Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

"Εκτίω την ποινή μου με κοινωφελή εργασία"

Ο νόμος του υπουργείου Δικαιοσύνης, τον οποίο και ψήφισε προσφάτως το ελληνικό Κοινοβούλιο,για «τον εξορθολογισμό και τη βελτίωση στην απονομή της Ποινικής Δικαιοσύνης» επεκτείνει τον θεσμό της κοινωφελούς εργασίας ως εναλλακτικής ποινής. Με βασικό άξονα ότι η φυλάκιση είναι ποινή αρμόζουσα μόνο για σοβαρά εγκλήματα, ο νόμος επιχειρεί να καθιερώσει την παροχή κοινωφελούς εργασίας, στα χνάρια άλλων χωρών, όπως η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες,η Ελβετία,όπου αποτελεί βασική ποινή, αλλά και η Νότια Κορέα- προβλέπεται ακόμη και για εγκλήματα του λευκού κολάρου (white collar crime),με κορυφαίο παράδειγμα τον πρόεδρο της Ηyundai,καταδικασθέντα για οικονομικό σκάνδαλο, να προσφέρει υπηρεσίες σε βρεφονηπιακό σταθμό.

Ο θεσμός υπάρχει εδώ και χρόνια στην Ελλάδα,αλλά ουδέποτε έτυχε ευρείας εφαρμογής,καθώς κατά γενική ομολογία οι όροι ήταν ανεφάρμοστοι,σχεδόν εξουθενωτικοί, π.χ. 4.000 (!) ώρες κοινωφελούς εργασίας. Ανθρωποι που άντεξαν τις συνθήκες πραγμάτωσής της και έχουν κοινωνικά επανενταχθεί, αναπνέοντας ελεύθεροι, εξομολογούνται στο «Βήμα» τις προσωπικές τους ιστορίες.

O κ. Δ.Σπύρου ανήκει στη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που τα έχουν ζήσει όλα στη ζωή τους. Που έχουν νιώσει ευλογημένοι, έχουν δει ανατροπές, έχουν να διηγούνται... Στα 68 του χρόνια, σήμερα, εκτίει ακόμη τη 10χρονη ποινή του, για χρέη των επιχειρήσεων που διατηρούσε. Επέλεξε ο ίδιος να παράσχει κοινωφελή εργασία, αφού γνώρισε επί ενάμιση χρόνο τη φυλακή της Χαλκίδας, με αποτέλεσμα σήμερα να απασχολείται στη Διεύθυνση Προσόδων του Δήμου Ζωγράφου. Η ποινή του εκπνέει τον Δεκέμβριο του 2011.

« Τελείωσα το Οικονομικό της Νομικής και έφυγα για το Λονδίνο,όπου σπούδασα Διοίκηση Επιχειρήσεων» λέει στο «Βήμα». «Εζησα πολλά χρόνια στην Αγγλία,τη δεκαετία του ΄70, παντρεύτηκα εκεί,δούλευα στη ναυτιλιακή εταιρεία του μακαρίτη του Μίμη του Χανδρή, που ήταν και κουμπάρος μου. Γύρισα περί τη Μεταπολίτευσηστην Ελλάδα,υπήρξα γενικός διευθυντής σε πολλά γνωστά ξενοδοχεία,σιγά-σιγά δημιούργησα και τη δική μου αλυσίδα, δύο στην Αρχαία Ολυμπία όπου και διέμενα, τέσσερα στη Σαντορίνηκαι ένα στην Κινέττα της Αττικής. Με τη βοήθεια του Μίμη,έστησα και ναυτιλιακή εταιρεία,με τέσσερα βαπόρια,όλα εμπορικά.Ολα ήταν ρόδινα,αν μου έλεγε κάποιος τότε ότι σήμερα θα είχα πρόβλημα,θα γελούσα δυνατά».
Οσο κάνεις όνειρα όμως, κάποιος άλλος έχει άλλη γνώμη. «Ο Δεκέμβρης του 1984μου άλλαξε όλη μου τη ζωή» διηγείται ο κ. Σπύρου. «Ηταν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, λίγο προτού φύγουμε για το καθιερωμένο ταξίδι μας στην Αυστρία και αμέσως μετά στο Λονδίνο, καθώς η γυναίκα μου ήταν Αγγλίδα. Μια νύχτα έπιασε φωτιά,από το τζάκι,το σπίτι μου στην Αρχαία Ολυμπία.Ελειπα σε ταξίδι,ήταν μέσα η γυναίκα μου και ο οκτάχρονος γιος μου...Ακόμη,ξέρετε, το καληνυχτίζω το παιδί μου, έχω τη φωτογραφία του στο κινητό μου». Η τραγωδία τού άλλαξε, τη ζωή. «Επαθα μπλακάουτ για πολλά χρόνια. Νομίζω ότι αυτά τα πράγματα δεν ξεπερνιούνται ποτέ, θα κλείσω τα μάτια μου και θα τους έχω στο μυαλό μου.Στα χρόνια που ακολούθησανέχασα σταδιακά τα πάντα,δεν μ΄ ένοιαζε, με προειδοποιούσαν οι λογιστές μου κι εγώ αδιαφορούσα. Ούτε ανακοπή δεν έκανα στις διώξεις».

Μοιραία, ήρθαν οι περιπέτειες. «Το 2000, ένα απόγευμα,ήλθε σπίτι μου η Ασφάλεια παρουσία εισαγγελέα και με συνέλα βε, μ΄ έστειλε στη φυλακή της Χαλκίδας. Σαράντα χιλιάδεςευρώ- σημερινά λεφτά- ήταν το χρέος μου, σήμερα έχει φθάσει,με τις προσαυξήσεις, τις 120.000 ευρώ. Πώς να τα ξεπληρώσω;Αμισθί,φυσικά,δουλεύω στον δήμο,ευτυχώς έχω ένα μικρό εισόδημα,από το παρελθόν,και επιβιώνω. Αλίμονο σ΄ κείνους που δεν έχουν πού την κεφαλήν κλίνη,καλό είναι να το εξετάζει αυτό η έδρα που αποφασίζει τις εναλλακτικές ποινές» λέει ο κ. Σπύρου.
Η ζωή στη φυλακή τον πλούτισε ως άνθρωπο απ΄ ό,τι φαινόταν: «Στη Χαλκίδα,ήμουν την ίδια περίοδο με τον Ιωσήφ Βαγιωνή, τον Στηβ Κακέτση , τον Ασημάκη Κατσούλα. Δεν μπορούσα να κάθομαι άπραγος,διεπίστωσα ότι υπήρχαν πολλοί αγράμματοικαι παρέδιδα μαθήματα.Τους οργάνωσα και το Λογιστήριο, τους έβγαζα τις άδειες. Δεν άντεχαόμως άλλο, κι έτσι έκανα αίτηση για παροχή κοινωφελούς εργασίας. Βρέθηκα στον Δήμο Ζωγράφου, όπου έχω πολύ καλή αντιμετώπιση και μια εξαιρετική προϊσταμένη, την κυρία Βαρβάρα Κλάδη. Ημουν επίσης τυχερός γιατί όλα αυτά τα χρόνια έχω στο πλευρό μουτην κοινωνική λειτουργό κυρία Ηρώ Κουτσουφλάκη, μια κοπέλα εξαιρετική που την έχω σαν κόρη μου. Εχω φίλους από το παρελθόν, ανθρώπους που έχουν διακριθεί στον τομέα τους, με σκέφτονται και μ΄ αγαπούν,δεν έχω παράπονο».

«Παίρνω δύναμη από αυτή τη δουλειά»
Μία επιχείρηση με παιδικά ρούχα, δύο μήνες φυλάκιση, τρεις ακάλυπτες επιταγές. Η ιστορία της κυρίας Ελένης Κ. την οδήγησε για δύο μήνες στον Κορυδαλλό. Η ίδια ανυπομονούσε να καταβάλει τη χρηματική ποινή των 12.000 ευρώ, για να δει και πάλι το σπίτι της, στη Νέα Σμύρνη. «Γιατί να τα δώσεις, αυτά τα λεφτά μπορεί να σου χρειαστούν κάπου αλλού, αργότερα» την απέτρεψε ο δικηγόρος της, για να της αντιπροτείνει την εναλλακτική ποινή της κοινωφελούς εργασίας. Η μπίλια... έκατσε στον Δήμο Αγίας Βαρβάρας και η κυρία Κ. με την εργατικότητα, την υπομονή και το κέφι της, χωρίς «ούτε μία ημέρα απουσίας» , κατάφερε να κάνει ευτυχέστερους τους ηλικιωμένους του Α΄ ΚΑΠΗ. Η επίσημη ταυτότητα της κυρίας Ελένης την ήθελε «συνταξιούχο,που εργαζόταν μόνο και μόνο για να συμπληρώσει τα ένσημά της». Κανείς δεν ήξερε την ιστορία, εκτός από δύο ανθρώπους. « Με προστάτευσε απολύτως ο τότε δήμαρχος Αγίας Βαρβάρας,νυν βουλευτής,ο κ. Λ.Μίχος, το ήξερε μόνο μία κοινωνική λειτουργός,κανείς άλλος.Προέρχομαι από καλή οικογένεια, δεν ήθελα να πάρει έκταση, ήταν μεγάλη ντροπή για μένα να βρίσκομαι στη φυλακή, στα 59 μου χρόνια. Στην αρχήεργάστηκα στο ΚΕΠ του δήμου, η θέση ωστόσο που με κέρδισε ήταν αυτή στο ΚΑΠΗ. Φρόντιζα τους ηλικιωμένους, τους διοργάνωνα γιορτές. Πήγαινα κάθε απόγευμα που υπήρχε έλλειψη προσωπικού,δεν έλειψα ούτε μία ημέρα. Δεν συμβαίνει πάντα, ξέρετε. Πηγαίνουν να εκτίσουν την ποινή τους, εργάζονται για κανένα 10ήμεροκαι μετά αλλάζουν σπίτι, τους ψάχνουν... Κοιτάξτε το χαρτί της Εισαγγελίας να δείτε τι γράφει, για μένα δεν ήταν αγγαρεία,δεν ήταν ποινή η δουλειά αυτή, την έκανα με πολλή όρεξη, έπαιρνα δύναμη από τη σχέση μου με τους ανθρώπους. Εκλαιγαν όταν τους αποχαιρετούσα, μου διοργάνωσαν γιορτή.
Η φυλακή ήταν για τη δική μου ζωή όχι μόνο μια δυσάρεστη παρένθεση, ήταν μια παρένθεση που κανείς από το περιβάλλον μου δεν μπορούσε να φανταστεί... Διατηρούσα μία επιχείρηση με παιδικά ρούχα, έκανα εισαγωγές από Ιταλία, σε γενικές γραμμές πήγαινε καλά.Κάποια στιγμήπαρουσιάστηκε μια δυστοκία, τρεις ακάλυπτες επιταγές. Το 1994 με λήστεψαν,είχα στην τσάντα τις επιταγές αυτές,τις εξόφλησα καθυστερημένα. Προσκόμισα στο δικαστήριο τη δήλωση που έκανα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, ο δικαστής δεν με πίστεψε,μου έριξε τρία χρόνια. Με έβαλαν στον Κορυδαλλό, όχι σε κελί, σε έναν μεγάλο θάλαμο-κοιτώνα,για καμιά δεκαριά γυναίκες. Στη φυλακή ήμουν ευγενική με όλες, πολλά-πολλά δεν είχα με καμία. Προθυμοποιήθηκε να με βοηθήσει μια βαρυποινίτισσα, ισοβίτισσα για την ακρίβεια, που ήταν “μέσα” για τη δολοφονία του άνδρα της- έτσι έλεγαν, δεν ξέρω. Τώρα έχω ξαναβρεί τον ρυθμό μου,τον βηματισμό μου,η ένταξή μου και πάλι στην κοινωνία τα λέει όλα». 

Πηγή Το Βήμα
30.1.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis