Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Η γοητεία της βυζαντινής τέχνης

Σε ένα ταξίδι του στο Παρίσι τη δεκαετία του ’30, ο Γιάννης Τσαρούχης επισκέφθηκε το Λούβρο. Το ενδιαφέρον του κέντρισε μια κοπτική, πρωτοχριστιανική εικόνα από το Μπαουίτ της Αιγύπτου όπου απεικονίζεται ο Χριστός με τον Αγιο Μηνά. Πέρασε πολλές ώρες μπροστά από την εικόνα αυτή ο Γιάννης Τσαρούχης, αντιγράφοντάς την με ευλαβική προσήλωση.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο σπουδαίος ζωγράφος γοητεύτηκε από τη βυζαντινή τέχνη. Τα χρόνια που μαθήτευσε στον Φώτη Κόντογλου, αντέγραψε μαζί του μια σειρά από μνημεία ταξιδεύοντας στα Μετέωρα και το Αγιον Ορος και γυρνώντας σε πολλές εκκλησιές της Ελλάδας.
Αλλά και ο Πολύκλειτος Ρέγκος, μέλος κι αυτός της περίφημης γενιάς του ‘30, πολλές φορές υπέκυψε στη γοητεία της βυζαντινής τέχνης. Στον Αγιο Αρτέμιο, αντίγραφο τοιχογραφίας από τον ναό του Πρωτάτου στις Καρυές του Αγίου Ορους, είναι έκδηλη η επιρροή της νεωτερικής κουλτούρας, κληρονομιά του Ρέγκου από τις σπουδές του στο Παρίσι. Το πρόσωπο του Αγίου Αρτέμιου έχει τις ρίζες του στον φοβισμό, όσο και στη βυζαντινή τεχνοτροπία.
Ο Τσαρούχης όπως και ο Ρέγκος ήταν δύο από τους πολλούς νεότερους Ελληνες καλλιτέχνες που εκδήλωσαν μεγάλο ενδιαφέρον για τη βυζαντινή τέχνη. Τα έργα τους δεν είναι απλά αντίγραφα είναι έργα που «προδίδουν» το ιδιαίτερο βλέμμα των συγκεκριμένων καλλιτεχνών για τη βυζαντινή τέχνη. Αυτήν ακριβώς την πρόσληψη της βυζαντινής τέχνης από Ελληνες ζωγράφους, την ένταξή της στην εθνική πολιτιστική κληρονομιά από τους καλλιτέχνες της γενιάς του ’30, τη συμβολή των συντηρητών στη διάσωση των μνημείων, τη συμβολή των αντιγράφων στη γνωριμία αλλά και την τεκμηρίωση των μνημείων και την επίδραση του βυζαντινού πολιτισμού στη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή, αποκαλύπτει η έκθεση του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας. Περιλαμβάνει έργα του 20ού και 21ου αιώνα από τις συλλογές του.
Πρόκειται κυρίως για αντίγραφα (ζωγραφικά έργα, πήλινα εκμαγεία, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες) Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα, καθώς και καλλιτεχνών-συντηρητών που εργάστηκαν στο Μουσείο.
Χρονολογική ακολουθία
«Παρακολουθούμε τον 20ό αιώνα με μια χρονολογική ακολουθία από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τις μέρες μας» μας εξηγεί ξεναγώντας μας στην έκθεση η επιμελήτρια, αρχαιολόγος Ιωάννα Αλεξανδρή. «Στόχος μας είναι από τη μια πλευρά να δείξουμε την ιστορία μέσα στον 20ό αιώνα του ίδιου του Μουσείου, το οποίο άλλωστε είναι παιδί του 20ού αιώνα, και από την άλλη, μέσα από τα συγκεκριμένα έργα να αποκαλύψουμε τον τρόπο με τον οποίο κατανοήθηκε η βυζαντινή τέχνη».
Η έκθεση χωρίζεται σε πέντε ενότητες. Στην πρώτη ενότητα που ξεκινάει στα τέλη του 19ου αιώνα γνωρίζουμε τη βυζαντινή τέχνη μέσα από δύο ελληνικές συλλογές αλλά και από τα μάτια Ευρωπαίων καλλιτεχνών. Γάλλων, Αγγλων, Γερμανών περιηγητών που κατέβηκαν στα Βαλκάνια και τον ελλαδικό χώρο, άλλοι για βιοποριστικούς λόγους και άλλοι για καλλιτεχνικούς. Μέσα στα ενδιαφέροντά τους, εγγράφεται και η βυζαντινή τέχνη.
«Αυτό που έχει ενδιαφέρον να δει κανείς στα έργα των Ευρωπαίων», σημειώνει η κ. Αλεξανδρή, «ειδικά αν έχει κανείς υπόψη του τα πρωτότυπα έργα, είναι ότι η αναπαραγωγή των αντιγράφων είναι στην ουσία μια μεταγραφή μέσα από τα μάτια της δυτικής παιδείας. Τα πρόσωπα των Αγίων δεν είναι τα αυστηρά βυζαντινά πρόσωπα αλλά έχουν τη ροδαλότητα και τους προπλασμούς της δυτικής τέχνης».
Τα έργα από τις συλλογές Λοβέρδου και Λαμπίκη που εκτίθενται στο Μουσείο εκτός από το ότι καταδεικνύουν το ενδιαφέρον για τη βυζαντινή τέχνη την περίοδο του Μεσοπολέμου, υπογραμμίζουν κι έναν υψηλής ποιότητας πατριωτισμό.
Ο Ανδρέας Λοβέρδος, ιδρυτής της Λαϊκής Τράπεζας αναθέτει στον Φώτη Κόντογλου και τον Δημήτρη Πελεκάση να φτιάξουν αντίγραφα σε εικόνες που έλειπαν από τέμπλα της συλλογής του, κίνηση εξαιρετικά σπουδαία διότι αποτελεί και έναν τρόπο πρόσληψης και αναπαραγωγής βυζαντινών προτύπων από νέους ζωγράφους. Παράλληλα, αγοράζει το πατρικό του Τσίλλερ και αναθέτει στον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο να κάνει τις απαραίτητες μετατροπές ώστε να στεγάσει εκεί την πολύ σπουδαία μεταβυζαντινή συλλογή του. Το σπίτι αυτό, στη συμβολή Μαυρομιχάλη και Ακαδημίας, έχει κληροδοτηθεί στο Βυζαντινό Μουσείο και ενταχθεί στο ΕΣΠΑ με σκοπό την ανάπλασή του.
Ο ιατρός Βασίλειος Λαμπίκης, έχοντας τεράστιο ενδιαφέρον για τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη, δίνει παραγγελία στον Παντελή Ζωγράφο να φιλοτεχνήσει αντίγραφα από μια σειρά σημαντικών μνημείων τα οποία είναι υπό κατάρρευση.
Το σκεπτικό του Λαμπίκη επιδίωκε τουλάχιστον σε μνημεία στα οποία δυστυχώς δεν υπήρχε τρόπος να αναστηλωθούν εκείνη τη στιγμή, να αποτυπωθούν σε αντίγραφα οι θησαυροί τους με σκοπό την ιστορική τους τεκμηρίωση. Εκείνη την περίοδο το ενδιαφέρον για τη βυζαντινή τέχνη φουντώνει.
«Οι λόγοι που συμβαίνει αυτό είναι πολλοί» εξηγεί η Ιωάννα Αλεξανδρή. «Τα πολιτικά γεγονότα, οι βαλκανικοί πόλεμοι, η Μικρασιατική καταστροφή, οι βαλκανικοί εθνικισμοί, αναγκάζουν τον Ελληνισμό να προεκτείνει και να υπερασπιστεί τις θέσεις του όσον αφορά τη διαχρονία του ελληνισμού και στα χρόνια του Βυζαντίου».
Η μεγάλη πυρκαγιά
Το 1917 στη Θεσσαλονίκη ξεσπάει μεγάλη πυρκαγιά που κατακαίει την πόλη. «Αμέσως μετά την καταστροφή ο βυζαντινολόγος Γεώργιος Σωτηρίου ο οποίος από το 1926 και μετά διατελεί και διευθυντής του ΒΧΜ διορίζεται από το υπουργείο υπεύθυνος για τις ανασκαφικές εργασίες στην κατεστραμμένη Βασιλική του Αγίου Δημητρίου, και ο αρχιτέκτονας Αριστοτέλης Ζάχος αναλαμβάνει τις αναστηλωτικές εργασίες» αφηγείται η Ιωάννα Αλεξανδρή φτάνοντας στη δεύτερη ενότητα της έκθεσης.
«Πρώτο του μέλημα είναι ό,τι έργα φαίνονται ακόμη και δεν έχουν καταστραφεί ολοσχερώς, να αποτυπωθούν σε αντίγραφα, πριν πιάσουν οι βροχές, πριν υπάρξουν κι άλλες φθορές, πριν χαθούν τα ίχνη. Εχουμε λοιπόν μια σειρά από καλλιτέχνες, τον Νικόλαο Φερεκίδη, τον Κωνσταντίνο Ρούμπο ακόμα και τον ίδιο τον Αριστοτέλη Ζάχο, που αποτυπώνουν σε ζωγραφικά έργα, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες, διακοσμητικά μέλη της Βασιλικής, με σκοπό να σωθούν και στη συνέχεια να αναπαραχθούν όταν θα γίνει η αναστήλωση του μνημείου».
Στην τρίτη ενότητα, η σπουδαία γενιά του ’30, η κορυφαία καλλιτεχνική γενιά που ασχολήθηκε με τη βυζαντινή τέχνη εκπροσωπείται από τον πρωτοστάτη αυτής της κίνησης Φώτη Κόντογλου, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Πολύκλειτο Ρέγκο αλλά και τον Ράλλη Κοψίδη μαθητή του Κόντογλου, που παρόλο που δεν ανήκει στη γενιά του ’30, αποτελεί ενεργό μέλος του διαλόγου για τη βυζαντινή τέχνη.
Η έκθεση συνεχίζεται με αντίγραφα και πρωτότυπα έργα επηρεασμένα από τη βυζαντινή τέχνη, που υπογράφουν συντηρητές του Βυζαντινού Μουσείου. «Οι πιο σημαντικοί μεταπολεμικοί συντηρητές έχουν περάσει από το βυζαντινό μουσείο, ήταν όλοι καλλιτέχνες, σπουδαγμένοι, οι οποίοι στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους για βιοποριστικούς λόγους στράφηκαν στη συντήρηση. Ο Αντώνης Γκλίνος, ο Φώτης Ζαχαρίου, ο Σταύρος Μπαλτογιάννης, ο Τάσος Μαργαριτώφ, ο Αντώνης Πατεράκης, όλοι συνδυάζουν το καλλιτεχνικό έργο με το έργο του συντηρητή», τονίζει η κ. Αλεξανδρή.
Στο τέλος της έκθεσης παρουσιάζονται τα πιο σύγχρονα έργα· όπως το Σήμαντρο (2011) του Λάμπρου Γατή, τυπικό δείγμα ηχοκινητικής γλυπτικής, αλλά και ένα έργο του ζωγράφου της Διασποράς Ομηρου, ο οποίος συνενώνει τη βυζαντινή θεματολογία με στοιχεία του αφηρημένου εξπρεσιονισμού.

Γιούλη Επτακοίλη
4.3.2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis