Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Ατιμωρησία και ψυχολογία του όχλου

Εμβληματικές φιγούρες μιας κουλτούρας ανομίας και ατιμωρησίας, οι υποθέσεις «Βατοπαίδι» και «Siemens» τις τελευταίες ημέρες τροφοδότησαν ξανά το κοινό συναίσθημα του θυμού και της οργής.

«Παραγεγραμμένο» το σκάνδαλο του Βατοπαιδίου, ενώ για τη Siemens τα δύο μεγάλα κόμματα συνέχιζαν ως την τελευταία στιγμή τις διαπραγματεύσεις για το ποιους θα παραπέμψουν. Αν και όσο ισχύει το άρθρο 68 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ασυλία των υπουργών το αίτημα της «τιμωρίας» ακυρώνεται στην πράξη. Η Υβρις μένει δίχως την αναγκαία Κάθαρση.

Η αναζωπύρωση συμπεριφορών όχλου είναι μια σοβαρή παρενέργεια της κατάστασης αυτής.

Η «Ψυχολογία των μαζών», το κλασικό έργο που ο γιατρός και κοινωνικός αναλυτής Γκυστάβ Λε Μπον έγραψε στα τέλη του 19ου αιώνα, είναι όσο ποτέ επίκαιρο. Ο όχλος χαρίζει στο άτομο το αίσθημα μιας ακατανίκητης δύναμης. Ο μετέχων σε όχλο αποκτά μια συλλογική ψυχή που υπόκειται στον νόμο της νοητικής ενότητας ενός δρώντος πλήθους. Η ανωνυμία μέσα στον όχλο και η διάχυση της ατομικής ευθύνης ελευθερώνουν ένστικτα που αν ήταν μόνο του το άτομο θα λογόκρινε. Χάνοντας την κρίση και τη βούλησή του περιέρχεται σε μια ειδική κατάσταση υποβολής, θυμίζοντας τη σαγήνη που ασκεί ο υπνωτιστής στον υπνωτισμένο.

Το άτομο μέσα στον όχλο μεταμορφώνεται σε ένα εύπιστο, ευμετάβλητο, παρορμητικό πλάσμα, ικανό για κάθε ακρότητα, έχοντας θυσιάσει τα όποια οφέλη του ορθού λόγου. Σε κλάσματα δευτερολέπτου η συμπάθεια γίνεται λατρεία και η αντιπάθεια μίσος. Ο όχλος επιτρέπει την είσοδο στη βαρβαρότητα.

Ας μη γελιόμαστε όμως: Τη βαρβαρότητα αυτή, με άλλες μορφές, εξέθρεψε το ίδιο το κρατούν σύστημα. Ας αναλογισθούμε τις αβυσσαλέες ανισότητες που άφησε να αναπτυχθούν στους κόλπους του. Μια κοινωνία ανάλγητη που απαθής μέρα τη μέρα έβλεπε το κράτος δικαίου να αποδυναμώνεται δίχως κανένα αντανακλαστικό περιφρούρησης πολύτιμων κοινωνικών αγαθών, όπως η αλληλεγγύη, η αδελφότητα, η προστασία του αδυνάτου. Αγαθά που βαθμιαία θρυμματίστηκαν ως την πλήρη εξαφάνισή τους, αφήνοντας μια χώρα έρμαιο στη βαρβαρότητα των αγορών αλλά και του εαυτού της. Ο άκρατος ατομικισμός και καταναλωτισμός κακοποίησαν την ίδια την υπόθεση της σκέψης και του πολιτισμού.

Το έγκλημα, σύμφωνα με τους εγκληματολόγους, συνιστά παραβίαση στοιχειωδών συναισθημάτων φιλαλληλίας μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, σε μια συγκεκριμένη εποχή, απαραίτητων για την κοινωνική συμβίωση. Η παραβίαση αυτή, θυμίζει ο Ντυρκχάιμ, «αποτελεί προσβολή των ισχυρών συναισθημάτων της συλλογικής συνείδησης και διεγείρει μια μαζική αντίδραση αποδοκιμασίας που εκφράζεται με την ποινή».

Η ποινή είναι απαραίτητη για να μπορέσει να υπάρξει κοινωνική συμβίωση. Οσο η ποινή αυτή μένει στον αέρα, τόσο η βία του όχλου θα αυξάνεται.

Πώς να μη συνδέσεις με την ατιμωρησία τα ξεσπάσματα κάθε λογής του κοινού; Παραβιάσεις των διοδίων, των καπνιστικών απαγορεύσεων, χειροδικίες επί δικαίoυς και αδίκoυς, διαπομπεύσεις και λοιδορίες πολιτικών. Δεν μπαίνουν προφανώς όλα στο ίδιο τσουβάλι. Οι καταχρηστικές γενικεύσεις ούτε δίκαιες ούτε θεμιτές είναι. Πώς όμως περιμένεις ώριμες συμπεριφορές από συνεχώς προδομένους, ως προς το βασικό αίσθημα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, πολίτες;

Και βέβαια δεν υποθάλπεις την αυτοδικία, ούτε είσαι «ένοχος λαϊκισμού», όταν επιχειρείς, όχι να δικαιολογήσεις, αλλά να εξηγήσεις ορισμένα φαινόμενα.

Σε κάθε περίπτωση η οργή (που γεννά τη θλίψη ή και τον θυμό- βλ. τον θλιμμένο θυμό) πολλαπλασιάζεται όταν γύρω μια μαινόμενη κρίση υποχρεώνει ολοένα περισσότερα άτομα να φοβούνται για το πώς θα μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα την επόμενη στιγμή. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τόση διάσταση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που γίνεται. Στη διάσταση αυτή εκπνέει και η αξιοπιστία του δημόσιου λόγου. «Οι ένοχοι θα τιμωρηθούν», «το μαχαίρι θα πάει βαθιά στο κόκαλο». Ο πολίτης δεν πείθεται. Πλέον καγχάζει. Νιώθει ότι τον κοροϊδεύουν και διεκδικεί να πάρει πίσω την τραυματισμένη νοημοσύνη του. Μεγάλωσε, ωρίμασε ο πολίτης. Διεκδικεί να μην ανήκει σε μια πρωτόγονη φυλή όπου ο φύλαρχος καταφέρνει να εξαγοράσει την πίστη και την υποτέλειά του με αντάλλαγμα θαυμαστά καθρεφτάκια.

Στον τόπο μας από τα αλλοτινά εγκλήματα τιμής που μέχρι πρότινος αντιμετωπίζονταν με ορισμένα ελαφρυντικά, έχουμε περάσει στα άτιμα εγκλήματα του σήμερα χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Αλλά και δίχως τιμωρία. Το πιο σωστό λοιπόν θα ήταν να μιλάμε για άτιμα εγκλήματα χωρίς τιμωρία.

Της Φωτεινής Τσαλίκογλου
(Η κυρία Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι συγγραφέας, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο)
 
Πηγή Το Βήμα
23.1.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis