Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Κινηματογράφος : Ζυλ Ντασέν - Το Ριφιφί

Θρίλερ χαμηλού προϋπολογισμού το «Ριφιφί» - λέξη αραβικής προέλευσης, καταχωρημένη στην αργκό του υποκόσμου με την έννοια της έντονης διαμάχης και μπλεξίματος, η οποία, μετά την επιτυχία της ταινίας, αναβαθμίστηκε σε όρο προσδιοριστικό της διάρρηξης «επιστημονικών προδιαγραφών». Κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Auguste LeBreton «DuRififi chezles Hommes», που πραγματοποίησε το 1954 ο αυτοεξόριστος στο Παρίσι Ζυλ Ντασσέν ορμώμενος αποκλειστικά από λόγους επιβίωσης. Ο σκηνοθέτης, όντας στη Μαύρη Λίστα του Μακαρθισμού, εγκατέλειψε την Αμερική για να αποφύγει την κλήτευσή του στην επιτροπή του Κογκρέσου που διερευνούσε τη δράση των κομμουνιστών στην κινηματογραφική βιομηχανία. Το μακρύ χέρι του Μακαρθισμού βέβαια έφθανε έως τους εταίρους των ευρωπαϊκών εταιρειών, στους οποίους απαγόρευε να προβούν σε πρόσληψη του Αμερικανού καλλιτέχνη.

Με το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, οι γαλλικές εκδόσεις «Gallimard» αποφασίζουν να λανσάρουν σειρά νέας αγγλόφωνης, κυρίως αμερικάνικης, μυθιστοριογραφίας, κάτι αδιανόητο για τα προηγούμενα χρόνια που κυριαρχούσαν συνθήκες πολέμου και κατοχής. Τον Αύγουστο του 1945 λοιπόν, γεννιέται, με 30 λογοτεχνικούς τίτλους και υπό τον γενικό τίτλο «Μαύρη Σειρά», η «Serie Noir» του εκδοτικού οίκου. Το «film noir» ανακάλυψε έναν χρόνο αργότερα, το 1946, ο Γάλλος κινηματογραφιστής Nino Frank. Χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο για να περιγράψει το σύνολο των αμερικανικών ταινιών του '30 και του '40 που - εύλογα - προβλήθηκαν μόνο μεταπολεμικά στη Γαλλία και πραγματεύονταν σκοτεινές ιστορίες με εγκλήματα και ντετέκτιβ. Για σειρά ετών, ο όρος «φιλμ νουάρ» - που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και παίζει με πεσιμιστικούς τόνους, κατοπτρική διάθεση και αφηγηματικά μοντέλα με δομή σειράς φλας μπακ και voice-over - χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από Γάλλους κριτικούς. 
 
Τη διαμόρφωση του «φιλμ νουάρ» - με την κλασσική περίοδο να εκτείνεται από το 1940 έως τα τέλη της δεκαετίας του '50 - επηρέασε καταλυτικά συγκεκριμένος συνδυασμός «σχολών» και ρευμάτων κινηματογράφου, όπως ο γερμανικός εξπρεσιονισμός, ο γαλλικός ποιητικός ρεαλισμός και η χολιγουντιανή απεικόνιση των γκάνγκστερ της περιόδου της μεγάλης οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης του '29. Ο εξπρεσιονισμός συνέβαλε στο οπτικό στιλ του «φιλμ νουάρ» με το «γοτθικό» στιλ στο φωτισμό, τις εξπρεσιονιστικές γωνίες λήψης, τη μη ρεαλιστική προοπτική και μοντάζ, την ανάδειξη της ψυχολογίας των χαρακτήρων και την ανάλυση των πράξεών τους, σύνολο στοιχείων κυρίαρχων την εποχή του βωβού κινηματογράφου. Ο ποιητικός ρεαλισμός συνέβαλε μέσα από το στοιχείο που τον χαρακτηρίζει: Την ανάδειξη των εξωγενών δυνάμεων που επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων. Μέσα στο ρεαλιστικό χώρο της πόλης, με αληθινούς χαρακτήρες από το προλεταριάτο ή τα χαμηλά μεσαία στρώματα και πραγματικές σχέσεις και κοινωνικά συμφραζόμενα, το έγκλημα καταδεικνύεται ως αποτέλεσμα φυσικής και πνευματικής καταπίεσης. Οι μη ισχυρής θέλησης πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες, στεφανωμένοι τη ρομαντική αύρα της καταδίκης και της απελπισίας, αισθάνονται παγιδευμένοι σε καταστάσεις που πηγάζουν από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Το Χόλιγουντ συνέβαλε διά της ελκυστικής σχεδόν ηρωικής απεικόνισης των γκάνγκστερ της περιόδου της οικονομικής κατάθλιψης της δεκαετίας του '30, οι οποίοι κοσμούσαν τα πρωτοσέλιδα - σε μια εποχή στερημένη από χρήμα και αλκοόλ - λόγω της οικονομικής τους επιφάνειας, της εξουσίας που ασκούσαν, των αξιοζήλευτα κομψών και πολυτελών ενδυμάτων τους, των απλησίαστα πανέμορφων γυναικών που τους περιέβαλαν και, εν γένει, της δημοτικότητας και του στάτους που έχαιραν. Συνεκτικός κρίκος των τριών προαναφερθέντων συστατικών, κατά πρώτο λόγο, οι Γερμανοί κινηματογραφιστές που στα μέσα του '30 εγκαταλείπουν μαζικά τη ναζιστική Γερμανία για το Χόλιγουντ, με στάση στη Γαλλία, συμπαρασύροντας στη φυγή και αρκετούς Γάλλους συναδέλφους τους. Αναφέρουμε ενδεικτικά τους Φριτζ Λανγκ, Μπίλι Γουάιλντερ, Φρεντ Τσίνεμαν, Εντγκαρ Ούλμερ, Ρόμπερτ Ζίοντμακ, Μαξ Οφίλς, Ζακ Τουρνέρ, Κούρτις Μπέρνχαρντ, Ζιλιάν Ντιβιβιέ, Ζαν Ρενουάρ, αλλά και τον Αλφρεντ Χίτσκοκ.
 
Το «Ριφιφί» συνιστά συνεπέστατη και ομοιογενή αφήγηση χωρίς επιτηδευμένες υπερβολές και θεαματικά εφέ. Η σκηνοθετική προσέγγιση που Ντασσέν κατορθώνει να μετατρέψει την γκανγκστερική μοιραία ιστορία σε μύθο για τις παράδοξες εκδοχές εξέλιξης μιας αντρικής παρέας και την τραγική κατάληξη που μπορεί να έχουν δεσμοί φιλίας. Υστερα από πέντε χρόνια φυλακής, ο Τονί συναντά τους λίγους αγαπημένους του φίλους που του προτείνουν να ληστέψουν κεντρικό κοσμηματοπωλείο. Ο Τονί αρνείται. Αλλάζει γνώμη μετά τη μοιραία του συνάντηση με femme fatale της ιστορίας, την πρώην ερωμένη του Μαντό. Η ομάδα σχεδιάζει και πραγματοποιεί την τέλεια ληστεία. Ομως, η απερισκεψία ενός τους, γίνεται η αιτία να πάρουν τα πράγματα άλλη τροπή.

Το «Ριφιφί» του Ντασσέν αποτελεί υπόδειγμα τόσο γαλλικής γραφής φιλμ νουάρ, όσο και ταινίας δράσης διεθνώς. Τοποθετείται σε σκοτεινό περιβάλλον και ατμόσφαιρα - κάτι που αποτελεί χαρακτηριστικό κανόνα του οπτικού στιλ του είδους. Κάτι που προέκυψε από ανάγκη την περίοδο του πολέμου λόγω των περικοπών και στους προϋπολογισμούς της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Οι σκοτεινές σκιές χρησιμοποιούνται με εκφραστικό τρόπο και αποκρύπτουν τόσο το γεγονός της έλλειψης συνεργείου, όσο και τους πραγματικούς χαρακτήρες και τις προθέσεις τους και αναδεικνύουν το μυστηριώδες, το άγνωστο, την παράνοια, την κλειστοφοβία, την απελπισία... Οι νυχτερινές σκηνές γυρίζονται νύχτα, night -for-night, όπως αποκαλείται η τεχνική που αξιώνει τεχνητό φωτισμό με υψηλό κοντράστ το οποίο οδηγεί σε βαθύ μαύρο φόντο με έντονα φωτισμένες λεπτομέρειες. 

Πρωταγωνιστής στο φιλμ νουάρ συχνά μοιάζει να είναι το περιβάλλον του άστεως με τα βρώμικα μπαρ, τα φτηνά ξενοδοχεία με επιγραφές νέον που αναβοσβήνουν, τα παράθυρα με μισοκατεβασμένα ρολά και θέα σε αδιέξοδους χώρους. Δεν υφίσταται άλλο κινηματογραφικό είδος ή κινηματογραφικό στιλ που να συνδέεται, όσο το φιλμ νουάρ, με την έννοια Β-φιλμ. 

Ο όρος πρωτοεμφανίζεται το '30 στην Αμερική, όταν οι κινηματογράφοι προβάλλουν προγραμματικά 2 ταινίες, με το δεύτερο, το Β φιλμ, να είναι συνήθως χαμηλού προϋπολογισμού και κατά τι λιγότερης διάρκειας. Πάντως, η σκηνοθετική ιδιοφυΐα του Ντασσέν έφτιαξε μια ταινία νουάρ «αρχέτυπο» όπως την χαρακτήρισε ο Σκορτσέζε για ένα ολόκληρο κινηματογραφικό είδος. Η διασημότερη σκηνή της ταινίας «Ριφιφί» είναι η ίδια η σκηνή του ριφιφί. 33 ολόκληρα λεπτά πλήρους σιωπής. Οι διαρρήκτες απόλυτα πειθαρχημένοι και προσηλωμένοι ο καθένας στο έργο που του αναλογεί, σε μια σεκάνς υποδειγματικής οικοδόμησης κρεσέντο αγωνίας με βάση τη σχέση απουσίας /παρουσίας ήχων!

Παίζουν: Ζαν Σερβέ, Καρλ Μένερ, Ζυλ Ντασσέν, Μαγκαλί Νοέλ, Ρομπέρ Οσέν, Πιερ Γκρασέ, Μαρί Σαμπουρέ, Μαρσέλ Λουποβισί, κ.ά. ΓΑΛΛΙΑ 1954, Διάρκεια 122΄.

15.7.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis