Πέμπτη, 20 Ιανουαρίου 2011

Κιβωτοί αγοραστικής καθημερινότητας (τα περίπτερα της Αθήνας)

Φαινόμενο καθαρά ελληνικό, συνδεδεμένο με την καθημερινότητα της Αθήνας και των αστικών κέντρων σε όλη την Ελλάδα. Το περίπτερο αποτυπώνει την ίδια την ελληνική κοινωνία, την καπατσοσύνη και τις τάσεις τής κάθε εποχής. Κομμάτι της καθημερινότητας. Συστατικό στοιχείο των πόλεων. Και παγκόσμια πρωτοτυπία της χώρας μας. Το περίπτερο και ο μικρόκοσμός του αποτελούσε πάντοτε τεκμήριο της κάθε εποχής με την παθογένεια, την προσαρμοστικότητα, την κουτοπονηριά, ακόμη και την ευρηματικότητα του ιδιοκτήτη.
Δεν είναι τυχαίο πως το περίπτερο τραγουδήθηκε (θυμηθείτε το «Ενα λεπτό περιπτερά» των Τάκη Μουσαφίρη- Μαριανίνας Κριεζή που τραγούδησε ο Στράτος Διονυσίου το 1990) ως σημείο αναφοράς μιας καθημερινότητας που ακόμη δεν περιελάμβανε τα κινητά τηλέφωνα.

Στο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Ο γύρος του θανάτου» ο Θωμάς Κοροβίνης αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι επίσημες αρχές στρατολόγησαν στο παρακράτος της Θεσσαλονίκης έναν φτωχοδιάβολο λούμπεν παραχωρώντας του ένα... περίπτερο για να παρακολουθεί τις κινήσεις, τις συνομιλίες και την καθημερινότητα των κατοίκων μιας συνοικίας της συμπρωτεύουσας. «Στο περίπτερο συνέβαιναν διάφορα. Τα ΄ξερα όλα με το νι και με το σίγμα, τι εφημερίδα αγόραζε ο καθένας, τι μάρκα τσιγάρα. Απ΄ το τηλέφωνο μάθαινα τα πάντα, μέχρι τις ερωτικές λεπτομέρειες του καθενός. Το περίπτερο ήταν το πρακτορείο της γειτονιάς», περιγράφει γλαφυρά ο συγγραφέας διά στόματος του λαϊκού ήρωα του μυθιστορήματος. Αυτά βεβαίως αποτυπώνουν μια ταραγμένη περίοδο, τα μετεμφυλιακά χρόνια, πολύ προτού τα περίπτερα επεκταθούν στα πεζοδρόμια, εμπλουτίσουν τις προθήκες τους με δεκάδες προϊόντα (πολλά από αυτά θυμίζουν μίνι μάρκετ) και αλλάξουν τα ωράρια και τους όρους εργασίας. Κι όμως, οι δικοί του προάγγελοι - διαβάζουμε στο λεύκωμα του Θανάση Κ. Κάππου «Τα περίπτερα της Αθήνας» (Εκδ. Αλήθεια)- ήταν τα μικρά καπνοπωλεία που εμφανίστηκαν αμέσως μετά το 1821 στο Ναύπλιο και αργότερα στην Αθήνα. «Μετά τη δεκαετία του 1860, με τη ζήτηση του καπνού να αυξάνεται, τα μικρά ευκαιριακά καπνοπωλεία εξελίσσονται σε οργανωμένα μαγαζιά», γράφει ο Α. Φορτούνας στο «Η πεντηκονταετηρίς του ελληνικού σιγαρέττου».

Κανονικός θεσμός. Κάπου στα τέλη του 19ου αι. τα περίπτερα κάνουν την εμφάνισή τους στην Αθήνα και στις αρχές του 20ού αι. γίνονται κανονικός θεσμός. «Αξιος συγχαρητηρίων έγινε ο κ. Δήμαρχος ο οποίος αποφάσισε την ανέγερσιν πολλών περιπτέρων εις τας Αθήνας, τα οποία θα εκχωρήσει εις τους τραυματίας του πολέμου, ή εις τα μέλη οικογενειών φονευθέντων πολεμιστών», γράφει ο Σωτήρης Σκίπης στην εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» τον Οκτώβριο του 1919 και κάπως έτσι διαμορφώνεται το πρώτο πλαίσιο παραχώρησης αδειών για τις «κιβωτούς της αγοραστικής καθημερινότητας» των πολιτών. Για την ακρίβεια, το ποσό μισθώσεως- σημειώνει ο Θανάσης Κ. Κάππος- ξεκινούσε από 20 δραχμές και έφτανε μέχρι 250.

Η ιδέα του περιπτέρου γεννήθηκε όταν η Ελλάδα έβγαινε από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον ατυχή πόλεμο του 1897- και είχε γεμίσει με ανάπηρους και τραυματίες. Στην αρχή δημιουργήθηκε το λεγόμενο κιόσκι, μικρός επαγγελματικός χώρος χωρίς καθορισμένο ωράριο λειτουργίας, όπου πωλούνταν κυρίως προϊόντα καπνού και ακολούθως είδη πρώτης και δεύτερης ανάγκης. Η ιδιαίτερη κατασκευή ήταν διαστάσεων 0,70Χ0,70μ. και αποτελούνταν- περιγράφει ο Θ. Κάππος- από τέσσερα μεταλλικά κολονάκια και μία βάση για να τοποθετούνται οι εφημερίδες. Στο επάνω μέρος του περιπτέρου ένα πανί το προστάτευε από τον ήλιο. Αργότερα η δομή του περιπτέρου άλλαξε, έγινε ομοιόμορφο, ομοιόχρωμο με εξωτερικά ρολά ασφαλείας και ψυγεία για αναψυκτικά.

Αρχικά, αυτοί που δικαιούνταν άδεια ήταν οι ανάπηροι πολέμου, αλλά τα τελευταία χρόνια αυτό έχει αλλάξει αφού άδειες παρέχονται και σε αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης από το 2002, ενώ από το 2007 σε βετεράνους του πολέμου στην Κύπρο και σε Ατομα με Αναπηρία.

Σήμερα, η οικονομική κρίση δεν θα άφηνε αλώβητο ούτε αυτόν τον επαγγελματικό κλάδο. «Η μείωση των ποσοστών κέρδους και η πτώση του τζίρου είναι εμφανείς. Εγώ, ας πούμε, θυμάμαι τα παραρτήματα των εφημερίδων και τη δημοφιλία τους. Οταν ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε να μη στηρίξει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για Πρόεδρο της Δημοκρατίας το 1985, πούλησα 2.500 φύλλα όλη την ημέρα και από όλες τις εφημερίδες! Επίσης, όταν ο Κοσκωτάς έκανε τις διαδοχικές μεταγραφές για τον Ολυμπιακό, ο κόσμος ερχόταν απ΄ το βράδυ και περίμενε να πάρει το “Φως των Σπορ”. Ηταν βέβαια και άλλη η σχέση του κοινού με τον Τύπο», λέει στα «ΝΕΑ» ο Γιάννης Πλακόπουλος, πρόεδρος Ομοσπονδίας Επαγγελματιών Ενοικιαστών Περιπτερούχων και Καπνοπωλών Ελλάδος.

Μικροί «ναοί». Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 τα περίπτερα εμπλουτίστηκαν με ζαχαρώδη και αναψυκτικά (σε ψυγεία με πάγο), τα νέα προϊόντα είχαν την αναπάντεχη ευκαιρία να διαφημιστούν ταυτόχρονα από τους μικρούς «ναούς», ενώ τα επόμενα χρόνια η ποικιλία του εμπορεύματος διευρύνθηκε ακόμη και με γαλακτοκομικά!

«Ο κλάδος γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη με τη λεγόμενη κρύα αγορά και εν μέσω των ζεστών καλοκαιριών η πώληση των αναψυκτικών και των παγωτών αυξήθηκε», σημειώνει ο κ. Πλακόπουλος. Τα περίπτερα είχαν τη συμβολή τους στα πρώτα χρόνια της κινητής τηλεφωνίας. «Τα κινητά τηλέφωνα πυροδότησαν μεγάλες πωλήσεις και μεγάλους τζίρους αν και τα τελευταία χρόνια, με τις μεγάλες και φτηνές προσφορές των εταιρειών στους καταναλωτές, είχαμε μείωση των προμηθειών. Μεγάλη μεταβολή στα κέρδη μας είχαμε και με τη μείωση των πωλήσεων των προπληρωμένων καρτών που αγόραζαν σωρηδόν οι μετανάστες. Τώρα, τα εξειδικευμένα καταστήματα τηλεφωνικών υπηρεσιών και φωτογραφιών απλώθηκαν. Φανταστείτε ότι πέριξ της Ομόνοιας υπάρχουν καταγεγραμμένα 330 μικρομάγαζα τέτοιου τύπου», επισημαίνει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών Ενοικιαστών Περιπτερούχων και Καπνοπωλών.

Στην Αθήνα 4.500. Σήμερα, τα περίπτερα σε όλη την Ελλάδα είναι γύρω στα 15.000, από τα οποία 4.500 βρίσκονται στην Αθήνα. Μαζί με τα καταστήματα ψιλικών φτάνουν τα 25.000 και αποτελούν έναν κλάδο με σοβαρή συμβολή στην οικονομία, ένα βαρόμετρο των κοινωνικών τάσεων. Πάνω απ΄ όλα, όμως, μια δύσκολη δουλειά με ατελείωτα ωράρια και μεγάλους κινδύνους ληστειών. Ο κίνδυνος για το επάγγελμα του περιπτερά πάντοτε καραδοκεί και από δημοσίευμα της εφημερίδας «Εμπρός» το 1956 αντλούμε την πληροφορία ότι καταστράφηκαν 40 περίπτερα το 1955 από επελάσεις αυτοκινήτων, κάτι που και σήμερα δεν σπανίζει.

Σήμερα τα περίπτερα του κέντρου έχουν πεσμένο τζίρο 50% σε σχέση με τον τζίρο προ κρίσης. Αναφέρει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Περιπτερούχων κ. Πλακόπουλος.


Οταν το Μινιόν ήταν περίπτερο!

Κι αν τα περίπτερα εκείνη την πρώιμη εποχή του Μεσοπολέμου αρκούνταν στην πώληση των δύο βασικών προϊόντων (καπνός και εφημερίδες) και σε συγκεκριμένη δομή, υπήρξε ένα διαφορετικό και πρωτοποριακό παράδειγμα. Το... περίπτερο Μινιόν λειτούργησε αρχικά στη Σταδίου και μετά στην Αιόλου 104. Αργότερα κλείνει τις δύο πλαϊνές πτέρυγές του και τις μετατρέπει σε βιτρίνες όπου εκτίθενται μικρά είδη όπως στιλό, γυαλιά, είδη ξυρίσματος, σουγιάδες, ψαλίδια και άλλα, αιφνιδιάζοντας το κοινό. Οι δύο νέοι και ορεξάτοι ιδιοκτήτες του πρωτοποριακού περιπτέρου ήταν οι Αγγελος Σεραφειμίδης και ο Γιάννης Γεωργακάς.

Το δικό τους εγχείρημα έμελλε να γίνει ο προπομπός του θρυλικού πολυκαταστήματος Μινιόν της οδού Πατησίων, που άρχισε να λειτουργεί το 1945. «Η πρώτη προσπάθεια αντιμετωπίστηκε με αγάπη από τον κόσμο και βόλεψε τις αγοραστικές του συνήθειες. Ας μην ξεχνάμε ότι τότε τα περίπτερα πουλούσαν μόνο τσιγάρα και εφημερίδες και άρα το Μινιόν υπήρξε πρωτοποριακό», λέει στα «ΝΕΑ» η σύζυγος του Γιάννη Γεωργακά, Αμαλία, η οποία δεν παραλείπει να υπενθυμίσει τις καινοτομίες που εισήγαγε και το πολυκατάστημα: «Πρωτολανσάρισε τον Αγιο Βασίλη που ερχόταν με άρμα στο Μινιόν σε μια εμβρυακή μορφή διαφήμισης του καταστήματος, έβαλε πρώτο ηλεκτρικές σκάλες και ταμεία με μαγνητική ανάγνωση».

Δύο αλλιώτικα περίπτερα. Ο λεγόμενος Κουτάλας είναι ο περιπτεράς στη συμβολή Βουλιαγμένης και Παραλιακής ο οποίος εξυπηρετεί τους οδηγούς αυτοκινήτων με μια μακριά κουτάλα (με λαβή ένα σκουπόξυλο), όπου τοποθετούνται τα αγαθά! Σήμερα ακόμη υπάρχει το παράδειγμα του περιπτέρου-έδρας της μικρής δισκογραφικής εταιρείας Cibila του κ. Μπούζη που δεσπόζει στην Πλατεία Κοτζιά, δίπλα στο Δημαρχείο επί της οδού Αθηνάς. Από εδώ πέρασαν (ή και πρωτοέκαναν δίσκο) μεγάλοι τραγουδιστές. Μάκης Χριστοδουλόπουλος, Τασία Βέρρα, Μιχάλης Δασκαλάκης αλλά και οι Αντύπας, Εφη Θώδη, Σπύρος Ζαγοραίος και άλλοι.

Του Δημ. Μανιάτη (Φωτό από το λεύκωμα "τα περίπτερα της Αθήνας", εκδ. Αλήθεια)
Πηγή Τα Νέα
15.1.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis