Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Τσιγγάνοι στο Βυζαντινό Μουσείο

Μια έκθεση για τους Έλληνες Ρομά
* Πρόταση πλουραλισμού, παιδείας και δημοκρατίας

«Τσιγγάνοι στο Βυζαντινό Μουσείο» είναι ο τίτλος της έκθεσης που φιλοξενείται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας. Πολύσημος, και άρα ενδιαφέρων, τίτλος, ταιριαστός σε μια πολύσημη και πολυεπίπεδη έκθεση, που έρχεται να συμβάλει, χωρίς να είναι αυτό η βασική της πρόθεση, στο κίνημα εναντίον του ρατσισμού και της φοβίας του «άλλου», του διαφορετικού, από ένα άλλο δρόμο, τον ψύχραιμο δρόμο, τον πιο σίγουρο, της παιδείας και της επιστήμης. 

Σκοπός των διοργανωτών της έκθεσης είναι να ανοίξουν το Μουσείο σε κοινωνικές ομάδες που δύσκολα ή ποτέ δεν θα έρχονταν σε τέτοιους χώρους, να μετατρέψουν δηλαδή το Μουσείο σε ένα χώρο συνάντησης ανθρώπων με τις παραδόσεις και τις κουλτούρες τους, σε ένα χώρο γνωριμίας και διαλόγου. Ένα τόπο δημοκρατίας. 

Θεωρούμε την έκθεση αυτή ιδιαίτερα σημαντική, τόσο για το σκοπό της όσο και για τη μέθοδο με την οποία στήθηκε: οι Ρομά παρουσιάζονται μέσα από τρεις διαφορετικές ματιές, που συναντιούνται και συνομιλούν μεταξύ τους: την αυθεντική ματιά εφτά παιδιών από τον καταυλισμό Νέας Αλικαρνασσού (Ηράκλειο Κρήτης), που, συμμετέχοντας σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, φωτογράφισαν στιγμές της καθημερινής ζωής τους και τις συνόδευσαν με απολαυστικές και αποκαλυπτικές λεζάντες και σχόλια. τη ματιά νεαρών Τσιγγάνων από την Α. Βαρβάρα που σπούδασαν φωτογραφία στο εργαστήριο του ΥΠΠΟΤ (1998-2004) και εδώ έχουμε φωτογραφίες στις οποίες κυριαρχεί η καλλιτεχνική πρόθεση, ματιά δηλαδή διαμεσολαβημένη από τη δυτική κουλτούρα.  τέλος, έργα της εικαστικού Μαρίας Παπαδημητρίου, που έχει ασχοληθεί πολύ με τους Ρομά. Εδώ έχουμε το βίντεο «TAMA-Sentimental», με το οποίο η καλλιτέχνης κέρδισε το βραβείο ΔΕΣΤΕ 2003, καθώς και το έργο «Το πανωφόρι των Ρομά», που στηρίζεται στον κεντρικό ρόλο που παίζουν οι κουβέρτες και τα κλινοσκεπάσματα στη ζωή των Τσιγγάνων. Η έκθεση, που εντάσσεται στο πλαίσιο της συμμετοχής του Βυζαντινού Μουσείου στο ευρωπαϊκό έργο συνεργασίας «Roma Routes» (Οι δρόμοι των Ρομά), συμπληρώνεται με την προβολή ταινιών και πολλές συζητήσεις.

Ο Στάθης Γκότσης, ιστορικός, υπεύθυνος εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Β.Χ.Μ., είναι ένας από τους ανθρώπους που δούλεψαν πολύ για την έκθεση αυτή και οι πληροφορίες του είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικές για τη φιλοσοφία και τους στόχους της.

Μαρώ Τριανταφύλλου

Προξενεί εντύπωση, θετική βεβαίως, ότι το Β.Χ.Μ., εξαιτίας του αντικειμένου του μιλώντας, αποφάσισε να παρουσιάσει μια έκθεση με θέμα τους Ρομά. Ποιοι είναι οι λόγοι που οδήγησαν στην έκθεση, οι στόχοι και οι σκοποί της;
Η έκθεση αυτή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος, που έχει πολλαπλά κίνητρα. Πρωτ’ απ’ όλα είναι βαθιά πεποίθηση των ανθρώπων του Μουσείου, ότι το μουσείο έχει μια κοινωνική και παιδευτική ευθύνη που του επιβάλλει να είναι χώρος συνάντησης διαφορετικών ανθρώπων, σκέψεων και ιδεών. Δηλαδή ένας χώρος ζωντανός που να ανταποκρίνεται στοιχειωδώς σε σύγχρονα αιτήματα και ανάγκες των ανθρώπων. Όχι ένα μαυσωλείο ή ένας ναός της τέχνης όπως τον ήθελαν παλιότερα, και που το έκανε να ανταποκρίνεται μόνο στα δεδομένα μιας κοινωνικής και μορφωτικής ελίτ. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν έντονος ο προβληματισμός μας πώς να φέρουμε εδώ κοινωνικές ομάδες που παραδοσιακά αποκλείονται από τη μουσειακή εμπειρία.

Η κοινότητα των Ελλήνων Ρομά είναι μια ευαίσθητη κοινωνικά ομάδα, αρκετά περιθωριοποιημένη. Η ιστορική έρευνα έδειξε ότι οι τσιγγάνικοι πληθυσμοί εμφανίζονται για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό έδαφος στον ελλαδικό χώρο, στα ύστερα βυζαντινά και στα πρώτα μεταβυζαντινά χρόνια. Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον, γιατί βοηθά τόσο τους Τσιγγάνους στην αυτογνωσία τους όσο και τους υπόλοιπους να δουν περισσότερο θετικά τη μακροχρόνια παρουσία των Ρομά στην Ελλάδα, είναι ένας ακόμα λόγος γιατί η έκθεση αυτή δεν ξεφεύγει από τα ιδιαίτερα επιστημονικά αντικείμενα του Β.Χ.Μ.

Όλ’ αυτά είναι μια χρήσιμη γνώση και η αρχή ενός σημαντικού διαλόγου τόσο για τους Ρομά όσο και για τους μη Ρομά. Προσπαθήσαμε να στήσουμε ένα κύκλο δράσεων, που να επιχειρούν να φέρουν Τσιγγάνους στο Βυζαντινό Μουσείο ως επισκέπτες, εκθέτες και συνομιλητές.
Με ποια μέθοδο πλησιάσατε το θέμα σας;
Απ’ την αρχή σκεφτήκαμε μια δράση για Τσιγγάνους που να προέρχεται τόσο από Ρομά όσο και από μη Ρομά. Το πρώτο ζήτημα ήταν να εντοπίσουμε ανθρώπους που θα μας βοηθούσαν και θα συμμετείχαν ως συνεργάτες στη διαδικασία αυτή μέσα από την κοινότητα των Ρομά. Ο Γιάννης Γεωργίου και η Μαρία Δημητρίου, άνθρωποι από το «Δίκτυο Ρομ», μια συνεργασία μεταξύ δήμων στους οποίους ζουν μεγάλοι πληθυσμοί Ρομά, είναι μέσα στους συντελεστές αυτής της έκθεσης.
Η έκθεση έχει τρία μέρη. Πώς καταλήξατε σ’ αυτά και τι εξυπηρετούν;
Η έκθεση ενσωματώνει τρεις διαφορετικές ματιές για τους Τσιγγάνους: η μία έχει το χαρακτήρα φωτορεπορτάζ από νεαρούς τσιγγάνους στην Κρήτη, που καταγράφουν στιγμές της πραγματικότητάς τους. Έπειτα έχουμε τη ματιά τσιγγάνων που έμαθαν φωτογραφία σε προγράμματα του ΥΠΠΟΤ, στην Α. Βαρβάρα, την περίοδο 1998-2004 μια εικαστική φωτογραφική ματιά, που επιχειρεί επίσης να δείξει πλευρές της ζωής των Ρομά όπως τις βλέπει ο κάθε φωτογράφος. Η τρίτη ματιά είναι της Μαρίας Παπαδημητρίου, μιας καταξιωμένης εικαστικού που έχει δουλέψει χρόνια πάνω στα θέματα των Τσιγγάνων. Θέλαμε να συνυπάρχουν οι τρεις οπτικές, στον ίδιο εκθεσιακό χώρο, ώστε να συνομιλούν μεταξύ τους και να προκαλούν σχόλια και ερωτήματα στους θεατές τους.
Οι Ρομά ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα;
Όλα ξεκίνησαν από μια επιστημονική ημερίδα στην οποία προσκλήθηκαν και ήρθαν Ρομά, από τους πιο συνειδητοποιημένους και μορφωμένους των ανά την Ελλάδα κοινοτήτων, που, ωστόσο, έρχονταν για πρώτη φορά σε μουσείο, τουλάχιστον στο δικό μας. Το γεγονός ότι έγινε δυνατό να τους κάνουμε συνομιλητές με ανθρώπους από την επιστημονική κοινότητα ή τους τυπικούς παραδοσιακούς επισκέπτες του Β.Χ.Μ. καταγράφεται ήδη ως ένα κέρδος. Βεβαίως αυτά είναι τα πρώτα βήματα, σταγόνα στον ωκεανό μπροστά σε όσα συμβαίνουν γύρω μας, ειδικά αυτόν τον καιρό.
Ποια είναι η εικόνα που έχει ο μέσος Έλληνας για το Τσιγγάνο;
Είναι μια στερεοτυπική εικόνα που συγκροτείται από δυο αντιθετικές παραδόσεις: από τη μια, ο τρομαχτικός Κατσίβελος των παραμυθιών, ο Γύφτος που έφτιαξε τα καρφιά που σταύρωσαν το Χριστό -αρνητικές εικόνες μια παλιάς παράδοσης που δυστυχώς συντηρείται και πολλαπλασιάζεται από τα ΜΜΕ, τα οποία συνδέουν τους Τσιγγάνους με την παραβατικότητα-, από την άλλη, η ρομαντική εικόνα του Τσιγγάνου ως συμβόλου ελευθερίας ή η απλοϊκή της Τσιγγάνας με το γαρίφαλο στ’ αυτί που λέει τη μοίρα. Όλα αυτά είναι εικόνες στερεοτυπικές που αποδίδουν σε ένα σύνολο ανθρώπων συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, θεωρώντας τα στοιχεία της ταυτότητάς τους. Το στερεότυπο πρέπει να σπάσει και ελπίζουμε ότι τα πρόγραμμά μας θα βοηθήσει λίγο σ’ αυτό. Οι Τσιγγάνοι είναι τόσο πλούσια κοινότητα σε εκδοχές ταυτοτήτων όσο και οι μη Τσιγγάνοι.
Η έκθεση έχει πολλές παράλληλες εκδηλώσεις…
Ναι, γιατί η ιδέα δεν ήταν να οργανώσουμε απλώς μια έκθεση αλλά ένα σύνολο εκδηλώσεων, που θα κάνουν να ακουστεί ο λόγος όσο περισσότερων κοινοτήτων και ατόμων είναι δυνατό. Το φωτογραφικό και εικαστικό μέρος χρησιμεύουν σαν κέλυφος για να ακουστεί ο λόγος που αναπτύσσεται σε ταινίες όπως το «Ρομ» του Καραμαγγιώλη, ή νεότερες όπως η «Άδεια» της Στεφανή ή το ντοκιμαντέρ του Αυγερόπουλου για τους διωγμούς των Τσιγγάνων στην Ευρώπη. Η παρουσία των δημιουργών τις περισσότερες φορές, που γίνονται συνομιλητές-σχολιαστές μαζί με ένα Τσιγγάνο, ελπίζαμε -και φαίνεται ότι το πετύχαμε- να πλουτίσει τις οπτικές.
Η έκθεση αυτή είναι το πρώτο μέρος άλλων σχετικών εκθέσεων και δραστηριοτήτων;
Όχι, μπορώ, όμως, να πω ότι θα γίνουν κι άλλα πράγματα, που θα φωτιστούν ίσως λιγότερο από τη δημοσιότητα, όπως εκπαιδευτικές δράσεις που ήδη σχεδιάζονται, ενταγμένες μέσα σε θεσμικές δομές, όπως σχολεία όπου φοιτούν και παιδιά Ρομά, σχολεία Β΄ Ευκαιρίας, πολιτιστικοί σύλλογοι κ.ά. Η προσπάθεια είναι να χτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης που θα μας βοηθήσει όλους να δούμε τέτοιες εκθέσεις όχι ως κάτι που αφορά τους Ρομά, αλλά ως κάτι που αφορά το βυζαντινό και μεταβυζαντινό παρελθόν του τόπου.

Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων μέχρι τη λήξη της έκθεσης:
Κυριακή 5 Ιουνίου: μπαζάρ βιβλίων και μουσικών CD (10 π.μ. - 3 μ.μ.), αφήγηση τσιγγάνικων παραμυθιών (11 π.μ.)
Τρίτη 7 Ιουνίου: Προβολή του ντοκιμαντέρ «Χωρίς πατρίδα καμιά» του Γ. Αυγερόπουλου. Σχολιάζουν ο σκηνοθέτης, η Γεωργία Ανάγνου και ο Μανόλης Ράντης (7 μ.μ.)
Πέμπτη 9 Ιουνίου: «Τσιγγάνοι: οι νέοι Καστιλιάνοι» του Ρ. Μανθούλη και «Gras» των Κ. Σταματόπουλου – Φ. Μιχαλόπουλου. Σχολιάζουν οι δημιουργοί της δεύτερης ταινίας και ο Λευτέρης Κωνσταντινίδης(7 μ.μ.)
 Κυριακή 12 Ιουνίου, μπαζάρ βιβλίων και μουσικών CD (10 π.μ. - 3 μ.μ.)

Πηγή ΕΠΟΧΗ
6.6.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis