης) επιβάλλει περαιτέρω πειθαρχία στον δανεισμό. Με αυτήν την ευκαιρία, θα πρέπει να θεσμοθετηθούν κανόνες που θα ενσωματώνουν το σύνολο των υποχρεώσεων του Δημοσίου στο έλλειμμα (π.χ. τα χρέη των ΔΕΚΟ) και να λαμβάνονται υπ’ όψιν και οι μελλοντικές υποχρεώσεις, όπως οι συντάξεις. Χωρίς να θέλω να δώσω την εντύπωση ότι ο σχεδιασμός τέτοιων κανόνων είναι απλός, είναι ωστόσο απαραίτητο να υπάρξουν αξιόπιστες δεσμεύσεις στους δημοσιονομικούς κανόνες, διότι οι πολιτικοί έχουν κάθε κίνητρο να χρησιμοποιήσουν τον κρατικό δανεισμό για το δικό τους πολιτικό όφελος, όπως έχει ήδη επαρκώς αποδειχθεί στην Ελλάδα. Μία τυχόν νέα ευρωπαϊκή συνθήκη μπορεί να επιβάλει ακόμη πιο αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς, όπως μηδενικό έλλειμμα. Εχοντας ήδη θεσμοθετήσει συνταγματικούς περιορισμούς, αυξάνει την αξιοπιστία της ελληνικής πολιτικής, διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους μας και μας ετοιμάζει για κάθε ενδεχόμενο.
Σύμφωνα με τη ΜΚΟ «Διεθνής Διαφάνεια», η Ελλάδα είναι 78η στον κόσμο όσον αφορά το πόσο αξιόπιστο και έντιμο θεωρούν οι πολίτες το κράτος, πιο χαμηλά από την Ιταλία, την Τουρκία, την Γκάνα και την Κολομβία, για να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα από γειτονικές καθώς και μακρινές χώρες. Το γεγονός ότι σχεδόν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 1980 και μετά έχουν εμπλακεί σε τεράστια σκάνδαλα διαφθοράς και κανένας σχεδόν σημαντικός πολιτικός δεν έχει παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη ή, ακόμη περισσότερο, κριθεί ποινικά υπεύθυνος επιβεβαιώνει αυτήν την εικόνα με έμπρακτα στοιχεία. Γι’ αυτό προτείνω μία τρίτη συνταγματική μεταρρύθμιση:
Γ. Κατάργηση της ποινικής ασυλίας των πολιτικών, πέρα από την κατοχύρωση της απόλυτης ελευθερίας λόγου στη Βουλή.
Στην Ελλάδα, μόνο η Βουλή μπορεί να αποφασίσει τη δίωξη ενός βουλευτή, υπουργού ή πρωθυπουργού. Το αποτέλεσμα είναι ελάχιστες ποινικές διώξεις, παρά την πληθώρα σκανδάλων, και αυτές όταν είναι συμβατό με τα πολιτικά οφέλη της εκάστοτε πλειοψηφίας. Ουδείς σημαίνων πολιτικός έχει διωχθεί αποτελεσματικά μέχρι τώρα. Αυτό έρχεται σε αντίθεση για παράδειγμα με τη Βρετανία, όπου δεν υπάρχει ασυλία και οι βουλευτές που παρέβησαν τους κανόνες των επαγγελματικών τους εξόδων υπέστησαν δίωξη και μερικοί φυλακίστηκαν για ποσά που στην Ελλάδα θεωρούνται ευτελή. Η ιδέα ότι αυτοί με τη μεγαλύτερη ευθύνη είναι κατ’ ουσίαν υπεράνω της δικαστικής εξουσίας υπονομεύει την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς με τρόπο θεμελιώδη και ενθαρρύνει τη διαφθορά σε όλα τα επίπεδα της κρατικής μηχανής. Η ενίσχυση του ρόλου μιας ανεξάρτητης (και μεταρρυθμισμένης) δικαστικής εξουσίας θα βοηθούσε στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο κράτος και θα έκανε αξιόπιστη την κατοχύρωση πειθαρχημένης οικονομικής πολιτικής.
Η επανίδρυση της χώρας απαιτεί θαρραλέα και αποφασιστικά θεσμικά μέτρα, που θα ενισχύσουν την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής, καθώς και των πολιτικών.

Του Κωστα Μεγηρ*
* Ο κ. Κώστας Μεγήρ είναι καθηγητής Οικονομικών στην Εδρα «Douglas A. Warner III», στο Πανεπιστήμιο Yale.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis