Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Τρεις δεκαετίες χαμένες

Μεταξύ μιας μεγάλης λίστας συνηθειών που είναι σωστό να αποφεύγουμε, είναι η γνωστή στάση του «εγώ σας τα 'λεγα» και η χαιρεκακία που, κατά κανόνα, τη συνοδεύει. Είναι όμως γεγονός ότι υπάρχει μια -μικρή, είναι η αλήθεια- ομάδα ατόμων που επισημαίνει με συνέπεια την ανάγκη αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας και των κοινωνικών διεργασιών που την επηρεάζουν.
Τα όσα συζητιούνται αυτές τις μέρες για την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας δεν είναι καθόλου καινούργια. Από την εποχή που μπήκαμε στην Κοινή Αγορά είχε διαφανεί η ανάγκη προσαρμογής σε πρότυπα ανταγωνισμού που θα ελάμβαναν στα σοβαρά δύο εξαιρετικά σημαντικές αλλαγές: Την ανάγκη προσαρμογής, από τη μια, σε μια οικονομία χωρίς δασμολογικά σύνορα, με πολύ ταχύτερη μετακίνηση των κεφαλαίων, με προσέγγιση των φορολογικών κανόνων και απελευθέρωση της πιστωτικής πολιτικής.
Ακόμη δυσκολότερη ήταν η ανάγκη προσαρμογής στις νέες δυνάμεις που αναδείχθηκαν με τη μεταφορά των παραδοσιακών βιομηχανιών σε χώρες του τρίτου κόσμου. Οι ελληνικές επιχειρήσεις, φρικτά πληγωμένες από τις υποτιμήσεις της δραχμής και την ξαφνική άνοδο του εργασιακού κόστους, τόσο των καθαρών αμοιβών όσο και του μη μισθολογικού κόστους, υπέστησαν πανωλεθρία από το Made in Taiwan και άλλες συγκυρίες που έφερε εκείνη η πρώιμη παγκοσμιοποίηση.
Αν οι πολιτικοί μας διάβαζαν με προσοχή, στα πρώτα χρόνια του '80, τις μελέτες του ΙΟΒΕ ή το βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση «Η Ελληνική Βιομηχανία» (κάτι που μόνον ο συγγραφέας των τρομοκρατών της «17Ν» φαίνεται πως είχε κάνει...) θα γνώριζαν τις αιτίες για τη συστηματική απώλεια ανταγωνιστικότητας. Συνδικάτα, δημοσιογράφοι και πολιτικοί καθοδηγητές αγνόησαν τα ολοφάνερα σημάδια.
Περιγέλασαν τις προσπάθειες του αναπληρωτή υπουργού και καθηγητή Κωστή Βαΐτσου για μια συγκροτημένη κλαδική πολιτική (1984). Αγνόησαν την αγωνία του υπουργού Εθνικής Οικονομίας καθηγητή Κώστα Σημίτη για την περικοπή του κόστους εργασίας ώστε να πιάσει πραγματικά τόπο η υποτίμηση του 1985. Η τραγωδία της δεκαετίας εκείνης δεν ήταν μόνον ότι φόρτωσαν το κράτος με χρέη, προκάλεσαν ακατάσχετη νομισματική κυκλοφορία, αλλοίωσαν τον οικονομικό ορθολογισμό με τον διψήφιο πληθωρισμό, αλλά κρατικοποίησαν το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανίας, φορτώνοντας απερίγραπτα βάρη στις τράπεζες, δηλαδή στους δυστυχείς καταθέτες και, αργότερα, στους φορολογουμένους.
Στην ίδια περίοδο, υπό την καθοδήγηση του αείμνηστου Γεννηματά και άλλων συνοδοιπόρων του, μπήκαν οι βάσεις του γραφειοκρατικού και κομματικού συνδικαλισμού. Ο εσωτερικός κανονισμός των μεγάλων ΔΕΚΟ κατοχυρώθηκε με νόμους που ψήφιζε η αμέριμνη σοσιαλιστική πλειοψηφία και δεν κατάργησε καμία από τις δύο συντηρητικές κυβερνήσεις μέχρι σήμερα, οι οικονομικές επιπτώσεις των οποίων ουδέποτε εκτιμήθηκαν. Οι «λαμπρές κατακτήσεις» του σπάταλου δημόσιου τομέα αποτέλεσαν σημείο αναφοράς και μίμησης για όλες τις κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις. Το κόστος των κατακτήσεων του κρατικοδίαιτου συνδικαλισμού στις μεγάλες ΔΕΚΟ πέρασε τελικά στην παραγωγική διαδικασία, στις τιμές και, εντέλει, στον τρόπο ζωής και από εκεί σε ολόκληρο το σύστημα αμοιβών, πλην του εμπορίου και των πολύ μικρών βιοτεχνικών.
Ηταν αδύνατον να αντέξει η οικονομία παρόμοια βάρη χωρίς να προσφεύγει σε συνεχώς μεγαλύτερο δανεισμό, προκειμένου να καλύπτει τις ζημίες της. Το γνωρίζαμε από το 1990. Στις αρχές εκείνου του έτους, ο οικουμενικός πρωθυπουργός Ζολώτας σχηματίζει οκταμελή επιτροπή εμπειρογνωμόνων, υπό την αιγίδα του ακαδημαϊκού Αγγελου Αγγελόπουλου.
Στο κύριο μέρος εκείνης της έκθεσης τονιζόταν η ανάγκη αναδιάρθρωσης της οικονομίας, του φορολογικού και ασφαλιστικού συστήματος, με κύριο στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Μέλη εκείνης της επιτροπής ήταν οι Λουκάς Παπαδήμος, Τάσος Γιαννίτσης και Γιώργος Προβόπουλος.
Τρεις μέρες μετά τη δημοσίευση της έκθεσης (9/4/1990), ο καθηγητής Ζολώτας παρέδωσε, ανακουφισμένος, την εξουσία στις κάλπες και είπε: «Αν ήμουν είκοσι χρόνια νεότερος, θα επέβαλλα τρία πράγματα στους πολιτικούς, να μην κάνουν ελλείμματα, να μην αυξάνουν το δημόσιο χρέος και να μην προσλαμβάνουν έκτακτους υπαλλήλους χωρίς όρια».
Στο μεταξύ, η εξαφάνιση βιοτεχνιών και βιομηχανιών της παραδοσιακής ελληνικής οικονομίας συνεχίστηκε. Η εγχώρια παραγωγή υποχωρούσε συνεχώς υπό το βάρος του ανταγωνισμού των ταϊβανέζικων που εισήγαν με μανία οι ταλαντούχοι έμποροι, των ιταλικών πλακιδίων που κατ' αποκλειστικότητα τοποθετούσαν στις οικοδομές, και άλλων παρόμοιων συναλλαγών. Η διολίσθηση της δραχμής σε τίποτε δεν διευκόλυνε. Το αντίθετο μάλιστα, αφού μισθοί, κρατήσεις, φόροι και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις μεγάλωναν συνεχώς.
Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας ήταν γνωστό πολύ πριν μπούμε στο ευρώ. Η αντιμετώπισή του αναβλήθηκε. Ηλπισαν όλοι ότι οι κανόνες της ενιαίας νομισματικής ζώνης θα διευκόλυναν την προσαρμογή. Συνέβη το αντίθετο. Η εξάλειψη όλων των βαθμών ευελιξίας, που συστηματικά καθιερώθηκε σε όλες τις αγορές της οικονομίας, έγινε εντονότερη μετά την είσοδό μας στο ευρώ. Ο επί μία εικοσαετία πληθωρισμός μισθών και κερδών είχε διαλύσει την ελληνική παραγωγή. Το ισχυρό νόμισμα που αποκτήσαμε, προσφερόμενο σε εξευτελιστική τιμή λόγω χαμηλών επιτοκίων και συγκριτικά υψηλότερου πληθωρισμού, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στην εθνική οικονομία. Το οποίο πληρώνουν όλοι οι εργαζόμενοι, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις, όλοι οι μέτοχοι και ελάχιστοι πολιτικοί ή συνδικαλιστές.

Του Μπάμπη Παπαδημητρίου
Καθημερινή
15.1.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis