Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Η δύναμη των λέξεων στα χρόνια των Οθωμανών

Τα τοπωνύμια μεταφράστηκαν, επακριβώς ή παραφθαρμένα, ακολουθώντας το ιστορικό υπόβαθρο ή απλώς τη φωνητική εκφορά 

Συνεχίζω με τα σήματα του τόπου. 

Ισως ο αναγνώστης σκεφτεί ότι έχω κλειστεί σε κάποιον αχερώνα (όχι ελεφάντινο πύργο) κι αναμασώ τα παρωχημένα, καρικατούρα του «λάθε βιώσας» ή της αδιαφορίας της Στοάς. 

Οχι. Αυτά που προσπαθώ να εκφέρω είναι επίκαιρα γιατί αφορούν τη φενακισμένη συνείδηση που έχουμε για τα τρέχοντα, οδυνηρά και αποδομητικά. Αποδομητικά και ως προς την ιστορική κατασκευή της μνήμης, αλλιώς της αυτογνωσίας. Ομόλογα, δάνεια και άλλα συναφή, μια «κοινωνική» γλώσσα που παραγνωρίζει το εύρος των σημαινομένων και των σχέσεων που τα προσδιορίζουν. Αλλά δεν έχω την αρμοδιότητα να μιλήσω γι’ αυτά. Ας μείνουμε στα ταπεινά αυτά, στα μεταφραζόμενα τοπωνύμια, και πάλι κορφολογώντας χωρίς να εξαντλώ την παραδειγματολογία ή τους τύπους της.

Αλλόγλωσσοι λαοί έρχονται σε επαφή στον ίδιο χώρο ή από τη μια ή την άλλη γραμμή του συνόρου. Κάποιοι απ’ αυτούς είναι κατακτητές manu militari· άλλοι εισδύουν ειρηνικά με συμφωνία ή χωρίς συμφωνία· διατηρούν κατά κανόνα τις εσωτερικές τους συνοχές, συμβαίνει όμως να χάνουν το εθνοτικό τους συμπαγές και να σκορπίζουν μέσα σε άλλα πληθυσμικά συγκροτήματα. Ας μείνουμε στους Οθωμανούς. Είναι κατακτητές και έποικοι, όχι πάντα έποικοι λόγω της στρατιωτικής κατάκτησης. Εχουν κάποια γνώση της γλώσσας των ανθρώπων, στους τόπους των οποίων εγκαθίστανται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατανοούν τα σημαινόμενα των τοπωνυμίων που βρίσκουν και τα μεταφράζουν στη δική τους γλώσσα.

Στη Θράκη, λόγου χάρη, βρίσκουν τις Σαράντα Εκκλησιές, τις καταγράφουν ως Κιρκ Κιλισέ – μετάφραση κατά λέξη σαράντα και εκτουρκίζοντας φωνητικά τις εκκλησιές. 
Στο Αιγαίο ακούν Μήλος. Δεν τους λέει τίποτε το αρχαίο τοπωνύμιο και καταλαβαίνουν Μύλος: μεταφράζουν Ντεγιρμέν, δηλαδή μύλος, Ντεγερμενλίκ – μυλότοπος, 
Ακούνε Φερρές και (ίσως) Βέροια: εξομοιώνουν τις δύο οικιστικές συναθροίσεις και τις διακρίνουν σε μικρή και μεγάλη Φερετζίκ και Καραφέρια, 
Ακούνε Ζητούνι (Λαμία) και καταλαβαίνουν Ζεϊτούν, δηλαδή ελιά. 
Ακούνε Φείδαρης (Εύηνος) και τον μεταφράζουν στη γλώσσα τους φίδι. Αλλοτε η μετάφραση αναδεικνύει ένα βαθύ ιστορικό υπόστρωμα: Αλεξάνδρεια, Ισκεντερίγε –ο Αλέξανδρος (ο Μέγας) είναι Ισκεντέρ– μπέης Αλέξανδρος ο Σκεντέρμπεης.

Αλλά δεν είναι μόνο οι «έξωθεν» ερχόμενοι που μεταφράζουν τοπωνύμια και ανθρωπωνυμίες: οι Τραπεζούντιοι γνωρίζουν τους Ακ Κογιονλού και τους Καρά Κογιονλού. Είναι φύλα τουρκικά ή δυναστείες. Τους μεταφράζουν Αστροπροβατάντες και Μαυροπροβατάντες. Δεν νομίζω ότι οι πρώτοι είχαν άσπρα πρόβατα και οι δεύτεροι μαύρα: τα χρώματα δηλώνουν γεωγραφικές κατανομές. Λέξη προς λέξη, λοιπόν, μεταφράσεις και παρετυμολογίες γιατί προέχει η φωνητική και όχι η ορθογραφική εκφορά των ονομάτων· οπωσδήποτε όμως επικοινωνία ανάμεσα στις γλώσσες. Οταν αυτή εκλείπει, τότε τα ονόματα καταντούν σημαίνοντα χωρίς σημαινόμενο.

Επικοινωνία, ωστόσο, δεν σημαίνει και σωστή πρόσληψη. Είναι πασίγνωστη η αντικατάσταση της Κωνσταντινούπολης (επίσης Κωνσταντινιγιέ στα τουρκικά) σε Ιστανμπούλ και κατά παρετυμολογία Ισλαμπόλ. (Τουρκεστάν, Αφγανιστάν, Ουζμπεκιστάν και άλλα, ανάμεσά τους Γιουνανιστάν): επιτάσσεται και δεν προτάσσεται. Συνεπώς Ιστανμπούλ είναι παράγωγο ενός «κινήσεως σημαντικού», στην Πόλη. Ετσι έχουμε Ιστάν Κιόι, δηλαδή Κως, Κιόι όμως σημαίνει χωριό: τι καταλαβαίνει ο τουρκόφωνος όταν ακούει και λέει Ιστάνκιοϊ; Μάλλον χωριό. Η Κως έχει χαθεί. Ο εκτουρκισμός ή ο εξελληνισμός των «φωνητών» δεν θέτει τέτοιου είδους ζητήματα ως προς την κατανόηση του σημαινομένου. Στα Βυζαντινοτουρκικά του ο Μόραβτσικ έχει δώσει εντυπωσιακό κατάλογο των ελληνοποιημένων (και κάποτε μεταφρασμένων) τουρκικών λέξεων. Δεν έχουμε τα αντίστοιχα συστηματοποιημένα Τουρκοβυζαντινά, αλλά οι συναφείς ενδείξεις είναι πλήθος: θα βλέπαμε τον ίδιο μηχανισμό γλωσσικής επικοινωνίας και ενσωμάτωσης του σημαίνοντος. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: πρόκειται για τις μετονομασίες. Τα «Ιδαία όρη» της Μικράς Ασίας γίνονται Κοζ Νταγ (χηνοβούνι). Κοζ Ταγ μεταφράζει ο Κανανός (15ος αι.) και παραθέτει ο Μόραβτσικ: «Κοζ ταγ παρ’ αυτών λέγεται ο χην και ταγ ο βουνός».

Ο χώρος έχει ανακρατήσει στα σήματά του την ιστορία του. Εχει απολιθώσει, επίσης, τους τρόπους της πρόσληψής του, καθώς λέγαμε στο προηγούμενο σημείωμα. Παλιά ονόματα προελληνικά ή ελληνικά άντεξαν στον χρόνο. Καινούργια από διαφορετικές γλώσσες ήρθαν να τα εμπλουτίσουν ή να τα περιορίσουν. Στις λιγότερες περιπτώσεις απλώς μεταφράζοντας: η Αγχίαλος γίνεται στα βουλγαρικά Πομόριε: και οι δύο λέξεις δηλώνουν το ίδιο πράγμα: Ακρογιαλιά. 

Γιατί όμως η βαρετή αυτή περιπλάνηση σε πράγματα γνωστά και χιλιοειπωμένα; Από απλοϊκό διδακτισμό και μόνο; Θα ’λεγα όχι, αλλά από τη διηνεκή ανάγκη της αναδιάταξης των κεκτημένων γνώσεων σ’ ένα ανανεούμενο σκεπτικό. Ποιο θα ήταν στην περίπτωσή μας, στην περίπτωση των γλωσσικών ωσμώσεων; Ηδη ξέρουμε πολλά με έξεργο παράδειγμα για τη lingua franca τη γλώσσα των ναυτικών· λιγότερα για τη lingua stradiotesca, τη γλώσσα των «στρατιωτών».

Πέρα και παράλληλα απ’ αυτές και μ’ αυτές τις γλώσσες, έχουμε και άλλες, καθεμιά τους στο κύκλωμά της: γλώσσα του εμπορίου και των οικονομικών συναλλαγών, γλώσσα της τεχνικής, γλώσσα της διοίκησης, νομοτεχνική γλώσσα· αλλά και γλώσσα της ποίησης που αφηγείται, ποίησης ιστορικής, συνεπώς επικής. 

Ο Βασίλης Π. Παναγιωτόπουλος, εκδίδοντας με όλη την απαιτούμενη εποπτεία το Αρχείο Αλή Πασά, όσο απόκειται στη Γενάδειο Βιβλιοθήκη, συνέταξε ένα εντυπωσιακό λεξιλόγιο. Πρόκειται πρωτίστως για λέξεις που περνούν στα διοικητικής προέλευσης έγγραφα και όσες άλλες αυτά συνέλκουν. Σκέφτομαι πόσο καλό θα ήταν να είχαμε το αντίστοιχο λεξιλόγιο ενός επικού ποιητή, υμνωδού του Αλή Πασά, του Χατζή Σεχρέτη. Σκέφτομαι ακόμη τι καλό θα ήταν να παραλληλίσουμε τα λεξιλόγια αυτά με άλλα που έρχονται από τη δυτική συνιστώσα του ελληνικού χώρου (ο όρος «ελληνικός» είναι συμβατικός· ας πούμε του κατ’ εξοχήν ελληνόφωνου χώρου). Τα συμπεράσματα ίσως απλώς επαλήθευαν τα ήδη γνωστά, θα τους έδιναν όμως μια ποσοτική, γεωγραφική, ιστορική και τελικώς πολιτισμική διάσταση.

Πέρα όμως, αλλά και παράλληλα με το γλωσσικό απόθεμα, υπάρχει η ποιητική, ο τρόπος έκφρασης. Οι παρομοιώσεις του Χατζή Σεχρέτη θυμίζουν εκείνες του Πριλίτσεφ (ή αλλιώς Σταυρίδη) που εξυμνεί σε ομηρικούς στίχους τον Σκεντέρμπεη· και οι δυο τους φαίνεται ότι είχαν ως μήτρα τα ομηρικά έπη, τίποτε όμως δεν δείχνει ότι ο Αλβανός ραψωδός ήξερε τον Ομηρο. Ηξερε, όπως και άλλοι, τους ποιητικούς «τόπους». 

Και στο κεφάλαιο αυτό δεν είμαστε ανίδεοι: έχουμε διδαχθεί πολλά για τους τρόπους με τους οποίους δημιουργείται η προφορική αφηγηματική ποίηση, το κοινό της ύφος· ακόμη και η βραχύλογη ποίηση, το δημοτικό τραγούδι, όχι η «ριμάδα». 

Ενας πρόσθετος λόγος να μην υποτάσσουμε τη συλλογική υφολογία στην προσωπική.

Του Σπ. Ι. Ασδραχα(Ο κ. Σπ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός)
17.4.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis