Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Ταξιδεύοντας : Στην αγκαλιά της κυρά Παναγιάς (Βόρειες Σποράδες)

Το μέρος το είχα σημαδέψει στους χάρτες μου από τότε που ονειρευόμουν μακρινά ταξίδια, μαθητής στο δημοτικό. Ορμος Πλανήτης. Βόρεια πλευρά του ερημόνησου που το λένε Κυρά Παναγιά. Θαλάσσιο Πάρκο Βόρειων Σποράδων. Το σχήμα του και μόνο, μαγικό. Mια καρδιά ανεστραμμένη. Το αγάπησα από την πρώτη στιγμή που το εντόπισα στον χάρτη. Δεν είχα εικόνα, αλλά φανταζόμουν χίλιες ομορφιές κρυμμένες εκεί πέρα. Ηταν το καταφύγιό μου. Οι γονείς και τα αδέλφια μου νόμιζαν ότι κλεινόμουν στο δωμάτιό μου κάθε φορά που ήμουν στενοχωρημένος, αλλά εγώ «έφευγα» και πήγαινα στον Πλανήτη.
Με τον καιρό, καθώς μεγάλωνα, ο Πλανήτης γινόταν όλο και πιο σύνθετος, όλο και πιο μαγικός. Εκεί θα έκρυβα τους θησαυρούς που θα αποκτούσα. Εκεί θα πήγαινα ταξίδι τον παππού μου για να τον ευχαριστήσω για τους υπέροχους λουκουμάδες και τους λόφους από τηγανητά κολοκυθάκια με τα οποία έδωσε γεύση σε όλη την παιδική ηλικία μου. Οταν θα γνώριζα τη νεράιδα με τα όμορφα μάτια, εκεί θα την πήγαινα για να την κάνω να με ερωτευτεί.
Μετά, ο Πλανήτης ξεχάστηκε. Ο παππούς μου πέθανε πριν προλάβω να τον ευχαριστήσω για την καλοσύνη και τη ζεστή καρδιά του που μεταλάβαινα σε κάθε πιάτο από τις νοστιμιές που μου ετοίμαζε. Το κορίτσι δεν ήθελε περιπέτειες στα πέλαγα. Οσο για τους θησαυρούς, ήρθαν πράγματι κάποιοι, αλλά δεν ήταν από αυτούς που κρύβει κανείς σε σεντούκια.
Πλέοντας από τον νότιο κάβο του Αγίου Ευστρατίου «καρφί» ανατολικά, στις 270 μοίρες, μετά από δύο ώρες φτάσαμε στα Γιούρα, εν πλω προς τον επόμενο προορισμό μας που ήταν η Σκόπελος. Είχαμε άσχημο καιρό, έναν βόρειο άνεμο που δεν είχε σηκώσει πολλή φουρτούνα αλλά έφερνε επάνω μας όλα τα νερά που πέταγε το σκάφος καθώς πλανάριζε πάνω από τα κύματα. Παρά τις νιτσεράδες, έτσι βρεγμένοι όπως ήμασταν είχαμε αρχίσει να παγώνουμε, και η αλμύρα να μας καίει τα χείλια. Τρία - τέσσερα μίλια μετά τα Γιούρα ο καπετάνιος άλλαξε πορεία και έστρεψε το σκάφος νοτιοδυτικά, στις 225 μοίρες, με στόχο να μπούμε κατευθείαν στο λιμάνι της Σκοπέλου. Είχαμε μπροστά μας ακόμα δύο ώρες φως και έτσι ήμασταν άνετοι.
Με τη νέα πορεία είχαμε τον καιρό σχεδόν στην πρύμνη μας και η πλεύση έγινε πολύ πιο ευχάριστη. Ο Φρόντις κάθησε στο κάθισμα του σκάφους, τεντώθηκε προς τα πίσω και χαλάρωσε. «Να ’χαμε τώρα ένα πιάτο ζεστούς λουκουμάδες με μέλι και κανέλα...». Και τη στιγμή ακριβώς που το είπε αυτό, σαν να με χτύπησε κεραυνός! Τα μυστικά σχέδια, οι αποδράσεις, ο Πλανήτης! Αρπάζω τον χάρτη και βλέπω ότι ήμασταν ακριβώς εκεί, μόλις ένα μίλι μακριά! «Φρόντι, να την, η πύλη του καταφυγίου μου!». Ημουν τόσο συγκινημένος που ήταν αδύνατον να βάλω σε μια σειρά τα λόγια μου, δεν ήξερα πώς και από πού να αρχίσω, αλλά αυτός για άλλη μια φορά φαινόταν να ήξερε τα πάντα και ήδη κατηύθυνε το σκάφος προς τη στενή είσοδο του όρμου. Είχα μείνει άφωνος, «χτυπημένος» από πολλές μεριές. Από την πρόσβαση που είχε αυτός ο παράξενος καπετάνιος στα μυστικά μου.
Από την απίστευτη ομορφιά του τοπίου, που ξεπερνούσε τη φαντασία μου. Και από τη συνωμοσία του σύμπαντος, την πρώτη φορά που αντίκρισα αυτόν τον παράδεισο να είναι με τα χρώματα του δειλινού. «Ακόμα δεν είδες τίποτα. Το πρωί, την ώρα που χαράζει, είναι η στιγμή της Αποκάλυψης» μου είπε ο Φρόντις καθώς σέρβιρε το βραδινό φαγητό μας, ψωμί βρεγμένο με λίγο λάδι και ρίγανη, γραβιέρα, ελιές και κόκκινο κρασί, Αγιωργήτικο. Είχε ρίξει την άγκυρα κατεμεσίς του όρμου. «Θα φάμε και θα κοιμηθούμε μέσα στο σκάφος. Ακριβώς σε αυτό το σημείο. Και αύριο, την ώρα που θα ανατέλλει ο ήλιος, θα δεις μέσα από μια χαραμάδα ένα σπάνιο ποίημα που συνθέτει η φύση».
Δεν κοιμήθηκα όλο το βράδυ. Ξαπλωμένος στο κατάστρωμα, κοίταζα τους γαλαξίες απολαμβάνοντας τα δισεκατομμύρια φωτεινά άστρα τους χωρίς καμία φωτεινή ή ηχητική όχληση από πουθενά. «Ισως γι’ αυτό τον λένε Πλανήτη», σκέφτηκα, «εδώ πέρα νιώθεις σαν αστροναύτης στο Διάστημα!». Λίγο πριν ξημερώσει, με το πρώτο φως της ημέρας, διάβασα στην πίσω όψη του χάρτη της TERRAIN τις πληροφορίες για την περιοχή στην οποία βρισκόμασταν.
Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο
Το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Βόρειων Σποράδων περιλαμβάνει μια έκταση 2.200 τ. χλμ. και είναι το μεγαλύτερο σε έκταση θαλάσσιο πάρκο της Ευρώπης. Χωρίζεται σε δύο ζώνες (Α και Β), στις οποίες ισχύει διαφορετικό καθεστώς προστασίας. Στη Ζώνη Β ανήκουν η Αλόννησος και οι νησίδες Περιστέρα, Δύο Αδελφοί και Λεχούσα. Οι νησίδες Κυρά Παναγιά, τα Σκάντζουρα, τα Γιούρα, το Πιπέρι, η Ψαθούρα, η Γράμμιζα, ο Παππούς και όλες οι μικρότερες βραχονησίδες αποτελούν τη Ζώνη Α του πάρκου. Το καθεστώς που επικρατεί σε αυτή την περιοχή είναι ιδιαίτερα αυστηρό, καθώς κρίθηκε ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να διαφυλαχθεί αποτελεσματικά ο φυσικός πλούτος της περιοχής.
Η νησίδα Πιπέρι θεωρείται ο σημαντικότερος τόπος αναπαραγωγής της μεσογειακής φώκιας (monachus monachus) και η προσέγγιση απαγορεύεται σε μια ακτίνα 3 ν. μ. γύρω από το νησάκι, ακόμα και για τους ντόπιους ψαράδες. Σε όλα τα υπόλοιπα νησάκια επιτρέπεται ο περίπλους σε απόσταση 400 μ. από τις ακτές, ενώ τα μόνα σημεία στα οποία επιτρέπεται η αποβίβαση είναι οι όρμοι Πλανήτηs και Αγιος Πέτρος στη νησίδα Κυρά Παναγιά και το νησάκι Ψαθούρα. Ακόμα, επισκέψιμη είναι και η σπηλιά του Κύκλωπα, στα Γιούρα. Μέσα στα όρια της Ζώνης Α του πάρκου απαγορεύονται, αυστηρά, η κατάδυση με φιάλες και το υποβρύχιο ψάρεμα. Στη θαλάσσια περιοχή έχουν καταγραφεί 170 είδη ψαριών, 70 είδη αμφιπόδων και 40 είδη σπόγγων.
Ο Φρόντις ξύπνησε λίγο πριν χαράξει. Τυλίχτηκε με το μπουφάν του και πήγε και στάθηκε όρθιος στο κατάστρωμα της πλώρης. Μου έκανε ένα νεύμα να πάω κοντά του. Στάθηκα δίπλα του και κοίταξα ευθεία μπροστά. Την ώρα που ο ήλιος σηκωνόταν πίσω από τους ανατολικούς λόφους, τα γαλήνια νερά του όρμου πήραν ένα κόκκινο χρώμα, ενώ τα τρικυμισμένα νερά του πελάγους έξω από το στόμιο του κόλπου είχαν ακόμα το διαστημικό μπλε. Εμεινα άφωνος από την ομορφιά. «Οι φουρτούνες δεν μπαίνουν εδώ μέσα. Οταν έξω όλα είναι μαύρα και άγρια, εδώ μέσα έχεις γαλήνη. Αυτό είναι το καταφύγιό σου», μου είπε ο Φρόντις. «Η αγκαλιά της Κυρά Παναγιάς...».

Του Στέφανου Ψημένου
25.6.2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ShareThis